Κυριακή, 26 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:08
Δύση: 20:38
Σελ. 18 ημ.
147-219
16ος χρόνος, 5944η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26 (ΚϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Τῌ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ᾄσονται τὸ ᾆσμα τοῦτο ἐπὶ γῆς ᾿Ιούδα· ἰδοὺ πόλις ἰσχυρά, καὶ σωτήριον ἡμῶν θήσει τεῖχος καὶ περίτειχος. 1 Κατά την ημέραν εκείνην οι λυτρωμένοι θα ψάλλουν τούτο το επινίκειον άσμα εις την χώραν της Ιουδαίας· Ιδού, πόλις ισχυρά, ω Ιερουσαλήμ. Σωτήριον τείχος θα θέση γύρω από αυτήν. Και άλλο τείχος γύρω από το πρώτον. 1 Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ψάλουν τοῦτο τὸ ἐπινίκιον ᾆσμα ἐπὶ τῆς ἐπουρανίου Ἰουδαίας.Ἰδοὺ πόλις ἰσχυρὰ καὶ μὴ κυριευομένη ποτέ· καὶ σωτήριον θὰ θέσῃ τεῖχος περὶ αὐτὴν καὶ δεύτερον πέριξ ταύτης τεῖχος.
2 ἀνοίξατε πύλας, εἰσελθέτω λαὸς φυλάσσων δικαιοσύνην καὶ φυλάσσων ἀλήθειαν, 2 Ανοίξατε τας πύλας της πόλεως, δια να εισελθη ο λαός εις αυτήν· ο λαός, ο οποίος φυλάσσει δικαιοσύνην, τηρεί και σέβεται την αληθειαν, 2 Ἀνοίξατε τὰς πύλας τῆς πόλεως ταύτης τῆς ἰσχυρᾶς· ἂς εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν λαός, ἀδιακρίτως ἐθνικότητος, ὁ ὁποῖος φυλάσσει δικαιοσύνην καὶ πᾶσαν ἀρετὴν καὶ ἀγαπᾷ τὴν ἀλήθειαν·
3 ἀντιλαμβανόμενος ἀληθείας καὶ φυλάσσων εἰρήνην. ὅτι ἐπὶ σοὶ ἐλπίδι 3 κρατεί σταθερά την αλήθειαν, αγαπά και φυλάσσει την ειρήνην, διότι εις σε τον Θεόν της ειρήνης 3 λαὸς ποὺ κρατεῖ στερεὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ φυλάττει εἰρήνην πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὸν Θεόν.Ἂς εἰσέλθῃ ὁ λαὸς αὐτός, διότι ἀκλονήτως
4 ἤλπισαν, Κύριε, ἕως τοῦ αἰῶνος, ὁ Θεὸς ὁ μέγας, ὁ αἰώνιος, 4 έχει στηρίξει τας ελπίδας του, Κυριε, πάντοτε. Εις σέ, ω μεγάλε και αιώνιε Θεέ. 4 ἤλπισαν, Κύριε, μέχρι τῆς τελευταίας των πνοῆς εἰς Σέ, ὦ Θεὲ μεγάλε καὶ αἰώνιε.
5 ὃς ταπεινώσας κατήγαγες τοὺς ἐνοικοῦντας ἐν ὑψηλοῖς· πόλεις ὀχυρὰς καταβαλεῖς καὶ κατάξεις ἕως ἐδάφους, 5 Εις σέ, ο οποίος εταπείνωσες και έρριψες κάτω εις την γην αυτούς, οι οποίοι κατοικούσαν εις υψηλάς και επιφανείς θέσεις. Συ θα καταβάλης οχυράς ασεβείς πόλεις, θα τας κρημνίσης έως κάτω στο έδαφος. 5 Ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐταπείνωσες, ἔρριψες κάτω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατῴκουν εἰς ὑψηλὰς καὶ περιόπτους θέσεις· ὄχι δὲ μόνον εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ πάντοτε θὰ καταρρίπτῃς πόλεις ὀχυρᾶς καὶ θὰ τὰς ἰσοπεδώνῃς μέχρι τοῦ ἐδάφους,
6 καὶ πατήσουσιν αὐτοὺς πόδες πρᾳέων καὶ ταπεινῶν. 6 Οι πόδες των πράων και των ταπεινών ανθρώπων θα πατήσουν επάνω εις αυτάς. 6 καὶ θὰ πατοῦν αὐτοὺς πόδες ἀνθρώπων πράων καὶ ταπεινῶν.
