Δευτέρα, 22 Απριλίου 2024
Ανατ: 06:41
Δύση: 20:08
Σελ. 14 ημ.
113-253
16ος χρόνος, 5910η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 (ΙϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΑΠΟΣΤΕΛΩ ὡς ἑρπετὰ ἐπὶ τὴν γῆν· μὴ πέτρα ἔρημός ἐστι τὸ ὄρος θυγατρὸς Σιών; 1 Σαν ερπετά, που φοβισμένα σύρονται εις την γην, έτσι εγώ θα διώξω τους Μωαβίτας. Μηπως οι καταφρονηταί Μωαβίται εξακολουθούν να φρονούν, ότι το άγιον όρος της Σιών, της θυγατρός μου Ιερουσαλήμ, είναι έρημον; 1 Θὰ ἀποστείλω τοὺς διαφεύγοντας τὸν θάνατον Μωαβίτας συρομένους εἰς τὴν γῆν σὰν νὰ ἦσαν ἑρπετά.Μήπως, ὡς ἐφρόνουν περιφρονοῦντες τὸ ἅγιον ὄρος μου, εἶναι πέτρα ἔρημος τὸ ὄρος τῆς Ἱεροοσαλημ;
2 ἔσῃ γὰρ ὡς πετεινοῦ ἀνιπταμένου νεοσσὸς ἀφηρημένος, θύγατερ Μωάβ. ἔπειτα δέ, ᾿Αρνῶν, πλείονα 2 Εχει θα καταφύγης, θα είσαι σαν νεοσσός, που μόλις επέταξε, διότι τον έχουν πάρει από την φωληά του, συ χώρα της Μωαβίτιδος. Και πιο πολύ συ η πόλις Αρνών 2 Ἐκεῖ θὰ καταφύγῃς, διότι θὰ εἶσαι σὰν μικρὸ πουλὶ πτηνοῦ, ποὺ ἐπέταξε καὶ τὸ ἔχουν πάρει ἀπὸ τὴν φωλιά του, ὦ χώρα τῆς Μωαβίτιδος.Ἔπειτα δὲ σύ, ὦ πόλις Ἀρνῶν, περισσότερον
3 βουλεύου, ποίει τε σκέπην πένθους αὐτῇ διὰ παντός· ἐν μεσημβρινῇ σκοτίᾳ φεύγουσιν, ἐξέστησαν, μὴ ἀπαχθῇς. 3 σκέψου, γίνε και κάμε στέγην του πένθους της Μωάβ ολοκλήρου. Πανικόβλητοι φεύγουν οι κάτοικοί της σαν εις βαθύ σκοτάδι, ενώ είναι ώρα μεσημβρινή. Φεύγουν, έχασαν το μυαλό των. Μη αρνηθής προστασίαν εις αυτούς. 3 νὰ σκέπτεσαι, καὶ κάμε προστασίαν τοῦ πένθους δι’ αὐτὴν ἀπαύστως.Φεύγουν οἱ κάτοικοί της πανικόβλητοι καὶ σκοτισμένοι σὰν εἰς σκότος εἰς ὥραν μεσημβρινήν.Τόσον πολὺ εἶναι ζαλισμένοι, ὥστε καὶ ἡ μεσημβρία εἶναι σκοτάδι δι’ αὐτούς.Ἔχασαν τὸν νοῦν καὶ τὴν αἴσθησίν των· μὴ παρασυρθῇς ὥστε νὰ τοὺς ἀρνηθῇς προστασίαν.
