Παρασκευή, 12 Απριλίου 2024
Ανατ: 06:54
Δύση: 19:58
Σελ. 4 ημ.
103-263
16ος χρόνος, 5900η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 56 (ΝϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· φυλάσσεσθε κρίσιν καὶ ποιήσατε δικαιοσύνην· ἤγγικε γὰρ τὸ σωτήριόν μου παραγίνεσθαι καὶ τὸ ἔλεός μου ἀποκαλυφθῆναι. 1 Αυτά λέγει, ο Κυριος· “προσέξατε και τηρήσατε το δίκαιον, εφαρμόσατε δικαιοσύνην εις την ζωήν σας, διότι πλησιάζει πλέον να έλθη η ημέρα της σωτηρίας, που εγώ θα δώσω, και να φανερωθή εις σας το έλεός μου. 1 Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: Φυλάττετε τὸ δίκαιον καὶ ἀσκεῖτε εἰς τὸν βίον σας δικαιοσύνην πρέπει οὕτω νὰ εἶσθε ἕτοιμοι, διότι πλησιάζει νὰ ἔλθῃ ἡ σωτηρία μου καὶ νὰ φανερωθῇ τὸ διὰ τοῦ Μεσσίου ἔλεός μου.
2 μακάριος ἀνὴρ ὁ ποιῶν ταῦτα καὶ ἄνθρωπος ὁ ἀντεχόμενος αὐτῶν καὶ φυλάσσων τὰ σάββατα μὴ βεβηλοῦν καὶ διατηρῶν τὰς χεῖρας αὐτοῦ μὴ ποιεῖν ἄδικα. 2 Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος, που τηρεί αυτά· ο άνθρωπος, ο οποίος τα κρατεί σταθερά, τηρεί την αργίαν των σαββάτων και δεν τα βεβηλώνει, διατηρεί και κρατεί τας χείρας του καθαράς, ώστε να μη πράττη άδικα. 2 Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ποιεῖ ταῦτα, καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ κρατεῖται στερεὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ φυλάσσει τὴν ἀργίαν τῶν Σαββάτων, ὥστε νὰ μὴ βεβηλώνῃ ταῦτα, καὶ ὁ ὁποῖος διατηρεῖ τὰς χεῖρας του καθαράς, ὥστε νὰ μὴ πράττῃ ἄδικα.
3 μὴ λεγέτω ὁ ἀλλογενὴς ὁ προσκείμενος πρὸς Κύριον· ἀφοριεῖ με ἄρα Κύριος ἀπὸ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ· καὶ μὴ λεγέτω ὁ εὐνοῦχος ὅτι ξύλον ἐγώ εἰμι ξηρόν. 3 Ας μη είπη ο αλλοεθνής, ο μη Ιουδαίος, ο οποίος εν τούτοις ευρίσκεται πλησίον του Κυρίου· θα με ξεχωρίση, λοιπόν, και θα με απομακρύνη ο Κυριος από τον λαόν του. Και αυτός ακόμη ο ευνούχος, ας μη είπη θλιμμένος και μελαγχολικός· “Είμαι ξηρόν και άκαρπον δένδρον εγώ”. 3 Ἂς μὴ λέγῃ ὁ ἀλλογενὴς καὶ ἐθνικός, ὁ εὑρισκόμενος πλησίον τοῦ Θεοῦ: Θὰ μὲ ἀφορίσῃ καὶ θὰ μὲ ἀπομακρύνῃ λοιπὸν ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν λαόν Του.Καὶ ἂς μὴ λέγῃ περίλυπος ὁ εὐνοῦχος: Ἐγὼ εἶμαι δένδρον ξηρὸν καὶ ἄκαρπον.
