Τρίτη, 28 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:07
Δύση: 20:40
Σελ. 20 ημ.
149-217
16ος χρόνος, 5946η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39 (ΛΘ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΝ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπέστειλε Μαρωδὰχ Βαλαδὰν ὁ υἱὸς τοῦ Βαλαδάν, ὁ βασιλεὺς τῆς Βαβυλωνίας, ἐπιστολὰς καὶ πρέσβεις καὶ δῶρα ᾿Εζεκίᾳ· ἤκουσε γὰρ ὅτι ἐμαλακίσθη ἕως θανάτου καὶ ἀνέστη. 1 Κατά την έποχην εκείνην ο Μαρωδάχ Βαλαδάν, υιός του Βαλαδάν βασιλεύς της Βαδυλώνος, έστειλέ με πρέσβεις επιστολήν και δώρα στον Εζεκίαν, διότι είχε πληροφορηθή, ότι ο Εζεκίας ησθένησε μέχρι θανάτου και ηγέρθη υγιής από την κλίνην του. 1 Κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἀπέστειλεν ὁ Μαρωδὰχ Βαλαδάν, ὁ υἱὸς τοῦ Βαλαδάν, ὁ βασιλεὺς τῆς Βαβυλωνίας, ἐπιστολὰς καὶ πρέσβεις καὶ δῶρα εἰς τὸν Ἐζεκίαν, διότι ἤκουσεν ὅτι ἠσθένησε μέχρι θανάτου καὶ ἐσηκώθη ὑγιής.
2 καὶ ἐχάρη ἐπ᾿ αὐτοῖς ᾿Εζεκίας χαρὰν μεγάλην καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς τὸν οἶκον τοῦ νεχωθᾶ καὶ τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ χρυσίου καὶ τῆς στακτῆς καὶ τῶν θυμιαμάτων καὶ τοῦ μύρου καὶ πάντας τοὺς οἴκους τῶν σκευῶν τῆς γάζης καὶ πάντα, ὅσα ἦν ἐν τοῖς θησαυροῖς αὐτοῦ· καὶ οὐκ ἦν οὐθέν, ὃ οὐκ ἔδειξεν ᾿Εζεκίας ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ. 2 Ο Εζεκίας εχάρη χαράν μεγάλην δι' αυτά και επάνω στον ενθουσιασμόν του έδειζεν εις αυτούς τον οίκον των πολυτίμων αντικειμένων του αργυρίου, του χρυσίου, του ευώδους αρώματος, της στακτής, και των θυμιαμάτων, του μύρου, όπως επίσης και όλους τους οίκους, στους οποίους ευρίσκοντο τα πολεμικά του όπλα, και όλα όσα υπήρχον εις τα θησαυροφυλάκια του. Δεν έμεινε τίποτε στον οίκον του και εις όλην την εξουσίαν του, το οποίον να μη έδειξεν εις αυτούς ο Εζεκίας. 2 Καὶ ἐχάρη διὰ τὴν ἔλευσιν αὐτῶν ὁ Ἐζεκίας χαρὰν μεγάλην· καὶ ἔδειξεν εἰς αὐτοὺς τὸν οἶκον τῶν πολυτίμων του πραγμάτων, καὶ τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ χρυσίου καὶ τοῦ εὐώδους ἀρώματος τῆς στακτῆς καὶ τῶν ἄλλων θυμιαμάτων καὶ τοῦ μύρου καὶ ὅλους τοὺς οἴκους τῶν πολεμικῶν ὅπλων τῆς περιουσίας του καὶ ὅλα, ὅσα ἦσαν εἰς τὰ θησαυροφυλάκιά του.Καὶ τίποτε δὲν ὑπῆρξε, ποὺ νὰ μὴ τὸ ἔδειξεν ὁ Ἐζεκίας, ἀπὸ ὅσα ἦσαν εἰς τὸν οἶκον του καὶ εἰς ὅλην τὴν ἐξουσίαν του.
3 καὶ ἦλθεν ῾Ησαΐας ὁ προφήτης πρὸς τὸν βασιλέα ᾿Εζεκίαν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τί λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι; καὶ πόθεν ἥκασι πρός σέ; καὶ εἶπεν ᾿Εζεκίας· ἐκ τῆς γῆς πόρρωθεν ἥκασι πρός με, ἐκ Βαβυλῶνος. 3 Ηλθεν ο προφήτης Ησαΐας προς τον βασιλέα Εζεκίαν και του είπε· “τι λέγουν αυτοί οι άνθρωποι; Από που έχουν ελθει προς σέ;” Και ο Εζεκίας απήντησεν· “από γην μακρυνήν έχουν έλθει προς εμέ, από την Βαβυλώνα”. 3 Καὶ ἦλθεν ὁ προφήτης Ἡσαΐας πρὸς τὸν βασιλέα Ἐζεκίαν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: Τί λέγουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Καὶ ἀπὸ ποὺ ἦλθον εἰς σέ; Καὶ εἶπεν ὁ Ἐζεκίας: Ἀπὸ χώραν μακρινὴν ἔχουν ἔλθει πρὸς εμέ, ἐκ τῆς Βαβυλῶνος.