7 ὁδὸς εὐσεβῶν εὐθεῖα ἐγένετο, καὶ παρεσκευασμένη ἡ ὁδὸς τῶν εὐσεβῶν. 7 Ευθεία και χωρίς προσκόμματα έγινεν η οδός των ευσεβών, ητοιμασμένος και παρεσκευασμένος από σε ο δρόμος των. 7 Ὁ πρὸς τὴν ἰσχυρὰν καὶ ἀχειροποίητον πόλιν ὁδηγῶν δρόμος τῶν δικαίων ἔγινεν εὐθὺς καὶ ἀπηλλαγμένος προσκομμάτων, καὶ ἡτοιμάσθη ὁ δρόμος τῶν εὐσεβῶν ἀπὸ αὐτὸν τὸν Θεόν.
8 ἡ γὰρ ὁδὸς Κυρίου κρίσις· ἠλπίσαμεν ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου καὶ ἐπὶ τῇ μνείᾳ, 8 Και τούτο, διότι η οδός του Κυρίου είναι δικαία και ευθεία, ημείς δε έχομεν στηρίξει τας ελπίδας μας στο Ονομά σου, εις την ιδικήν σου πάντοτε ανάμνησιν, 8 Εἶναι δὲ ἕτοιμος καὶ ἀσφαλὴς ἡ ὁδὸς τῶν εὐσεβῶν, διότι ἡ ὁδὸς τοῦ Κυρίου, πρὸς τὴν ὁποίαν αὕτη ταυτίζεται, εἶναι δικαιοσύνη καὶ δικαία κρίσις.Ἠλπίσαμεν εἰς τὸ ὄνομά σου, Κύριε, βαδίζοντες τὴν ὁδὸν αὐτήν, καὶ ἐστηρίχθημεν μὲ πεποίθησιν εἰς τὴν ἐνθύμησίν σου,
9 ᾗ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχὴ ἡμῶν. ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα μου πρός σε, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς. δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς. 9 την οποίαν και επιθυμεί η ψυχή μας. Τοσον σφοδρώς σε ποθεί η καρδία μας, ώστε από την νύκτα, από το γλυκοχάραμα αγρυπνεί το πνεύμα μου προς σε, ω Θεέ μου, διότι γνωρίζω ότι φως είναι τα προστάγματά σου δια τους ανθρώπους της γης. Δικαιοσύνην, λοιπόν, Θεού μάθετε και εφαρμόσατε σεις, οι άνθρωποι, που κατοικείτε την γην. 9 τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχή μας.Τόσον δὲ πολὺ Σὲ ποθοῦμεν, ὥστε ἀπὸ τὴν νύκτα ἀγρυπνεῖ ἐνωρὶς τὸ πνεῦμα μου καταφυγὸν εἰς Σέ, ὦ Θεέ, διότι τὰ προστάγματά σου εἶναι φῶς ἐπὶ τῆς γῆς.Μάθετε καὶ ἐφαρμόσατε τὴν δικαιοσύνην αὐτήν, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς φωτίζουν τὰ θεῖα προστάγματα, σεῖς ποὺ κατοικεῖτε ἐπὶ τῆς γῆς.
10 πέπαυται γὰρ ὁ ἀσεβής· πᾶς ὃς οὐ μὴ μάθῃ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλήθειαν οὐ μὴ ποιήσει· ἀρθήτω ὁ ἀσεβής, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου. 10 Θα παύση πλέον να υπάρχη ο ασεβής· καθένας ο οποίος δεν θα μάθη να πράττη δικαιοσύνην επί της γης, ούτε την αλήθειαν θα μάθη να εφαρμοζη. Ας ξερριζωθή ο ασεβής, δια να μη ίδη την δόξαν του Κυρίου, δια την οποίαν είναι και ανάξιος. 10 Μάθετε δικαιοσύνην.Διότι ὁ ἀσεβὴς ἔχει παύσει να ζῇ· πᾶς ὅστις δὲν θὰ μάθῃ ἐπὶ γῆς δικαιοσύνην, εἶναι ἀδύνατον νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ ψεύδους.Ἂς ἐξαφανισθῇ ὁ ἀσεβής, διὰ νὰ μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου.
