Παρασκευή, 12 Απριλίου 2024
Ανατ: 06:54
Δύση: 19:58
Σελ. 4 ημ.
103-263
16ος χρόνος, 5900η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21 (ΚΑ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Τὸ ὅραμα τῆς ἐρήμου. Αποκαλυπτικόν όραμα περί της ερημώσεως Βαβυλώνος.
1 ΩΣ καταιγὶς δι᾿ ἐρήμου διέλθοι ἐξ ἐρήμου ἐρχομένη ἐκ γῆς, φοβερὸν 1 Σαν καταιγίς, η οποία διέρχεται με σφοδρότητα και ορμήν δια μέσου της ερήμου, από άλλην έρημον προερχομένη, 1 Σὰν καταιγίς, ποὺ διέρχεται βιαία καὶ σφοδρὰ διὰ μέσου γῆς ἐρημουμένης ἐξ ἄλλης ἐρήμου γῆς ἐρχομένη, ἔτσι φοβερὸν
2 τὸ ὅραμα καὶ σκληρὸν ἀνηγγέλη μοι. ὁ ἀθετῶν ἀθετεῖ, ὁ ἀνομῶν ἀνομεῖ. ἐπ᾿ ἐμοὶ οἱ ᾿Ελαμῖται, καὶ οἱ πρέσβεις τῶν Περσῶν ἐπ᾿ ἐμὲ ἔρχονται. νῦν στενάξω καὶ παρακαλέσω ἐμαυτόν. 2 έτσι τρομερόν υπήρξε και το όραμα, που μου απεκαλύφθη, και σκληρόν αυτό, το οποίον μου ανήγγειλεν ο Θεός. Ο παραβαίνων το θείον θέλημα θα εξακολουθή να το παραβαίνη. Και ο καταπατών τον θείον Νομον θα εξακολουθή να παρανομή. Εναντίον εμού του Ασσυρίου έρχονται οι Ελαμίται και αι πρέσβεις των Περσών. Θα στενάξω τώρα από τον πόνον και θα προσπαθήσω να παρηγορήσω τον εαυτόν μου. 2 ὑπῆρξε τὸ ὅραμα, ποὺ μοῦ ἀπεκαλύφθη, καὶ σκληρὸν αὐτὸ ποὺ μοῦ ἀνηγγέλθη ἀπὸ τὸν Θεόν.Στράτευμα συνηθισμένον νὰ ἀθετῇ καὶ νὰ μὴ σέβεται τίποτε ἀθετεῖ, καὶ συνηθισμένον νὰ παρανομῇ παρανομεῖ.Κατ’ ἐμοῦ τοῦ Ἀσσυρίου ἔρχονται οἱ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ πρέσβεις τῶν Περσῶν ἔρχονται ἐναντίον μου.Τώρα ἐγὼ ὁ Ἀσσύριος θὰ στενάξω καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ παρηγορήσω τὸν ἑαυτόν μου.
3 διὰ τοῦτο ἐνεπλήσθη ἡ ὀσφύς μου ἐκλύσεως, καὶ ὠδῖνες ἔλαβόν με ὡς τὴν τίκτουσαν· ἠδίκησα τοῦ μὴ ἀκοῦσαι, ἐσπούδασα τοῦ μὴ βλέπειν. 3 Δια τούτο παρέλυσε τελείως και ητόνησεν η μέση μου. Με κατέλαβαν οξείς πόνοι σαν εκείνους, οι οποίοι καταλαμβάνουν την γυναίκα, που γεννά. Διέπραξα αδικίας στο παρελθόν. Δεν ηθέλησα να ακούσω τας ορθάς υποδείξεις και προσεπάθησα να μη βλέπω την αλήθειαν. 3 Διὰ τοῦτο παρέλυσε τελείως ἡ ὀσφύς μου, καὶ μὲ κατέλαβον πόνοι δριμεῖς σὰν ἐκείνην ποὺ γεννᾳ· πάσχω δὲ ταῦτα δικαίως, διότι διέπραξα εἰς τὸ παρελθὸν βαρύτατον σφάλμα νὰ μὴ ἀκούω, καὶ ἔκαμα τὸ πᾶν νὰ μὴ βλέπω τὰ ὀρθά.
4 ἡ καρδία μου πλανᾶται, καὶ ἡ ἀνομία με βαπτίζει, ἡ ψυχή μου ἐφέστηκεν εἰς φόβον. 4 Η καρδία μου κτυπά με ορμήν, σαν να περιπλανάται μέσα στο στήθος μου. Εχω βυθισθή μέσα εις τα παράνομα έργα μου. Η ψυχή μου περιέπεσεν εις μεγάλον φόβον. 4 Ἡ καρδία μου κτυπᾷ βιαίως καὶ ἀτάκτως, καὶ τὰ παράνομα ἔργα μου μὲ κατεπλάκωσαν καὶ μὲ πνίγουν· ἡ ψυχή μου ἐκυριεύθη ἀπὸ φόβον.
