Τρίτη, 28 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:07
Δύση: 20:40
Σελ. 20 ημ.
149-217
16ος χρόνος, 5946η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (Α)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΟΡΑΣΙΣ, ἣν εἶδεν ῾Ησαΐας υἱὸς ᾿Αμώς, ἣν εἶδε κατὰ τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ κατὰ ῾Ιερουσαλὴμ ἐν βασιλεία ᾿Οζίου καὶ ᾿Ιωάθαμ καὶ ῎Αχαζ καὶ ᾿Εζεκίου, οἵ ἐβασίλευσαν τῆς ᾿Ιουδαίας. 1 Αποκαλυπτικά οράματα, τα οποία εκ μέρους του Θεού είδε και ήκουσεν ο Ησαΐας, ο υιός του Αμώς, εναντίον της Ιουδαίας και ειδικώτερον εναντίον της Ιερουσαλήμ κατά το διάστημα της βασιλείας του Οζίου, του Ιωάθαμ, του Αχαζ και του Εζεκίου, οι οποίοι εβασίλευσαν στο βασίλειον της Ιουδαίας. 1 Οράσεις καὶ ἀποκαλύψεις, τὰς ὁποίας εἶδε καὶ αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὸν Ἡσαΐαν, τὸν υἱὸν τοῦ Ἀμώς.Εἶδε καὶ ἔλαβεν αὐτὰς διὰ τὴν Ἰουδαίαν καὶ τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἱερουσαλὴμ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βασιλείας τοῦ Ὀζίου καὶ τοῦ Ἰωάθαμ καὶ τοῦ Ἀχὰζ καὶ τοῦ Ἐζεκίου, οἱ ὁποῖοι ἐβασίλευσαν ἐπὶ τῆς Ἰουδαίας.
2 ῎Ακουε οὐρανὲ καὶ ἐνωτίζου γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν· υἱοὺς ἐγέννησα καὶ ὕψωσα, αὐτοὶ δέ με ἠθέτησαν. 2 Ακου συ, ουρανέ, και βάλε εις τα αυτιά σου συ, η γη, διότι ο Κυριος ελάλησε και είπεν· υιούς εγέννησα και εδόξασα, εκείνοι όμως με ηρνήθησαν. 2 Ἄκουε σύ, ὦ οὐρανέ, καὶ δέχου εἰς τὰ αὐτιά σου σύ, ὦ γῆ, διότι ὁ Κύριος καὶ ὄχι ἄνθρωπός τις πρόκειται νὰ λαλήσῃ· λέγει λοιπὸν ὁ Κύριος: Υἱοὺς ἐγέννησα καὶ τοὺς ἀνέδειξα ἀνυψώσας τούτους· αὐτοὶ ὅμως μὲ ἠρνήθησαν.
3 ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· ᾿Ισραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν. 3 Το βόϊδι γνωρίζει τον ιδιοκτήτην του και ο όνος γνωρίζει την φάτνην, ιδιοκτησίαν του κυρίου του· ο ισραηλιτικός όμως λαός δεν με αναγνωρίζει ως κύριόν του, δεν έχει ούτε στοιχειώδη κατανόησιν δι'εμέ. 3 Τὸ βόδι γνωρίζει τὸν ἰδιοκτήτην, ποὺ τὸ ὁρίζει, καὶ ὁ ὄνος ξεύρει τὴν φάτνην τοῦ κυρίου του, εἰς τὴν ὁποίαν τρώγει καὶ ἔχει τὴν κατοικίαν του.Ὁ Ἰσραὴλ ὅμως δὲν μὲ ἀναγνωρίζει καὶ ὁ λαός μου δὲν μὲ νοιώθει.
4 οὐαὶ ἔθνος ἁμαρτωλόν, λαὸς πλήρης ἁμαρτιῶν, σπέρμα πονηρόν, υἱοὶ ἄνομοι· ἐγκατελίπατε τὸν Κύριον καὶ παρωργίσατε τὸν ἅγιον τοῦ ᾿Ισραήλ. 4 Αλλά αλλοίμονον εις σε, έθνος αμαρτωλόν, λαε, που είσαι γεμάτος αμαρτίας, απόγονοι πονηρών προγόνων, υιοί παράνομοι. Εγκατελείψατε τον Κυριον και έτσι παρωργίσατε τον άγιον Θεόν εναντίον σας. 4 Ἀλλοίμονον εἰς σέ, ὦ ἔθνος ἁμαρτωλόν, λαὲ γεμᾶτε ἁμαρτίας, ἀπ’ αὐτῶν τῶν πρώτων στιγμῶν τῆς ζωῆς σας πονηροί, παιδιὰ διεφθαρμένα καὶ ξένα ἐντελῶς πρὸς τὸν Νόμον.Ἐγκατελείψατε τὸν Κύριον καὶ ἐξωργίσατε τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραὴλ τὸν ἅγιον.