11 Κύριε, ὑψηλός σου ὁ βραχίων, καὶ οὐκ ᾔδεισαν, γνόντες δὲ αἰσχυνθήσονται. ζῆλος λήψεται λαὸν ἀπαίδευτον, καὶ νῦν πῦρ τοὺς ὑπεναντίους ἔδεται. 11 Κυριε, υψωμένος είναι πάντοτε ο παντοδύναμος τιμωρός βραχίων σου, δια να επιπέση κατά των ασεβών. Αυτοί όμως δεν εγνώρισαν τούτο. Οταν όμως δια της προσωπικής των πείρας γνωρίσουν την δικαίαν τιμωρίαν σου, θα κατεντροπιασθούν. Ζήλος θα καταλάβη τον ασεβή και απαιδαγώγητον λαόν και πυρ θα καταφάγη τους εχθρούς σου, Κυριε. 11 Κύριε, ὑψώθη ὑψηλὰ ἡ τιμωρητικὴ χείρ σου, ἕτοιμος νὰ πέσῃ κατὰ τῶν ἀσεβῶν, καὶ αὐτοὶ δὲν ἐγνώρισαν τοῦτο· ὅταν ὅμως διὰ τῆς πείρας τὸ γνωρίσουν, θὰ κατεντροπιασθοῦν ὁ ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶν ζῆλος τοῦ Θεοῦ θὰ καταλάβῃ τὸν ἀνεπίδεκτον παιδαγωγίας λαόν, καὶ ἀμέσως τώρα φωτιὰ θὰ καταφάγῃ τοὺς ἐχθρούς.
12 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, εἰρήνην δὸς ἡμῖν, πάντα γὰρ ἀπέδωκας ἡμῖν. 12 Κυριε ο Θεός μας, δώσε εις ημάς ειρήνην, διότι όλα τα άλλα μας τα έχεις δώσει. 12 Κύριε, ὁ Θεός μας, δός μας εἰρήνην δός μας καὶ αὐτὸ τὸ ἀγαθόν, διότι ὅλα τὰ ἀγαθά, ὅσα ἔχομεν, σὺ μᾶς τὰ ἔδωκες.
13 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, κτῆσαι ἡμᾶς, Κύριε, ἐκτός σου ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν. 13 Κυριε ο Θεός μας, ιδιοκτησίαν σου μόνιμον και αναφαίρετον κάμε ημάς, διότι έκτος από σε ημείς δεν γνωρίζομεν άλλον· το Ονομά σου πάντοτε ημείς επικαλούμεθα. 13 Κύριε, ὁ Θεός μας, κάμε μας κτῆμα σου καὶ τελείως ἰδικούς σου.Κύριε, ἐκτὸς σοῦ ἄλλον δὲν ἠξεύρομεν· Σὲ μόνον ἀναγνωρίζομεν ὡς Θεόν μας καὶ τὸ ὄνομά σου ἐπικαλούμεθα καὶ λατρεύομεν.
14 οἱ δὲ νεκροὶ ζωὴν οὐ μὴ ἴδωσιν, οὐδὲ ἰατροὶ οὐ μὴ ἀναστήσουσι· διὰ τοῦτο ἐπήγαγες καὶ ἀπώλεσας καὶ ᾖρας πᾶν ἄρσεν αὐτῶν. 14 Οι ασεβείς, όμως, οι πνευματιώς νεκροί, δεν θα ίδουν και δεν θα απολαύσουν την αιωνίαν ζωήν και ειρήνην. Ούτε ιατροί θα τους αναστήσουν από την πνευματικήν των νέκρωσιν. Δια τούτο επέφερες κακά εναν τίον αυτών, εξολόθρευσες και εξηφάνισες κάθε άρρενα απόγονον των, ώστε να λείψη η γενεά των. 14 Οἱ νεκροὶ ὅμως πνευματικῶς καὶ ἀσεβεῖς δὲν θὰ ἴδουν τὴν αἰώνιον καὶ εἰρηνικὴν ζωήν, οὔτε οἱ ἰατροὶ θὰ ἀναστήσουν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς καταστάσεως τοῦ πνευματικοῦ των θανάτου· διὰ τοῦτο ἐπήγαγες κακὰ κατ’ αὐτῶν καὶ ἐξωλόθρευσας καὶ ἐξηφάνισας πάντα ἄρρενα ἀπόγονόν των, ὥστε νὰ ἐκλίπῃ ἡ γενεά των.
