Παρασκευή, 24 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:09
Δύση: 20:37
Σελ. 16 ημ.
145-221
16ος χρόνος, 5942η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 47 (ΜΖ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΤΑΒΗΘΙ, κάθισον ἐπὶ τὴν γῆν, παρθένος, θυγάτηρ Βαβυλῶνος, εἴσελθε εἰς τὸ σκότος, θυγάτηρ Χαλδαίων, ὅτι οὐκέτι προστεθήσῃ κληθῆναι ἁπαλὴ καὶ τρυφερά. 1 Κατέβα από την δόξαν σου, κυλίσου στο χώμα, Βαδυλών, πόλις που μέχρι σήμερα δεν επατήθης από τους εχθρούς σου. Εμπα στο σκοτάδι της θλίψεως, πόλις κατοικουμένη από Χαλδαίους, διότι δεν θα είσαι πλέον και δεν θα ονομάζεσαι καλομαθημένη και τρυφερά. 1 Κατέβα, κάθισε εἰς τὸ χῶμα, ὦ ἀπάτητε καὶ ἀμόλυντε ἀπὸ ἐχθροὺς μέχρι τοῦδε πόλις τῆς Βαβυλῶνος.Ἔμβα εἰς τὸ σκοτάδι τῆς θλίψεως, διὰ νὰ μὴ φαίνεσαι πλέον σύ, ὦ πόλις κατοικουμένη ἀπὸ τοὺς Χαλδαίους, διότι δὲν θὰ ἐξακολουθῇς πλέον νὰ καλῆσαι ἁπαλὴ καὶ τρυφερά.
2 λάβε μύλον, ἄλεσον ἄλευρον, ἀποκάλυψαι τὸ κατακάλυμμά σου, ἀνακάλυψαι τὰς πολιάς, ἀνάσυρε τὰς κνήμας, διάβηθι ποταμούς· 2 Σαν δούλη πλέον πάρε εις τα χέριά σου τον χειρόμυλον, άλεσε το σιτάρι και κάμε το αλεύρι, βγάλε το κάλυμμα της κεφαλής σου και φανέρωσε πλέον τα άσπρα μαλλιά σου· ανάσυρε το ιμάτιόν σου, που σκεπάζει τα πόδια σου, και πέρασε ποταμούς. 2 Λάβε μύλον καὶ ἄλεσε ὡς δούλη ἄλευρον, ἀφαίρεσε τὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς σου, φανέρωσε τὰς λευκὰς τρίχας της, σήκωσε τὸ φόρεμά σου, ὥστε νὰ φανοῦν αἱ κνῆμαι σου, καὶ πέρασε μὲ γυμνὰ τὰ πόδια σου ποταμούς.
3 ἀνακαλυφθήσεται ἡ αἰσχύνη σου, φανήσονται οἱ ὀνειδισμοί σου· τὸ δίκαιον ἐκ σοῦ λήψομαι, οὐκέτι μὴ παραδῶ ἀνθρώποις. 3 Θα ξεσκεπασθή ο,τι προκαλεί την έντροπήν σου, θα φανούν οι εξευτελισμοί σου, θα πάρω από σε ο,τι είναι δίκαιον εις αποκατάστασιν της δικαιοσύνης. Δεν θα σε παραδώσω πλέον εις ανθρώπους, να σε τιμωρήσουν, διότι εγώ θα είμαι ο τιμωρός σου. 3 Θὰ ξεσκεπασθῇ ὅ,τι προκαλεῖ τὴν ἐντροπήν σου καὶ μὲ ἐπιμέλειαν πολλὴν τὸ σκεπάζεις· θὰ φανοῦν οἱ ὀνειδισμοί σου καὶ θὰ ἐκτεθῇς εἰς κοινὴν περιφρόνησιν θὰ λάβω ἀπὸ σὲ ὅ,τι εἶναι δίκαιον, τιμωρῶν τὰς ἀδικίας σου· δὲν θὰ σὲ παραδώσω πλέον εἰς ἀνθρώπους νὰ σὲ τιμωρήσουν.