5 τί ἔτι πληγῆτε προστιθέντες ἀνομίαν; πᾶσα κεφαλὴ εἰς πόνον καὶ πᾶσα καρδία εἰς λύπην. 5 Διατί εξακολουθείτε να πληγώνεσθε-αν και δεν έμεινε πλέον υγιές μέλος επάνω σας-προσθέτοντες αμαρτίας εις τας αμαρτίας; Ολόκληρος η κεφαλή σας εξ αιτίας των αμαρτιών σας έχει κατακυριευθή από τον πόνον και πάσα καρδία έχει πλημμυρίσει από την οδύνην και την λύπην. 5 Πρὸς τί νὰ κτυπηθῆτε καὶ νὰ πληγωθῆτε ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον ἑξακολουθεῖτε νὰ προσθέτετε περιφρόνησιν παντελῆ τοῦ Νόμου καὶ ἀποστασίαν; Ὁλόκληρος ἡ κεφαλὴ ἐκ τῶν τιμωριῶν μου διατελεῖ ἐν πόνοι καὶ πᾶσα ἡ καρδία εὑρίσκεται ἐν λύπῃ.
6 ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ ὁλοκληρία, οὔτε τραῦμα οὔτε μώλωψ οὔτε πληγὴ φλεγμαίνουσα· οὐκ ἔστιν μάλαγμα ἐπιθῆναι οὔτε ἔλαιον οὔτε καταδέσμους. 6 Από τα πόδια έως το κεφάλι σας δεν απέμεινεν άρτιον και υγιές μέρος. Δεν υπάρχει απώς ένα τραύμα εδώ, ένας μώλωψ εκεί, μία μολυσμένη πληγή άλλού· όλον το σώμα σας είναι μία πληγή και έτσι δεν είναι δυνατόν, να τεθή ένα κατάπλασμα επάνω εις τας πληγάς, ούτε λάδι, ούτε επίδεσμοι. 6 Ἀπὸ τὰ πόδια μέχρι τῆς κεφαλῆς δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ σώματι ἀκεραιότης καὶ ὑγεία, οὔτε ὑπάρχει ἐδῶ μόνον τραῦμα ἀνοικτόν, οὔτε ἐκεῖ μόνον κτύπημα πρησμένον, οὔτε εἰς ἄλλο τι μόνον σημεῖον πληγὴ γεμάτη πύον καὶ αἷμα ἀποσυντεθειμένον ἀλλ’ ὅλον τὸ σῶμα εἶναι μία ὁλόκληρος πληγή· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐπ’ αὐτοῦ κατάπλασμα, οὔτε ἔλαιον, οὔτε ἐπίδεσμοι.
7 ἡ γῆ ὑμῶν ἔρημος, αἱ πόλεις ὑμῶν πυρίκαυστοι· τὴν χώραν ὑμῶν ἐνώπιον ὑμῶν ἀλλότριοι κατεσθίουσι αὐτήν, καὶ ἠρήμωται κατεστραμμένη ὑπὸ λαῶν ἀλλοτρίων. 7 Εξ αιτίας των αμαρτιών σας η χώρα σας έμεινεν έρημος από κατοίκους, αι πόλεις έχουν παραδοθή στο πυρ, τους καρπούς της χώρας σας κατατρώγουν οι ξένοι εμπρός εις τα μάτια σας, και έτσι η χώρα σας έχει ερημωθή από τους κατοίκους και τα αγαθά της· έχει καταστραφή από ξένους λαούς. 7 Ἡ γῆ σας ἔγινεν ἔρημος, αἱ πόλεις σας ἔχουν κατακαῇ ἀπὸ πυρκαϊές· τὴν καλλιεργημένην χώραν σας καὶ τοὺς καρποὺς μπροστὰ στὰ μάτια σας τὰ κατατρώγουν ξένοι καὶ ἔχει ἐρημωθῇ κατεστραμμένη ἀπὸ ξένους λαούς.