15 πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσθες κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς. 15 Πρόσθεσε, εν τη δικαιοσύνη σου, σκληράς τιμωρίας, Κυριε· πρόσθεσε τιμωρίας μεγάλας εναντίον των ενδόξων, αλλά ασεβών, ανθρώπων της γης. 15 Πρόσθεσε, Κύριε, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου τιμωρίας ἐπάνω εἰς ἄλλας τιμωρίας, πρόσθεσε κακὰ εἰς τοὺς ἐνδόξους ἀσεβεῖς τῆς γῆς.
16 Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου, ἐν θλίψει μικρᾷ ἡ παιδεία σου ἡμῖν. 16 Κυριε, κατά το διάστημα θλίψεων σε ενεθυμήθημεν. Μικρά ήτο η θλίψις, δια της οποίας παιδαγωγικώς μας ετιμώρησες. 16 Κύριε, ὅταν εὑρίσκωμαι εἰς θλῖψιν, τότε σὲ ἐνθυμοῦμαι· μὲ θλῖψιν μικράν, συγκερασμένην μὲ ἐπιείκειαν καὶ ἔλεος, συντελεῖται εἰς ἡμᾶς ἡ παιδαγωγία σου.
17 καὶ ὡς ἡ ὠδίνουσα ἐγγίζει τοῦ τεκεῖν καὶ ἐπὶ τῇ ὠδῖνι αὐτῆς ἐκέκραξεν, οὕτως ἐγενήθημεν τῷ ἀγαπητῷ σου διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε. 17 Οπως δε η επίτοκος γυνή, όταν έλθη η ώρα του τοκετού, κραυγάζει ένεκα της οδύνης, έτσι και ημείς κατελήφθημεν από οδύνην αναμένοντες την έλευσιν του ηγαπημένου σου, του Μεσσίου, δια τον ιερόν φόβον σου, Κυριε. 17 Καὶ ὅπως αὐτὴ ποὺ κοιλοπονεῖ, πλησιάζει νὰ γεννήσῃ καὶ ἕνεκα τῶν πόνων της κραυγάζει, ἔτσι ἐγίναμεν καὶ ἡμεῖς κατώδυνοι διὰ πᾶν τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιόν σου, διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε.
18 ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ ὠδινήσαμεν καὶ ἐτέκομεν· πνεῦμα σωτηρίας σου ἐποιήσαμεν ἐπὶ τῆς γῆς, οὐ πεσούμεθα, ἀλλὰ πεσοῦνται πάντες οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς. 18 Και ημείς συνελάβαμεν πνευματικώς εν γαστρί, εδοκιμάσαμεν τους πόνους του τοκετού και εγεννήσαμεν πνεύμα σωτηρίας. Εφέραμεν εις φως μεταξύ των ανθρώπων της γης, που μας έδωκεν η από σε σωτηρία. Δια τούτο και δεν θα ηττηθώμεν, ούτε και θα πέσωμεν ημείς. Αλλά θα πέσουν οι ασεβείς, οι οποίοι κατοικούν εις την γην. 18 Συνελάβομεν καὶ ἡμεῖς, καταστάντες πνευματικῶς ἔγκυοι, καὶ ἐκοιλοπονέσαμεν καὶ ἐγεννήσαμεν πνεῦμα, ποὺ μᾶς ἔδωκεν ἐκ σοῦ τὴν σωτηρίαν καὶ τὸ κατεστήσαμεν φανερὸν καὶ εἰς τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς ἀνθρώπους.Δὲν θὰ πέσωμεν διὰ τοῦτο ἡμεῖς καὶ δὲν θὰ καταστραφῶμεν, ἀλλὰ θὰ πέσουν ὅλοι, ὅσοι κατοικοῦν ἐπὶ τῆς γῆς προσκολλημένοι μόνον εἰς αὐτήν.