4 παροικήσουσί σοι οἱ φυγάδες Μωάβ, ἔσονται σκέπη ὑμῖν ἀπὸ προσώπου διώκοντος, ὅτι ᾔρθη ἡ συμμαχία σου, καὶ ὁ ἄρχων ἀπώλετο ὁ καταπατῶν ἐπὶ τῆς γῆς. 4 Εις σε θα παροικήσουν οι φυγάδες της Μωαβίτιδος χώρας. Σεις θα είσθε σκέπη και προστασία αυτών από τους εχθρούς, οι οποίοι τους καταδιώκουν. Διότι έχει ήδη διαλυθή η συμμαχία σου με τα αλλά εχθρικά έθνη. Ο δε σκληρός Ασσύριος άρχων, ο οποίος σε κατοπτατούσε, έχει ήδη χαθή. 4 Θὰ παροικήσουν εἰς σὲ οἱ φυγάδες τῆς Μωάβ, καὶ θὰ σκεπασθοῦν ἀπὸ σᾶς, εὑρίσκοντες προστασίαν ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ καταδιώκοντος αὐτοὺς ἐχθροῦ, διότι διελύθη μὲν ἡ συμμαχία σου μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη, συγχρόνως ὅμως ἐχάθη ὁ ἄρχων ὁ Ἀσσύριος, ὁ ὁποῖος σὲ κατεπάτει ἀπὸ τὴν γῆν.
5 καὶ διορθωθήσεται μετ᾿ ἐλέους θρόνος, καὶ καθιεῖται ἐπ᾿ αὐτοῦ μετὰ ἀληθείας ἐν σκηνῇ Δαυὶδ κρίνων καὶ ἐκζητῶν κρίμα καὶ σπεύδων δικαιοσύνην. 5 Συναψε φιλίαν και προσκολλήσου εις την Σ ιών, διότι θα ανορθωθή εκεί ένδοξος ο θρόνος του Δαυίδ, και εις την Σκηνήν και τον ένδοξον βασιλικόν θρόνον του Δαυίδ θα καθίση ένας μέγας Κριτής, ο οποίος θα στηρίζεται εις την δύναμιν της αληθείας, επιζητών και αποδίδων πάντοτε δικαίαν κρίσιν, με ζήλον αναζητών και εφαρμόζων δικαιοσύνην. 5 Καὶ θὰ ἐτοιμασθῇ μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ θρόνος, καὶ θὰ καθίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ στηριζόμενος οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ψεύδους, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀληθείας εἰς τὴν σκηνὴν καὶ τὸν βασιλικὸν οἶκον Δαβὶδ κριτῆς, ὁ ὁποῖος μετ’ ἐπιμελείας πολλῆς θὰ ζητῇ τὸ δίκαιον καὶ μὲ ζῆλον θὰ ἐπιδιώκῃ τὴν δικαιοσύνην.
6 ᾿Ηκούσαμεν τὴν ὕβριν Μωάβ, ὑβριστὴς σφόδρα, τὴν ὑπερηφανίαν ἐξῇρας. οὐχ οὕτως ἡ μαντεία σου, οὐχ οὕτως. 6 Επληροφορήθημεν την αλαζονείαν και αυθάδειαν της χώρας των Μωαβιτών. Υπήρξε παρά πολύ υπερήφανος αυτή. Η αλαζονεία και αυθαδεία της έφθασεν εις μεγάλο ύψος. Αι μαντείαι και αι προρρήσεις των ψευδοπροφητών σου δεν είναι, όπως σας τας παρουσιάζουν· είναι ψευιοπροφητείαι. 6 Ἠκούσαμεν τὴν βλάσφημον ὑπερηφάνειαν τοῦ λαοῦ τῆς Μωάβ.Εἶναι πάρα πολὺ ὑβριστὴς καὶ περιφρονητὴς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ· τὴν βλάσφημον ὑπερηφάνειάν σου ἐσήκωσες ὑψηλά.Αἱ μαντεῖαι καὶ αἱ προρρήσεις αὐτῶν δὲν εἶναι τοιαῦται, ὁποῖαι σοῦ παρουσιάζονται· εἶναι ψευδεῖς.