8 ἐγκαταλειφθήσεται ἡ θυγάτηρ Σιὼν ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελῶνι καὶ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἐν σικυηράτῳ, ὡς πόλις πολιορκουμένη· 8 Η δε πόλις Σιών, την οποίαν ως κόρην μου αγαπούσα, θα εγκαταλειφθή, όπως εγκαταλείπεται η πρόχειρος θερινή καλύβη μετά τον τρυγητόν της αμπέλου, και όπως εγκαταλείπεται το πρόχειρον οπωροφυλάκιον εις αγρόν αγγουριών· όπως εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της μία πολιορκημένη πόλις. 8 Θὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ προσφιλὴς ὡς θυγάτηρ Σιών, ἢ πόλις Ἱερουσαλήμ, ὡσὰν σκηνὴ εἰς ἄμπελον ποὺ δὲν ἔχει καρπούς, καὶ ὡσὰν πρόχειρος ἀποθήκη, διὰ νὰ φυλάττωνται τὰ φρούτα εἰς μποστάνι ξυλαγγουριῶν, ὡσὰν πόλις ποὺ πολιορκεῖται ἀπὸ ἐχθρούς.
9 καὶ εἰ μὴ Κύριος σαβαὼθ ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα, ὡς Σόδομα ἂν ἐγενήθημεν καὶ ὡς Γόμορρα ἂν ὡμοιώθημεν. - 9 Εάν δε ο Κυριος των δυνάμεων, ο παντοκράτωρ δεν άφηνε μεταξύ μας μίαν κάποιαν εκλεκτήν μερίδα ιδικών του ανθρώπων, θα εγινόμεθα ωσάν τα Σοδομα και θα ωμοιάζαμεν ωσάν τα Γομορρα δια τας αμαρτίας και την διαφθοράν μας. 9 Καὶ ἐὰν ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων, ὁ Παντοκράτωρ, δὲν μᾶς ἄφηνε μικράν, ἀλλ' ἐκλεκτὴν μερίδα ἰδικῶν του ἀνθρώπων, θὰ ἐγινόμεθα σὰν τὰ Σόδομα καὶ θὰ ἐξωμοιούμεθα πρὸς τὰ Γόμορρα, ἐξαφανιζόμενοι ὡς ἐκεῖνα ὁλοτελῶς.
10 ᾿Ακούσατε λόγον Κυρίου, ἄρχοντες Σοδόμων· προσέχετε νόμον Θεοῦ λαὸς Γομόρρας. 10 Ακούσατε, λοιπόν, τα λόγια του Κυρίου σεις, οι άρχοντες, οι οποίοι δια τας ιδικάς σας αμαρτίας και τας αμαρτίας του λαού σας αξίζει να ονομάζεσθε άρχοντες Σοδόμων. Δώστε προσοχήν στον νόμον του Θεού σεις, ο λαός, που ομοιάζετε με τον λαόν της Γομόρρας. 10 Ἀκούσατε τὸν λόγον, ὅστις δὲν εἶναι ἰδικός μου, ἀλλ’ εἶναι λόγος τοῦ Κυρίου, σεῖς, ποὺ διὰ τὴν κακίαν σας ἀξίζει νὰ λέγεσθε ἄρχοντες τῶν Σοδόμων προσέχετε εἰς αὐτό, ποὺ θὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι Νόμος Θεοῦ, σεῖς, ποὺ εἶσθε λόγῳ τῆς πονηρίας σας μᾶλλον λαὸς τῆς Γομόρρας.
11 τί μοι πλῆθος τῶν θυσιῶν ὑμῶν; λέγει Κύριος· πλήρης εἰμὶ ὁλοκαυτωμάτων κριῶν, καὶ στέαρ ἀρνῶν καὶ αἷμα ταύρων καὶ τράγων οὐ βούλομαι, 11 Ο Κυριος λέγει· “τι να το κάμω εγώ το πλήθος των θυσιών σας; Είμαι γεμάτος και εχόρτασα από θυσίας ολοκαυτωμάτων κριών, που μου προσφέρετε. Δεν θέλω πλέον ούτε το λίπος των αμνών ούτε το αίμα των ταύρων και των τράγων. 11 Τί μὲ ἐνδιαφέρει καὶ κατά τι μὲ εὐχαριστεῖ τὸ πλῆθος τῶν θυσιῶν σας; Λέγει ὁ Κύριος.Εἶμαι γεμᾶτος ἀπὸ θυσίας κριαριῶν, ποὺ κατακαίονται ὁλόκληρα, καὶ δὲν θέλω νὰ καίεται ἐπὶ τοῦ Θυσιαστηρίου μου πάχος ἀρνίων καὶ αἷμα ταύρων καὶ τράγων.
