Σάββατο, 13 Ιουλίου 2024
Ανατ: 06:14
Δύση: 20:49
Πρ. τέταρτο
195-171
16ος χρόνος, 5992η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40 (Μ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΠΑΡΑΚΑΛΕΙΤΕ παρακαλεῖτε τὸν λαόν μου, λέγει ὁ Θεός. 1 Παρηγορείτε, παρηγορείτε και ενθαρύνατε τον λαόν μου, λέγει ο Θεός. 1 Παρηγορεῖτε, παρηγορεῖτε τὸν λαόν μου, ὁ Θεός.
2 ἱερεῖς, λαλήσατε εἰς τὴν καρδίαν ῾Ιερουσαλήμ, παρακαλέσατε αὐτήν· ὅτι ἐπλήσθη ἡ ταπείνωσις αὐτῆς, λέλυται αὐτῆς ἡ ἁμαρτία· ὅτι ἐδέξατο ἐκ χειρὸς Κυρίου διπλᾶ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῆς. 2 Ιερείς, λαλήσατε λόγους, οι οποίοι θα θερμάνουν την καρδίαν της Ιερουσαλήμ. Παρηγορήσατέ την, διότι ωλοκληρώθη πλέον η ταπείνωσίς της, συνεχωρήθη η αμαρτία της, διότι επήρεν από την δεξιάν χείρα του Κυρίου αρκετήν τιμωρίαν δια τα αμαρτήματά της. 2 Καὶ σεῖς, ὦ ἱερεῖς, λαλήσατε λόγους ἐνθαρρυντικούς, ἱκανοὺς νὰ θερμάνουν τὰ βάθη τῶν καρδιῶν των ἐν ἐξορίᾳ κατοίκων τῆς Ἱερουσαλήμ.Παρηγορήσατε τούτους· διότι συνεπληρώθη καὶ ὠλοκληρώθη ἡ ταπείνωσίς των, συνεχωρήθη ἡ ἁμαρτία των διότι ἐδέχθησαν ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ Κυρίου ἀρκετὴν τιμωρίαν διὰ τὰ ἁμαρτήματά των.
3 φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου. εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 3 Ιδού, ακούεται φωνή ανθρώπου, ο οποίος βοά εις την έρημον και λέγει· Ετοιμάσατε την οδόν, δια της οποίας θα διέλθη ο Κυριος. Καταστήσατε ευθείς και απροσκόπτους τους δρόμους του Θεού μας. 3 Ἠκούσθη φωνὴ ἀνθρώπου, ὅστις βοᾷ εἰς τὴν ἔρημον καὶ λέγει: Ἐτοιμάσατε τὴν ὁδόν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ διέλθῃ ὁ πρὸς ἀπελευθέρωσιν καὶ σωτηρίαν ὑμῶν ἐρχόμενος εἰς σᾶς Κύριος, εὐθεῖς καὶ ἴσιους κάμετε τοὺς δρόμους, διὰ τῶν ὁποίων θὰ περάσῃ ὁ πρὸς σᾶς ἐρχόμενος Θεός μας.
4 πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται πάντα τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν καὶ ἡ τραχεῖα εἰς ὁδοὺς λείας· 4 Καθε φάραγξ πρέπει να επιχωματισθή και κάθε όρος και βουνόν πρέπει να ισοπεδωθή. Ολα τα στραβά και οφιοειδή πρέπει να ευθυγραμμισθούν, να γίνουν ομαλά, και κάθε τραχεία και δύσβατος οδός, πρέπει, να γίνη ομαλή και λεία. 4 Πᾶσα φάραγξ θὰ γεμίσῃ ἐπιχωματιζομένη καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸν πρέπει νὰ ταπεινωθῇ ἰσοπεδούμενον· καὶ θὰ γίνουν ὅλα τὰ ἀνώμαλα καὶ στραβὰ εὐθυγραμμισμένα, καὶ ἡ τραχεῖα καὶ δύσβατος ὁδὸς λεία καὶ ἄνευ ἐμποδίων.
