Παρασκευή, 24 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:09
Δύση: 20:37
Σελ. 16 ημ.
145-221
16ος χρόνος, 5942η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 63 (ΞΓ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΤΙΣ οὗτος ὁ παραγενόμενος ἐξ ᾿Εδώμ, ἐρύθημα ἱματίων ἐκ Βοσόρ, οὕτως ὡραῖος ἐν στολῇ βίᾳ μετὰ ἰσχύος; ἐγὼ διαλέγομαι δικαιοσύνην καὶ κρίσιν σωτηρίου. 1 Ποιός είναι αυτός, που έρχεται από την Ιδουμαίαν, την έχθρικην αυτήν χώραν της Ιουδαίας, από την πόλιν Βοσόρ και τα ενδύματα του είναι ερυθρά; Ποιός είναι αυτός ο ανήρ, ο τόσον πολύ ωραίος, που φέρει στρατιωτικήν στολήν και προχωρεί βιαστικά και με δύναμιν; Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος κηρύττω δικαιοσύνην, κρίνω δικαίως και αποδίδω το δίκαιον και μετά δυνάμεως σώζω τους αδικουμένους. 1 Ποῖος εἶναι, αὐτός, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἐκπροσωποῦσαν τοὺς ἐχθροὺς τῆς νέας Ἱερουσαλὴμ Ἰδουμαίαν, ἐκ τῆς πόλεως Βοσὸρ μὲ κόκκινα ἱμάτια; Ποῖος εἶναι ὁ τόσον πολὺ ὡραῖος μὲ στολὴν πολεμικήν, βαδίζων ἐσπευσμένως καὶ μὲ δύναμιν; Ἐγὼ εἶμαι ὁ κηρύττων δικαιοσύνην καὶ δύναμαι νὰ ἀποδίδω αὐτὴν εἰς τοὺς ἀδικουμένους καὶ νὰ σώζω αὐτούς.
2 διατί σου ἐρυθρὰ τὰ ἱμάτια καὶ τὰ ἐνδύματά σου ὡς ἀπὸ πατητοῦ ληνοῦ; 2 Διατί είναι ερυθρά τα ιμάτιά σου και τα ενδύματά σου γενικώς ως εάν εβγήκες από ληνόν, όπου πατούνται σταφυλαί; 2 Διατὶ εἶναι κόκκινα τὰ ἱμάτιά σου καὶ τὰ ἐνδύματά σου ὡσὰν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πατεῖ σταφυλὰς εἰς ληνόν;
3 πλήρης καταπεπατημένης, καὶ τῶν ἐθνῶν οὐκ ἔστιν ἀνὴρ μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ κατεπάτησα αὐτοὺς ἐν θυμῷ μου καὶ κατέθλασα αὐτοὺς ὡς γῆν καὶ κατήγαγον τὸ αἷμα αὐτῶν εἰς γῆν. 3 Ναι, είμαι γεμάτος από χυμούς σταφυλών, που καταπατούνται στον ληνόν. Κανείς άλλος από τους εθνικούς ειδωλολάτρας δεν ήτο μαζή μου στο έργον αυτό. Κατεπάτησα τους αμετανοήτους ειδωλολάτρας με οργήν, τους συνέτριψα και τους εκονιορτοποίησα ώσαν το χώμα. Εχυσα το αίμα των εις την γην. 3 Ναί· εἶμαι γεμᾶτος ἀπὸ χυμοὺς καταπεπατημένης ληνοῦ.Καὶ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς μαζί μου ἀπὸ τὰ ἐμμένοντα εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν ἔθνη· τοὺς κατεπάτησα δὲ μὲ ὀργὴν καὶ τοὺς συνεπίεσα καὶ τοὺς συνέτριψα ὡσὰν χῶμα καὶ ἔχυσα τὸ αἷμα των εἰς τὴν γῆν.