7 ὀλολύξει Μωάβ, ἐν γὰρ τῇ Μωαβίτιδι πάντες ὀλολύξουσι· τοῖς κατοικοῦσι δὲ Σὲθ μελετήσεις· καὶ οὐκ ἐντραπήσῃ. 7 Θα θρηνήση με ολολυγμούς η χώρα της Μωάβ, διότι εις την περιοχήν της όλοι θα θρηνήσουν με ολολυγμούς. Θα σκεφθής τότε τους κατοίκους της Σέθ, από τους οποίους και θα τρέξης να ζητήσης βοήθειαν, και δεν θα εντροπής δι' αυτό. 7 Θὰ κλαύσῃ ὀλοφυρομένη ἡ χώρα τῆς Μωάβ, διότι ὅλοι οἱ κατοικοῦντες εἰς τὴν Μωαβίτιδα θὰ κλαύσουν μετ’ ὀλοφυρμῶν αὐτοὶ δὲ ποὺ κατοικοῦν εἰς τὴν πόλιν Σέθ, θὰ συνθέσουν θρῆνον μελετημένον καὶ δὲν θὰ ἐντραπῇς, ὦ Μωάβ, ἐπικαλουμένη ματαίως καὶ ἐπιμόνως βοήθειαν.
8 τὰ πεδία ᾿Εσεβὼν πενθήσει, ἄμπελος Σεβαμά· καταπίνοντες τὰ ἔθνη, καταπατήσατε τὰς ἀμπέλους αὐτῆς ἕως ᾿Ιαζήρ· οὐ μὴ συνάψητε, πλανήθητε τὴν ἔρημον· οἱ ἀπεσταλμένοι ἐγκατελείφθησαν, διέβησαν γὰρ τὴν ἔρημον. 8 Αι πεδιάδες, της Εσεβών θα θρηνήσουν και αι άμπελοι της Σεβαμά. Σεις οι εχθροί, που καταπίνετε τα αλλά έθνη, καταπατήσατε και τας αμπέλους της χώρας αυτής έως εις την Ιαζήρ. Πουθενά δεν θα σταματήσετε. Συνεχίσατε την καταδίωξιν, περιπλανηθήτε εις την έρημον καταδιώκοντες τους φυγάδας. Οι πρέσβεις, που είχαν αποσταλή προς συνθηκολόγησιν, εγκατελείφθησαν, χωρίς να επιτύχουν συνάντησιν. Διότι οι εχθροί είχαν διαβή και προχωρήσει εις την έρημον. 8 Τὰ χωράφια τῆς Ἐσεβὼν θὰ πενθήσουν, διότι θὰ καταστραφοῦν θὰ πενθήσῃ καὶ ἡ ἄμπελος τῆς Σεβαμά.Σεῖς, Ἀσσύριοι, ποὺ καταπίνετε τὰ ἔθνη, καταπατήσατε τὰς ἀμπέλους της μέχρι τῆς εἰς τὰ βόρεια τῆς Μωὰβ κειμένης Ἰαζήρ.Δὲν θὰ σταματήσετε, ἀλλὰ νὰ συνεχίσετε διώκοντες τοὺς Μωαβίτας· προχωρήσατε εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἀποπλανήθητε ἐκεῖ διώκοντες τούτους.Οἱ πρὸς συνθηκολόγησιν ἀποσταλέντες πρέσβεις των ἐγκατελείφθησαν, χωρὶς να ἐπιτύχουν συνάντησιν, διότι οἱ ἐχθροὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπροχώρησαν καὶ διέβησαν εἰς τὴν ἔρημον.
