Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (Ζ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΠΟΤΕΡΟΝ οὐχὶ πειρατήριόν ἐστιν ὁ βίος ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὥσπερ μισθίου αὐθημερινοῦ ἡ ζωὴ αὐτοῦ; 1 Τι λοιπόν; Τοπος δοκιμασιών και θλίψεων δεν είναι ο βίος του ανθρώπου εδώ εις την γην, και η ζωή του δεν ομοιάζει με την κοπιώδη και ταλαιπωρημένην ζωήν ενός ημερομισθίου εργάτου; 1 Τί ἄραγε φρονεῖτε; Δὲν εἶναι μέσον δοκιμασίας καὶ γεμᾶτος ἀπὸ θλίψεις ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ δὲν ὁμοιάζει ἡ ζωή του πρὸς τὴν ζωὴν ἐργάτου μισθωμένου, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται καθημερινῶς;
2 ἢ ὥσπερ θεράπων δεδοικὼς τὸν Κύριον αὐτοῦ καὶ τετευχὼς σκιᾶς; ἢ ὥσπερ μισθωτὸς ἀναμένων τὸν μισθὸν αὐτοῦ; 2 Η δεν είναι ο άνθρωπος σαν δούλος, που φοβείται τον Κυριον του και ο οποίος κάποιαν στιγμήν ευρήκε μίαν σκιάν, δια να αναπαυθή επ' ολίγον κάτω από αυτήν; Η δεν ομοιάζει με τον ημερομίσθιον εργάτην, ο οποίος περιμένει πότε να περάση η ημέρα της εργασίας του, δια να πάρη τον μισθόν του; 2 Ἢ δὲν ὁμοιάζει ὁ ἄνθρωπος πρὸς δοῦλον, ποὺ φοβεῖται τὸν κύριόν του καὶ κοπιάζει πολὺ διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ, ὅταν δὲ πρὸς στιγμὴν ὁ κύριος ἀπομακρυνθῇ, σπεύδει οὗτος ἐζηντλημένος νὰ ἀναπαυθῇ κάτω ἀπὸ σκιάν, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε καὶ ηὗρεν; Ἢ δὲν ὁμοιάζει πρὸς μισθωτὸν ἐργάτην, ποὺ κοπιάζει ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ περιμένει πότε θὰ περάσῃ αὕτη μαζὶ μὲ τοὺς κόπους της διὰ νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἡμερομίσθιόν του;
3 οὕτως κἀγὼ ὑπέμεινα μῆνας κενούς, νύκτες δὲ ὀδυνῶν δεδομέναι μοί εἰσιν. 3 Ετσι και εγώ επέρασα μήνας πολλούς εις θλίψιν και οδύνην ματαίως αναμένων λύτρωσιν. Νυκτες δε γεμάτες από πόνους μου έχουν δοθή, αντί άλλης παρηγορίας. 3 Ἔτσι καὶ ἐγώ, σὰν τοὺς μοχθοῦντας καὶ μὲ ἀγωνίαν ἀναζητοῦντας ἀνακούφισιν ἐργάτας, ἐπέρασα μὲ ὑπομονὴν μῆνας ὁλοκλήρους χωρὶς ἀνάπαυσιν καὶ χωρὶς αἱ ἐλπίδες μου νὰ ἐπαληθεύσουν, νύκτες δὲ γεμᾶται ἀπὸ πόνους μοῦ ἔχουν δοθῇ ἀντὶ πάσης ἀνακουφίσεως.
4 ἐὰν κοιμηθῶ, λέγω· πότε ἡμέρα; ὡς δ᾿ ἂν ἀναστῶ, πάλιν· πότε ἑσπέρα; πλήρης δὲ γίνομαι ὀδυνῶν ἀπὸ ἑσπέρας ἕως πρωΐ. 4 Οταν πίπτω να κοιμηθώ, λέγω πότε θα έλθη η ημέρα; Οταν δε εγείρωμαι από τον ύπνον, λέγω πάλιν, πότε θα έλθη η εσπέρα; Είμαι γεμάτος από οδύνας από το βράδυ έως το πρωϊ. 4 Δι’ αὐτό, ἐὰν πέσω νὰ κοιμηθῶ κατὰ τὴν νύκτα, λέγω· πότε θὰ ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα, διὰ νὰ ἀνακουφισθῶ κάπως ἀπὸ τοὺς πόνους; Ὅταν δὲ σηκωθῶ τὸ πρωΐ, πάλιν λέγω· πότε θὰ ἔλθῃ ἡ ἑσπέρα διὰ νὰ ἡσυχάσω ὀλίγον; Πλὴν ὅμως γίνομαι γεμᾶτος ἀπὸ πόνους ἀπὸ τὸ βράδυ ἕως τὸ πρωΐ.
