Τρίτη, 28 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:07
Δύση: 20:40
Σελ. 20 ημ.
149-217
16ος χρόνος, 5946η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 44 (ΜΔ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΝΥΝ δὲ ἄκουσον, ᾿Ιακὼβ ὁ παῖς μου καὶ ᾿Ισραήλ, ὃν ἐξελεξάμην· 1 Τωρα όμως άκουσε συ, ο δούλός μου Ιακώβ, συ ο ισραηλιτικός λαός, τον οποίον εγώ εξέλεξα ως ίδικόν μου λαόν, ανάμεσα από όλα τα έθνη. 1 Τώρα δὲ ἄκουσε σύ, ὁ δοῦλος μου Ἰακώβ, καὶ σύ, ὁ Ἰσραήλ, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα ὡς ἰδιαίτερόν μου λαὸν μεταξὺ πάντων τῶν ἐθνῶν.
2 οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας σε καὶ ὁ πλάσας σε ἐκ κοιλίας· ἔτι βοηθηθήσῃ, μὴ φοβοῦ, παῖς μου ᾿Ιακὼβ καὶ ἠγαπημένος ᾿Ισραήλ, ὃν ἐξελεξάμην. 2 Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος σε εδημιούργησεν, ο οποίος σε έπλασεν από την αρχήν της υπάρξεως σου· “θα πάρης και άλλην ακόμη βοήθειαν, μη φοβείσαι, δούλε μου Ιακώβ, ηγαπημένε Ισραηλιτικέ λαέ, τον οποίον εγώ εξέλεξα ανάμεσα από τα άλλα έθνη. 2 Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος σὲ ἐποίησε καὶ σὲ ἔπλασεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ὑπάρξεώς σου ὡς ἔθνους: Ἀκόμη θὰ βοηθηθῇς· μὴ φοβῆσαι, ὦ δοῦλε μου Ἰακὼβ καὶ ἠγαπημένε μου Ἰσραήλ, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνῶν.
3 ὅτι ἐγὼ δώσω ὕδωρ ἐν δίψει τοῖς πορευομένοις ἐν ἀνύδρῳ, ἐπιθήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τὸ σπέρμα σου καὶ τὰς εὐλογίας μου ἐπὶ τὰ τέκνα σου, 3 Διότι εγώ θα δώσω ύδωρ, ώστε να ξεδιψάσουν οι πορευόμενοι δια μέσου ανύδρων τόπων. Θα επιθέσω το πνεύμα μου στους απογόνους σου και θα δώσω τας ευλογίας μου εις τα τέκνα σου. 3 Διότι Ἐγὼ θὰ δώσω ὕδωρ πρὸς κορεσμὸν τῆς δίψης εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βαδίζουν εἰς χώραν ἄνυδρον· θὰ ἐπιθέσω τὸ Πνεῦμα μου ἐπὶ τῶν ἀπογόνων σου καὶ τὰς εὐλογίας μου ἐπὶ τὰ τέκνα σου.
4 καὶ ἀνατελοῦσιν ὡς ἀναμέσον ὕδατος χόρτος καὶ ὡς ἰτέα ἐπὶ παραρρέον ὕδωρ. 4 Αυτοί με τας ιδικός μου ευλογίας θα αναβλαστήσουν, ώσαν δροσερό χορτάρι ανάμεσα εις υδροχαρή τόπον, ωσάν ιτέα, η οποία ευρίσκεται πλησίον ρεόντων υδάτων. 4 Καὶ λόγῳ τῶν εὐλογιῶν μου τούτων θὰ ἀναβλαστήσουν ὡσὰν χόρτος ἐν μέσῳ ἐδάφους ποτιζομένου δι’ ὕδατος καὶ ὡσὰν ἰτέα, ἡ ὁποία εἶναι φυτρωμένη εἰς μέρος, πλησίον τοῦ ὁποίου ρέει ὕδωρ.