12 οὐδὲ ἂν ἔρχησθε ὀφθῆναι μοι. τίς γὰρ ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν; πατεῖν τὴν αὐλήν μου 12 Ούτε θέλω να έρχεσθε κατά τας τρεις μεγάλας εορτάς και να παρουσιάζεσθε ενώπιόν μου στον ναόν με τας προσφοράς και τας θυσίας σας. Ποιός εζήτησεν αυτά από τα χέρια σας; Δεν θα σας επιτρέψω, λοιπόν, να πατήσετε την αυλήν του ναού μου. 12 Οὔτε ἂν ἔρχεσθε κατὰ τὰς τρεῖς μεγάλας ἑορτὰς εἰς τὸν Ναόν μου, διὰ νὰ παρουσιασθῆτε εἰς ἐμέ, τὸ θέλω· διότι ποῖος σᾶς ἐζήτησε νὰ ἔρχεσθε μὲ τὰς δεκάτας καὶ τὰς ἄλλας προσφοράς σας; Ποῖος ἐζήτησεν αὐτὰ ἀπὸ τὰ γεμᾶτα αἵματα χέρια σας; Δὲν θὰ ἐξακολουθήσετε νὰ πατάτε εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Ναοῦ μου.
13 οὐ προσθήσεσθαι· ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον· θυμίαμα, βδέλυγμά μοί ἐστι· τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν 13 Εάν μου προσφέρετε, δια τον τύπον μόνον, θυσίαν σημιγδαλιού, είναι ματαία και άχρηστος δια σας αυτή η προσφορά. Και αυτό ακόμη το ευώδες θυμίαμα είναι σιχαμερόν εις εμέ, όταν δεν συνοδεύεται από καθαρότητα καρδίας. Δεν θα ανεχθώ πλέον την εορτήν της πρώτης εκάστου μηνός, ουδέ καν και την ημέραν του Σαββάτου, ούτε την μεγάλην και επισημον εορτήν του Εξιλασμού. Τας νηστείας σας και τας αργίας των εορτών σας 13 Ἐὰν φέρετε σιμιγδάλι ὡς θυσίαν, εἶναι τοῦτο μάταιον καὶ ἀνωφελές.Τὸ θυμίαμά σας μου εἶναι ἀηδὲς καὶ σιχαμένον· δὲν ἀνέχομαι τὶς ἐορτὲς τῶν πρωτομηνιῶν σας καὶ τὰ Σάββατα καὶ τὴν μεγάλην ἡμέραν τοῦ Ἐξιλασμοῦ, τὴν ἱερωτάτην αὐτὴν ἑορτήν· τὴν νηστείαν καὶ τὴν ἀργίαν
14 καὶ τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου· ἐγενήθητέ μοι εἰς πλησμονήν, οὐκέτι ἀνήσω τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν. 14 και τας εορτάς εκάστης πρώτης του μηνός και τας άλλας εορτάς σας αποστρέφεται η ψυχή μου. Σας εχόρτασα, μου εκαθίσατε στο στομάχι, δεν θα ανεχθώ πλέον τας αμαρτίας σας. 14 καὶ τὶς πρωτομηνιές σας καὶ τὶς ἐορτές σας μισεῖ ἡ ψυχή μου.Μοῦ ἐγίνατε πρόξενοι ἀηδίας.Δὲν θὰ συγχωρήσω πλέον τὶς ἁμαρτίες σας.