4 εἶπεν ὁ ρυσάμενός σε Κύριος σαβαώθ, ὄνομα αὐτῷ ἅγιος ᾿Ισραήλ· 4 Ω ισραηλίται, αυτά είπεν ο σωτήρ σας, ο Κυριος ο παντοκράτωρ, αυτός του οποίου το όνομα είναι ο άγιος Θεός του Ισραήλ. 4 Εἶπεν ὁ ἐπανειλημμένως εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ τώρα ἐλευθερώσας σέ, ὦ Ἰσραήλ, Κύριος τῶν δυνάμεων, τοῦ Ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι ὁ ἅγιος Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ:
5 κάθισον κατανενυγμένη, εἴσελθε εἰς τὸ σκότος, θυγάτηρ Χαλδαίων, οὐκέτι μὴ κληθήσῃ ἰσχὺς βασιλείας. 5 Καθισε, λοιπόν, Βαδυλών, θυγάτηρ των Χαλδαίων, συντετριμμένη και πονεμένη. Εμπα στο σκοτάδι της ανυπαρξίας και αφανείας, διότι ποτέ πλέον δεν θα αναγνωριοθή εις σε βασιλική εξουσία. 5 Κάθισε μελαγχολικὴ καὶ σιωπηλή, ἔμβα εἰς ἀφάνειαν καὶ βαθεῖαν θλῖψιν, ὦ Βαβυλών, θυγάτηρ τῶν Χαλδαίων.Οὐδέποτε πλέον θὰ ὀνομασθῇς δύναμις καὶ κυρίαρχος βασιλείων πολλῶν.
6 παρωξύνθην ἐπὶ τῷ λαῷ μου, ἐμίανας τὴν κληρονομίαν μου· ἐγὼ ἔδωκα αὐτοὺς εἰς τὴν χεῖρά σου, σὺ δὲ οὐκ ἔδωκας αὐτοῖς ἔλεος, τοῦ πρεσβυτέρου ἐβάρυνας τὸν ζυγὸν σφόδρα. 6 Ωργίσθην εγώ εναντίον του λαού μου δια τας αμαρτίας του, συ όμως εβεβήλωσας την κληρονομίαν μου. Εγώ τους παρέδωσα εις τα χέρια σου, δια να τιμωρηθούν και παιδαγωγηθούν. Συ όμως εφάνης σκληρά απέναντι των· δεν τους έδειξες κάποιαν ευσπλαγχνίαν και συγκατάβασιν. Και αυτού ακόμη του γεροντοτέρου κατέστησας πολύ βαρύν τον ζυγόν της δουλείας. 6 Ὠργίσθην κατὰ τοῦ λαοῦ μου, σὺ δὲ ἐβεβήλωσες καὶ μετεχειρίσθης ὡς μολυσμένον τὸν λαὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι κληρονομία μου.Ἐγὼ τοὺς παρέδωκα εἰς τὴν χεῖρα σου διὰ νὰ παιδαγωγηθοῦν, σὺ ὅμως δὲν ἔδειξες πρὸς αὐτοὺς εὐσπλαγχνίαν οὔτε ἔλεος· καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ γεροντοτέρου κατέστησες τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας πάρα πολὺ βαρύν.
7 καὶ εἶπας· εἰς τὸν αἰῶνα ἔσομαι ἄρχουσα· οὐκ ἐνόησας ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ σου, οὐδὲ ἐμνήσθης τὰ ἔσχατα. 7 Και εν τη αλαζονεία σου είπες· Εγώ θα είμαι πάντοτε άρχουσα και κυρίαρχος εις αιώνα τον άπαντα. Δεν εσκέφθης ποτέ, δεν επέρασαν από τον νουν σου αυτά, που τώρα πάσχεις. Δεν έλαβες ύπ' όψιν σου τα τελευταία σου. 7 Καὶ εἶπες: Αἰωνίως θὰ εἶμαι ἄρχουσα τῶν βασιλείων.Δὲν ἐσκέφθης μὲ τὴν καρδιά σου καὶ δὲν ἐπέρασαν ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν σου αὐτά, ποὺ σοῦ συμβαίνουν τώρα, οὔτε ἦλθαν εἰς τὴν διάνοιάν σου ποτὲ αὐτά, ποὺ συνέβησαν τελικῶς.