5 καὶ ὀφθήσεται ἡ δόξα Κυρίου, καὶ ὄψεται πᾶσα σάρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, ὅτι Κύριος ἐλάλησε. 5 Και θα φανή η δόξα του Κυρίου. Καθε δε άνθρωπος θα ίδη την σωτηρίαν, που ο Θεός θα προσφέρη. Ο Κυριος ελάλησε και εβεβαίωσεν αυτά. 5 Καὶ θὰ φανῇ ἡ δόξα τοῦ Κυρίου διὰ τῆς θαυμαστῆς ἐπεμβάσεως καὶ παρουσίας αὐτοῦ· καὶ θὰ ἴδῃ πᾶς ἄνθρωπος τὴν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ οἰκονομουμένην σωτηρίαν.Θὰ γίνουν δὲ ταῦτα, διότι ὁ Κύριος ἐλάλησε καὶ ἐβεβαίωσεν αὐτά.
6 φωνὴ λέγοντος· βόησον· καὶ εἶπα· τί βοήσω; πᾶσα σάρξ χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου· 6 Ηκούσθη φωνή κάποιου, ο οποίος έλεγε· “βόησον, φώναξε δυνατά”. Και εγώ είπα· “τι να βοήσω;” Και η φωνή εκείνη άπαντα· “κάθε άνθρωπος είναι ώσαν το χορτάρι και κάθε δόξα ανθρώπου ομοιάζει ώσαν το άνθος του χόρταριού. 6 Ἠκούσθη φωνὴ κάποιου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: Φώναξε δυνατά.Καὶ εἶπα: Τί νὰ φωνάξω; Θὰ εἴπω ὅτι κάθε ἄνθρωπος εἶναι ὡσὰν τὸν χόρτον καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὁμοιάζει πρὸς τὸ ἄνθος τοῦ χόρτου.
7 ἐξηράνθη ὁ χόρτος, καὶ τὸ ἄνθος ἐξέπεσε, 7 Το χορτάρι εξηράνθη και το άνθος του εμαράνθη και έπεσε κάτω. Ετσι είναι κάθε άνθρωπος. 7 Ἐξηράνθη ὁ χόρτος καὶ τὸ ἄνθος του ἔπεσε μαραμένον.
8 τὸ δὲ ρῆμα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν μένει εἰς τὸν αἰῶνα. 8 Ο λόγος όμως του Θεού μας παραμένει αιώνιος και ακατάλυτος”. 8 Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Θεοῦ μας παραμένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὅ,τι εἶπεν ὁ Κύριος, θὰ γίνῃ.
9 ἐπ᾿ ὄρος ὑψηλὸν ἀνάβηθι, ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών· ὕψωσον ἐν ἰσχύϊ τὴν φωνή σου, ὁ εὐαγγελιζόμενος ῾Ιερουσαλήμ· ὑψώσατε, μὴ φοβεῖσθε· εἰπὸν ταῖς πόλεσιν ᾿Ιούδα· ἰδοὺ ὁ Θεὸς ὑμῶν. 9 Ανέβα επάνω εις υψηλυν όρος συ, ο οποίος εξαγγέλλεις ευχαρίστους ειδήσεις προς την Σιών, συ ο καλός αγγελιαφόρος της Ιερουσαλήμ, ύψωσέ με μεγάλην δύναμιν την φωνήν σου· υψώσατε τας φωνάς σας, κραυγάσατε, μη φοβείσθε. Είπατε εις τας πόλεις της φυλής του Ιούδα· ιδού, ο σωτήρ και ελευθερωτής Θεός σας. 9 Ἀνέβα εἰς ὄρος ὑψηλὸν σύ, ὁ ὁποῖος εὐαγγελίζεσαι τὴν Σιών· ὕψωσε μὲ δύναμιν τὴν φωνήν σου σύ, ὁ ὁποῖος φέρεις χαρμόσυνα μηνύματα εἰς τὴν Ἰερουσαλῆμ· σηκώσατε ὑψηλὰ τὴν φωνήν σας· μὴ φοβεῖσθε μήπως διαψευσθῆτε· εἰπὲ σὺ ὁ εὐαγγελιζόμενος εἰς τὰς πόλεις τοῦ Ἰούδα: Ἰδοὺ ὁ Θεός σας!
