Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29 (ΚΘ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΤΙ δὲ προσθεὶς ᾿Ιὼβ εἶπε τῷ προοιμίῳ· 1 Είπεν ακόμη ο Ιώβ, προσθέτων εις όσα προηγουμένως είχεν είπει· 1 Προσθέσας δὲ ὁ Ἰὼβ ἄκομη εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ἤδη λεχθέντα εἶπε συμπληρωματικῶς:
2 τίς ἄν με θείη κατὰ μῆνα ἔμπροσθεν ἡμερῶν, ὧν με ὁ Θεὸς ἐφύλαξεν; 2 “ποιός ημπορεί να με φέρη εις τας περασμένας ευτυχισμένας ημέρας κάποιου μηνός, κατά τας οποίας ο Θεός με προεφύλαττεν από θλίβεις και συμφοράς; 2 «Ποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὲ θέσῃ πάλιν εἰς παλαιοῦ τίνος μηνὸς τὰς εὐτυχισμένας μου ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Θεὸς μὲ ἐφύλαττε καὶ μὲ περιεφρούρει;
3 ὡς ὅτε ηὔγει ὁ λύχνος αὐτοῦ ὑπὲρ κεφαλῆς μου, ὅτε τῷ φωτὶ αὐτοῦ ἐπορευόμην ἐν σκότει· 3 Τοτε ο λύχνος του Θεού έλαμπεν επάνω από την κεφαλήν σου, οπότε με το φως του εβάδιζα και εις αυτά τα σκότη· 3 Ὅπως ὅταν ὁ λύχνος τῆς προστασίας του καὶ τοῦ φωτισμοῦ του ἔλαμπε καὶ ἐφώτιζεν ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς μου, ὅταν μὲ τὴν παρηγορίαν καὶ καθοδήγησιν τοῦ φωτός του ἐβάδιζα καὶ ἐπροχώρουν εἰς τὸ σκότος τῶν στενοχωριῶν καὶ ἀποριῶν μου.
4 ὅτε ἤμην ἐπιβρίθων ὁδούς, ὅτε ὁ Θεὸς ἐπισκοπὴν ἐποιεῖτο τοῦ οἴκου μου· 4 όταν έτρεχα στους δρόμους με νεανικήν δύναμιν και σφρίγος, ο δε Θεός με στοργήν επώπτευε και επρονοούσε τα του οίκου μου· 4 Ὅταν μὲ νεανικὴν δύναμιν καὶ σφρῖγος ἔτρεχα εἰς τοὺς δρόμους, ὅταν ὁ Θεὸς ἐσκέπαζε καὶ ἐπέβλεπε στοργικῶς τὸν οἶκον μου.
5 ὅτε ἤμην ὑλώδης λίαν, κύκλῳ δέ μου οἱ παῖδες· 5 όταν ήμην γεμάτος από υλικά αγαθά και γύρω μου ευτυχισμένα ήσαν τα παιδιά μου. 5 Ὅταν εἶχα τὸ σπίτι μου γεμᾶτον ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ ὠμοίαζε τοῦτο πρὸς δάσος πυκνόν, τριγύρω μου δὲ ἦσαν τὰ παιδιά μου.
6 ὅτε ἐχέοντο αἱ ὁδοί μου βουτύρῳ, τὰ δὲ ὄρη μου ἐχέοντο γάλακτι· 6 Οταν το βούτυρον εχύνετο και έτρεχεν στους δρόμους, που επερνούσα, τα δε βουνά εβρέχοντο και ελούζοντο μέσα στο γάλα. 6 Ὅταν περιεχύνοντο οἱ πρὸς τὰ ποιμνιοστάσιά μου δρόμοι μὲ βούτυρον, τὰ δὲ βουνά μου, εἰς τὰ ὁποῖα ἔβοσκαν τὰ ποίμνιά μου, περιεβρέχοντο μὲ γάλα.
7 ὅτε ἐξεπορευόμην ὄρθιος ἐν πόλει, ἐν δὲ πλατείαις ἐτίθετό μου ὁ δίφρος. 7 Οταν λίαν πρωϊ ηγειρόμην και μετέβαινα εις την πόλιν και εις τας πλατείας της πόλεως, εστήνετο η τιμητική δι' εμέ καθέδρα. 7 Ὅταν ἔβγαινα πολὺ πρωῒ εἰς τὰς πύλας τῆς πόλεως, ὅπου συνεζητοῦντο καὶ ἐκρίνοντο αἱ διάφοροι ὑποθέσεις, εἰς τὰς πλατείας δὲ ἐτοποθετεῖτο δι’ ἐμὲ ἡ ἐπίσημος ἕδρα.
8 ἰδόντες με νεανίσκοι ἐκρύβησαν, πρεσβῦται δὲ πάντες ἔστησαν· 8 Οταν με έβλεπαν οι νέοι από μακράν και δια λόγους συστολής εκρύπτοντο, οι δε πρεσβύτεροι κατά την ηλικίαν όλοι ίσταντο όρθιοι, μέχρις ότου καθήσω εγώ. 8 Ὅταν μὲ ἔβλεπαν οἱ νέοι μακρόθεν, ἐκρύπτοντο ἀπὸ σεβασμόν, οἱ πρεσβύτεροι δὲ κατὰ τὴν ἡλικίαν δὲν ἐκάθηντο, ἀλλ’ ἵσταντο ὄρθιοι, ἕως ὅτου καθήσω καὶ ἐγώ.