9 διὰ τοῦτο κλαύσομαι ὡς τὸν κλαυθμὸν ᾿Ιαζὴρ ἄμπελον Σεβαμά· τὰ δένδρα σου κατέβαλεν, ᾿Εσεβὼν καὶ ᾿Ελεαλή, ὅτι ἐπὶ τῷ θερισμῷ καὶ ἐπὶ τῷ τρυγητῷ σου καταπατήσω, καὶ πάντα πεσοῦνται. 9 Δια τούτο θα κλαύσω την καταστροφήν αμπελώνων της Σεβαμά, δπως έκλαυσα και την καταοτροφήν της Ιαζήρ. Τα δένδρα σου, ω Εσεβών και Ελεαλή, τα κατέστρεψε, τα έρριψεν εις την γην ο εχθρός σου και απειλεί λέγων· “θα καταπατήσω τον βερισμόν των σιτηρών σου και τον τρυγητόν των αμπελώνων σου, τα πάντα. Τιποτε δεν θα μείνη όρθιον αλλά τα πάντα θα ριφθούν εις την γην. 9 Διότι δὲ οὕτω θὰ συνακολουθήσῃ καὶ πλήρης τῆς συγκομιδῆς καταστροφή, θὰ κλαύσω τὰ ἀμπέλια τῆς Σεβαμά, ὅπως ἔκλαυσα καὶ τὰ ἀμπέλια τῆς Ἰαζήρ.Τὰ δένδρα σου ἔρριψε κάτω, ἐκρίζωσας ταῦτα ὁ ἐχθρός, ὦ Ἐσεβὼν καὶ Ἐλεαλή, διότι, ὅταν πρόκειται νὰ θερίσῃς καὶ νὰ τρυγήσῃς, θὰ παραχωρήσω νὰ καταπατηθοῦν οἱ στάχυες καὶ αἱ σταφυλαὶ καὶ νὰ πέσουν ὅλα κατὰ γῆς καταστρεφόμενα.
10 καὶ ἀρθήσεται εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαμα ἐκ τῶν ἀμπελώνων σου, καὶ ἐν τοῖς ἀμπελῶσί σου οὐ μὴ εὐφρανθήσονται καὶ οὐ μὴ πατήσουσιν οἶνον εἰς τὰ ὑπολήνια, πέπαυται γάρ. 10 Θα αφαιρεθή και θα λείψη πλέον ευφροσύνη και αγαλλίασις από τους αμπελώνας σου. Τα παιδιά σου δεν θα ευφρανθούν από τους αμπελώνας σου. Δεν θα πατήσουν σταφυλάς, δια να ρίψουν μούστους εις τα υπολήνια. Καθε χαρμόσυνος φωνή και άσμα, συνήθη κατά τον τρυγητόν, θα έχουν πλέον παύσει. 10 Καὶ θὰ ἀφαιρεθῇ κάθε εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίασις ἀπὸ τὰς ἀμπέλους σου· καὶ εἰς τὰς ἀμπέλους σου δὲν θὰ δοκιμάσουν τὴν εὐχαρίστησιν τοῦ τρυγητοῦ καὶ δὲν θὰ πατήσουν σταφύλια, ὥστε νὰ ρεύσῃ μοῦστος εἰς τὰ ὑπολήνια, διότι κάθε χαρμόσυνος φωνὴ καὶ κάθε ᾆσμα ἐπὶ τῷ τρυγητῷ ἔχει παύσει.Μελαγχολία ἀπλώνεται παντοῦ.
11 διὰ τοῦτο ἡ κοιλία μου ἐπὶ Μωὰβ ὡς κιθάρα ἠχήσει, καὶ τὰ ἐντός μου ὡσεὶ τεῖχος, ὃ ἐνεκαίνισας. 11 Δια τας επικειμένας αυτάς συμφοράς κατά της. Μωάβ, περίλυπος η καρδία μου θα αντηχήση ωσάν μελαγχολική κιθάρα θρη-νωδη άσματα και τα σπλάγχνα μου θα σκληρυνθούν από τον πόνον, σαν τείχος του οποίου τώρα έγιναν τα εγκαίνια. 11 Διότι δὲ θλίβομαι ἐπὶ ταῖς ἐπικειμέναις τῆς Μωὰβ καταστροφαῖς, δι' αὐτὸ ἡ καρδία μου περίλυπος θὰ ἠχήσῃ σὰν κιθάρα διὰ τὴν Μωάβ, καὶ τὰ σπλάγχνα μου θὰ παρουσιασθοῦν ἀκλόνητα καὶ στερεὰ ἐπὶ τοῦ θελήματός σου σὰν τεῖχος, τὸ ὁποῖον σὺ ἐγκαινίασες.