10 ἰδοὺ Κύριος Κύριος μετὰ ἰσχύος ἔρχεται καὶ ὁ βραχίων μετὰ κυρίας· ἰδοὺ ὁ μισθὸς αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ καὶ τὸ ἔργον ἐναντίον αὐτοῦ. 10 Ιδού ο Κυριος έρχεται με την άπειρον αυτού δύναμιν και η παντοδύναμος δεξιά του μετά ισχύος και κυριότητος. Ιδού ο μισθός της νίκης του είναι μαζή του και το ένδοξον έργον, που κατώρθωσεν, είναι ενώπιον του. 10 Ἰδοὺ ὁ Κύριος· ὁ Κύριος ἔρχεται μετὰ δυνάμεως καὶ ὁ βραχίων του εἶναι μετὰ κυριότητος καὶ ἐξουσίας· ἰδοὺ ὁ μισθὸς καὶ ἡ ἀμοιβὴ τῆς νίκης του εἶναι μαζί του καὶ τὸ ἐπιτευχθὲν ἔνδοξον ἔργον του εἶναι ἐνώπιόν του.
11 ὡς ποιμὴν ποιμανεῖ τὸ ποίμνιον αὐτοῦ καὶ τῷ βραχίονι αὐτοῦ συνάξει ἄρνας καὶ ἐν γαστρὶ ἐχούσας παρακαλέσει. 11 Ωσάν καλός ποιμήν θα ποιμάνη το ποίμνιόν του και με την δύναμιν του βραχίονός του θα συγκέντρωση τα αρνιά, με στοργήν και φροντίδα θα περιβάλη τας εγγύους προβατίνας. 11 Ὡς ποιμὴν στοργικὸς θὰ ποιμαίνῃ τὸ ποίμνιόν του καὶ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ βραχίονός του θὰ συνάγῃ τὰ ἀρνία· καὶ τὰς ἐγκύους προβατίνας θὰ βοηθῇ καὶ μετὰ συμπαθείας θὰ παρακολουθῇ.
12 Τί ἐμέτρησε τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸν οὐρανὸν σπιθαμῇ καὶ πᾶσαν τὴν γῆν δρακί; τίς ἔστησε τὰ ὄρη σταθμῷ καὶ τὰς νάπας ζυγῷ; 12 Ποίος εμέτρησε με την χούφτα του χεριού του όλα τα νερά της υφηλίου, τον ουρανόν με την σπιθαμήν του και το χώμα της γης με τη χούφτα του; Ποιός ανήγειρε και εζύγισε με στατήρα τα όρη και τας δασώσεις κοιλάδας με πλάστιγγα; 12 Ποῖος ἐμέτρησε μὲ τὸ κοῖλον τῆς χειρός του τὸ ὕδωρ τῆς θαλάσσης καὶ τὸν οὐρανὸν μὲ τὴν σπιθαμήν του καὶ ὅλον τὸ χῶμα τῆς γῆς μὲ τὴν χούφτα τῆς χειρός του; Ποῖος ἐτοποθέτησε τὰ ὅρη μὲ σταθμὰ καὶ τὰς δασώδεις κοιλάδας μὲ πλάστιγγα;
13 τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου, καὶ τίς αὐτοῦ σύμβουλος ἐγένετο, ὃς συμβιβᾷ αὐτόν; 13 Ποιός εγνώρισε τον νουν του Κυρίου και ενόησε τα πάνσοφα αυτού σχέδια; Ποιός έγινε σύμβουλος του, ο οποίος θα είναι εις θέσιν να τον διδάξη; 13 Ποῖος ἐγνώρισε τὰ εἰς τὸν νοῦν τοῦ Κυρίου κρυπτόμενα σχέδια καὶ ποῖος ἔγινε σύμβουλός του, ὁ ὁποῖος θὰ διδάξῃ αὐτόν;