5 φύρεται δέ μου τὸ σῶμα ἐν σαπρίᾳ σκωλήκων, τήκω δὲ βώλακας γῆς ἀπὸ ἰχῶρος ξύων. 5 Συμφύρεται και ζυμώνεται το σώμα μου με την σαπίλαν των σκωλήκων. Λυώνω δε σβώλους χώματα από τα αηδή υγρά, που ρέουν εκ των πληγών μου. 5 Ζυμώνεται δὲ τὸ σῶμα μου μὲ σαπίλαν γεμάτην ἀπὸ σκώληκας, ἀπὸ τὸ ὑγρόν, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰς πληγάς μου, τὰς ὁποίας ξύνω, λειώνων τοὺς σβώλους τοῦ χώματος.
6 ὁ δὲ βίος μού ἐστιν ἐλαφρότερος λαλιᾶς, ἀπόλωλε δὲ ἐν κενῇ ἐλπίδι. 6 Η ζωη μου φεύγει πολύ γρήγορα και χάνεται, σαν να ήταν ελαφρότερα από την ομιλίαν του ανθρώπου. Εχάθη μέσα εις ματαίας και απραγματοποίητους ελπίδας. 6 Ἡ ζωή μου δὲ φεύγει γρήγορα, σὰν νὰ ἦταν ἐλαφροτέρα ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἐπέρασε δὲ καὶ πλησιάζει νὰ χαθῇ, χωρὶς καμμιὰ ἐλπίδα.
7 μνήσθητι οὖν ὅτι πνεῦμά μου ἡ ζωὴ καὶ οὐκέτι ἐπανελεύσεται ὀφθαλμός μου ἰδεῖν ἀγαθόν. 7 Ενθυμήσου, λοιπόν, ότι η ζωη μου είναι σαν μία πνοή του ανέμου, που φεύγει γρήγορα. Οταν αποθάνω, δεν πρόκειται πλέον να επανέλθω έδω και να ίδη ο οφθαλμός μου τα αγαθά της γης. 7 Προσβλέπων λοιπόν μὲ οἶκτον εἰς τὸ πλῆθος τῶν πόνων μου, Κύριε, ἐνθυμήσου ὅτι ἡ ζωή μου εἶναι πνοὴ ἀνέμου καὶ φεύγει γρήγορα σὰν αὐτήν, καὶ ὅταν λάβῃ τέλος, δὲν θὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὴν γῆν ὁ ὀφθαλμός μου διὰ νὰ ἴδῃ ἀγαθόν τι καὶ εὐχάριστον.
8 οὐ περιβλέψεταί με ὀφθαλμὸς ὁρῶντός με· οἱ ὀφθαλμοί σου ἐν ἐμοί, καὶ οὐκέτι εἰμὶ 8 Οταν αποθάνω, δεν θα με ίδη και δεν θα με περιεργασθή πλέον οφθαλμός ανθρώπου. Και οι ιδικοί σου οφθαλμοί, Κυριε, όταν με αναζητήσουν, δεν θα με εύρουν εδώ εις την γην. Διότι δεν θα υπάρχω πλέον εις αυτήν. 8 Ὅταν θὰ λάβῃ τέλος ἡ ζωή μου, δὲν θὰ μὶ ἴδῃ οὐδὲ θὰ μὲ περιεργασθῇ πλέον ὀφθαλμὸς ἀνθρώπου· καὶ οἱ ἰδικοί σου, Κύριε, ὀφθαλμοί, ποὺ εἶναι τώρα ἐπάνω μου καὶ μὲ παρακολουθοῦν, δὲν θὰ μὲ βλέπουν πλέον ἐδῶ εἰς τὴν γῆν, διότι δὲν θὰ εἶμαι πλέον εἰς αὐτήν.