4 ἡμέρα γὰρ ἀνταποδόσεως ἐπῆλθεν αὐτοῖς, καὶ ἐνιαυτὸς λυτρώσεως πάρεστι. 4 Ετιμωρήθησαν έτσι οι αμετανόητοι ειδωλολάτραι, οι εχθροί της νέας Σιών, διότι έφθασεν εναντίον των η ημέρα της θείας εκδικήσεως και τιμωρίας όπως επίσης έφθασε και ήρχισεν ήδη η ημέρα της λυτρώσεως των δούλων του Θεού. 4 Ἔπαθαν δὲ ὅλα αὐτὰ ἐκεῖνοι, διότι ἦλθεν ἐπ' αὐτοὺς ἡμέρα ἐκδικήσεως καὶ τιμωρίας, καὶ ὁ καιρὸς τῆς λυτρώσεως καὶ ἀπελευθερώσεως ἤρχισε διὰ τοὺς καταπιεζομένους καὶ εἰς Ἐμὲ ἐλπίζοντας.
5 καὶ ἐπέβλεψα, καὶ οὐδεὶς βοηθός· καὶ προσενόησα, καὶ οὐθεὶς ἀντελαμβάνετο· καὶ ἐρρύσατο αὐτοὺς ὁ βραχίων μου, καὶ ὁ θυμός μου ἐπέστη. 5 Εστρεψα το βλέμμα γύρω μου και δεν ευρέθη κανείς βοηθός μου στο έργον αυτό της αποκαταστάσεως. Παρετήρησα με προσοχήν και κανείς δεν παρουσιάσθη να με ενίσχυση και υποστηρίξη. Μονον η παντοδύναμος δεξιά μου ελύτρωσε τον λαόν μου, ο δε θυμός μου επήλθεν εναντίον των εχθρών μου. 5 Καὶ ἔρριψα τὰ βλέμματά μου καὶ εἶδον ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς βοηθός.Καὶ ἐπρόσεξα καλὰ καὶ ἀντελήφθην ὅτι κανεὶς δὲν ὑπεστήριζε καὶ δὲν ἐνίσχυε.Καὶ τότε ὁ βραχίων μου καὶ ἡ ἀκαταμάχητος δύναμίς μου ἠλευθέρωσε τοὺς καταπιεζομένους τούτους· συγχρόνως δὲ ὁ θυμός μου ἐξέσπασε κατὰ τῶν ἐχθρῶν.
6 καὶ κατεπάτησα αὐτοὺς τῇ ὀργῇ μου καὶ κατήγαγον τὸ αἷμα αὐτῶν εἰς γῆν. - 6 Και εν τη δικαία μου οργή τους κατεπάτησα, έχυσα το αίμα αυτών κάτω εις την γην. 6 Καὶ τοὺς κατεπάτησα ἐν τῇ ὀργῇ μου καὶ ἔχυσα τὸ αἷμα των εἰς τὴν γῆν.
7 Τὸν ἔλεον Κυρίου ἐμνήσθην, τὰς ἀρετὰς Κυρίου ἐν πᾶσιν, οἷς ἡμῖν ἀνταποδίδωσι· Κύριος κριτὴς ἀγαθὸς τῷ οἴκῳ ᾿Ισραήλ, ἐπάγει ἡμῖν κατὰ τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ. 7 Ενεθυμήθην όλα τα ελέη του Θεού, όλας τας καλωσύνας και ευεργεσίας, τας οποίας ο Κυριος εδωσεν εις ημάς. Ο Κυριος είναι επιεικής κριτής εις την φυλήν του Ισραήλ. Αποστέλλει και ενεργεί απέναντι μας σύμφωνα με το άπειρον αυτού έλεος, σύμφωνα με το πλήθος της ευσπλάγχνου δικαιοσύνης του. 7 Τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου θὰ ἐνθυμηθῶ εὐγνωμόνως· τὰ ἄξια δοξολογίας καὶ αἴνου ἀνδραγαθήματα τοῦ Κυρίου, ἅτινα ἐνήργησεν εἰς ὅλα, ὅσα μᾶς εὐεργετεῖ ὁ Κύριος εἶναι κριτὴς ἀγαθὸς καὶ ἐπιεικὴς πρὸς τὸν οἶκον Ἰσραήλ· ἐνεργεῖ καὶ συμπεριφέρεται πρὸς ἡμᾶς σύμφωνα μὲ τὸ ἔλεός Του καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῆς ὲν δικαιοσύνῃ εὐσπλαγχνίας Του.
8 καὶ εἶπεν· οὐχ ὁ λαός μου τέκνα οὐ μὴ ἀθετήσωσι; καὶ ἐγένετο αὐτοῖς εἰς σωτηρίαν 8 Και είπεν ο Κυριος· Ο Ισραήλ δεν είναι ο εκλεκτός μου λαός, δεν ανήκει εις εμέ; Είναι τέκνα μου και δεν θα με αρνηθούν. Και έγινε δι' αυτούς ο Κυριος πηγή σωτηρίας και δυνάμεως. 8 Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος: Δὲν εἶναι ὁ Ἰσραήλ, ὁ ἐκλεκτός μου λαός, τέκνα μου; Θὰ μὲ ἀρνηθοῦν λοιπόν; Καὶ ὁ Κύριος ἔγινε δι’ αὐτοὺς σωτήρ.
9 ἐκ πάσης θλίψεως αὐτῶν. οὐ πρέσβυς οὐδὲ ἄγγελος, ἀλλ᾿ αὐτὸς Κύριος ἔσωσεν αὐτοὺς διὰ τὸ ἀγαπᾶν αὐτοὺς καὶ φείδεσθαι αὐτῶν· αὐτὸς ἐλυτρώσατο αὐτοὺς καὶ ἀνέλαβεν αὐτοὺς καὶ ὕψωσεν αὐτοὺς πάσας τὰς ἡμέρας τοῦ αἰῶνος. 9 Τους έσωσεν από όλας τας θλίψεις και συμφοράς των. Κανείς άλλος απεσταλμένος ούτε άγγελος του ουρανού, αλλά αυτός ο ίδιος ο Κυριος τους έσωσε, διότι τους αγαπά και τους λυπείται. Αυτός ο ίδιος τους ηλευθέρωσεν από την δουλείαν, τους επήρε εις τα χέρια του και τους εσήκωσεν υψηλά όλας τας ημέρας του αιώνος. 9 Ἀπὸ πᾶσαν θλῖψιν των τοὺς ἔσωσεν.Οὐχὶ ἀπεσταλμένος τις, οὔτε ἄγγελος, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοὺς ἔσωσεν, ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ μόνον διότι τοὺς ἠγάπα καὶ τοὺς ἐλυπεῖτο· Αὐτὸς τοὺς ἠλευθέρωσε καὶ τοὺς ἔλαβεν εἰς τὴν ἀγκάλην Του καὶ τοὺς ἐσήκωσεν ὑψηλὰ ὅλας τὰς ἡμέρας του ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας ἐθνικοῦ των βίου.
10 αὐτοὶ δὲ ἠπείθησαν καὶ παρώξυναν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον αὐτοῦ· καὶ ἐστράφη αὐτοῖς εἰς ἔχθραν, καὶ αὐτὸς ἐπολέμησεν αὐτούς. 10 Αλλά αυτοί έδειξαν ανυπακοήν προς τον Κυριον και παρώργισαν το άγιον αυτού Πνεύμα. Δια τούτο και η προς αυτούς αγάπη του μετεστράφη εις έχθραν. Και αυτός, που προηγουμένως τόσον τους είχε προστατεύσει, τους ετιμώρησε και τους επολέμησεν. 10 Αὐτοὶ ὅμως ἠπείθησαν καὶ παρώργισαν τὸ Πνεῦμα Του τὸ Ἅγιον.Καὶ μετεστράφη κατ' αὐτῶν εἰς ἐχθρόν, καὶ Αὐτός, ὁ πρότερον τοσούτον ἀγαπήσας αὐτούς, τοὺς ἐπολέμησε.