9 ἁδροὶ δὲ ἐπαύσαντο λαλοῦντες, δάκτυλον ἐπιθέντες ἐπὶ στόματι. 9 Οι επίσημοι δε και πρόκριτοι της πόλεως, όταν εγώ εφαινόμην, έπαυαν να συνομιλούν, φέροντες τον δάκτυλόν των στο στόμα των και επιβάλλοντες σιγήν στον εαυτόν των. 9 Οἱ πρόκριτοι δὲ τῆς πόλεως, γινομένης συζητήσεως, ὅταν ἐφαινόμην ἐγώ, ἔπαυαν νὰ ὁμιλοῦν, φέροντες τὸν δάκτυλον ἐπὶ τοῦ στόματός των καὶ διὰ τοῦ νεύματος τούτου ἐπέβαλλον εἰς ὅλους σιγήν.
10 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐμακάρισάν με, καὶ γλῶσσα αὐτῶν τῷ λάρυγγι αὐτῶν ἐκολλήθη· 10 Οσοι δέ με ήκουάν με επεδοκίμαζαν, με εμακάριζαν δια τας σοφάς συμβουλάς και γνώμας μου και εκολλούσε η γλώσσα των στον λάρυγγα των, ώστε να μη δύνανται, δια λόγους συστολής, να αρθρώσουν λέξιν. 10 Ὅσοι δὲ μὲ ἤκουον, μὲ ἐμακάριζαν διὰ τὰς συνετὰς γνώμας μου καὶ ἐκολλοῦσεν ἡ γλῶσσα των εἰς τὸν λάρυγγά των, ἀδυνατοῦντες ἐκ συστολῆς νὰ ὁμιλήσουν.
11 ὅτι οὖς ἤκουσε καὶ ἐμακάρισέ με, ὀφθαλμὸς δὲ ἰδών με ἐξέκλινε· 11 Καθένας που με ήκουε, με εμακάριζε, και καθένας που με έβλεπε παρεμέριζε. 11 Μοῦ ἐδείκνυον δὲ τόσον σεβασμόν, διότι ὅποιος μὲ ἤκουσε, μὲ ἐμακάρισε καὶ μὲ ἐπῄνεσεν, ὅποιο δὲ μάτι μὲ εἶδεν, ἐκ συστολῆς καὶ σεβασμοῦ ἀπέφυγε νὰ μὲ ἀτενίσῃ κατ’ εὐθεῖαν καὶ ἔκλινε πρὸς τὰ κάτω.
12 διέσωσα γὰρ πτωχὸν ἐκ χειρὸς δυνάστου καὶ ὀρφανῷ, ᾧ οὐκ ἦν βοηθός, ἐβοήθησα. 12 Και τούτο, διότι εγώ έσωζα τον πτωχόν από τα χέρια του καταδυναστεύοντος αυτόν και εβοηθούσα κάθε ορφανόν, δια το οποίον κανείς άλλος δεν υπήρχε να το βοηθήση. 12 Διότι ἐγλύτωσα κάθε πτωχὸν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἰσχυροῦ καὶ δυνατοῦ, ποὺ τὸν κατεπίεζε, καὶ ἐβοήθησα κάθε ὀρφανόν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἄλλον βοηθόν.
13 εὐλογία ἀπολλυμένου ἐπ᾿ ἐμὲ ἔλθοι, στόμα δὲ χήρας με εὐλόγησε. 13 Αι ευχαί του κινδυνεύοντος και τον οποίον εγώ περιέσωζα, ήρχοντο προς εμέ. Το δε στόμα της χήρας ηύχετο πολλάς ευχάς δι' εμέ. 13 Ἡ εὐχὴ δὲ καὶ οἱ καλοὶ λόγοι ἐκείνου, ποὺ ἐκινδύνευε νὰ χαθῇ καὶ ἐσώζετο ὑπ’ ἐμοῦ, ἤρχοντο εἰς ἐμέ, τὸ στόμα δὲ τῆς χήρας, τὴν ὁποίαν ἐπροστάτευα, μὲ εὐλογοῦσε καὶ μὲ ηὔχετο.
14 δικαιοσύνην δὲ ἐνδεδύκειν, ἠμφιασάμην δὲ κρίμα ἴσα διπλοΐδι. 14 Είχα ενδυθή την δικαιοσύνην ωσάν ένδυμα και ωσάν μανδύαν διπλοτυλισσόμενον στο σώμα μου εφορούσα την δικαίαν κρίσιν και απονομήν της δικαιοσύνης. 14 Εἶχα ἐνδυθῆ τὴν δικαιοσύνην, ἐφοροῦσα δὲ τὴν δικαίαν κρίσιν καὶ τὴν ἀκριβῆ ἀπονομὴν τοῦ δικαίου σὰν μανδύαν διπλόν, ποὺ τυλίγει καλὰ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τὸ σῶμα.