9 ὥσπερ νέφος ἀποκαθαρθὲν ἀπ᾿ οὐρανοῦ. ἐὰν γὰρ ἄνθρωπος καταβῇ εἰς ᾄδην, οὐκέτι μὴ ἀναβῇ, 9 Θα ομοιάσω και θα έχω την τύχην του νέφους, το οποίον διαλύεται και εξαφανίζεται τελείως από τον ουρανόν. Διότι, όταν ο άνθρωπος αποθάνη και καταβή στον σκοτεινόν άδην, δεν θα αναβή ποτέ από εκεί. 9 Σὰν τὸ σύννεφον, ποὺ διελύθη καὶ ἐχάθη ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἔτσι χάνεται ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ζώντων καὶ ἐκεῖνος, ποὺ πεθαίνει.Διότι ἐὰν ὁ ἄνθρωπος καταβῇ εἰς τὸν ᾅδήν, δὲν θὰ ἀναβῇ πλέον εἰς τὴν γῆν.
10 οὐδ᾿ οὐ μὴ ἐπιστρέψῃ ἔτι εἰς τὸν ἴδιον οἶκον, οὐδ’ οὐ μὴ ἐπιγνῷ αὐτὸν ἔτι ὁ τόπος αὐτοῦ. 10 Ούτε και θα επιστρέψη πλέον στο σπίτι του, ούτε δε θα τον ίδη ο τόπος, στον οποίον είχε ζήσει και κατοικήσει. 10 Οὔτε θὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι του, οὔτε θὰ τὸν γνωρίσῃ πάλιν ὡς ἐπισκέπτην ὁ τόπος, ποὺ ἔμενε προτήτερα, ὅταν ἔζη ἐπὶ τῆς γῆς.
11 ἀτὰρ οὖν οὐδὲ ἐγὼ φείσομαι τῷ στόματί μου, λαλήσω ἐν ἀνάγκῃ ὤν, ἀνοίξω πικρίαν ψυχῆς μου συνεχόμενος. 11 Τωρα, λοιπόν, και εγώ δεν θα λυπηθώ τα λόγια μου. Δεν θα περιφράξω το στόμα μου. Θα ομιλήσω, εις αυτήν την αγωνίαν της ψυχής ευρισκόμενος. Θα ανοίξω το στόμα μου και θα εκφράσω την πικρίαν της ψυχής μου, από την οποίαν κατέχομαι. 11 Ἀφοῦ λοιπὸν καὶ ἐγὼ πρόκειται ὑπὸ τοῦ προσεγγίζοντος θανάτου νὰ χαθῶ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν ζώντων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ νὰ καταβῶ πικραμένος εἰς τὸν ᾅδην, δὲν θὰ περιορίσω τὸ στόμα μου οὔτε θὰ τσιγγουνευθῶ τοὺς λόγους μου· θὰ ὁμιλήσω στην στενοχώριαν καὶ θλῖψιν ποὺ βρίσκομαι, θὰ ἀνοίξω τὴν καρδίαν μου διὰ νὰ χυθῇ ἔξω ἡ πικρία τῆς ψυχῆς μου.
12 πότερον θάλασσά εἰμι ἢ δράκων, ὅτι κατέταξας ἐπ᾿ ἐμὲ φυλακήν; 12 Μηπως, τάχα, είμαι θάλασσα, της οποίας τα κύματα απειλούν να κατακλύσουν την γην, η είμαι θαλάσσιος δράκων, που απειλεί με καταστροφήν τα ψάρια της θαλάσσης; Ερωτώ, διότι έβαλες επάνω μου σκληράν φρουράν, δια να αγρυπνή εις την συνέχισιν του πόνου και της οδύνης μου. 12 Μήπως εἶμαι θάλασσα, τῆς ὁποίας περιορίζεις τὰ κύματα διὰ νὰ μὴ κατακλύσουν τὴν γῆν καὶ πνίξουν τοὺς κατοίκους της; Ἢ μήπως εἶμαι δράκων καὶ κῆτος τῆς θαλάσσης, ποὺ πρέπει νὰ συγκρατῆται διὰ νὰ μὴ καταβροχθίζῃ ὅλα τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης, Κάμνω τὸ ἐρώτημα αὐτό, διότι ἔβαλες ἐπάνω μου φρουρὰν καὶ σκληρὰν ἐπαγρύπνησιν.