5 ἑτοίμασον τὴν τράπεζαν· φάγετε, πίετε· ἀναστάντες, οἱ ἄρχοντες, ἑτοιμάσατε θυρεούς. 5 Κατά την κρίσιμον αυτήν ώραν του κινδύνου ετοίμασε, ω Βαδυλών, τα συμπόσιά σου· φάγετε και πίετε αμέριμνοι· οι εχθροί σας όμως ευρίσκονται προ των τειχών σας. Και λοιπόν σεις οι άρχοντες σηκωθήτε και ετοιμάσατε τας μεγάλας ασπίδας προς άμυναν. 5 Εἰς τὴν ἐσχάτην αὐτὴν ὥραν τοῦ τρομεροῦ κινδύνου ἐτοίμασε τὴν τράπεζαν, ὦ Βαβυλών.Φάγετε, πίετε, τυφλώττοντες πρὸ τῆς ἐπικειμένης καταστροφῆς.Καὶ ἀφοῦ σηκωθῆτε ἀπὸ τὸ συμπόσιόν σας, σεῖς οἱ ἄρχοντες, ἐτοιμάσατε ἀσπίδας, ἵνα ἀμυνθῆτε.
6 ὅτι οὕτως εἶπε πρός με Κύριος· βαδίσας σεαυτῷ στῆσον σκοπὸν καὶ ὃ ἂν ἴδῃς ἀνάγγειλον· 6 Διότι ο Κυριος έτσι μου είπε· “πήγαινε και στάσου σκοπός, παρατήρησε ολόγυρα και. αυτό, το οποίον θα ίδης ανάγγειλέ το”. 6 Σᾶς ἀπευθύνω τὰς προτροπὰς αὐτάς, διότι ἔτσι μου εἶπεν ὁ Κύριος: Πήγαινε καὶ τοποθέτησε διὰ τὸν ἑαυτόν σου σκοπὸν καὶ ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἴδῃς, ἀνάγγειλέ το.
7 καὶ εἶδον ἀναβάτας ἱππεῖς δύο καὶ ἀναβάτην ὄνου καὶ ἀναβάτην καμήλου. ἀκρόασαι ἀκρόασιν πολλὴν 7 Εἶδον δύο ιππείς, τον ένα να επιβαίνη επί όνου και τον άλλον να επιβαίνη εις κάμηλον. “Ακροάσου με πολλήν προσοχήν αυτά, που θα ακούσης. 7 Καὶ εἶδον δύο ἱππεῖς ἀνεβασμένους, τὸν ἕνα ἀναβάτην ὄνου καὶ τὸν ἄλλον ἀνεβασμένον εἰς κάμηλον.Τοῦτο ἦτο σύμβολον τῆς στρατιᾶς τῶν Περσῶν καὶ τῶν Μήδων.Δῶσε μεγάλην προσοχὴν εἰς ὅ,τι θὰ ἀκούσῃς, μοῦ εἶπεν ὁ Κύριος.
8 καὶ κάλεσον Οὐρίαν εἰς τὴν σκοπιὰν Κυρίου. καὶ εἶπεν· ἔστην διαπαντὸς ἡμέρας καὶ ἐπὶ τῆς παρεμβολῆς ἐγὼ ἔστην ὅλην τὴν νύκτα, 8 Καλεσε δε και τον Ουρίαν εις την σκοπιάν αυτήν του Κυρίου”. Και ο προφήτης είπε· Καθ' όλον το διάστημα της ημέρας και της νυκτός εστάθην εγώ επάνω εις την σκοπιάν 8 Καὶ κάλεσον συμμαρτυροῦντα δι’ ὅσα θὰ ἴδῃς τὸν Οὐρίαν εἰς τὴν σκοπιὰν τοῦ Κυρίου.Καὶ εἶπεν ὁ Προφήτης: Ἐστάθην καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ ἐπὶ τῆς σκοπιᾶς ἐστάθην ἑγὼ ὅλην τὴν νύκτα.