15 ὅταν ἐκτείνητε τὰς χεῖρας ὑμῶν πρός με, ἀποστρέψω τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀφ᾿ ὑμῶν, καὶ ἐὰν πληθύνητε τὴν δέησιν, οὐκ εἰσακούσομαι ὑμῶν· αἱ γὰρ χεῖρες ὑμῶν αἵματος πλήρεις. 15 Οταν υψώνετε ικετευτικάς τας χείρας σας προς εμέ και ζητήτε την βοήθειάν μου, εγώ θα γυρίζω αλλού τα μάτια μου από σας με αποστροφήν. Και εάν πολλαπλασιάσετε και παρατείνετε τας δεήσεις σας, δεν θα σας ακούσω, διότι τα χέρια σας είναι γεμάτα από αίματα αθώων. 15 Ὅταν ὑψώνετε τὰ χέρια εἰς προσευχήν, θὰ ἀπομακρύνω μὲ ἀποστροφὴν τὰ μάτια μου ἀπὸ σᾶς.Καὶ ἐὰν παρατείνετε τὴν παράκλησίν σας καὶ πληθύνετε αὐτήν, δὲν θὰ σᾶς εἰσακούσω, διότι τὰ χέρια σας εἶναι γεμᾶτα αἷμα ἀδελφικόν.
16 λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν, 16 Λουσθήτε, λοιπόν, στο λουτρόν της μετανοίας, γίνετε εσωτερικώς καθαροί, αφαιρέσατε τας πονηρίας και τα αμαρτωλά πάθη από τας ψυχάς σας, ώστε να είσθε καθαροί ενώπιόν μου. Παψετε πλέον τας πονηρίας σας. 16 Λουσθῆτε διὰ τοῦ πνευματικοῦ λουτροῦ τῆς μετανοίας, γίνατε καθαροί, ἀφαιρέσατε τὰς πονηρίας ἀπὸ τὰς ψυχάς σας, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται ἀκάθαρτοι αὗται μπροστὰ εἰς τὰ μάτια μου, παύσατε ἀπὸ τὰς πονηρίας σας.
17 μάθετε καλὸν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ρύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καὶ δικαιώσατε χήραν· 17 Μαθετε και συνηθίσατε να κάμετε το καλόν, επιδιώξατε με όλην σας την καρδίαν το δίκαιον, σώσατε από τα χέρια του άδίκου αυτόν, ο οποίος αδικείται, αποδώσατε το δίκαιον στο ορφανόν, δώσατε δικαιοσύνην εις την αδικουμένην χήραν. 17 Μάθετε καὶ ἀποκτήσατε τὴν ἕξιν νὰ πράττετε τὸ καλὸν καὶ τὴν ἀρετήν, ζητήσατε μὲ ὅλην σας τὴν καρδίαν τὸ δίκαιον, γλυτώσατε αὐτὸν ποὺ ἀδικεῖται ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἀδικοῦντος αὐτόν, ἀποδώσατε τὸ δίκαιον εἰς τὸν ὀρφανὸν καὶ δικαιώσατε τὴν ἀδικουμένην χήραν.
18 καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ. 18 Και με αυτήν την μετάνοιαν και τας καλάς αποφάσεις σας, ελάτε να συζητήσωμεν, λέγει ο Κυριος. Και εάν αι ψυχαί σας εξ αιτίας των αμαρτιών σας είναι ερυθραί, εγώ θα τας καταστήσω λευκάς ωσάν το χιόνι. Εάν δε είναι ακόμη περισσότερον κατακόκκιναι, εγώ θα τας κάμω λευκάς ωσάν το μαλλί των προβάτων. 18 Καὶ ἀφοῦ μετανοήσετε, ἐλᾶτε νὰ δικασθῶμεν «νὰ συζητήσωμεν» καὶ νὰ λογαριασθῶμεν, λέγει ὁ Κύριος.Καὶ εἰς περίπτωσιν ἀκόμη, ποὺ αἱ ἁμαρτίαι σας θὰ εἶναι ὡσὰν τὸ ἐλαφρῶς κόκκινον χρῶμα, θὰ τὰς λευκάνω ὡσὰν τὸ χιόνι· καὶ ἐὰν δὲ ἀκόμη εἶναι ὡσὰν τὸ βαθὺ κόκκινον χρῶμα, θὰ τὰς λευκάνω ὡσὰν τὸ ἄσπρο τῶν προβάτων μαλλί.
19 καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε· 19 Εάν δε θελήσετε και με ακούσετε και συμμορφωθήτε προς τας εντολάς μου, θα φάγετε πλούσια τα αγαθά της γης. 19 Καὶ ἐὰν θέλετε ἀποφασιστικῶς καὶ μὲ ἀκούσετε μὲ τὴν καρδία σας, θὰ φάγετε τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς.