4 τάδε λέγει Κύριος τοῖς εὐνούχοις· ὅσοι ἂν φυλάξωνται τὰ σάββατά μου καὶ ἐκλέξωνται ἃ ἐγὼ θέλω καὶ ἀντέχωνται τῆς διαθήκης μου, 4 Αυτά λέγει ο Κυριος στους ευνούχους. Εις εκείνους, οι οποίοι θα τηρήσουν τα σάββατά μου, θα εκλέξουν και θα δεχθούν εκείνα, τα οποία εγώ θέλω και θα κρατήσουν στερεά την διαθήκην μου. 4 Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος εἰς τοὺς εὐνούχους: Ὅσοι φυλάξουν τὰ σάββατά μου καὶ ἐκλέξουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα Ἐγὼ θέλω, καὶ κρατήσουν στερεὰ τὴν διαθήκην μου,
5 δώσω αὐτοῖς ἐν τῷ οἴκῳ μου καὶ ἐν τῷ τείχει μου τόπον ὀνομαστὸν κρείττω υἱῶν καὶ θυγατέρων, ὄνομα αἰώνιον δώσω αὐτοῖς καὶ οὐκ ἐκλείψει. 5 “Εγώ θα δώσω εις αυτούς τόπον ονομαστόν, στον ναόν μου και στο τείχος της πόλεώς μου καλύτερον από εκείνον, τον οποίον κρατούν, όσοι έχουν υιούς και θυγατέρας, θα τους δώσω όνομα αιώνιον, το οποίον ουδέποτε θα σβήση η θα λησμονηθή. 5 θὰ δώσω εἰς αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον μου καὶ ἐντὸς τοῦ τείχους τῆς πόλεώς μου τόπον ὀνομαστὸν καὶ διακεκριμένον, καλύτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον καταλαμβάνουν οἱ ἀποκτῶντες υἱοὺς καὶ θυγατέρας· θὰ δώσω εἰς αὐτοὺς ὄνομα ἀλησμόνητον καὶ αἰώνιον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ ἐκλείψῃ.
6 καὶ τοῖς ἀλλογενέσι τοῖς προσκειμένοις Κυρίῳ δουλεύειν αὐτῷ καὶ ἀγαπᾶν τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ εἶναι αὐτῷ εἰς δούλους καὶ δούλας καὶ πάντας τοὺς φυλασσομένους τὰ σάββατά μου μὴ βεβηλοῦν καὶ ἀντεχομένους τῆς διαθήκης μου, 6 Και τους αλλοεθνείς, τους μη Ιουδαίους, οι οποίοι ευρίσκονται κοντά στον Κυριον θα τον υπηρετούν και να αγαπούν το όνομα του Κυρίου, να είναι εις αυτόν πιστοί δούλοι και δούλαι και εις όλους εκείνους, που τηρούν την εντολήν του Σαββάτου, ώστε να μη το βεβηλώνουν, και οι οποίοι κρατούν στερεά την διαθήκην μου, 6 Καὶ εἰς τοὺς ἀλλογενεῖς, τοὺς μὴ Ἰουδαίους, οἵτινες εὑρίσκονται πλησίον τοῦ Κυρίου διὰ νὰ ὑπηρετοῦν Αὐτὸν καὶ νὰ ἀγαποῦν τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ εἶναι δοῦλοι του καὶ δοῦλαι του, καὶ εἰς ὅλους τοὺς φυλάσσοντας τὴν ἐντολὴν τοῦ Σαββάτου, ὥστε νὰ μὴ μολύνουν αὐτό, καὶ οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται στερεὰ ἀπὸ τὴν διαθήκην μου, θὰ δώσω τὰ ἑξῆς:
7 εἰσάξω αὐτοὺς εἰς τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου καὶ εὐφρανῶ αὐτοὺς ἐν τῷ οἴκῳ τῆς προσευχῆς μου· τὰ ὁλοκαυτώματα αὐτῶν, καὶ αἱ θυσίαι αὐτῶν ἔσονται δεκταὶ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου μου· ὁ γὰρ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν, 7 αυτούς εγώ θα τους οδηγήσω και θα τους εισαγάγω εις το άγιόν μου όρος. Θα τους ευφράνω στον οίκον της προσευχής μου, στον ναόν μου. Τα ολοκαυτώματά των και αι άλλαι θυσίαι των, θα είναι ευαρέστως δεκταί επάνω στο θυσιαστήριόν μου. Διότι ο οίκος μου θα αγνωρισθή και θα διακηρυχθή οίκος προσευχής δι' όλα ανεξαιρέτως τα έθνη”. 7 Θὰ εἰσαγάγω αὐτοὺς εἰς τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου, τὴν πνευματικὴν καὶ ἁγίαν μου Ἱερουσαλήμ, καὶ θὰ εὐφράνω αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον τῆς προσευχῆς μου· τὰ ὁλοκαυτώματά των καὶ αἱ πνενματικαί των θυσίαι θὰ εἶναι δεκταὶ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου μου· διότι ὁ οἶκός μου θὰ ὀνομασθῇ οἶκος προσευχῆς δι’ ὅλα τὰ ἔθνη.