14 ἢ πρὸς τίνα συνεβουλεύσατο καὶ συνεβίβασεν αὐτόν; ἢ τίς ἔδειξεν αὐτῷ κρίσιν; ἢ ὁδὸν συνέσεως τίς ἔδειξεν αὐτῷ; 14 Η με ποιόν συνεσκέφθη ο Κυριος και ποιός ποτέ τον εδίδαξε; Η ποιός έδειξεν εις αυτόν την δικαίαν και ορθήν κρίσιν, ποιός ποτέ του υπέδειξε δρόμον συνέσεως; Κανείς. 14 Ἢ μετὰ τίνος συνεσκέφθη καὶ ποῖον συνεβουλεύθη ὁ Κύριος καὶ ποῖος ἐδίδαξεν αὐτόν; Ἢ ποῖος ἔδειξεν εἰς αὐτὸν τὸ ὑπὸ τῆς ὀρθῆς κρίσεως ἐνδεικνυόμενον; Ἢ ὁδὸν συνέσεως ποῖος ἔδειξεν εἰς αὐτόν;
15 εἰ πάντα τὰ ἔθνη ὡς σταγὼν ἀπὸ κάδου καὶ ὡς ροπὴ ζυγοῦ ἐλογίσθησαν καὶ ὡς σίελος λογισθήσονται· 15 Πράγματι όλα τα έθνη είναι σαν μια σταγόνα από ένα αγγείον ύδατος, σαν μια λεπτοτάτη σκόνη, η οποία μόλις επιφέρει ελαφράν κλίσιν στον δίσκον του ζυγού. Τα πάντα ωσάν σάλιο, που το φτύνει ο άνθρωπος, έτσι θεωρούνται ενώπιον του Θεού. 15 Ἀληθῶς· ὅλα τὰ ἔθνη ὡσὰν μία σταγὼν ὕδατος ἀπὸ κάδον γεμᾶτον καὶ ὡσὰν ἀφανὴς κλίσις ζυγαριᾶς ἀπὸ λεπτὴν σκόνην προκληθεῖσα ἐθεωρήθησαν, καὶ ὡσὰν πτύσμα ἀνθρώπινον θὰ λογαριασθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
16 ὁ δὲ Λίβανος οὐχ ἱκανὸς εἰς καῦσιν, καὶ πάντα τὰ τετράποδα οὐχ ἱκανὰ εἰς ὁλοκάρπωσιν, 16 Ο Λιβανος με τα αναρίθμητα κέδρα και πεύκα του, δεν είναι αρκετός εις καύσιν, δια να προσφερθή στον Θεόν η πρέπουσα θυσία. Και όλα τα τετράποδα της γης δεν είναι αρκετά, δια να του προσφερθούν ως ανταξία θυσία ολοκαυτώματος. 16 Ὁ Λίβανος δὲ μὲ τὰς πανυψήλους καὶ πολυπληθεῖς κέδρους του δὲν εἶναι ἀρκετὸς πρὸς καῦσιν, ἵνα προσφερθῇ εἰς τὸν Θεὸν θυσία ἀνταξία αὐτοῦ, καὶ ὅλα τὰ τετράποδα ζῶα δὲν εἶναι ἀρκετὰ διὰ να τοῦ προσφερθοῦν ὡς ὁλοκαυτώματα.
17 καὶ πάντα τὰ ἔθνη ὡς οὐδέν εἰσι καὶ εἰς οὐθὲν ἐλογίσθησαν. 17 Ολα τα έθνη είναι σαν ένα μηδέν ενώπιον του. Ελογαριάσθησαν, σαν να μη υπάρχουν καν. 17 Καὶ ὅλα τὰ ἔθνη ὡσὰν μηδὲν εἶναι ἐνώπιόν του καὶ ὑπελογίσθησαν ὡσὰν νὰ μὴ ὑπάρχουν.
18 τίνι ὡμοιώσατε Κύριον καὶ τίνι ὁμοιώματι ὡμοιώσατε αὐτόν; 18 Σεις, που παρασύρεσθε εις την ειδωλολατρείαν, με τι παρομοιάσατε τον Κυριον; Με ποιά εικόνα παρομοιάσατε αυτόν. 18 Πρὸς ποῖον σεῖς, οἱ προσκλίνοντες πρὸς τὴν εἰδωλολατρίαν, κατεστήσατε ὅμοιον τὸν Κύριον καὶ πρὸς ποῖον ὁμοίωμα παρεστήσατε αὐτὸν ὅμοιον;
19 μὴ εἰκόνα ἐποίησε τέκτων, ἢ χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αὐτόν, ὁμοίωμα κατεσκεύασεν αὐτόν; 19 Μηπως ο ειδωλολάτρης τέκτων κατεσκεύασεν εικόνα και ο χρυσοχόος, αφού έλυωσε το χρυσίον μέσα στο χωνευτήριόν του, την περιεχρύσωσε και έτσι κατεσκεύασεν ομοίωμα του Θεού; 19 Μήπως ὁ τεχνίτης κατεσκεύασε γλυπτὴν εἰκόνα ἢ ὁ χρυσοχόος, ἀφοῦ ἔλειωσε χρυσόν, περιεκάλυψε τὸ ξόανον τοῦτο διὰ χρυσοῦ καὶ κατεσκεύασεν οὕτω τὴν εἰκόνα ταύτην ὁμοίωμα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ;
20 ξύλον γὰρ ἄσηπτον ἐκλέγεται τέκτων καὶ σοφῶς ζητεῖ πῶς στήσει εἰκόνα αὐτοῦ καὶ ἵνα μὴ σαλεύητε. 20 Ο τέκτων εκλέγει επίσης ένα άσηπτον ξύλον, το σκαλίζει με σοφίαν και επιζητεί να στήση την εικόνα του Θεού, δια να μη σαλεύεται. 20 Διότι ξύλον, ποὺ δὲν σαπίζει, εὔκολα ἐκλέγει ὁ γλύπτης τοῦ ξύλου καὶ μετὰ τέχνης πολλῆς ζητεῖ, πῶς θὰ χαράξῃ μόνιμον εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς θὰ τὴν στερεώσῃ ἔπειτα διὰ νὰ μὴ κινῆται.
21 οὐ γνώσεσθε; οὐκ ἀκούσεσθε; οὐκ ἀνηγγέλη ἐξ ἀρχῆς ὑμῖν; οὐκ ἔγνωτε τὰ θεμέλια τῆς γῆς; 21 Σεις, οι ειδωλολάτραι δεν θα γνωρίσετε την αλήθειαν; Δεν θα ακούσετε τον νόμον του Θεού; Δεν ανηγγέλθη εις σας ευθύς εξ αρχής από της δημιουργίας του κόσμου; Δεν εμαθατε από την ασφαλή θεμελίωσιν της γης, ποιός την έκαμε και την εστερέωσε; 21 Δὲν θὰ λάβετε τὴν ἀληθῆ περὶ Θεοῦ γνῶσιν; Δὲν θὰ ἀκούσετε, ὦ τυφλοὶ καὶ κωφοὶ εἰδωλολάτραι; Δὲν σᾶς ἀνηγγέλθη ἐξ ἀρχῆς, ἀπ’ αὐτῆς τῆς κτίσεως τοῦ κόσμου; Δὲν ἐμάθατε ἀπὸ τὴν θεμελίωσιν τῆς γῆς Ποῖος τὴν ἔκαμε καὶ τὴν ἐστερέωσεν;