5 οὕτος ἐρεῖ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ οὗτος βοήσεται ἐπὶ τῷ ὀνόματι ᾿Ιακώβ, καὶ ἕτερος ἐπιγράψει χειρὶ αὐτοῦ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι ᾿Ισραὴλ βοήσεται. - 5 Τοτε ο ένας θα λέγη· Εγώ είμαι του Θεού· ο άλλος με δυνατήν φωνήν θα διακηρύττη το όνομα του Ιακωβ ως ιδικόν του όνομα. Και άλλος θα γράψη με ανεξίτηλον μελάνην επάνω στο χέρι του· Είμαι του Θεού! Και άλλος με μεγάλην φωνήν θα διαλαλήση το όνομα του Ισραήλ”. 5 Οὗτος θὰ εἴπῃ: Εἶμαι τοῦ Θεοῦ.Καὶ ὁ ἄλλος μὲ δυνατὴν φωνὴν θὰ διακηρύξῃ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακὼβ ὡς ὄνομα ἰδικόν του, καὶ ἄλλος θὰ γράψῃ μὲ ἀνεξάλειπτον χάραγμα ἐπὶ τῆς χειρός του: Εἶμαι τοῦ Θεοῦ.Καὶ ἄλλος θὰ ἐπονομασθῇ μὲ τὸ ὄνομα Ἰσραήλ.
6 Οὕτως λέγει ὁ Θεὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραὴλ ὁ ρυσάμενος αὐτὸν Θεὸς σαβαώθ· ἐγὼ πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα· πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεός. 6 Αυτά λέγει ο Θεός, ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, τον οποίον ηλευθέρωσεν από την δουλείαν· ο Θεός ο Κυριος των ουρανίων δυνάμεων· εγώ είμαι απ' αρχής και προ πάσης αρχής, πρώτος και μόνος. Εγώ θα είμαι μετά ταύτα και στους αιώνας πλην από εμέ δεν υπάρχει άλλος Θεός. 6 Οὕτω λέγει ὁ Θεός, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἠλευθέρωσεν αὐτὸν ἐκ τῆς δουλείας, ὁ Θεὸς τῶν ἐν οὐρανοῖς Δυνάμεων: Ἐγὼ εἶμαι πρῶτος καὶ πρὸ ἐμοῦ δὲν ὑπῆρχε κανείς, διότι εἶμαι ἄναρχος.Καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι μετὰ ταῦτα αἰωνίως, διότι εἶμαι ἀτελεύτητος.Ἐκτὸς ἐμοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεός, καὶ οἱ λεγόμενοι θεοὶ εἶναι ψευδεῖς καὶ ἀνύπαρκτοι.
7 τίς ὥσπερ ἐγώ; στήτω καὶ καλεσάτω καὶ ἀναγγειλάτω καὶ ἑτοιμασάτω μοι ἀφ᾿ οὗ ἐποίησα ἄνθρωπον εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὰ ἐπερχόμενα πρὸ τοῦ ἐλθεῖν ἀναγγειλάτωσαν ὑμῖν. 7 Ποιός άλλος είναι, όπως είμαι εγώ; Ας σταθή απέναντί μου όρθιος, ας σταθή απέναντί μου, ας συγκαλέση δικαστήριον και ακροατήριον, ας προαναγγείλη κάτι, το οποίον θα συμβή στο μέλλον, ας μου, αποδείξη ότι εξεπληρώθη κάποια προφητεία του από τότε, που εγώ έπλασα τον άνθρωπον δια μέσου όλων των αιώνων. Ας αναγγείλη εις σας εκείνα, τα οποία μέλλουν να συμβούν, πριν αυτά πραγματοποιηθούν. 7 Ποῖος εἶναι, ὅπως εἶμαι Ἐγώ; Ἂς σταθῇ ὄρθιος καὶ ἂς συγκαλέσῃ δικαστήριον, ἵνα κριθῶμεν.Καὶ ἂς ἀναγγείλῃ κάτι, τὸ ὁποῖον θὰ πραγματοποιηθῇ εἰς τὸ μέλλον καὶ ἄς μου ἀποδείξῃ ὅτι ἐξεπληρώθη κάποια προφητεία του, ἀφ’ ὅτου ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον διὰ μέσου ὅλων τῶν αἰώνων καὶ ἐκεῖνα ποὺ πρόκειται νὰ συμβοῦν, προτοῦ ταῦτα ἔλθουν καὶ πραγματοποιηθοῦν, ἂς μᾶς τὰ ἀναγγείλουν οἱ λεγόμενοι θέοι των.