19 ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ· ἡ γὰρ δρόσος ἡ παρὰ σοῦ ἴαμα αὐτοῖς ἐστιν, ἡ δὲ γῆ τῶν ἀσεβῶν πεσεῖται. 19 Οι ευσεβείς νεκροί θα αναστηθούν και θα εγερθούν όλοι. όσοι ευρίσκονται εις τα μνήματα. Θα ευφρανθούν οι ευρισκόμενοι εις την γην, διότι η από σε κατερχομένη θεία και ζωογόνος δρόσος είναι θεραπεία δι' αυτούς. Η δε χώρα των ασεβών θα πέση και θα καταστραφή. 19 Θὰ ἀναστηθοῦν θριαμβεύοντες οἱ ἐν Κυρίῳ νεκροὶ καὶ θὰ ἐγερθοῦν οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν μνημείων καὶ θὰ εὐφρανθοῦν οἱ εὐσεβεῖς οἱ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ γῇ· διότι ἡ ὡσὰν ζωοποιὸς δρόσος καταπεμπομένη ἀπὸ σοῦ βοήθεια καὶ χάρις θὰ εἶναι εἰς αὐτοὺς θεραπεία· ἀντιθέτως ὅμως ἡ χώρα τῶν ἀσεβῶν θὰ καταστραφῇ.
20 βάδιζε, λαός μου, εἴσελθε εἰς τὰ ταμιεῖά σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρὸν ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου· 20 Προχώρει με ελπίδα, ω λαέ μου, λέγει ο Κυριος. Είσελθε εις τα πλέον εσωτερικά δωμάτια του οίκου σου, κλείσε εκεί την θύραν σου και απομονώσου, κρύψου επί μικρόν χρονικόν διάστημα, έως ότου παρέλθη η οργή του Κυρίου, που μέλλει να εκσπάση. 20 Προχώρει γεμᾶτος ἐλπίδα, ὦ λαέ μου, λέγει ὁ Κύριος, αὐτοσυγκεντρώθητι, εἰσερχόμενος οἰονεὶ εἰς τὰ ἰδιαίτερά σου δωμάτια καὶ χωριζόμενος ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀσεβεῖς· κλεῖσε τὴν θύραν σου καὶ κρύφθητι ἐκεῖ ἐπ’ ὀλίγον, ἕως ὅτου παρέλθῃ ἡ ὡς ἄλλη λαῖλαψ μέλλουσα νὰ ἐκσπάσῃ ὀργὴ τοῦ Κυρίου.
21 ἰδοὺ γὰρ Κύριος ἀπὸ τοῦ ἁγίου ἐπάγει τὴν ὀργὴν ἐπὶ τοὺς ἐνοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἀνακαλύψει ἡ γῆ τὸ αἷμα αὐτῆς καὶ οὐ κατακαλύψει τοὺς ἀνῃρημένους ἐπ᾿ αὐτῆς. 21 Διότι ιδού, ο Κυριος επιφέρει από τον άγιον ουρανόν την οργήν του εναντίον των κατοίκων της γης. Θα ξεσκεπάση η γη το αθώον αίμα, που εχύθη επάνω εις αυτήν, δεν θα σκεπάση τους φονευθέντας, δια να είναι φανεροί στον Θεόν και προκαλούν την δικαίαν οργήν εναντίον των φονευτών, 21 Διότι ἰδοὺ ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν ἅγιον θρόνον του ἐπιφέρει τὴν ὀργὴν κατὰ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ θὰ ξεσκεπάσῃ ἡ γῆ τὸ αἷμα της, ποὺ ἔχει καταπίει, καὶ δὲν θὰ σκεπάσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν ἐπ’ αὐτῆς καὶ κατεκρύβησαν εἰς τὰ χώματά της.