Τρίτη, 28 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:07
Δύση: 20:40
Σελ. 20 ημ.
149-217
16ος χρόνος, 5946η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 (Ϛ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐγένετο τοῦ ἐνιαυτοῦ, οὗ ἀπέθανεν ᾿Οζίας ὁ βασιλεύς, εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπῃρμένου, καὶ πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ. 1 Κατά το έτος εκείνο, κατά το οποίον απέθανεν ο βασιλεύς Οζίας, είδον εν οράματι τον Κυριον να κάθεται επάνω εις ένα θρόνον υψηλόν και μετέωρον· και είδα ακόμη να είναι γεμάτος από απερίγραπτον δόξαν ο ναός αυτός. 1 Καὶ συνέβη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπέθανεν ὁ βασιλεὺς Ὀζίας, εἶδον διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς διανοίας, ἐν ἐκστάσει προφητικῇ, τὸν Κύριον νὰ κάθηται ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ σηκωμένου ἐπάνω· καὶ εἶδον ἀκόμη νὰ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ τὴν ἀπερίγραπτον θείαν δόξαν ὁ ἐν οὐρανοῖς Ναὸς αὐτοῦ.
2 καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνὶ καὶ ἓξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ταῖς μὲν δυσὶ κατεκάλυπτον τὸ πρόσωπον, ταῖς δὲ δυσὶ κατεκάλυπτον τοὺς πόδας καὶ ταῖς δυσὶν ἐπέταντο. 2 Γυρω από τον ένδοξον αυτόν θρόνον ίσταντο τα Σεραφίμ εξ πτέρυγες είχε το καθένα από αυτά· με τας δύο πτέρυγας εσκέπαζαν τελείως το πρόσωπον των, με τας δύο άλλας εσκέπαζον τους πόδας των και με τας δύο άλλας επετούσαν. 2 Καὶ Σεραφίμ, δυνάμεις ἀγγελικαί, παρίσταντο τριγύρω ἀπὸ τὸν θρόνον· ἓξ πτέρυγες ὑπῆρχον εἰς τὸ ἓν καὶ ἓξ πτέρυγες ὑπῆρχον εἰς τὸ καθένα· καὶ μὲ τὰς δύο μὲν πτέρυγας ἐσκέπαζαν τελείως τὸ πρόσωπον, μὲ τὰς δύο δὲ ἐσκέπαζαν τοὺς πόδας καὶ μὲ τὰς ἄλλας δύο ἐπετοῦσαν.
3 καὶ ἐκέκραγεν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον καὶ ἔλεγον· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ. 3 Και εφωναζε δυνατά ο ένας άγγελος προς τον άλλον και έλεγαν· “άγιος, άγιος, άγιος είναι ο Κυριος ο παντοκράτωρ, γεμάτη είναι όλη η γη από την υπερλαμπρον δόξαν του”! 3 Καὶ ἐφωναζε δυνατὰ ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον καὶ ἔλεγαν: Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶναι ὁ παντοκράτωρ Κύριος, γεμάτη εἶναι ὅλη ἡ γῆ ἀπὸ τὴν δόξαν του.
4 καὶ ἐπήρθη τὸ ὑπέρθυρον ἀπὸ τῆς φωνῆς, ἧς ἐκέκραγον, καὶ ὁ οἶκος ἐπλήσθη καπνοῦ. 4 Από δε την δύναμιν και την βοήν των φωνών, με τας οποίας εκραύγαζαν, εσηκώθη υψηλότερα ο γείσος του ναού και όλος ο ναός εγέμισεν από καπνόν του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. 4 Καὶ ἐπετάχθη ἐπάνω τὸ ὑπὲρ τὴν θύραν τοῦ Ναοῦ γεῖσον ἀπὸ τὴν φωνήν, ποὺ ἐφώναζαν, καὶ ὁ Ναὸς ἐγέμισεν ἀπὸ καπνόν.
5 καὶ εἶπον· ὦ τάλας ἐγώ, ὅτι κατανένυγμαι, ὅτι ἄνθρωπος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, ἐν μέσῳ λαοῦ ἀκάθαρτα χείλη ἔχοντος ἐγὼ οἰκῶ καὶ τὸν βασιλέα Κύριον σαβαὼθ εἶδον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου. 5 Και είπα εγώ τότε· “ω ταλαίπωρος εγώ! Εχω συγκλονισθή ολόκληρος, διότι, ενώ είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και έχω ακάθαρτα χείλη και κατοικώ ανάμεσα εις λαόν, που έχει επίσης ακάθαρτα χείλη, ιδού ότι εγώ ο ανάξιος είδον με τα μάτια μου τον βασιλέα και Κυριον των δυνάμεων”! 5 Καὶ εἶπον: Ὦ ταλαίπωρος ἐγώ, διότι ἔχω βαθύτατα συγκινηθῇ καὶ συνταραχθῇ ἀπὸ τὴν συνείδησίν μου.Ἐνῷ εἶμαι ἄνθρωπος καὶ ἔχω ἀκάθαρτα χείλη καὶ κατοικῶ ἐν μέσῳ λαοῦ, ποὺ ἔχει χείλη ἀκάθαρτα, καὶ συνεπῶς οὔτε ἐγώ, οὔτε ὁ λαὸς αὐτὸς εἴμεθα ἄξιοι νὰ ὑμνοῦμεν τὸν Κύριον, ὅπως τὸν ὑμνοῦν τὰ Σεραφείμ, καὶ ὅμως εἶδον μὲ τὰ μάτια μου τὸν βασιλέα Κύριον τῶν δυνάμεων.
6 καὶ ἀπεστάλη πρός με ἓν τῶν Σεραφίμ, καὶ ἐν τῇ χειρὶ εἶχεν ἄνθρακα, ὃν τῇ λαβίδι ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου, 6 Τοτε εστάλη προς εμέ από τον Κυριον ένα από τα Σεραφίμ· και είχεν στο χέρι του αναμμένον άνθρακα, τον οποίον με την λαβίδα είχε λάβει από το θυσιαστήριον. 6 Καὶ ἀπεστάλη πρὸς ἐμὲ ἀπὸ τὸν Κύριον ἓν ἀπὸ τὰ Σεραφεὶμ καὶ εἶχεν εἰς τὴν χεῖρα του ἀναμμένον ἄνθρακα, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς λαβίδος ἔλαβεν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον,
7 καὶ ἥψατο τοῦ στόματός μου καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἥψατο τοῦτο τῶν χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἀνομίας σου καὶ τὰς ἁμαρτίας σου περικαθαριεῖ. 7 Ηγγισε το στόμα μου και είπεν· “ιδού, αυτό ήγγισε τα χείλη σου και θα αφαιρέση τας ανομίας σου και θα καθαρίση τελείως και θα απαλείψη από σε τας αμαρτίας σου”. 7 καὶ ἤγγισε τὸ στόμα μου καὶ εἶπεν: Ἰδοὺ αὐτὸ ἤγγισε τὰ χείλη σου καὶ θὰ ἀφαιρέσῃ τὰς ἀνομίας σου καὶ θὰ καθαρίσῃ τελείως τὰς ἁμαρτίας σου.
8 καὶ ἤκουσα τῆς φωνῆς Κυρίου λέγοντος· τίνα ἀποστείλω, καὶ τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον; καὶ εἶπα· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι· ἀπόστειλόν με. 8 Και τότε ήκουσα την φωνήν του Κυρίου, που έλεγε· “ποίον να αποστείλω; Ποιός θα πορευθή προς τον λαόν αυτόν;” Και εγώ είπα· “ιδού, εγώ είμαι πρόθυμος να πορευθώ· στείλε με, Κυριε”. 8 Καὶ ἤκουσα μὲ τὰ ἴδια μου τὰ αὐτιὰ τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔλεγε: Ποῖον νὰ ἀποστείλω, καὶ ποῖος θὰ ὑπάγῃ πρὸς τὸν λαὸν αὐτόν; Καὶ εἶπα: Ἰδοὺ ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑπάγω.Ἀπόστειλέ με.
9 καὶ εἶπε· πορεύθητι καὶ εἰπὸν τῷ λαῷ τούτῳ· ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε· 9 Η φωνή του Κυρίου μου είπε· “πήγαινε και είπε στον λαόν αυτόν· Συνεχώς και καθαρά θα ακούετε και δεν θα εννοήτε, θα βλέπετε με τα μάτια του σώματός σας θαυμαστά και καταπληκτικά γεγονότα, αλλά δεν θα τα προσέχετε. 9 Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος: Πήγαινε καὶ εἰπὲ εἰς τὸν λαὸν αὐτόν· συνεχῶς θὰ ἀκούετε καὶ δὲν θὰ ἐννοῆτε, καὶ θὰ ἰδῆτε μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος ἐπανειλημμένως καὶ δὲν θὰ ἴδητε.
10 ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶν αὐτῶν βαρέως ἤκουσαν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι, καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. 10 Και τούτο, διότι η καρδία του λαού αυτού έγινε χονδρή και σκληρά. Με τα αυτιά του σώματος και της ψυχής ήκουσαν βαρειά τα θεία λόγια· έκλεισαν τα μάτια της διανοίας των, δια να μη ιδούν με τα ματία των τα θαυμαστά πράγματα, να μη οικούσουν τα λόγια μου με τα αυτιά των, ώστε να τα εννοήσουν, να μετανοήσουν και να επιστρέψουν εις εμέ, εγώ δε να τους θεραπεύσω”. 10 Διότι ἐχόνδρυνε καὶ ἐσκληρύνθη ἡ καρδία τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, καὶ μὲ τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς των ἤκουσαν βαρεῖα καὶ ἔκλεισαν τὰ μάτια τῆς διανοίας των, μήπως ἴδουν μὲ τὰ μάτια αὐτὰ καὶ ἀκούσουν μὲ τὰ αὐτιὰ καὶ μὲ τὴν καρδίαν των ἐννοήσουν καὶ ἐπιστρέψουν μετανοοῦντες καὶ ἰατρεύσω αὐτούς.
11 καὶ εἶπα· ἕως πότε Κύριε; καὶ εἶπεν· ἕως ἂν ἐρημωθῶσι πόλεις παρὰ τὸ μὴ κατοικεῖσθαι καὶ οἶκοι παρὰ τὸ μὴ εἶναι ἀνθρώπους, καὶ ἡ γῆ καταλειφθήσεται ἔρημος. 11 Εγώ τότε ηρώτησαν· “έως πότε, Κυριε, θα παραταθή αυτή η κατάστασις και η δικαία οργή σου;” Και εκείνος μου είπε· “μέχρις ότου ερημωθούν αι πόλεις, διότι δεν θα υπάρχουν οι κατοικούντες εις αυτάς· ερημωθούν και οι οίκοι, διότι δεν θα υπάρχουν άνθρωποι· η δε γη θα εγκαταλειφθή έρημος και ακαλλιέργητος”. 11 Καὶ εἶπα: Ἕως πότε, Κύριε, θὰ διαρκέσῃ ἡ πώρωσις αὐτή: Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Κύριος: Ἕως ὅτου ὑπὸ ἐπιδρομῆς τίνος ἐχθρικῆς ἐρημωθοῦν αἱ πόλεις, διότι δὲν θὰ κατοικοῦνται, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ σπίτια, διότι δὲν θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, καὶ ἡ καλλιεργημένη γῆ θὰ ἐγκαταλειφθῇ ἔρημος καὶ ἀκαλλιέργητος.
12 καὶ μετὰ ταῦτα μακρυνεῖ ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ πληθυνθήσονται οἱ ἐγκαταλειφθέντες ἐπὶ τῆς γῆς· 12 Και μετά ταύτα θα απομακρύνη και θα στείλη εις εξοριαν ο Θεός τους αμετανοήτους ανθρώπους, θα πληθυνθούν δε εκείνοι, οι οποίοι θα μείνουν οπίσω εις την χώραν της Ιουδαίας. 12 Καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἀπομακρύνῃ ἐξαποστέλλων εἰς χώρας μακρινὰς ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ θὰ πληθυνθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐγκαταλειφθοῦν ὀπίσω εἰς τὴν πάτριον γῆν.
13 καὶ ἔτι ἐπ᾿ αὐτῆς ἔστι τὸ ἐπιδέκατον, καὶ πάλιν ἔσται εἰς προνομὴν ὡς τερέβινθος καὶ ὡς βάλανος, ὅταν ἐκπέσῃ ἐκ τῆς θήκης αὐτῆς. 13 Και τώρα ακόμη υπάρχει εις την χώραν του Ισραήλ το δέκατον του πληθυσμού, αλλά και αυτό πάλιν θα είναι εις λεηλασίαν και εις ερημωσιν, ωσάν την τερέβινθον, που της μαδούν τα φύλλα, και ώσαν το βελανίδι, όταν πέση από την θήκην του, τροφή στους χοίρους. 13 Καὶ ἀκόμη ἐπὶ τῆς χώρας ὑπάρχει τὸ δέκατον τοῦ πληθυσμοῦ καὶ πάλιν αὐτὸ θὰ εἶναι εἰς καταβόσκησιν καὶ εἰς ἐρήμωσιν σὰν τὴν τερέβινθον, ποὺ μαδοῦν τὰ φύλλα της, καὶ σὰν τὴν βάλανον, ὅταν πέσῃ ἔξω ἀπὸ τὴν θήκην καὶ τὸ περίβλημά της.