8 νῦν δὲ ἄκουε ταῦτα, ἡ τρυφερά, ἡ καθημένη πεποιθυῖα, ἡ λέγουσα ἐν καρδίᾳ αὐτῆς· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα· οὐ καθιῶ χήρα οὐδὲ γνώσομαι ὀρφανίαν. 8 Τωρα όμως άκουσε αυτά που θα σου πω. Συ, η τρυφερά και φιλήδονος, η οποία εκάθησο γεμάτη αυτοπεποίθησιν και έλεγες μέσα εις την κάρδιάν σου· Εγώ είμαι μόνον και δεν υπάρχει άλλη ώσαν εμέ. Δεν θα μείνω ποτέ χήρα και εγκαταλελειμμένη, δεν θα γνωρίσω, τι θα πη ορφάνεια και ατεκνία. 8 Τώρα δὲ ἄκουσε αὐτὰ ποὺ θὰ σοῦ εἶπω, σὺ ἡ κακομαθημένη καὶ φιλήδονος, ἡ ὁποία ἐκάθησο γεμάτη αὐτοπεποίθησιν, ἡ ὁποία ἔλεγες μέσα εἰς τὴν καρδίαν σου: Ἐγὼ εἶμαι μόνον καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη· δὲν θὰ καθήσω ποτὲ χήρα, οὔτε θὰ γνωρίσω ποτὲ στέρησιν τῶν παιδιῶν μου.
9 νῦν δὲ ἥξει ἐπὶ σὲ τὰ δύο ταῦτα ἐξαίφνης ἐν ἡμέρᾳ μιᾶ· ἀτεκνία καὶ χηρεία ἥξει ἐξαίφνης ἐπὶ σὲ ἐν τῇ φαρμακείᾳ σου, ἐν τῇ ἰσχύϊ τῶν ἐπαοιδῶν σου σφόδρα, 9 Και όμως ιδού, ότι αυτά τα δύο θα επέλθουν αιφνιδίως εναντίον σου εις μίαν μόνην ημέραν, ατεκνία και χηρεία· θα έλθη έξαφνα εις σέ, καθ ον χρόνον θα ζητής ασφάλειαν και προστασίαν από την μαγείαν σου, από την μεγάλην, τάχα, δύναμιν των μάγων σου και των γητευμάτων των. 9 Τώρα ὅμως θὰ ἔλθουν ἐπάνω σου τὰ δύο αὐτὰ αἰφνιδίως εἰς μίαν ἡμέραν.Ἡ ἀτεκνία καὶ ἡ χηρεία θὰ ἔλθουν αἰφνιδίως ἐπὶ σοῦ, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ζητῇς νὰ ἀσφαλισθῇς ἀπὸ αὐτὰ μὲ τὴν μαγείαν, μὲ τὴν δύναμιν τὴν μεγάλην τῶν μάγων καὶ γοήτων σου,
10 τῇ ἐλπίδι τῆς πονηρίας σου· σὺ γὰρ εἶπας· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα. γνῶθι, ὅτι ἡ σύνεσις τούτων καὶ ἡ πορνεία σου ἔσται σοι αἰσχύνη. καὶ εἶπας τῇ καρδίᾳ σου· ἐγώ εἰμι, καὶ οὐκ ἔστιν ἑτέρα. 10 Επάνω εις τας ψευδείς ελπίδας που σου εδιδεν η πονηρία σου, συ είπες· Εγώ είμαι, δεν υπάρχει καμμία άλλη ώσαν εμέ, ωραία και ισχυρά. Μαθε, λοιπόν, ότι η σύνεσις από τας μαγείας αυτάς και τους μάγους και η άμαρτωλότης σου θα αποβούν εις καταισχύνην σου. Συ όμώς είπες αλαζονικώς από μέσα σου· Εγώ είμαι· δεν υπάρχει άλλη. 10 καὶ καθ’ ὂν χρόνον ἤλπιζες καὶ εἶχες πεποίθησιν εἰς τὴν πονηρίαν καὶ τὰ ἐγκλήματά σου.Διότι σὺ εἶπες: Ἐγὼ καὶ μόνον εἶμαι καὶ δὲν εἶναι καμμία ἄλλη ἐκτὸς ἐμοῦ.Μάθε λοιπὸν ὅτι ἡ σύνεσις καὶ ἡ σοφία ἡ ἐκ τῶν μαγειῶν καὶ γοητειῶν σου καὶ ἡ ἀποστασία σου ἀπὸ τὸν ἀληθινὸν Θεὸν θὰ ἀποβοῦν εἰς καταισχύνην σου, διότι ὅλαι αἱ ἐλπίδες σου θὰ διαψευσθοῦν.Καὶ πλανωμένη οἰκτρῶς εἶπες μέσα εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου: Ἐγὼ εἶμαι καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη.
11 καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ἀπώλεια, καὶ οὐ μὴ γνῷς, βόθυνος, καὶ ἐμπεσῇ εἰς αὐτόν· καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ταλαιπωρία, καὶ οὐ μὴ δυνήσῃ καθαρὰ γενέσθαι· καὶ ἥξει ἐπὶ σὲ ἐξ ἀπίνης ἀπώλεια, καὶ οὐ μὴ γνῷς. 11 Θα έπελθη εναντίον σου όλεθρος, πριν καν προλάβης να τον αντιληφθής. Βοθρος θα άνοιξη ενώπιόν σου και θα πέσης μέσα εις αυτόν. Μεγάλη ταλαιπωρία θα εκσπάση επί της κεφαλής σου και δεν θα κατορθώσης, να απαλλαγής από αυτήν. Εξαφνα θα επέλθη εναντίον σου η καταστροφή, χωρίς καν να προλάβης να την αντιληφθής. 11 Καὶ θὰ ἔλθῃ ἄνωθεν ἐπὶ σοῦ καταστροφή· καὶ δὲν θὰ γνωρίσῃς αὐτήν, διότι θὰ ἐπέλθῃ ἔξαφνα· θὰ ἀνοίξῃ βόθρος βαθύς, καὶ θὰ πέσῃς μέσα εἰς αὐτόν.Καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἐπὶ σοῦ ταλαιπωρία, καὶ δὲν θὰ δυνηθῇς νὰ καθαρισθῇς ἀπὸ τὴν ἐνοχήν σου, ὥστε νὰ ἀποτρέψῃς τὴν ταλαιπωρίαν ταύτην.Καὶ θὰ ἔλθῃ ἐπὶ σοῦ αἰφνιδίως καταστροφή, καὶ δὲν θὰ προγνωρίσῃς ταύτην.
12 στῆθι νῦν ἐν ταῖς ἐπαοιδαῖς σου καὶ ἐν τῇ πολλῇ φαρμακείᾳ σου, ἃ ἐμάνθανες ἐκ νεότητός σου, εἰ δυνήσῃ ὠφεληθῆναι. 12 Σταμάτησε, λοιπόν, τώρα τας μαγείας και τας πολλάς γοητείας σου, τας οποίας εκ νεότητάς σου έμαθες, μήπως και ημπορέσης να ωφεληθής και σωθής. 12 Στηρίξου τώρα καὶ μεῖνε εἰς τὰς μαγικάς σου ἐπικλήσεις καὶ εἰς τὴν περισσὴν χρῆσιν τῶν μαγικῶν τεχνῶν σου, εἰς ὅλα αὐτὰ ποὺ ἐμάνθανες ἀπὸ τὴν νεότητά σου καὶ ἀπὸ χρόνια πολὺ παλαιά, καὶ θὰ ἴδῃς ἐὰν θὰ δυνηθῇς νὰ ὠφεληθῇς ἐξ αὐτῶν εἰς τὰς συμφοράς σου αὐτάς.
13 κεκοπίακας ἐν ταῖς βουλαῖς σου· στήτωσαν δὴ καὶ σωσάτωσάν σε οἱ ἀστρολόγοι τοῦ οὐρανοῦ, οἱ ὁρῶντες τοὺς ἀστέρας ἀναγγειλάτωσάν σοι τί μέλλει ἐπὶ σὲ ἔρχεσθαι. 13 Πολύ έχεις κοπιάσει εις τας συσκέψεις σου και τας συμβουλάς των μάγων και των αστρολόγων. Ας σταθούν λοιπόν, τώρα, ας σηκωθούν όρθιοι και ας σε σώσουν οι αστρολόγοι του ουρανού, αυτοί ποι παρατηρούν τας κινήσεις των αστέρων και μαντεύουν, τάχα, το μέλλον· ας αναγγείλλουν εις σε τι μέλλει να σου συμβή, τι θα επέλθη εναντίον σου. 13 Ἔχεις κοπιάσει πολὺ μὲ τὰς συμβουλὰς τῶν πολυπληθῶν συμβούλων σου.Ἂς σταθοῦν λοιπόν, ἂς σηκωθοῦν ὄρθιοι καὶ ἂς σὲ σώσουν οἱ ἀστρολόγοι τοῦ οὐρανοῦ.Αὐτοὶ ποὺ παρατηροῦν τὰς κινήσεις τῶν ἀστέρων, ἂς ἀναγγείλουν εἰς σέ, τὶ μέλλει νὰ σοῦ συμβῇ καὶ τί θὰ ἔλθῃ ἐπὶ σοῦ.
14 ἰδοὺ πάντες ὡς φρύγανα ἐπὶ πυρὶ κατακαυθήσονται καὶ οὐ μὴ ἐξέλωνται τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἐκ φλογός· ὅτι ἔχεις ἄνθρακας πυρός, κάθισαι ἐπ᾿ αὐτούς. 14 Ιδού, όλοι αυτοί ώσαν φρύγανα θα κατακαούν επάνω εις την φωτιάν. Δεν θα γλυτώσουν την ζωήν των από την φλόγα του ολέθρου, διότι συ, ω Βαβυλών, θα μεταβληθής εις αναμμένους άνθρακας, δια να καθίσουν επάνω εις αυτούς οι μάγοι και οι αστρολόγοι σου. 14 Ἰδοὺ ὅλοι οἰ ἀστρολόγοι ὡσὰν φρύγανα ἐπὶ πυρὰς θὰ κατακαοῦν καὶ δὲν θὰ γλυτώσουν τὴν ζωήν των ἀπὸ τὴν φλόγα.Διότι θὰ γεμίσῃς, ὦ Βαβυλών, μὲ ἄνθρακας ἀναμμένους καὶ θὰ καθήσῃς μαζὶ μὲ τοὺς ἀστρολόγους σου ἐπάνω εἰς αὐτούς.
15 οὗτοι ἔσονταί σοι βοήθεια, ἐκοπίασας ἐν τῇ μεταβολῇ ἐκ νεότητος, ἄνθρωπος καθ᾿ ἑαυτὸν ἐπλανήθη, σοὶ δὲ οὐκ ἔσται σωτηρία. 15 Αυτό θα είναι το κατάντημα εκείνων, εις την βοήθειαν των οποίων ήλπισες, με τους οποίους κατεπόνησες τον εαυτόν σου από την νεότητά σου. Καθε άνθρωπος, βέβαια, υπόκειται εις πλάνην. Συ όμως επλανήθης τόσον πολύ, ώστε δεν υπάρχει πλέον ελπίς σωτηρίας δια σέ. 15 Αὐτοί, ποὺ οὔτε τοὺς ἑαυτούς των δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ βοηθήσουν, θὰ εἶναι βοήθειά σου! Ἐκοπίασας ἐν τῇ μετ' αὐτῶν ἀναστροφῇ καὶ ἐμπιστοσύνη σου ἀπὸ τὴν νεότητά σου.Κάθε ἄνθρωπος ὑπόκειται εἰς πλάνην καὶ ἐπλανήθη ὡς ἄνθρωπος· σὺ ὅμως ἐπλανήθης τόσον πολύ, ὥστε δὲν θὰ ὑπάρχῃ σωτηρία διὰ σέ.