8 εἶπε Κύριος ὁ συνάγων τοὺς διεσπαρμένους ᾿Ισραήλ, ὅτι συνάξω ἐπ᾿ αὐτὸν συναγωγήν. - 8 Αυτά είπεν ο Κυριος, ο οποίος συγκεντρώνει τους ανά τα έθνη διεσκορπισμένους ισρσηλίτας, ότι στον συγκεντρωθέντα νέον Ισραήλ θα συναθροίση και άλλο πλήθος ανθρώττων από τα διάφορα έθνη. 8 Εἶπεν ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος συνάγει τοὺς διεσκορπισμένους τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ: Θὰ συναθροίσω ἐπὶ τὸν ἐπισυναχθέντα τοῦτον νέον Ἰσραὴλ καὶ ἄλλην συναγωγὴν ἐξ ἐθνικῶν συγκαταριθμουμένων εἰς αὐτόν.
9 Πάντα τὰ θηρία τὰ ἄγρια, δεῦτε φάγετε, πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ. 9 Ολα τα άγρια θηρία, όλα τα θηρία του δάσους, λαοί εθνών, ελάτε σεις να φάγετε τα αγαθά μου αντί του απειθούντος ισραηλιτικου λαού. 9 Ὅλοι οἱ πρὸς ἄγρια θηρία ὁμοιάζοντες ἐθνικοί, ἔλθετε, φάγετε τιμωροῦντες τὸν ἀπειθῆ Ἰσραήλ, ὅλα τὰ θηρία τοῦ πυκνοῦ δάσους.
10 ἴδετε ὅτι ἐκτετύφλωνται πάντες, οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι, πάντες κύνες ἐνεοί, οὐ δυνήσονται ὑλακτεῖν, ἐνυπνιαζόμενοι κοίτην, φιλοῦντες νυστάξαι. 10 'Ιδετε ότι όλοι οι Ισραηλίται έχουν ψυχικώς τυφλωθή. Δεν ηθέλησαν να αποκτήσουν ορθήν γνώσιν και σύνεσιν. Ολοι, μάλιστα οι άρχοντες των, είναι κύνες με ανοικτόν και άφωνον το στόμα των. Δεν ημπορούν να γαυγίσουν εναντίον των εχθρών των. Κοιμώνται και βλέπουν όνειρα, αγαπούν τον νυσταγμόν και τον ύπιον. 10 Ἴδετε ὅτι ὅλοι οἰ ἄρχοντες ἔχουν τυφλωθῆ, δὲν ἐγνώρισαν σύνεσιν καὶ φρόνησιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον των ἔναντι τῶν κινδύνων τοῦ ποιμνίου.Ὅλοι εἶναι κύνες ἄφωνοι, δὲν δύνανται νὰ γαυγίσουν κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἐπισημαίνοντες τὸν ἐξ αὐτῶν κίνδυνον, εἰς τὴν κοίτην των κοιμώμενοι καὶ ἐνυπνιαζόμενοι, ἀγαπῶντες νὰ νυστάζουν καὶ νὰ κοιμῶνται.
11 καὶ οἱ κύνες ἀναιδεῖς τῇ ψυχῇ, οὐκ εἰδότες πλησμονήν· καί εἰσι πονηροὶ οὐκ εἰδότες σύνεσιν, πάντες ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν ἐξηκολούθησαν, ἕκαστος κατὰ τὸ ἑαυτοῦ. 11 Οι αρχηγοί, ιδία του Ισραήλ, είναι αναιδείς όπως οι κύνες. Απληστοι, δεν γνωρίζουν χορτασμόν. Είναι πονηροί, δεν γνωρίζουν και δεν έχουν ορθοφροσύνην και συνεσιν. Ολοι εξακολουθούν να βαδίζουν τους δρόμους της διεφθαρμένης αυτών ζωής, ο καθένας σύμφωνα προς το συμφέρον του και τας αμαρτωλάς του διαθέσεις. 11 Καὶ οἱ κύνες οὗτοι εἶναι ἀναίσχυντοι ψυχικῶς, μὴ γνωρίζοντες χορτασμόν.Καὶ εἶναι πονηροί, μὴ γνωρίζοντες σύνεσιν καὶ φρόνησιν, ἀναγκαίαν καὶ ἀπαραίτητον διὰ νὰ ποιμάνῃ τις λογικὸν ποίμνιον· ὅλοι ἐξηκολούθησαν νὰ βαδίζουν καὶ νὰ συμπεριφέρωνται κατὰ τὸν διεφθαρμένον τρόπον τῆς ζωῆς των, ἕκαστος σύμφωνα μὲ τὸ συμφέρον του.