4 καὶ εἶπεν ῾Ησαΐας· τί εἴδοσαν ἐν τῷ οἴκῳ σου; καὶ εἶπεν ᾿Εζεκίας· πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ μου εἴδοσαν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν τῷ οἴκῳ μου ᾧ οὐκ εἴδοσαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν τοῖς θησαυροῖς μου. 4 Είπεν εις αυτόν ο Ησαΐας· “τι είδον αυτοί στον οίκόν σου; Ο Εζεκίας απήντησεν· “όλα όσα υπάρχουν στον οίκόν μου τα είδαν, δεν υπάρχει δε τίποτε στον οίκόν μου, το οποίον δεν είδαν. Ακόμη επίσης είδαν όλα, όσα υπάρχουν αποτεθειμένα εις τα θησαυροφυλάκιά μου”. 4 Καὶ εἶπεν ὁ Ἡσαΐας: Τί εἶδαν οὖτοι εἰς τὸν οἶκόν σου; Καὶ εἶπεν ὁ Ἐζεκίας: Εἶδαν ὅλα, ὅσα ὑπάρχουν ἐν τῷ οἴκῳ μου, καὶ δὲν εἶναι τίποτε ἐν τῷ οἴκῳ μου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶδαν ἀκόμη καὶ αὐτά, ποὺ φυλάσσονται εἰς τὰ θησαυροφυλάκιά μου, τὰ εἶδαν.
5 καὶ εἶπεν ῾Ησαΐας αὐτῷ· ἄκουσον τὸν λόγον Κυρίου σαβαώθ· 5 Είπε τότε ο Ησαΐας προς αυτόν· “άκουσε, λοιπόν, τον λόγον του Κυρίου παντοκράτορας· 5 Καὶ εἶπεν ὁ Ἡσαΐας εἰς αὐτόν: Ἄκουσε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου τῶν Δυνάμεων.
6 ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ λήψονται πάντα τὰ ἐν τῷ οἴκῳ σου, καὶ ὅσα συνήγαγον οἱ πατέρες σου ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης, εἰς Βαβυλῶνα ἥξει, καὶ οὐδὲν οὐ μὴ καταλείπωσιν· εἶπε δὲ ὁ Θεὸς 6 Ερχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και θα λεηλατηθούν όλα, όσα υπάρχουν στον οίκόν σου, όσα συνήθροισαν οι προγονοί σου μέχρι της ημέρας αυτής και θα μεταφερθούν εις την Βαβυλώνα. Οι επιδρομείς θα λεηλατήσουν τα πάντα και δεν θα αφήσουν τίποτε έδω. Αυτά είπεν ο Θεός. Προσέθεσεν ακόμη ο Θεός· 6 Ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέραι, λέγει ὁ Κύριος, καὶ θὰ πάρουν ὅλα, ὅσα ὑπάρχουν εἰς τὸν οἶκον σου· καὶ ὅσα συνήθροισαν οἱ πρόγονοί σου μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς, θὰ μεταφερθοῦν εἰς τὴν Βαβυλῶνα· καὶ δὲν θὰ ἀφήσουν τίποτε.Εἶπε δὲ ὁ Θεὸς
7 ὅτι καὶ ἀπὸ τῶν τέκνων σου, ὧν ἐγέννησας, λήψονται καὶ ποιήσουσι σπάδοντας ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ βασιλέως τῶν Βαβυλωνίων. 7 ότι και από τα τέκνα σου, που συ εγεννησες, θα πάρουν οι εχθροί σου και θα τα κάμουν ευνούχους εις τα ανάκτορα των βασιλέων της Βαδυλώνος”. 7 ὅτι καὶ ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου, τοὺς ὁποίους θὰ γεννήσῃς, θὰ πάρουν καὶ θὰ κάμουν εὐνούχους εἰς τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως τῶν Βαβυλωνίων.
8 καὶ εἶπεν ᾿Εζεκίας ῾Ησαΐᾳ· ἀγαθὸς ὁ λόγος Κυρίου, ὃν ἐλάλησε· γενέσθω δὴ εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη ἐν ταῖς ἡμέραις μου. 8 Και απήντησεν ο Εζεκίας στον Ησαΐαν· “Δικαιος και καλός είναι ο λόγος αυτός του Κυρίου, τον οποίον μίλησε. Ας γίνη τουλάχιστον ειρήνή και ας επικράτηση δικαιοσύνη και ασφάλεια εις τας ημέρας μου”. 8 Καὶ εἶπεν ὁ Ἐζεκίας εἰς τὸν Ἠσαΐαν: Ἀγαθὸς καὶ δίκαιος ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖον εἶπεν.Ἂς γίνῃ τουλάχιστον εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη εἰς τὰς ἡμέρας μου.