9 καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔρχεται ἀναβάτης ξυνωρίδος. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπε· πέπτωκε πέπτωκε Βαβυλών, καὶ πάντα τὰ ἀγάλματα αὐτῆς, καὶ τὰ χειροποίητα αὐτῆς συνετρίβησαν εἰς τὴν γῆν. 9 και ιδού, έρχονται δύο έφιπποι άνδρες. Και ένας από αυτούς έλαβε τον λόγον και εφωναξε· “έπεσε πλέον, έπεσεν η Βαβυλών· συνετρίβησαν δε όλα τα είδωλα αυτής και όλα τα χειροποίητα αντικείμενα της λατρείας επάνω στο έδαφος”. 9 Καὶ ἰδοὺ ἔρχονται δύο ἄνδρες ἔφιπποι.Καὶ ἀποκριθεὶς εἰς τὸν Προφήτην ὁ Κύριος εἶπεν: Ἔχει πλέον πέσει, ἔπεσεν ἡ Βαβυλὼν καὶ ὅλα τὰ ἀγάλματά της, καὶ τὰ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρωπίνων κατεσκευασμένα εἴδωλά της συνετρίβησαν.
10 ἀκούσατε, οἱ καταλελειμμένοι καὶ οἱ ὀδυνώμενοι, ἀκούσατε ἃ ἤκουσα παρὰ Κυρίου σαβαώθ· ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ισραὴλ ἀνήγγειλεν ἡμῖν. 10 Ακούσατε, λοιπόν, σεις, οι οποίοι απεμείνατε και εσώθητε από την αιχμα-λωσίαν και οι οποίοι πονείτε δια την ερήμωσιν της πατρίδος σας. Ακούσατε αυτά, που εγώ έχω ακούσει από τον Κυριον των δυνάμεων. Ο Θεός του Ισραήλ ανήγγειλεν αυτά εις ημάς. 10 Ἀκούσατε, ὅσοι ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῶν ἄλλων δεινῶν περιεσώθητε καὶ ὑπελείφθητε καὶ οἱ ὁποῖοι ὀδυνᾶσθε διὰ τὴν ἐρήμωσιν τῆς πατρίδος σας Ἱερουσαλήμ· ἀκούσατε αὐτὰ ποὺ ἤκουσα ἀπὸ τὸν Κύριον τῶν Δυνάμεων.Ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἀνήγγειλε ταῦτα εἰς ἡμᾶς.
11 Τὸ ὅραμα τῆς ᾿Ιδουμαίας. - Πρὸς ἐμὲ καλεῖ παρὰ τοῦ Σηείρ· φυλάσσετε ἐπάλξεις. 11 Αποκαλυπτικόν όραμα εναντίον της Ιδουμαίας. Προς εμέ απευθύνεται έκκλησις εκ μέρους των Ιδουμαίων, του όρους Σηείρ, οι οποίοι και λέγουν· “σεις που αγρύπνως φρουρείτε τας επάλξεις, είπατε τα συμβαίνοντα της νυκτός”. 11 Ἡ περὶ τῆς Ἰδουμαίας ἀποκαλυπτικὴ ὀπτασία.Πρὸς ἐμὲ ἀπευθύνεται πρόσκλησις ἀπὸ τὸ ὄρος Σηεὶρ τῆς Ἰδουμαίας: Σεῖς ποὺ φυλάσσετε ἄγρυπνοι φρουροὶ εἰς τὰς ἐπάλξεις, εἴπατε καὶ εἰς ἡμᾶς τὰ συμβάντα τῆς νυκτός.
12 φυλάσσω τὸ πρωΐ καὶ τὴν νύκτα· ἐὰν ζητῇς, ζήτει καὶ παρ᾿ ἐμοὶ οἴκει· 12 Και ο προφήτης απαντά· “εγώ φυλάσσω άγρυπνος νύκτα και ημέραν. Εάν επιθυμής και ζητής πληροφορίες, ζήτησε τας από εμέ. Μένε όμως πλησίον μου και περίμενε να τας ακούσης. 12 Καὶ ὁ ἐπὶ τῆς σκοπιᾶς προφήτης ἀπαντᾷ: Φρουρῶ ἀναμένων προσεχῆ τὴν ἔλευσιν τῆς πρωΐας καὶ τὴν νύκτα τῆς θλίψεως καὶ δοκιμασίας, ἥτις θὰ ἐπακολουθήσῃ.Ἐὰν ζητῇς περισσοτέρας πληροφορίας, δὲν ἔχω πρὸς τὸ παρὸν ἄλλας.Ζήτει ταύτας καὶ μένε πλησίον μου περιμένων αὐτάς.