20 ἐὰν δὲ μὴ θέλητε, μηδὲ εἰσακούσητέ μου, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται· τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα. 20 Εάν όμως δεν θελήσετε και δεν με υπακούσετε και απομακρυνθήτε από εμέ, η μάχαιρα των εχθρών σας θα σας καταφάγη”. Το στόμα του Κυρίου είναι εκείνο, το οποίον διεκήρυξεν αυτά και θα γίνουν όπως τα είπε. 20 Ἐὰν ὅμως δὲν θέλετε, οὔτε μὲ εἰσακούσετε, μάχαιρα θὰ σᾶς καταφάγῃ.Θὰ συμβοῦν δὲ ταῦτα ἀσφαλῶς.Διότι τὸ στόμα τοῦ Κυρίου ἐλάλησεν αὐτά.
21 Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστὴ Σιών, πλήρης κρίσεως, ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δὲ φονευταί. 21 Πως κατήντησε πόρνη η άλλοτε πιστή στον Θεόν πόλις Σιών! Πως η Σιών, η οποία ήτο πλήρης δικαίας κρίσεως, πόλις εις την οποίαν ανεπαύετο και επικρατούσε η δικαιοσύνη, τώρα δε έχουν εγκατασταθή εις αυτήν και παραμένουν φονηάδες! 21 Πῶς διὰ τῆς ἀποστασίας της ἀπὸ τὸν οὐράνιον Νυμφίον ἔγινε πόρνη ἡ ἄλλοτε πιστὴ καὶ ἀφωσιωμένη εἰς Αὐτὸν πόλις Σιών, ἡ γεμάτη δικαιοσύνην, ἐν τῇ ὁποῖα μονίμως εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ καὶ ἀναπαυθῆ ἡ δικαιοσύνη, τώρα δὲ ἐγκατεστάθησαν φονεῖς!
22 τὸ ἀργύριον ὑμῶν ἀδόκιμον· οἱ κάπηλοί σου μίσγουσι τὸν οἶνον ὕδατι· 22 Τα αργυρά νομίσματά σας είναι κίβδηλα. Οι κάπηλοί σου ανακατεύουν και νοθεύουν τον οίνον με το νερό. 22 Τὰ ἀργυρᾶ σας νομίσματα εἶναι κίβδηλα, οἱ δὲ οἰνοπῶλαι σου ἀναμειγνύουν τὸν οἶνον μὲ νερό.
23 οἱ ἄρχοντές σου ἀπειθοῦσι, κοινωνοὶ κλεπτῶν ἀγαπῶντες δῶρα, διώκοντες ἀνταπόδομα, ὀρφανοῖς οὐ κρίνοντες καὶ κρίσιν χηρῶν οὐ προσέχοντες. 23 Οι άρχοντές σου είναι απειθείς απέναντι του Θεού, είναι συμμέτοχοι στους κλέπτας, αγαπούν τα δώρα της αμαρτίας, επιδιώκουν και δέχονται δωροδοκίας, δια να κρίνουν μεροληπτικώς. Δεν κρίνουν με δικαιοσύνην και δεν αποδίδουν το δίκαιον εις τα ορφανά. Ούτε ενδιαφέρονται δια την απόδοσιν του δικαίου εις τας χήρας. 23 Οἱ ἄρχοντές σου ἀπειθοῦν εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸν Νόμον εἶναι συμμέτοχοι τῶν κλεπτῶν, ἀγαπῶντες τὰ δῶρα καὶ ἐπιδιώκοντες τὰς ἀμοιβάς, μὴ ἀποδιδόντες τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ὀρφανοὺς καὶ μὴ διδόντες προσοχὴν εἰς τὸ δίκαιον τῶν χηρῶν.