22 ὁ κατέχων τὸν γῦρον τῆς γῆς, καὶ οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐτῇ ὡς ἀκρίδες, ὁ στήσας ὡς καμάραν τὸν οὐρανὸν καὶ διατείνας ὡς σκηνὴν κατοικεῖν, 22 Ο Θεός είναι εκείνος, που κατέχει όλην την σφαίραν της γης, οι δε κατοικούντες εις αυτήν είναι ώσαν ακρίδες. Ο Θεός είναι εκείνος, που έστησε και εθεμελίωσε τον ουρανόν ως πελωρίαν καμάραν, που τον ήπλωσεν ωσάν σκηνήν, δια να κατοικούν κάτω από αυτήν οι άνθρωποι. 22 Αὐτὸς «ὁ Θεός» εἶναι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος κατέχει τὸν κύκλον τῆς γῆς, καὶ αὐτοί, ποὺ κατοικοῦν εἰς αὐτήν, εἶναι ὡσὰν ἀκρίδες· Αὐτὸς εἶναι, ποὺ ἔστησεν ὡσὰν καμάραν τὸν οὐρανὸν καὶ τὸν ἐτέντωσεν ὡσὰν σκηνὴν ἕτοιμον πρὸς κατοικίαν,
23 ὁ διδοὺς ἄρχοντας ὡς οὐδὲν ἄρχειν, τὴν δὲ γῆν ὡς οὐδὲν ἐποίησεν. 23 Ο Θεός καθιστα τους αμαρτωλούς άρχοντας ώσαν ένα μηδέν, χωρίς κύρος, σαν να μη εξουσιάζουν τίποτε. Εδημιούργησε δε την γην, σαν ένα τίποτε ενώπιόν του. 23 ὁ Ὁποῖος καθιστᾷ τοὺς ἄρχοντας χωρὶς κῦρος καὶ ἐξουσίαν, ὡσὰν νὰ μὴ ἄρχουν τίποτε, τὴν δὲ γῆν ἔκαμεν ὡσὰν νὰ μὴ ὑπάρχῃ, ὅταν θὰ θελήσῃ τοῦτο.
24 οὐ γὰρ μὴ φυτεύσωσιν, οὐδὲ μὴ σπείρωσιν, οὐδὲ μὴ ριζωθῇ εἰς τὴν γῆν ἡ ρίζα αὐτῶν· ἔπνευσεν ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐξηράνθησαν, καὶ καταιγὶς ὡς φρύγανα λήψεται αὐτούς. 24 Οι άνθρωποι ομοιάζουν με τα φυτά, που χωρίς την δύναμιν του Θεού δεν ημπορούν ούτε να φυτευθούν, ούτε να σπαρούν, ούτε και η ρίζα των να εισχωρήση εις την γην. Επνευσεν εναντίον των καυστικός ο άνεμος και εξηράνθησαν· ήλθεν η καταιγίς και σαν φρύγανα θα τα αναλάβη και θα τα εξαφάνιση. 24 Διότι δὲν θὰ προφθάσουν οἱ ἄρχοντες νὰ φυτευθοῦν, οὔτε νὰ σπαροῦν, οὔτε νὰ ριζώσῃ καλὰ εἰς, τὴν γῆν ἡ ρίζα των· ἔπνευσε κατ’ αὐτῶν ὁ ἄνεμος τῆς δυστυχίας καὶ ἐξηράνθησαν, καὶ καταιγὶς σφοδρὰς δοκιμασίας ὡσὰν φρύγανα θὰ τοὺς καταλάβῃ καὶ θὰ τοὺς ἐξαφανίσῃ.
25 νῦν οὖν τίνι με ὡμοιώσατε καὶ ὑψωθήσομαι; εἶπεν ὁ ἅγιος. 25 Τωρα, λοιπόν, σκεφθήτε σεις, οι ειδωλολάτραι, προς ποίον με παρομοιάσατε; Που με ανεβάσατε, ώστε εγώ να δοξασθώ; είπεν ο άγιος Θεός. 25 Κατόπιν λοιπὸν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχω ποιήσει καὶ διηνεκῶς ἐνεργῷ, πρὸς ποῖον μὲ παρεστήσατε ὅμοιον σεῖς, οἱ εἰδωλολάτραι, καὶ πρὸς ποῖον μὲ ἐνομίσατε ὅτι ἐξυψοῦμαι; Εἶπεν ὁ ἅγιος.