8 μὴ παρακαλύπτεσθε μηδὲ πλανᾶσθε· οὐκ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἠνωτίσασθε καὶ ἀπήγγειλα ὑμῖν; μάρτυρες ὑμεῖς ἐστε, εἰ ἔτσι Θεὸς πλὴν ἐμοῦ· 8 Μη κρύπτετε από φόβον το πρόσωπόν σας, μη πλανάσθε Ιουδαίοι. Σεις απ'αρχής ης υπάρξεως σας δεν ηκούσατε προφητείας, τας οποίας εγώ είπα προς σας και αι οποίαι εξεπληρώθησαν; Σεις, λοιπόν, είσθε μάρτυρές μου βάσει αυτών, τα οποία είδατε, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού. 8 Μὴ καλύπτεσθε ἐκ φόβου καὶ μὴ παρασύρεσθε εἰς πλάνην ἐκ καταπτοήσεως.Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐβάλατε μέσα εἰς τὰ αὐτιά σας καὶ δὲν σᾶς προανήγγειλα; Εἶσθε σεῖς μάρτυρες, ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος θεὸς ἐκτὸς Ἐμοῦ.
9 καὶ οὐκ ἦσαν τότε οἱ πλάσσοντες καὶ γλύφοντες πάντες μάταιοι οἱ ποιοῦντες τὰ καταθύμια αὐτῶν, ἃ οὐκ ὠφελήσει αὐτούς· ἀλλὰ αἰσχυνθήσονται 9 Εχάθησαν, σαν να μη υπήρξαν αυτοί όλοι οι γλύπται των ειδώλων, οι οποίοι κατεσκεύαζαν ανυπάρκτους και ψευδείς θεούς, τους οποίους αυτοί επινοούσαν σύμφωνα με τας αμαρτωλάς επιθυμίας των. Είδωλα, τα οποία ούτε ωφέλησαν, ούτε θα ωφελήσουν αυτούς. Αλλα θα κατεντροπιασθούν εξ αιτίας των, 9 Καὶ δὲν ἐφάνησαν τότε οἱ πλάσσοντες τὰ εἴδωλα, ἀλλ’ ἐχάθησαν, ὡσὰν νὰ μὴ ὑπῆρχαν· καὶ αὐτοὶ ὅλοι οἱ γλύπται τῶν εἰδώλων, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουν θεοὺς μὴ ὑπάρχοντας, ἀλλ' ἐπινοουμένους σύμφωνα μὲ τὰς ἐπιθυμίας τῶν διεφθαρμένων καρδιῶν των εἴδωλα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὠφελήσουν αὐτούς· ἀλλὰ θὰ κατεντροπιασθοῦν
10 πάντες οἱ πλάσσοντες Θεὸν καὶ γλύφοντες ἀνωφελῆ, 10 όλοι όσοι πλάττουν με την νοσηράν φαντασίαν των και την διεστραμμένην καρδίαν θεούς και γλύφουν επάνω εις λιθάρια η ξύλα είδωλα, τα οποία ανύπαρκτα καθώς είναι δεν παρέχουν καμμίαν ωφέλειαν. 10 ὅλοι, ὅσοι πλάσσουν μὲ τὴν φαντασίαν των θεοὺς καὶ γλύφουν ἐπὶ λίθου ἢ ξύλου εἴδωλα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν παρέχουν ὠφέλειαν.
11 καὶ πάντες ὅθεν ἐγένοντο ἐξηράνθησαν, καὶ κωφοὶ ἀπὸ ἀνθρώπων συναχθήτωσαν πάντες καὶ στησάτωσαν ἅμα, ἐντραπήτωσαν καὶ αἰσχυνθήτωσαν ἅμα. 11 Και όλοι οι ψευδοθεοί, από όποιον και αν επενοήθησαν, από όπου και αν προήλθαν, εξηράνθησαν και εξηφανίσθησαν. Και όσοι από τους ανθρώπους, κωφοί πνευματικώς, επιμένουν να λατρεύουν τους ψευδοθεούς, ας μαζευθούν όλοι και ας σταθούν όλοι μαζή όρθιοι· ας εντραπούν δια ττην πλάνην των και ας καταισχυνθούν όλοι δια τους αψύχους θεούς των. 11 Καὶ πάντες οἱ ψευδοθεοί, ἀπὸ ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐπενοήθησαν καὶ ἔγιναν, ἐξηράνθησαν καὶ ἐχάθησαν.Καὶ οἱ ἐπιμένοντες νὰ λατρεύουν αὐτούς, ὅσοι δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι κωφοὶ πνευματικῶς, ἂς συναχθοῦν ὅλοι καὶ ἂς σταθοῦν ὄρθιοι μαζί· καὶ ἂς ἐντραποῦν καὶ ἂς καταισχυνθοῦν ὅλοι των διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ λατρείαν τῶν ἀψύχων αὐτῶν θεῶν.
12 ὅτι ὤξυνε τέκτων σίδηρον, σκεπάρνῳ εἰργάσατο αὐτὸ καὶ ἐν τερέτρῳ ἔστησεν αὐτό, εἰργάσατο αὐτὸ ἐν τῷ βραχίονι τῆς ἰσχύος αὐτοῦ· καὶ πεινάσει καὶ ἀσθενήσει καὶ οὐ μὴ πίῃ ὕδωρ. 12 Διότι ιδού πως έγιναν οι θεοί των· ο σιδηρουργός ελέπτυνε τον σίδηρον, με το σφυρί κατειργάσθη την άψυχον ύλην, με το τρυπάνι το διετρύπησε καταλλήλως και το έστησεν ορθιον. Το κατειργάσθη με την δύναμιν, που είχαν τα χέρια του. Εργάζεται όλην την ημέραν νηστικός, διψασμένος, αποκαμωμένος από τον κόπον, χωρίς το είδωλον να ημπορή να τον δοηθήση καθόλου. 12 Θὰ αἰσχυνθοῦν, διότι πρὸς κατασκευήν των ὑπ’ αὐτῶν προσκυνουμένων ὡς θεῶν ὁ σιδηρουργὸς ἐλέπτυνε σίδηρον, μὲ σφῦραν κατειργάσθη αὐτόν, καὶ ἀφοῦ διήνοιξε μὲ τρυπάνιον εἰς τὸ εἴδωλον τὰς καταλλήλους τρύπας, τὸ ἔστησε.Τὸ εἰργάσθη μὲ τὸν βραχίονα τῆς περιωρισμένης του δυνάμεως.Καὶ θὰ πεινάσῃ καὶ θὰ ἀποκάμῃ, ἐξαντλούμενος ἀπὸ τὸν κόπον, καὶ δὲν θὰ πίῃ νερό, διότι τὸ εἴδωλον οὔτε σταγόνα δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ τοῦ δώσῃ.
13 ἐκλεξάμενος τέκτων ξύλον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέτρῳ καὶ ἐν κόλλῃ ἐρρύθμισεν αὐτὸ καὶ ἐποίησεν αὐτὸ ὡς μορφὴν ἀνδρὸς καὶ ὡς ὡραιότητα ἀνθρώπου στῆσαι αὐτὸ ἐν οἴκῳ. 13 Κατά παρόμοιον τρόπον και ο ξυλουργός· αφού πάρη το κατάλληλον ξύλον, το στήνει στο εργαστηριόν του, απλώνει εις αυτό το μέτρον του, το κόπτει καταλλήλως, το κολλά και το διαρρυθμίζει. Με τον τρόπον αυτόν του δίδει μορφήν ανδρός, ωραιότητα ανθρώπου και το στήνει στον ναόν. 13 Ὁμοίως ὁ ξυλουργός, ἀφοῦ ἐξέλεξε ξύλον τι, τὸ ἔστησε μὲ τὸ μέτρον του καὶ μὲ διαβήτην τὸ ἐκανόνισε καὶ τὸ κατεσκεύασεν ὡσὰν μορφὴν ἀνδρὸς καὶ ἔχον ὡραιότητα ἀνθρώπου, διὰ να τὸ στήσῃ ὡς θεὸν μέσα εἰς τὸν ναόν.
14 ἔκοψε ξύλον ἐκ τοῦ δρυμοῦ, ὃ ἐφύτευσε Κύριος καὶ ὑετὸς ἐμήκυνεν, 14 Ο ξυλουργός έκοψεν από το δάσος ξύλον, το οποίον ο Κυριος εφύτευσε και η βροχή το επότισε και ηύξησε, 14 Ἔκοψεν ὁ κατασκευαστὴς τοῦ ξυλίνου εἰδώλου ξύλον ἀπὸ τὸ πυκνὸν δάσος, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος ἐφύτευσε καὶ ἡ παρ’ αὐτοῦ καταπεμπομένη βροχὴ ηὔξησε καὶ τὸ ἔκαμεν ὑψηλὸν καὶ μακράν,
15 ἵνα ᾖ ἀνθρώποις εἰς καῦσιν· καὶ λαβὼν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἐθερμάνθη, καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ᾿ αὐτῶν, τὸ δὲ λοιπὸν εἰργάσαντο θεούς, καὶ προσκυνοῦσιν αὐτοῖς. 15 δια να χρησιμοποιηθή από τους ανθρώπους εις καύσιν. Ο γλύπτης των ειδωλολατρικών αγαλμάτων επήρε ένα κομμάτι από αυτό εις θέρμανσίν του, οι αρτοποιοί έκαψαν ένα άλλο μέρος από το ξύλον δια το ψήσιμο των άρτων. Από το υπόλοιπον ξύλον οι γλύπται κατασκευάζουν θεούς, τους οποίους κατόπιν πίπτουν και προσκυνούν. 15 διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους πρὸς καῦσιν.Καὶ ἀφοῦ ἔλαβεν ἀπὸ αὐτὸ ἐν τεμάχιον, ἐθερμάνθη μὲ τὸ πῦρ, ποὺ ἤναψε δι’ αὐτοῦ.Καὶ οἱ ἀρτοποιοί, ἀφοῦ ἔκαυσαν ἄλλο μέρος, ἔψησαν ἄρτους ἐπ’ αὐτῶν, μὲ τὸ ὑπόλοιπον δὲ οἱ κατασκευασταὶ εἰδώλου κατεσκεύασαν θεοὺς καὶ προσκυνοῦν αὐτούς.Ποία μωρία!
16 οὗ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ᾿ αὐτῶν· καὶ ἐπ᾿ αὐτοῦ κρέας ὀπτήσας ἔφαγε καὶ ἐνεπλήσθη, καὶ θερμανθεὶς εἶπεν· ἡδύ μοι ὅτι ἐθερμάνθην καὶ εἶδον πῦρ. 16 Ετσι λοιπόν το ήμισυ από το ξύλον, που εχρησιμοποιήθη δια την κατασκευήν του ειδώλου, παρεδόθη στο πυρ. Οι αρτοποιοί έκαυσαν αυτό και έψησαν άρτους. Αλλος έψησεν επάνω εις αυτά τα ξύλα κρέας και έφαγε και εχόρτασε και θερμανθείς είπεν· Ευχάριστον πράγμα μου είναι η απόλαυσις της θερμότητας και η θέα της φωτιάς. 16 Τοῦ ξύλου αὐτοῦ τὸ ἥμισυ κατέκαυσεν εἰς τὸ πῦρ πρὸς θέρμανσιν καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ περίπου, ἀφοῦ ἤναψαν φωτιὰ μὲ αὐτό, ἔψησαν ἄρτους ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἔψησαν κρέας ἐπ’ αὐτοῦ, ἔφαγε καὶ ἐχόρτασε.Καὶ ἀφοῦ ἐθερμάνθη, εἶπε: Πολὺ εὐχάριστον εἰς ἐμέ, διότι ἐθερμάνθην καὶ ἀπήλαυσα τὸ θέαμα τῆς φωτιᾶς.
17 τὸ δὲ λοιπὸν ἐποίησεν εἰς θεὸν γλυπτὸν καὶ προσκυνεῖ αὐτῷ καὶ προσεύχεται λέγων· ἐξελοῦ με, ὅτι θεός μου εἰς σύ. 17 Από το υπόλοιπον ξύλον κατεσκεύασε θεόν γλυπτόν, τον προσκυνεί, προσεύχεται προς αυτόν και του λέγει· Φυλαξέ με, διότι συ είσαι ο θεός μου. 17 To δὲ ὑπόλοιπον ξύλον τὸ μετέτρεψεν εἰς θεὸν γλυπτὸν καὶ προσκυνεῖ αὐτὸν καὶ προσεύχεται λέγων: Σῶσε με, διότι σὺ εἶσαι θεός μου.
18 οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι, ὅτι ἀπημαυρώθησαν τοῦ βλέπειν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν καὶ τοῦ νοῆσαι τῇ καρδίᾳ αὐτῶν. 18 Δεν είχαν την στοιχειώδη νόησιν, ώστε να ορθοφρονήσουν, διότι εσκοτίσθησαν, δια να μη βλέπουν τα μάτια της ψυχής των και να μην εννοούν με την διάνοιάν των. 18 Δὲν εἶχαν τὴν στοιχειώδη γνῶσιν νὰ καταλάβουν, διότι ἐσκοτίσθησαν διὰ νὰ μὴ βλέπουν μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς των καὶ νὰ μὴ κατανοοῦν μὲ τὴν διάνοιάν των.