13 εἶπα ὅτι παρακαλέσει με ἡ κλίνη μου, ἀνοίσω δὲ πρὸς ἐμαυτὸν ἰδίᾳ λόγον τῇ κοίτῃ μου. 13 Ενόμισα ότι η κλίνη μου θα κατεπράϋνε και θα παρηγορούσε τους πόνους μου, διότι εκεί στον εαυτόν μου επανερχόμενος και συγκεντρούμενος θα εύρισκα την παρηγορίαν μου. 13 Εἶπα ὅτι θὰ μὲ παρηγορήσω καὶ θὰ μὲ ἀνακουφίσῃ τὸ κρεββάτι μου, θὰ ἀνεβάσω δὲ κατ’ ἰδίαν εἰς τὴν κοίτην μου σκέψεις καὶ συζήτησιν μὲ τὸν ἑαυτόν μου ἀνακουφιστικὴν καὶ εἰρηνικήν.
14 ἐκφοβεῖς με ἐνυπνίοις καὶ ὁράμασί με καταπλήσσεις. 14 Εάν όμως επ' ολίγον κοιμηθώ, με φοβίζεις με τρομακτικά ενύπνια. Με συγκλονίζεις και με συντρίβεις με φοβερούς εφιάλτας. 14 Ἀλλ’ ἐὰν ὑπνώσω στιγμάς τινας, μὲ φοβίζεις μὲ ὄνειρα τρομακτικά, καὶ ὅταν ἐξυπνήσω, μὲ κατατρομάζεις μὲ ὁράματα ἐκφοβιστικά.
15 ἀπαλλάξεις ἀπὸ πνεύματός μου τὴν ψυχήν μου, ἀπὸ δὲ θανάτου τὰ ὀστᾶ μου· 15 Αφαίρεσέ μου την αναπνοήν και απάλλαξέ με από αυτήν την ζωήν μου. Απάλλαξε δε από αυτόν τον καθημερινόν οδυνηρόν θάνατον τα κύκκαλά μου. 15 Ἁπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν ζωήν μου διὰ τοῦ πνιγμοῦ καὶ τῆς δυσπνοίας, ποὺ μοῦ φέρνει συχνὰ ἡ ἀρρώστιά μου, ἁπάλλαξε δὲ διὰ τοῦ θανάτου καὶ τὰ ὀστᾶ μου, τὰ ὁποῖα πονοῦν καὶ ἐξασθενοῦν μὲ τὰς ἐπ’ αὐτῶν σαπιζομένας σάρκας μου.
16 οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα ζήσομαι, ἵνα μακροθυμήσω· ἀπόστα ἀπ᾿ ἐμοῦ, κενὸς γάρ μου ὁ βίος. 16 Διότι δεν πρόκειται να ζήσω αιωνίως εδώ εις την γην, ώστε να υπομείνω την σημερινήν θλίψιν με την ελπίδα της λυτρώσεώς μου. Αφησέ με να αποθάνω τώρα. Η ζωη μου είναι άδεια και ανωφελής. 16 Ζητῶ αὐτά, διότι δὲν θὰ ζήσω αἰωνίως, ὥστε, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὴν σημερινὴν ἀθλιότητά μου θὰ διαδεχθῇ καὶ κάποια περίοδος εὐτυχίας, νὰ ὑπομείνω μακροθύμως καὶ καρτερικῶς.Στάσου μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ καὶ μὴ ἐμποδίζῃς τὸν θάνατόν μου, διότι ὁ βίος μου εἶναι πλέον ἀδειανὸς καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖ κανένα σκοπόν.