26 ἀναβλέψατε εἰς ὕψος τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ ἴδετε, τίς κατέδειξε ταῦτα πάντα; ὁ ἐκφέρων κατ᾿ ἀριθμὸν τὸν κόσμον αὐτοῦ πάντας ἐπ᾿ ὀνόματι καλέσει· ἀπὸ πολλῆς δόξης καὶ ἐν κράτει ἰσχύος αὐτοῦ οὐδέν σε ἔλαθε. 26 Σηκώσατε υψηλά τα μάτια σας στον ουρανόν και ίδετε, ποιός εδημιούργησε και κατέστησε περίλαμπρα όλα αυτά; Ο Θεός είναι εκείνος, ο οποίος διατάσσει και βγάζει ώσαν μετρημένην και τακτοποιημένην στρατιάν, τον κόσμον των αστέρων. Ολους τους αστέρας ονομαστικώς θα τους καλέση. Από την πολλήν σου δόξαν και εις την ισχύν της δυνάμεώς σου, Κυριε, τίποτε δεν σου διέφυγε. Γνωρίζεις τα πάντα πάντοτε. 26 Σηκώσατε ὑψηλὰ τοὺς ὀφθαλμούς σας εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἴδετε.Ποῖος ἐδημιούργησε καὶ ἔκαμε νὰ φαίνωνται ὅλα αὐτὰ τὰ ἄστρα; Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος βγάζει ἔξω ὡσὰν στρατιὰν μετρημένην καὶ τακτοποιημένην τὸν κόσμον τοῦτον τῶν ἀστέρων του, τοὺς ὁποίους ὅλους ὀνομαστικῶς θὰ καλέσῃ.Ἀπὸ τὴν πολλὴν δόξαν Σου καὶ χάρις εἰς τὸ κράτος τῆς δυνάμεώς Σου, Κύριε, τίποτε δὲν Σοῦ διέφυγεν, ἀλλ' ὅλα τὰ γνωρίζεις.
27 Μὴ γὰρ εἶπῃς, ᾿Ιακώβ, καὶ τί ἐλάλησας, ᾿Ισραήλ· ἀπεκρύβη ἡ ὁδός μου ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ Θεός μου τὴν κρίσιν ἀφεῖλε καὶ ἀπέστη; 27 Μη πης ποτέ, Ιακώβ, μη λαλήσης ισραηλιτικέ λαέ· “η οδός μου είναι, λοιπόν, κρυμμένη από τον Θεόν; Δεν την γνωρίζει; Ο Θεός μου με εστέρησεν από την δικαίαν του κρίσιν, απέφυγε να μου αποδώση το δίκαιον και απεμακρύνθη από εμέ;” 27 Διατὶ νὰ εἴπῃς, ὦ Ἰακώβ, καὶ διατὶ ὡμίλησας ἤδη, ὦ Ἰσραὴλ ἀπεκρύβη ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ Θεοῦ ἡ δυστυχισμένη ζωή μου καὶ ἡ ταλαίπωρος μοῖρα μου, καὶ ὁ Θεός μου ἀπέφυγε νὰ μοῦ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπ’ ἐμοῦ;
28 καὶ νῦν οὐκ ἔγνως εἰ μὴ ἤκουσας; Θεὸς αἰώνιος ὁ Θεὸς ὁ κατασκευάσας τὰ ἄκρα τῆς γῆς, οὐ πεινάσει, οὐδὲ κοπιάσει, οὐδέ ἐστιν ἐξεύρεσις τῆς φρονήσεως αὐτοῦ· 28 Και λοιπόν δεν έμαθες, δεν ήκουσες ότι ο αιώνιος Θεός είναι,ο Θεός ο οποίος εδημιούργησεν ολόκληρον την γην; Απειροτέλειος και αιώνιος καθώς είναι, αυτός εδημιούργησεν ολόκληρον την γην από άκρου εις άκρον. Δεν θα πεινάση, ούτε και θα κοπιάση, όπως οι άνθρωποι δια τον άρτον των· ούτε και είναι δυνατόν να εξερεύνηση και κατανόηση κανείς όλον το βάθος της απείρου σοφίας του. 28 Καὶ τώρα δὲν ἔμαθες, παρ’ ὅλα, ὅσα ἤκουσας, Μάθε λοιπόν, ὅτι εἶναι Θεὸς αἰώνιος ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος κατεσκεύασεν ὁλόκληρον τὴν γῆν μέχρι τῶν ἐσχάτων ὁρίων αὐτῆς.Δὲν θὰ πεινάσῃ, οὔτε θὰ κοπιάσῃ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρῃ καὶ νὰ κατανοήσῃ τις καθ' ὅλον τὸ βάθος της τὴν ἀνεξερεύνητον σοφίαν του.