24 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος ὁ δεσπότης σαβαώθ, ὁ δυνάστης τοῦ ᾿Ισραήλ· οὐαὶ τοῖς ἰσχύουσιν ἐν ῾Ιερουσαλήμ· οὐ παύσεται γάρ μου ὁ θυμὸς ἐν τοῖς ὑπεναντίοις, καὶ κρίσιν ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου ποιήσω. 24 Δια τούτο αυτό λέγει Κυριος, ο παντοκράτωρ, ο Σαβαώθ, ο κυρίαρχος και αυθέντης του ισραηλιτικού λαού· “αλλοίμονον εις σας τους άρχοντας της Ιερουσαλήμ! Δεν θα καταπαύση ο θυμός μου εναντίον των αντιπάλων μου! Θα κάμω κρίσιν και θα επιβάλω δικαίας κυρώσεις εναντίον των εχθρών μου. 24 Δι’ αὐτό, διότι δηλαδή οἱ ἄρχοντές σου ἐμμένουν εἰς τὸ κακὸν καὶ εἰς τὴν πονηρίαν, αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος, ὁ δεσπότης τῶν πνευμάτων, ὁ ἰσχυρὸς ἐξουσιαστὴς τοῦ Ἰσραήλ: Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ἄρχοντας τῆς Ἱερουσαλήμ· διότι δὲν θὰ παύσῃ, οὔτε θὰ καταπραϋνθῇ ὁ θυμός μου κατὰ τῶν ἀντιπάλων μου τούτων, καὶ θὰ κάμω κρίσιν ἐκδικούμενος καὶ τιμωρῶν τοὺς ἐχθρούς μου αὐτούς.
25 καὶ ἐπάξω τὴν χεῖρά μου ἐπὶ σὲ καὶ πυρώσω σε εἰς καθαρόν, τοὺς δὲ ἀπειθοῦντας ἀπολέσω καὶ ἀφελῶ πάντας ἀνόμους ἀπὸ σοῦ καὶ πάντας ὑπηφάνους ταπεινώσω. 25 Θα απλώσω επάνω σου, ω Ιερουσαλήμ, βαρείαν την χείρα μου· θα σε περάσω από το πυρ των θλίψεων και των οδυνών, δια να καθαρισθής, όπως ο άργυρος καθαρίζεται δια του πυρός. Ετσι δε θα εξολοθρεύσω εκείνους οι οποίοι με παρακούουν. Θα εξαφανίσω από ανάμεσά σου αυτούς, που παραβαίνουν τον Νομον μου, και θα ταπεινώσω τους αλαζόνας και υπερηφάνους. 25 Καὶ θὰ ἀπλώσω τὴν χεῖρά μου ἐπάνω σου καὶ θὰ σὲ ὑποβάλω εἰς τὸ πῦρ τῆς τιμωρίας καὶ τῶν δοκιμασιῶν μου πρὸς κάθαρσιν αὐτοὺς δέ, οἱ ὁποῖοι ἀπειθοῦν, θὰ τοὺς καταστρέψω καὶ θὰ ἀφανίσω ὅλους τοὺς παραβάτας τοῦ Νόμου ἀπὸ σέ, καὶ ὅλους τοὺς ὑπερηφάνους θὰ τοὺς ταπεινώσω.
26 καὶ ἐπιστήσω τοὺς κριτάς σου ὡς τὸ πρότερον καὶ τοὺς συμβούλους σου ὡς τὸ ἀπ᾿ ἀρχῆς· καὶ μετὰ ταῦτα κληθήσῃ πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστὴ Σιών. 26 Επειτα θα επαναφέρω και θα αποκαταστήσω τους δικαστάς σου, όπως ήσαν προηγουμένως επί της εποχής του Δαυΐδ, και τους συμβούλους σου ευθείς και δικαίους,όπως ήσαν εξ αρχής. Και έτσι συ θα ονομασθής πόλις δικαιοσύνης, η Σιών η πρωτεύουσα του ισραηλιτικού λαού, η πιστή στον Θεόν!” 26 Καὶ θὰ ἐπαναφέρω τοὺς δικαστὰς καὶ κριτάς σου, ὁποῖοι ἦσαν προτήτερα, ἐπὶ Δαβὶδ καὶ Σολομῶντος, καὶ τοὺς συμβούλους σου, ὅπως ἦσαν ἐξ ἀρχῆς· καὶ μετὰ ταῦτα θὰ κληθῇς πόλις δικαιοσύνης, ἡ Σιὼν ἡ πρωτεύουσα, ποὺ μένει πιστὴ εἰς τὸν Θεόν.