12 καὶ ἔσται εἰς τὸ ἐντραπῆναί σε, ὅτι ἐκοπίασε Μωὰβ ἐπὶ τοῖς βωμοῖς καὶ εἰσελεύσεται εἰς τὰ χειροποίητα αὐτῆς ὥστε προσεύξασθαι, καὶ οὐ μὴ δύνηται ἐξελέσθαι αὐτόν. 12 Και συ Μωάβ θα καταληφθής από εντροπήν, διότι εκοπίασες ανωφελώς προσφέ-ρουσα θυσίαν στους βωμούς των ειδωλολατρικών θεών σου. Θα εισέλθης στους ειδωλολατρικούς ναούς, όπου υπάρχουν τα χειροποίητα είδωλά σου, δια να ζητήσης και λάβης βοήθειαν, αλλά αυτά δεν θα ημπορέσουν να σε γλυτώσουν από τον εχθρόν”. 12 Καὶ τοῦτο θὰ γίνῃ διὰ νὰ σὲ ἐντραποῦν οὗτοι, διότι ἡ χώρα τῆς Μωὰβ ἐκοπίασε θυσιάζουσα εἰς τοὺς βωμούς της καὶ θὰ εἰσέλθῃ εἰς τοὺς ναοὺς τῶν εἰδώλων, ποὺ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρωπίνων κατασκευάζονται, ὥστε νὰ προσευχηθῇ ἀνωφελῶς, καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν λαὸν αὐτῆς.
13 Τοῦτο τὸ ρῆμα ὃ ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ Μωάβ, ὁπότε καὶ ἐλάλησε. 13 Αυτά είναι τα προφητικά λόγια, τα οποία ο Κυριος μίλησε εναντίον της Μωάβ τότε, που τα είπε. 13 Αὐτὸς εἶναι ὁ προφητικὸς λόγος, τὸν ὁποῖον ἐλάλησεν ὁ Κύριος διὰ τὴν Μωάβ, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποῖον ἐλάλησε τοῦτον.
14 καὶ νῦν λέγω· ἐν τρισὶν ἔτεσιν ἐτῶν μισθωτοῦ ἀτιμασθήσεται ἡ δόξα Μωὰβ ἐν παντὶ τῷ πλούτῳ τῷ πολλῷ, καὶ καταλειφθήσεται ὀλιγοστὸς καὶ οὐκ ἔντιμος. 14 Και τώρα σας πληροφορώ, ότι έντος τριών ετών ώσαν τα έτη του μισθωτού ανθρώπου, θα εξευτελισθή και θα καταπέση όλη η δόξα της χώρας Μωάβ, με όλον τον άφθονον πλούτον της. Ολίγοι Μωαβίται θα απομείνουν και αυτοί θα είναι χωρίς καμμίαν υπόληψιν και εκτίμησιν. 14 Καὶ τώρα καθορίζων τὸν χρόνον τῆς ἐκπληρώσεως λέγω· εἰς τρία ἔτη - λέγων δὲ ἔτη ἐννοῶ ἔτη ἀνθρώπου μισθωτοῦ, ὁ ὁποῖος λογαριάζει καλά, πότε θὰ συμπληρωθοῦν ταῦτα - θὰ καταλήξῃ εἰς ἀτιμίαν ἡ δόξα τῆς Μωὰβ μὲ ὅλον τὸν πολὺν πλοῦτον της καὶ θὰ ἀπομείνῃ ὀλιγοστή, μὲ ἠλαττωμένον πληθυσμὸν καὶ χωρὶς καμμίαν τιμὴν καὶ ἀξίαν.