19 καὶ οὐκ ἐλογίσατο τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐδὲ ἀνελογίσατο ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ οὐδὲ ἔγνω τῇ φρονήσει, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ ἔπεψεν ἐπὶ τῶν ἀνθράκων αὐτοῦ ἄρτους καὶ ὀπτήσας κρέα ἔφαγε καὶ τὸ λοιπὸν αὐτοῦ εἰς βδέλυγμα ἐποίησε καὶ προσκυνοῦσιν αὐτῷ. 19 Ο ξυλουργός, που εσκάλισε το είδωλον, δεν εσκέφθη με τον νουν του, δεν ανελογίσθη με την ψυχήν του, ούτε δια της στοιχειώδους αυτού συνέσεως εγνώρισεν, ότι το ήμισυ από αυτό το ξύλον το έκαψε εις την φωτιάν, έψησεν επάνω στους άνθρακας άρτους, έψησε κρέατα και έφαγε, το δε υπόλοιπον από αυτό το κατεσκεύασε βδελυρόν είδωλον, το οποίον και το προσκυνούν! 19 Καὶ δὲν ἐσκέφθη μὲ τὴν διάνοιάν του, οὔτε ἀνελογίσθη μὲ τὴν ψυχήν του, οὔτε ἐγνώρισε μὲ τὴν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν του, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ ξύλου αὐτοῦ κατέκαυσε διὰ πυρὸς καὶ εἰς τὰ κάρβουνά του ἔψησεν ἄρτους καί, ἀφοῦ ἔψησε κρέατα, ἔφαγε· καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ξύλου τὸ ἔκαμε μυσαρὸν καὶ βδελυρὸν εἴδωλον καὶ τὸ προσκυνοῦν οἱ ἄνθρωποι!
20 γνῶθι ὅτι σποδὸς ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ πλανῶνται, καὶ οὐδεὶς δύναται ἐξελέσθαι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· ἴδετε, οὐκ ἐρεῖτε ὅτι ψεῦδος ἐν τῇ δεξιᾷ μου; 20 Μαθε, λοιπόν, ότι στάκτη είναι η καρδία αυτών, πλανώνται και κανένα από τα κα-τασκευασθέντα αυτά αγάλματα δεν είναι εις θέσιν, να σώση την ζωήν των. Ιδετε σεις, που κατασκευάζετε τα αγάλματα, και σκεφθήτε· όταν εκείνα μείνουν ακίνητα και άψυχα εις τας δεήσεις σας, δεν θα είπητε, ότι με την δεξιάν μας χείρα κατεσκευάσαμεν είδωλα, που είναι ψευδή; 20 Μάθε ὅτι ἡ καρδία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι κολλημένη εἰς τὴν στάκτην καὶ ἔχει γίνει στάκτη· καὶ πλανῶνται, καὶ κανεὶς δὲν δυναταὶ νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ποὺ λατρεύει τὰ ξύλα.Ἴδετε σεῖς, οἱ λάτρεις τῶν εἰδώλων· δὲν θὰ εἴπητε, ὅταν θὰ διαψεύδωνται αἱ ἐπ’ αὐτῶν στηριχθεῖσαι ἐλπίδες σας, ὅτι ἦτο ψεῦδος αὐτό, ποὺ ἐκρατοῦσα εἰς τὴν δεξιάν μου;
21 Μνήσθητι ταῦτα ᾿Ιακὼβ καὶ ᾿Ισραήλ, ὅτι παῖς μου εἶ σύ· ἔπλασά σε παῖδά μου, καὶ σὺ ᾿Ισραὴλ μὴ ἐπιλανθάνου μου. 21 Εχετε, λοιπόν, υπ' όψιν σας αυτά, σεις οι απόγονοι του Ιακώβ. Ισραηλιτικέ λαέ, ενθυμήσου ότι συ είσαι δούλος μου. Εγώ σε έπλασα ως δούλον μου. Δια τούτο συ, Ισραηλιτικέ λαέ, μη με λησμονής. 21 Ἐνθυμοῦ αὐτὰ ποὺ εἶπα, ὦ Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, διότι σὺ εἶσαι δοῦλος μου, διὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβα ἰδιαιτέραν φροντίδα.Σὲ ἐπαιδαγώγησα καὶ σὲ διέπλασα εἰς δοῦλον μου, καὶ σύ, ὦ Ἰσραήλ, μὴ μὲ λησμονῇς.