27 μετὰ γὰρ κρίματος σωθήσεται ἡ αἰχμαλωσία αὐτῆς καὶ μετὰ ἐλεημοσύνης. 27 Διότι έπειτα από την κάθαρσιν και την διόρθωσιν, που θα επέλθη κατόπιν και της δικαίας τιμωρίας, θα σωθούν οι ευρισκόμενοι εις την αιχμαλωσίαν και θα επιστρέψουν εις την γην των πατέρων των χάρις ςις το έλεος του Κυρίου. 27 Διότι μετὰ τῆς πρὸς κάθαρσιν ἐπιβληθησομένης τιμωρίας οἱ ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ διαφυλαχθησόμενοι θὰ σωθοῦν καὶ θὰ ἐπιστρέψουν χάρις εἰς τὸ ἔλεος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιδειχθῇ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
28 καὶ συντριβήσονται οἱ ἄνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἅμα, καὶ οἱ ἐγκαταλιπόντες τὸν Κύριον συντελεσθήσονται. 28 Τοτε θα συντριβούν οι παραβαίνοντες τον Νομον και όλοι μαζή οι αμαρτωλοί, και θα εξολοθρευθούν εξ ολοκλήρου όλοι εκείνοι, οι οποίοι εγκαταλείπουν τον Κυριον. 28 Καὶ θὰ συντριβοῦν τότε οἱ ἀσεβεῖς περιφρονηταὶ καὶ καταπατηταὶ τοῦ Νόμου καὶ οἱ παραβάται αὐτοῦ ἁμαρτωλοὶ ὅλοι μαζί, καὶ ὅσοι ἐγκατέλιπον τὸν Κύριον θὰ ἐξολοθρευθοῦν τελείως.
29 διότι αἰσχυνθήσονται ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν, ἃ αὐτοὶ ἠβούλοντο, καὶ ἐπαισχυνθήσονται ἐπὶ τοῖς κήποις αὐτῶν, ἃ ἐπεθύμησαν. 29 Ετσι θα κατεντροπιασθούν και θα εξευτελισθούν, διότι επίστευσαν εις τα είδωλα, τα οποία αυτοί ηθέλησαν αντί του αληθινού Θεού. Θα κατεντροπιασθούν δια τα ειδωλολατρικά άλση της αμαρτίας, εις τα οποία ηυχαριστείτο και επιθυμούσε η ψυχή των. 29 Καὶ θὰ καταστραφοῦν, διότι θὰ ἐντροπιασθοῦν ἀπὸ τὰ εἴδωλά των, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἤθελαν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἤλπιζαν, καὶ θὰ καταισχυνθοῦν διὰ τὰ ἱερά των ἄλση, τὰ ὁποῖα ἐπεθύμησαν καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ηὐχαριστεῖτο ἡ ψυχή των.
30 ἔσονται γὰρ ὡς τερέβινθος ἀποβεβληκυῖα τὰ φύλλα καὶ ὡς παράδεισος ὕδωρ μὴ ἔχων· 30 Θα γίνουν ωσάν το δένδρον τερέβινθος, του οποίου έπεσαν τα φύλλα και ωσάν κήπος, ο οποίος δεν έχει πλέον νερό. 30 Θὰ καταισχυνθοῦν δέ, διότι θὰ εἶναι σὰν τὸ δένδρον Τερέβινθος, ποὺ ἔχει ἀποβάλει ξηρὰ τὰ φύλλα, καὶ ὡσὰν κῆπος, ποὺ δὲν ἔχει νερό.
31 καὶ ἔσται ἡ ἰσχὺς αὐτῶν ὡς καλάμη στιππύου καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῶν ὡς σπινθῆρες πυρός, καὶ κατακαυθήσονται οἱ ἄνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἅμα, καὶ οὐκ ἔσται ὁ σβέσων. 31 Ολη δε η δύναμίς των θα είναι άχρηστος πλέον και ασήμαντος, σαν καλαμιά κοπανισμένου λιναριού, τα δε αμαρτωλά των έργα σαν σπίθες φωτιάς επάνω εις αυτήν. Και έτσι θα κατακαούν οι άνομοι και οι αμαρτωλοί όλοι μαζή και δεν θα υπάρχη κανείς να σβήση την πυρκαϊάν και να τους σώση. 31 Καὶ θὰ εἶναι ἡ δύναμίς των ὡσὰν τὴν καλαμιὰν τοῦ στουππιοῦ, ποὺ ἀνάβει εὔκολα, καὶ τὰ ἔργα των τὰ εἰδωλολατρικὰ ὡσὰν σπίθες φωτιᾶς· καὶ θὰ κατακαοῦν οἱ καταπατοῦντες τὸν Νόμον καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ συγχρόνως, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανεὶς διὰ νὰ σβήσῃ τὴν φωτιὰν καὶ νὰ τοὺς σώσῃ.