11 καὶ ἐμνήσθη ἡμερῶν αἰωνίων ὁ ἀναβιβάσας ἐκ τῆς γῆς τὸν ποιμένα τῶν προβάτων· ποῦ ἔστιν ὁ θεὶς ἐν αὐτοῖς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον; 11 Υπό δε το κράτος της παιδαγωγικής αυτής τιμωρίας ενεθυμήθησαν οι Ισραηλίται ημέρας παλαιάς. Τον Μωϋσήν, τον ποιμένα των προβάτων, ο οποίος τους έβγαλεν ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου. Που είναι όμως τώρα εκείνος, ο οποίος έστειλε και έθεσεν εις αυτούς το Πνεύμα το Αγιον; 11 Καὶ ἐνεθυμήθη συντετριμμένος ὁ Ἰσραὴλ ἡμέρας παλαιάς.Ποὺ εἶναι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος ἀνεβίβασεν ἐκ τῆς χώρας Χωρὴβ εἰς τὴν Αἴγυπτον τὸν Μωϋσῆν, ποὺ ἦτο ποιμὴν προβάτων; Ποὺ εἶναι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος ἔστειλεν εἰς αὐτούς «τοὺς Ἰσραηλίτας» τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον;
12 ὁ ἀγαγὼν τῇ δεξιᾷ Μωυσῆν, ὁ βραχίων τῆς δόξης αὐτοῦ; κατίσχυσεν ὕδωρ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ ποιῆσαι ἑαυτῷ ὄνομα αἰώνιον. 12 Που είναι ο Θεός, ο οποίος τότε με την παντοδύναμον δεξιάν του και τον ένδοξον βραχίονα της δυνάμεώς του, ωδήγησε τον Μωϋσήν; Αυτός, ο οποίος με την απλήν εμφάνισιν του Μωϋσέως υπερίσχυσε και κατενίκησε το ύδωρ, δια να δώση στον εαυτόν του αιωνίως ένδοξον Ονομα. 12 Ποὺ εἶναι Αὐτός, ὁ Ὁποῖος διὰ τῆς δεξιᾶς του ὠδήγησε τὸν Μωϋσῆν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξεδηλώθη ὁ ἔνδοξος βραχίων Του; Ὑπερίσχυσε καὶ κατενίκησε τὸ ὕδωρ, ὅταν ἐνεφανίσθη ὁ Μωϋσῆς, διὰ νὰ κάμῃ δι’ αὐτοῦ ὁ Θεὸς εἰς Ἑαυτὸν ὄνομα αἰώνιον καὶ ἀθάνατον.
13 ἤγαγεν αὐτοὺς διὰ τῆς ἀβύσσου ὡς ἵππον δι᾿ ἐρήμου, καὶ οὐκ ἐκοπίασαν. 13 Αυτός ωδήγησε τους Ισραηλίτας δια μέσου της Ερυθράς θαλάσσης, με όσην ευκολίαν οδηγεί κανείς ίππον εις μίαν έρημον περιοχήν, και οι Ισραηλίται δεν εκοπίασαν διαβάντες αυτήν. 13 Ὠδήγησεν αὐτοὺς διὰ μέσου τῆς θαλάσσης, ὡσὰν ἵππον τρέχοντα ἀνεμποδίστως διὰ μέσου ἐρήμου καὶ ἀναπεπταμένης πεδιάδος, καὶ δὲν ἐκοπίασαν.