29 διδοὺς τοῖς πεινῶσιν ἰσχὺν καὶ τοῖς μὴ ὀδυνωμένοις λύπην. 29 Αυτός δίδει στους πεινώντας τροφήν και δύναμιν· και εις όσους δεν έχουν δοκιμάσει οδύνας, αποστέλλει λύπην. 29 Αὐτὸς εἶναι, ὁ Ὁποῖος δίδει εἰς τοὺς πεινῶντας δύναμιν καὶ εἰς τοὺς μὴ αἰσθανομένους ὀδύνην ἐξαποστέλλει λύπην πρὸς ἀφύπνισιν καὶ συναίσθησιν.
30 πεινάσουσι γὰρ νεώτεροι, καὶ κοπιάσουσι νεανίσκοι, καὶ ἐκλεκτοὶ ἀνίσχυες ἔσονται· 30 Νέοι, ευρισκόμενοι εις την ακμήν της ηλικίας των, θα καταβληθούν από την πείναν, θα κοπιάσουν και θα ταλαιπωρηθούν· και οι εκλεκτοί μεταξύ αυτών θα γίνουν ανίσχυροι. 30 Ἐπειδὴ δὲ ἔχει τὴν δύναμιν αὐτήν, δι’ αὐτὸ νεώτεροι, ἐν ἀκμαίᾳ ἡλικίᾳ διατελοῦντες, θὰ καταβληθοῦν ὑπὸ τῆς πείνης· καὶ νεαρώτατοι καὶ σφριγῶντες θὰ καταβληθοῦν ὑπὸ τοῦ κόπου· καὶ ἐκλεκτοὶ μεταξὺ αὐτῶν θὰ γίνουν ἀνίσχυροι.
31 οἱ δὲ ὑπομένοντες τὸν Θεὸν ἀλλάξουσιν ἰσχύν, πτεροφυήσουιν ὡς ἀετοί, δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσι, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσιν. 31 Εκείνοι όμως οι οποίοι υπομένουν και περιμένουν τον Κυριον, θα πάρουν νέαν μεγαλυτέραν δύναμιν, θα βγάλουν νέα φτερά, σαν αετοί· θα τρέχουν και δεν θα καταβάλλωνται από τον κόπον· θα βαδίζουν και δεν θα πεινάσουν. 31 Αὐτοὶ ὅμως, οἱ ὁποῖοι μὲ πίστιν καὶ ὑπομονὴν ἀναμένουν τὴν ἐκπληρῶσιν τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ, θὰ λάβουν νέαν δύναμιν, θὰ βγάλουν νέα πτερὰ ὡσὰν ἀετοί, θὰ τρέχουν καὶ δὲν θὰ καταβάλλωνται ὑπὸ τοῦ κόπου, θὰ βαδίζουν καὶ δὲν θὰ ἐξαντλοῦνται ὑπὸ τῆς πείνης.