22 ἰδοὺ γὰρ ἀπήλειψα ὡς νεφέλην τὰς ἀνομίας σου καὶ ὡς γνόφον τὰς ἁμαρτίας σου· ἐπιστράφηθι πρός με, καὶ λυτρώσομαί σε. 22 Ιδού, ότι εγώ εξήλειψα τας ανομίας σου και τας διέλυσα, όπως διαλύεται και σβήνει η νεφέλη. Εσβησα τας αμαρτίας σου, όπως φεύγει το σκοτάδι κυνηγημένο από το φως. Επίστρεψε, λοιπόν, εν μετάνοια προς εμέ και εγώ θα σε απαλλάξω από τας θλίψεις και τους εχθρούς σου. 22 Ναί· μὴ μὲ λησμονῇς, διότι ἰδού, ἐγὼ ἐξήλειψα ὡσὰν νεφέλην, ποὺ τὴν διασκορπίζει ὁ ἄνεμος, τὰς ἀνομίας σου καὶ ὡσὰν πυκνὴν ὁμίχλην τὰς ἁμαρτίας σου.Ἐπίστρεψε ταχέως καὶ σταθερῶς πρὸς ἐμέ, καὶ θὰ σὲ ἐλευθερώσω.
23 εὐφράνθητε, οὐρανοί, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεός τὸν ᾿Ισραήλ· σαλπίσατε, τὰ θεμέλια τῆς γῆς, βοήσατε, ὄρη, εὐφροσύνην, οἱ βουνοὶ καὶ πάντα τὰ ξύλα τὰ ἐν αὐτοῖς, ὅτι ἐλυτρώσατο ὁ Θεὸς τὸν ᾿Ιακώβ, καὶ ᾿Ισραὴλ δοξασθήσεται. 23 Χαρήτε και αγαλλιάσθε, σεις οι ουρανοί, διότι ο Θεός ηλέησε τον ισραηλιτικον λαόν. Σαλπίσατε χαρούμενα σαλπίσματα τα θεμέλια της γης, βοήσατε με χαράν και αγαλλίασιν τα όρη, τα βουνά και όλα τα δάση, που υπάρχουν εις αυτά, διότι ο Θεός ηλευθέρωσε τους απογόνους του Ιακώβ από την αιχμαλωσίαν, και ο Ισραηλιτικός λαός θα δοξασθή”. 23 Εὐφράνθητε, ὦ οὐρανοί, διότι ὁ Θεὸς ἠλέησε τὸν Ἰσραήλ· σαλπίσατε εὐφροσύνως καὶ ἐπινικίως, τὰ θεμέλια τῆς γῆς· φωνάξατε δυνατὰ φωνὰς ἀγαλλιάσεως, τὰ ὅρη, τὰ βουνά· καὶ ὅλα τὰ δένδρα, τὰ εὑρισκόμενα εἰς αὐτά, φωνάξατε καὶ σεῖς, διότι ἠλευθέρωσεν ὁ Θεὸς τὸν Ἰακώβ, καὶ ὁ Ἰσραὴλ θὰ δοξασθῇ.
24 Οὕτω λέγει Κύριος ὁ λυτρούμενός σε καὶ ὁ πλάσσων σε ἐκ κοιλίας· ἐγὼ Κύριος ὁ συντελῶν πάντα, ἐξέτεινα τὸν οὐρανὸν μόνος καὶ ἐστερέωσα τὴν γῆν. 24 Ετσι λέγει ο Κυριος, ο οποίος σε έπλασε ευθύς εξ αρχής και σε απαλλάσσει από τους κινδύνους. “Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος φέρω εις πέρας όλα αυτά. Μονος μου άπλωσα τον ουρανόν και εστερέωσα την γην. 24 Οὕτω λέγει ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος σὲ γλυτώνει ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ ὁ Ὁποῖος σὲ ἔπλασεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς: Ἐγώ, ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος ποιῶ εἰς τὴν ἐντέλειαν ὅλα, ἐξέτεινα ὡσὰν σκηνὴν τὸν οὐρανὸν μόνος μου, χωρὶς τὴν βοήθειαν ἄλλου τινός, καὶ ἐστερέωσα τὴν γῆν.