14 καὶ ὡς κτήνη διὰ πεδίου, κατέβη πνεῦμα παρὰ Κυρίου καὶ ὡδήγησεν αὐτούς· οὕτως ἥγαγες τὸν λαόν σου ποιῆσαι σεαυτῷ ὄνομα δόξης. - 14 Τους ωδήγησε με τόσην ευκολίαν και στοργήν, με όσην δια μέσου χλοεράς πεδιάδος οδηγεί ο ποιμήν τα πρόβατα. Το παντοδύναμον προστατευτικόν Πνεύμα, κατήλθεν από τον Κυριον και τους ωδήγησε. Ετσι ωδήγησες, Κυριε, τον λαόν σου, δια να δώσης στον εαυτόν σου Ονομα αιωνίου δόξης. 14 Καὶ ὅπως ὁδηγεῖ ποιμήν τις ποίμνιον διὰ μέσου πεδιάδος, οὕτως ὠδήγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός.Κατέβη προστατευτικὸν πνεῦμα ἀπὸ τὸν Κύριον καὶ ὠδήγησεν αὐτούς.Οὕτως ὠδήγησες τὸν λαόν Σου, διὰ νὰ δημιουργήσῃς διὰ τὸν Ἑαυτόν σου ὄνομα ἔνδοξον.
15 ᾿Επίστρεψον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἰδὲ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ ἁγίου σου καὶ δόξης· ποῦ ἐστιν ὁ ζῆλός σου καὶ ἡ ἰσχύς σου; ποῦ ἐστι τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου, ὅτι ἀνέσχου ἡμῶν; 15 Και τώρα επίστρεψε πάλιν, Κυριε, από τον ουρανόν και ιδέ από τον άγιον ναόν της δόξης σου την σημερινήν μας θλίψιν. Που είναι, Κυριε, ο παλαιός ζήλός σου υπέρ ημών και η ακατανίκητος δύναμίς σου εναντίον των εθνών μας; Που είναι το αμέτρητον πλήθος του ελέους σου και των οικτιρμών σου, όπως άλλοτε όταν με στοργικήν μακροθυμίαν μας ηνείχεσο; 15 Ἐπίστρεψε πάλιν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἴδε ἀπὸ τὸν ἅγιον καὶ ἔνδοξον οἶκον Σου τὴν θλῖψιν καὶ ταπείνωσίν μας.Ποὺ εἶναι ὁ παλαιὸς Σου ζῆλος καὶ ἡ δύναμίς Σου, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπροστάτευες; Ποὺ εἶναι τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους Σου καὶ τῶν οἰκτιρμῶν Σου, διότι ἄλλοτε ἔδειξες μεγάλην ἀνοχὴν εἰς ἠμᾶς;
16 σὺ γὰρ εἶ πατὴρ ἡμῶν, ὅτι ῾Αβραὰμ οὐκ ἔγνω ἡμᾶς, καὶ ᾿Ισραὴλ οὐκ ἐπέγνω ἡμᾶς, ἀλλὰ σύ, Κύριε, πατὴρ ἡμῶν· ρῦσαι ἡμᾶς, ἀπ᾿ ἀρχῆς τὸ ὄνομά σου ἐφ᾿ ἡμᾶς ἐστι. 16 Διότι συ είσαι ο πατήρ μας, ο δημιουργός και κυβερνήτης μας, διότι ο Αβραάμ εις παλαιάν εποχήν, καθώς έζησεν, δεν μας εγνώρισε, και ο Ιακώβ δεν μας έχει γνωρίσει ως απογόνους του, αλλά συ, Κυριε, είσαι ο πατήρ μας. Γλύτωσέ μας από τας σημερινάς συμφοράς. Ανέκαθεν το παντοδύναμον Ονομά σου ήτο προστατευτικόν δι' ημάς. 16 Διότι σὺ εἶσαι ὁ πατήρ μας, ὁ κτίστης μας καὶ δημιουργὸς τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεώς μας.Διότι ὁ Ἀβραὰμ εἶναι πολὺ προγενέστερός μας καὶ δὲν μᾶς ἐγνώρισε· καὶ ὁ Ἰσραὴλ δὲν μᾶς ἠξεύρει ὡς ἀπογόνους του.Ἀλλὰ Σύ, Κύριε, εἶσαι ὁ πατήρ μας.Γλύτωσέ μας, ἐλευθέρωσέ μας· ἀνέκαθεν φέρομεν τὸ ὄνομά Σου, καὶ εἶναι τοῦτο γραμμένον ἐφ’ ἠμῶν ὡς ἐπὶ κτήματος καὶ κληρονομίας Σου.