17 τί γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι ἐμεγάλυνας αὐτὸν ἢ ὅτι προσέχεις τὸν νοῦν εἰς αὐτὸν 17 Διότι τι είναι και τι αξίζει ο άνθρωπος, τον οποίον συ εδόξασες και στον οποίον με τόσην προσοχήν προσηλώνστον νουν; 17 Μὴ ἐμποδίζῃς τὸν θάνατόν μου.Διότι τι εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὥστε σὺ ὁ ἄπειρος νὰ τὸν σκέπτεσαι, σὰν νὰ ἦτο καὶ αὐτὸς μέγας τις; Ἢ νὰ προσέχῃς καὶ νὰ προσηλώνῃς τὸν νοῦν σου εἰς αὐτόν;
18 ἢ ἐπισκοπὴν αὐτοῦ ποιήσῃ ἕως τὸ πρωΐ καὶ εἰς ἀνάπαυσιν αὐτὸν κρινεῖς; 18 Προνοείς δι' αυτόν καθ' εκάστην από το βράδυ έως το πρωϊ και κρίνεις αυτόν άξιον αναπαύσεως; 18 Ἢ νὰ τὸν ἐπισκέπτεσαι καθ’ ἐκάστην πρωΐαν καὶ ἀντὶ ἀναπαύσεως νὰ τὸν κρίνῃς καὶ νὰ τὸν τιμωρῇς;
19 ἕως τίνος οὐκ ἐᾷς με οὐδὲ προΐῃ με, ἕως ἂν καταπίω τὸν πτύελόν μου ἐν ὀδύνῃ; 19 Εμέ όμως έως πότε δεν με αφήνεις να αποθάνω και δεν με απορρίπτεις στον άδην, αλλά με διατηρείς εις την ζωήν, μέχρις ότου στεγνώση και αυτό το στόμα μου από τον πόνον; 19 Ἕως πότε δὲν θὰ μὲ ἀφήνῃς καὶ δὲν θὰ μὲ ἐγκαταλείπῃς, ἔστω καὶ δι' ὀλίγας στιγμάς, διὰ να καταπίω τὸν σίελόν μου μὲ ὀδύνην;
20 εἰ ἐγὼ ἥμαρτον, τί δυνήσομαι πρᾶξαι, ὁ ἐπιστάμενος τὸν νοῦν τῶν ἀνθρώπων; διατί ἔθου με κατεντευκτήν σου, εἰμὶ δὲ ἐπὶ σοὶ φορτίον; 20 Εάν εγώ, Κυριε, ημάρτησα πές μου, τι πρέπει να κάμω, συ ο οποίος γνωρίζεις τας καρδίας των ανθρώπων; Διατί με τα κτυπήματά σου με κάμνεις να δυσφορώ και να παίρνω θέσιν σαν κατηγόρου εναντίον σου, να γίνωμαι δε εις σε καθημερινό φορτίον; 20 Ἐὰν ἐγὼ ἡμάρτησα, τί θὰ ἠμπορέσω νὰ πράξω διὰ νὰ μὲ συγχωρήσῃς σύ, ὁ Ὁποῖος γνωρίζεις τὸν νοῦν καὶ τὰ ἀπόκρυφα τοῦ ἐσωτερικοῦ τῶν ἀνθρώπων; Διατὶ μὲ ἔθεσας εἰς τὴν θέσιν τοῦ κατηγόρου σου, ὅπως μὲ ἔκαμαν τὰ συνεχῆ παράπονά μου διὰ τὰ κτυπήματά σου, κατήντησα δὲ ἐξ αἰτίας τῶν τιμωριῶν σου φορτίον εἰς ὅλους καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἑαυτόν μου;
21 καὶ διατί οὐκ ἐποιήσω τῆς ἀνομίας μου λήθην καὶ καθαρισμὸν τῆς ἁμαρτίας μου; νυνὶ δὲ εἰς γῆν ἀπελεύσομαι, ὀρθρίζων δὲ οὐκέτι εἰμί. 21 Διατί δεν ελησμόνησες και δεν διέγραψες τας ανομίας μου και δεν με εκαθάρισες από τας αμαρτίας μου; Εγώ τώρα θα επιστρέψω εις την γην, ει τον άδην και δεν θα σηκώνομαι πλέον πρωϊ, δια να προσεύχωμαι εις σε και να σε δοξολογώ”. 21 Διατὶ δὲν ἐξέχασες τὴν ἀνομίαν μου καὶ δὲν ἔκαμες καθαρισμὸν τῆς ἁμαρτίας μου; Τώρα δὰ ὅμως θὰ ἀπέλθω εἰς τὴν γῆν ἀποθνήσκων καὶ θαπτόμενος, καὶ δὲν θὰ εἶμαι πλέον ἐν τῇ ζωῇ διὰ νὰ σηκώνωμαι πρωῒ καὶ νὰ προσεύχωμαι εἰς σέ».