25 τίς ἕτερος διασκεδάσει σημεῖα ἐγγαστριμύθων καὶ μαντείας ἀπὸ καρδίας, ἀποστρέφων φρονίμους εἰς τὰ ὀπίσω καὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν μωραίνων 25 Ποιός άλλος θα διασκορπίση και θα α-ποδείξη μηδαμινά τα σημεία και τας ψευ-δοπροφητείας των εγγαστριμύθων, εκείνων που ομιλούν από την κοιλίαν των; Ποιός είναι εκείνος, που γυρίζει προς τα οπίσω και τρέπει εις φυγήν τους ψευδοσυνετούς και αποδεικνύει μωράν και ανόητον την σκέψιν και απόφασίν των; 25 Ποῖος ἄλλος θὰ διασκορπίσῃ καὶ θὰ ἐκμηδενίσῃ τὰ σημεῖα καὶ τὰς ψευδοπροφητείας τῶν ἐγγαστριμύθων καὶ τὰς μαντείας, ποὺ ἐξ ἐμπνεύσεως τῆς κοιλίας των κάμνουν οἱ ψευδομάντεις, τρέπων εἰς φυγὴν καὶ καταισχύνων τοὺς νομιζομένους φρονίμους καὶ σοφοὺς καὶ ἀποδεικνύων μωρὰν τὴν κατόπιν πολλῆς σκέψεως ἀπόφασίν των;
26 καὶ ἱστῶν ρῆμα παιδὸς αὐτοῦ καὶ τὴν βουλὴν τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ ἀληθεύων; ὁ λέγων τῇ ῾Ιερουσαλήμ· κατοικηθήσῃ καὶ ταῖς πόλεσι τῆς ᾿Ιδουμαίας· οἰκοδομηθήσεσθε, καὶ τὰ ἔρημα αὐτῆς ἀνατελεῖ· 26 Και ποιός είναι εκείνος, ο οποίος στερεώνει αμετακίνητον και αληθινήν την προφητείαν του δούλου του, και αποδεικνύει αληθινήν την βουλήν των ανθρώπων, τους οποίους αυτός αποστέλλει; Εγώ είμαι ο Θεός, ο οποίος λέγω εις την Ιερουσαλήμ· Θα κατοικηθής από τους κατοίκους σου· εις δε τας πόλεις της Ιουδαίας· Θα ανοικοδομηθήτε πάλιν, και αι έρημοι περιοχαί σου θα ανθίσουν. 26 Καὶ ποῖος εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος στερεώνει τὸν λόγον καὶ τὴν προφητείαν τοῦ δούλου του, καὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ βουλὴν τῶν ἀπεσταλμένων του ποῖος ἐπαληθεύει; Ἐγώ, ὁ Ὁποῖος λέγω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ: Θὰ κατοικηθῇς πάλιν καὶ εἰς τὰς πόλεις τὰς κατερειπωμένας τῆς Ἰδουμαίας: Θὰ ἀνοικοδομηθῆτε.Καὶ τὰ ἐρημωμένα ἐρείπια τῆς χώρας αὐτῆς θὰ ἀναστηλωθοῦν καὶ θὰ κατοικηθοῦν.
27 ὁ λέγων τῇ ἀβύσσῳ· ἐρημωθήσῃ, καὶ τοὺς ποταμούς σου ξηρανῶ· 27 Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος λέγω εις άβυσσον της θαλάσσης· Θα ξηρανθής και θα μείνης έρημος, θα ξηράνω εγώ τους ποταμούς σου. 27 Ὁ Ὁποῖος λέγω εἰς τὴν θάλασσαν: Θὰ ἐρημωθῇς μεταβαλλομένη εἰς ξηράν· καὶ θὰ ξηράνω τοὺς ποταμούς, οἱ ὁποῖοι ἐκβάλλουν εἰς σέ.
28 ὁ λέγων Κύρῳ φρονεῖν καὶ πάντα τὰ θελήματά μου ποιήσει· ὁ λέγων ῾Ιερουσαλήμ· οἰκοδομηθήσῃ, καὶ τὸν οἶκον τὸν ἅγιόν μου θεμελιώσω. 28 Εγώ είμαι εκείνος ο οποίος λέγω στον Κύρον, τον βασιλέα των Περσών, να ορθοφρονή· και αυτός όλα τα θελήματά μου, τα αναφερόμενα στον ισραηλιτικόν λαόν, θα τα εκτέλεση. Εγώ είμαί που λέγω εις την Ιερουσαλήμ· Θα ανοικοδομηθής και θα ανοικοδομήσω εγώ εντός της περιοχής σου τον άγιον οίκον μου. 28 Ὁ Ὁποῖος λέγω εἰς τὸν Κῦρον μετὰ συνέσεως νὰ δρᾷ καὶ νὰ ἀποφασίζη, καὶ ὅλα τὰ θελήματά μου ἐν σχέσει πρὸς τὸν λαόν μου Ἰσραὴλ θὰ ἐκτελέσῃ.Ἐγὼ ὁ Κύριος εἶμαι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος λέγω εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ: Θὰ οἰκοδομηθῇς, καὶ Ἐγὼ θὰ θεμελιώσω τὸν ἅγιον οἶκον μου.