17 τί ἐπλάνησας ἡμᾶς, Κύριε, ἀπὸ τῆς ὁδοῦ σου; ἐσκλήρυνα τὰς καρδίας ἡμῶν τοῦ μὴ φοβεῖσθαί σε; ἐπίστρεψον διὰ τοὺς δούλους σου, διὰ τὰς φυλὰς τῆς κληρονομίας σου, 17 Διατί, Κυριε, επέτρεψες να πλανηθώμεν και να απομακρυνθώμεν από τον δρόμον των εντολών σου; Διατί επέτρεψες να σκληρυνθούν αι καρδίαι ημών και να μείνουν αμετανόητοι, ώστε να μη σε φοβούνταί; Από τον ουρανόν της δόξης σου ρίψε ένα βλέμμα στοργής και επίστρεψε προς ημάς τους δούλους σου, προς τας φυλάς, αι οποίαι είναι ιδική σου κληρονομία. 17 Διατὶ παρεχώρησες νὰ ἀποπλανηθῶμεν, Κύριε, ἀπὸ τὴν ὁδὸν τῶν ἐντολῶν Σου; Διατὶ ἐπέτρεψες νὰ σκληρυνθοῦν αἱ καρδίαι μας, ὥστε νὰ μὴ Σὲ φοβούμεθα; Γύρισε πάλιν δι’ ἠμᾶς, ποὺ ὑπήρξαμεν δοῦλοι Σου, διὰ τὸν πληθυνθέντα εἰς φυλὰς λαόν, τὸν ὁποῖον ἐξεχώρισες ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη ὡς κλῆρον καὶ ὡς κτῆμα Σου.
18 ἵνα μικρὸν κληρονομήσωμεν τοῦ ὄρους τοῦ ἁγίου σου, οἱ ὑπεναντίοι ἡμῶν κατεπάτησαν τὸ ἁγίασμά σου. 18 Επίστρεψε, Κυριε, βοηθός μας δια να κληρονομήσωμεν και ημείς, οι σημερινοί απόγονοι του Ισραήλ, έστω και ένα μικρόν τμήμα του αγίου σου όρους. Διότι οι υπεναντίοι μας, οι εχθροί μας, έχουν καταπατήσει τον άγιον ναόν σου. 18 Ἐπίστρεψε, Κύριε, διὰ νὰ κληρονομήσωμεν καὶ ἡμεῖς, οἱ κατὰ σάρκα ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, μικρὸν ἔστω τμῆμα τοῦ ἁγίου Σου ὄρους, διότι οἱ ὑπεναντίοι καὶ ἐχθροί μας κατεπάτησαν τὸν ἅγιόν Σου Ναόν.
19 ἐγενόμεθα ὡς τὸ ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὅτε οὐκ ἦρξας ἡμῶν οὐδὲ ἐπεκλήθη τὸ ὄνομά σου ἐφ᾿ ἡμᾶς. 19 Κατηντήσαμεν ημείς σήμερα, όπως υπήρξαμεν απ αρχής, τότε που συ δεν μας εκυβερνούσες και ούτε και είχε επικληθή και δοθή εις ημάς το άγιον Ονομά σου. 19 Ἐγίναμεν ὅπως ἤμεθα ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτε δὲν μᾶς ἐκυβέρνας Σὺ καὶ δὲν ἦσο ὁ ἄρχων μας, οὔτε ὠνομάζετο τὸ ὄνομά Σου ἐφ’ ἡμῶν ὡς λαοῦ ἰδικοῦ Σου καὶ ὡς ἰδιοκτησίας Σου.