13 ἐν τῷ δρυμῷ ἑσπέρας κοιμηθήσῃ ἐν τῇ ὁδῷ Δαιδάν. 13 Εις ένα πυκνόν δάσος κατά την εσπέραν θα αναπαυθήτε και θα κοιμηθήτε σεις οι φεύγοντες Δαιδανίται. 13 Εἰς τὸ πυκνὸν δάσος θὰ κοιμηθῇς τὸ ἑσπέρας, φεύγων τὸν κίνδυνον ἀπὸ τῶν εἰσβολέων, ὦ λαέ, ποὺ συνήθως βαδίζεις τὴν ὁδὸν Δαιδάν.
14 εἰς συνάντησιν διψῶντι ὕδωρ φέρετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐν χώρᾳ Θαιμάν, ἄρτοις συναντᾶτε τοῖς φεύγουσι διὰ τὸ πλῆθος τῶν πεφονευμένων 14 Σεις, που κατοικείτε εις την περιοχήν Θαιμάν, εβγάτε εις συνάντησίν των και φέρετε εις αυτούς νερό. Εβγάτε προς συνάντησιν αυτών, που φεύγουν, και φέρετε τους άρτους, δια να τραφούν. Φεύγουν οι Δαιδανίται, διότι πολλοί από αυτούς έχουν φονευθή. 14 Σεῖς, ποὺ κατοικεῖτε εἰς τὴν χώραν θαιμάν, σπεύδοντες εἰς συνάντησιν τοῦ διψῶντος φέρετε πρὸς αὐτὸν ὕδωρ πρὸς κατάσβεσιν τῆς δίψης του· με ἄρτους συναντάτε αὐτούς, οἱ ὁποῖοι φεύγουν πανικόβλητοι διὰ τὸ πλῆθος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν φονευθῇ ἀπὸ τοὺς εἰσβολεῖς,
15 καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν πλανωμένων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῆς μαχαίρας καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν τοξευμάτων τῶν διατεταμένων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν πεπτωκότων ἐν τῷ πολέμῳ. 15 Πλήθος άλλων πλανώνται εις αγνώστους περιοχάς. Πολυάριθμοι έχουν πέσει εν στόματι μαχαίρας. Αλλοι έχουν διατρυπηθή από τα πολυάριθμα βέλη των καλοτεντομένων τόξων. Και έτσι ο αριθμός των φονευθέντων κατά τον πόλεμον είναι μεγάλος. 15 καὶ διὰ τὸ πλῆθος ἐκείνων, ποὺ περιπλανῶνται εἰς ἄγνωστα μέρη μεταδίδοντες τὸν πανικόν, καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν χρησιμοποιουμένων εἰς σφαγὴν μαχαιρῶν καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν βελῶν, ποὺ ἀπὸ τόξα τεντωμένα ἐκσφενδονιζονται, καὶ διὰ τὸ πλῆθος αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πέσει νεκροὶ κατὰ τὸν πόλεμον.
16 διότι οὕτως εἶπέ μοι Κύριος· ἔτι ἐνιαυτὸς ὡς ἐνιαυτὸς μισθωτοῦ, ἐκλείψει ἡ δόξα τῶν υἱῶν Κηδάρ, 16 Αυτά δε συμβαίνουν, διότι έτσι μου τα απεκαλυψεν ο Κυριος. Μετά ένα ακριβώς έτος πλήρες, όπως προσμετράται από τον μισθωτόν άνθρωπον, θα εξαφανισθή η δόξα των κατοίκων της Κηδάρ. 16 Συμβαίνουν δὲ αὐτά, διότι ἔτσι μου εἶπεν ὁ ἀψευδὴς Κύριος: Ἀκόμη ἕνας χρόνος, μετρημένος ἐπακριβῶς σὰν ἀπὸ μισθωτόν, καὶ θὰ ἐκλείψῃ ἡ δόξα τῶν ἀπογόνων τοῦ Κηδάρ.
17 καὶ τὸ κατάλοιπον τῶν τοξευμάτων τῶν ἰσχυρῶν υἱῶν Κηδὰρ ἔσται ὀλίγον, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραὴλ ἐλάλησεν. 17 Αυτοί δέ που θα απομείνουν από τους επιδεξίους τοξότας, απόγονοι του Κηδάρ, θα είναι ολίγοι, διότι ο Κυριος ο Θεός του Ισραήλ απεκάλυψε τα μελλοντικά αυτά γεγονότα, τα οποία ασφαλώς και βεβαίως θα πραγματοποιηθούν”. 17 Καὶ αὐτοί, ποὺ θὰ ἀπομείνουν ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ ἐπιδεξίους τοξότας ἀπογόνους τοῦ Κηδάρ, θὰ εἶναι ὀλίγοι, διότι Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἐλάλησε καὶ ἐβεβαίωσε τοῦτο καὶ δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ.