Τρίτη, 28 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:07
Δύση: 20:40
Σελ. 20 ημ.
149-217
16ος χρόνος, 5946η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΗΣΑΪΑΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 (Κ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΤΟΥ ἔτους οὗ εἰσῆλθεν Τανάθαν εἰς ῎Αζωτον, ἡνίκα ἀπεστάλη ὑπὸ ᾿Αρνᾶ βασιλέως ᾿Ασσυρίων καὶ ἐπολέμησε τὴν ῎Αζωτον καὶ ἔλαβεν αὐτήν, 1 Κατά το έτος κατά το οποίον εισήλθεν ο Τανάθαν εις Αζωτον, όταν είχεν αποσταλή από τον Αρνά βασιλέα των Ασσυρίων και επολέμησε την Αζωτον, την οποίαν και κατέλαβε, 1 Κατὰ τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν ὁ στρατηγὸς Τανάθαν εἰς τὴν πόλιν τῶν Φιλισταίων Ἄζωτον, ὅταν ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Ἀρνᾶν, βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων, καὶ ἐπολέμησε τὴν Ἄζωτον καὶ κατέλαβεν αὐτήν,
2 τότε ἐλάλησε Κύριος πρὸς ᾿Ησαΐαν υἱὸν ᾿Αμὼς λέγων· πορεύου καὶ ἄφελε τὸν σάκκον ἀπὸ τῆς ὀσφύος σου καὶ τὰ σανδάλιά σου ὑπόλυσαι ἀπὸ τῶν ποδῶν σου· καὶ ποίησον οὕτως πορευόμενος γυμνὸς καὶ ἀνυπόδετος. 2 τότε μίλησε ο Κυριος προς τον Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς, και επε· “πήγαινε λύσε από την μέσην σου και βγάλε τον τρίχινον σάκκον, που φορείς, όπως επίσης, να λύσης και σανδάλια από τους πόδας σου. Πράξε έτσι και βάδιζε γυμνός και ανυπόδητος”. 2 τότε ἐλάλησεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν ἡσαΐαν, τὸν υἱὸν τοῦ Ἀμώς, καὶ τοῦ εἶπε: Πήγαινε καὶ ἀφαίρεσε τὸ τρίχινον ἔνδυμα ποὺ φορεῖς, λύνων αὐτὸ ἀπὸ τὴν ὀσφύν σου, καὶ λύσε τὰ σανδάλιά σου ἀπὸ τοὺς πόδας σου.Καὶ κάμε ἔτσι, ὅπως σοῦ εἶπα, βαδίζων γυμνὸς καὶ ξυπόλυτος διὰ μέσου τῆς Ἱερουσαλήμ.
3 καὶ εἶπε Κύριος· ὃν τρόπον πεπόρευται ὁ παῖς μου ῾Ησαΐας γυμνὸς καὶ ἀνυπόδετος τρία ἔτη, τρία ἔτη ἔσται εἰς σημεῖα καὶ τέρατα τοῖς Αἰγυπτίοις καὶ Αἰθίοψιν· 3 Κοττόπιν ο Κυριος προσέθεσε και είπε· “όπως έχει πορευθή ο δούλος μου ο Ησαΐας γυμνός και ανυπόδητος επί τρία έτη, έτσι επί τρία έτη θα γίνουν σημεία και τέρατα στους Αἰγυπτίους και τους Αιθίοπας. 3 Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος: Καθ’ ὃν τρόπον ὁ δοῦλος μου Ἡσαΐας ἔχει πορευθῇ γυμνὸς καὶ ἀνυπόδητος ἐπὶ τρία ἔτη, ἐπὶ τρία ἔτη θὰ γίνουν σημεῖα καὶ τέρατα εἰς τοὺς Αἰγυπτίους καὶ τοὺς Αἰθίοπας.
4 ὅτι οὕτως ἄξει βασιλεὺς ᾿Ασσυρίων τὴν αἰχμαλωσίαν Αἰγύπτου καὶ Αἰθιόπων, νεανίσκους καὶ πρεσβύτας, γυμνοὺς καὶ ἀνυποδέτους, ἀνακεκαλυμμένους τὴν αἰσχύνην Αἰγύπτου. 4 Θα συμβούν δε αυτά, διότι ο δασιλεύς των 'Ασουριων θα πάρη και θα οδήγηση αιχμαλώτους γυμνούς και ανυποδήτους τους Αιγυπτίους και τους Αιθίοπας, νέους και γέροντας. Οι Αιγύπτιοι μάλιστα θα έχουν ξεσκεπασμένα τα μέλη του σώματός των, που προκαλούν εντροπήν. 4 Θὰ συμβοῦν δὲ τέρατα καὶ σημεῖα εἰς τοὺς Αἰγυπτίους, διότι ἔτσι, ὅπως γυμνὸς περιπατεῖ ὁ Ἡσαΐας, θὰ ὁδηγήσῃ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἀσσυρίων τοὺς αἰχμαλώτους τῆς Αἰγύπτου καὶ τῶν Αἰθιόπων, τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς γέροντας, γυμνοὺς καὶ ἀνυποδήτους, μὲ ξεσκέπαστα τὰ ὀπίσθιά των εἰς καταισχύνην τῆς Αἰγύπτου.
5 καὶ αἰσχυνθήσονται ἡττηθέντες οἱ Αἰγύπτιοι ἐπὶ τοῖς Αἰθίοψιν, ἐφ᾿ οἷς ἦσαν πεποιθότες οἱ Αἰγύπτιοι, ἦσαν γὰρ αὐτοῖς δόξα. 5 Οι Αιγύπτιοι μάλιστα, οι οποίοι εστήριζαν την πεποίθησίν των στους Αιθίοπας και τους εθεωρούσαν δόξαν ιδικήν των, θα νικηθούν από τους Ασσυρίους και θα κατεντρο-πιασθούν. 5 Καὶ θὰ ἐντροπιασθοῦν νικηθέντες οἱ Αἰγύπτιοι διὰ τοὺς Αἰθίοπας, εἰς τοὺς ὁποίους ἐστήριζον τὴν πεποίθησίν των, διότι οἱ Αἰθίοπες ἦσαν διὰ τὴν ἀνδρείαν των δόξα καὶ καύχημα εἰς τοὺς Αἰγυπτίους.
6 καὶ ἐροῦσιν οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἦμεν πεποιθότες τοῦ φυγεῖν εἰς αὐτοὺς εἰς βοήθειαν, οἳ οὐκ ἠδύναντο σωθῆναι ἀπὸ βασιλέως ᾿Ασσυρίων· καὶ πῶς ἡμεῖς σωθησόμεθα; 6 Κατάπληκτοι δε εκείνοι, που κατοικούν την νήσον αυτήν, θα είπουν· “Ιδού, και ημείς είχαμεν στηρίξει την πεποίθησίν μας στους Αιγυπτίους και προς αυτούς ηθέλαμεν να καταφύγωμεν ζητούντες βοήθειαν, αλλά οι Αιγύπτιοι δεν ημπόρεσαν να σωθούν οι ίδιοι από τους 'Ασσυριους. Πως λοιπόν θα σώσουν ημάς;” 6 Καὶ θὰ εἶπουν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην αὐτοὶ ποὺ κατοικοῦν τὴν χώραν ταύτην τῆς Παλαιστίνης, τῆς ὁποίας τὴν δυτικὴν πλευρὰν διαβρέχει ὡς ἄλλης νήσου ἡ θάλασσα: Ἰδοὺ ἠμεῖς εἴχομεν πεποίθησιν νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτούς, ὅπως μᾶς βοηθήσουν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν Ἀσσυρίων· καὶ πῶς τώρα θὰ σωθῶμεν ἡμεῖς;