15 ὀφθαλμὸς ἤμην τυφλῶν, ποὺς δὲ χωλῶν. 15 Ημουνα ο οφθαλμός των τυφλών και το πόδι των χωλών. 15 Ἤμουν ὀφθαλμὸς τῶν τυφλῶν, καθοδηγῶν καὶ παρηγόρων αὐτούς, πόδι δὲ τῶν χωλῶν, ὑποβαστάζων καὶ βοηθῶν αὐτούς, διὰ νὰ περιπατοῦν χωρὶς νὰ σκοντάπτουν.
16 ἐγὼ ἤμην πατὴρ ἀδυνάτων, δίκην δὲ ἣν οὐκ ᾔδειν ἐξιχνίασα· 16 Εγώ ήμουν ο πατήρ των αδυνάτων ανθρώπων, αγνώστους δε υποθέσεις ξένων ανθρώπων εξήταζα με πολύ ενδιαφέρον, δια να αποδώσω δικαιοσύνην. 16 Ἐγὼ ἤμουν πατὴρ τῶν ἀδυνάτων καὶ πτωχῶν, ἀγνώστων δὲ εἰς ἐμὲ προσώπων ἐκδικαζομένας ὑποθέσεις, ποὺ δὲν ἐγνώριζα, τὰς ἐξήταζα μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον, χωρὶς νὰ λογαριάζω κόπους.
17 συνέτριψα δὲ μύλας ἀδίκων, ἐκ μέσου τῶν ὀδόντων αὐτῶν ἅρπαγμα ἐξήρπασα. 17 Συνέτριψα τας ισχυράς σιαγόνας των αδίκων και από τα δόντια των ήρπασα, όσα εκείνοι είχαν αρπάσει αδικούντες τους άλλους. 17 Ἐτσάκιζα δὲ ἰσχυρὰς σιαγόνας ἀδίκων ἀνθρώπων καὶ ἤρπαζα ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ δόντια των, ὅ,τι μὲ αὐτὰ εἶχαν ἁρπάσει.
18 εἶπα δέ· ἡ ἡλικία μου γηράσει ὥσπερ στέλεχος φοίνικος, πολὺν χρόνον βιώσω· 18 Κατά τας ευτυχισμένας δε εκείνας ημέρας είπα· Η ηλικία μου θα προχωρήση εις γήρας ωσάν τον κορμόν της χουρμαδιάς, θα ζήσω επί πολύν χρόνον ήρεμος και ειρηνικός. 18 Εἶπα δὲ τότε, ὅτε ἀπελάμβανον τόσην εὐτυχίαν· ἡ ἡλικία μου θὰ φθάσῃ εἰς γᾶρας, θὰ ζήσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ πολὺν χρόνον, σὰν τὸν κορμὸν χουρμαδιᾶς.
19 ἡ ρίζα διήνοικται ἐπὶ ὕδατος, καὶ δρόσος αὐλισθήσεται ἐν τῷ θερισμῷ μου· 19 Η ρίζα του δένδρου της ζωής μου είναι υγιής, καλοθρεμμένη και ισχυρά μέσα στο ύδωρ, και δρόσος θα υπάρχη κατά τους θερμούς μήνας του θερισμού των σιτηρών. 19 Καὶ θὰ ἀνανεώνωμαι πάντοτε σὰν τὸ δένδρον, ποὺ ἔχει ξαπλώσει τὴν ρίζαν του εἰς τὸ νερόν, καὶ ὅταν θερίζεται διὰ τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν του ἢ διὰ τοῦ κλαδεύματος, μένει πάντοτε δροσερόν.Ἡ δροσιὰ ἀναπαύεται εἰς αὐτό.
20 ἡ δόξα μου κενὴ μετ᾿ ἐμοῦ, καὶ τὸ τόξον μου ἐν χειρὶ αὐτοῦ πορεύεται. 20 Η δόξα μου δεν θα μειώνεται, αλλά θα ανανεώνεται και θα αυξάνη πάντοτε. Και το τόξον μου δια της χειρός του προστατεύοντός με Θεού θα επιτυγχάνη πάντοτε τον στόχον του. 20 Ἡ δόξα μου θὰ ἀνανεώνεται πάντοτε καὶ δὲν θὰ παύῃ νὰ εἶναι μαζί μου, καὶ τὸ τόξον μου διὰ τῆς χειρὸς τοῦ προστατεύοντός με Θεοῦ θὰ πηγαίνῃ ἐπιτυχῶς πάντοτε εἰς τὸν στόχον του.
21 ἐμοῦ ἀκούσαντες προσέσχον, ἐσιώπησαν δὲ ἐπὶ τῇ ἐμῇ βουλῇ· 21 Οταν με ήκουαν να ομιλώ, επρόσεχαν τους λόγους μου. Εσιωπούσαν δέ, όταν εξέφερα τας σκέψεις μου και την απόφασίν μου. 21 Ὅταν μὲ ἤκουον ὁμιλοῦντα, ἔδιδαν ὅλην τὴν προσοχήν των, ἐσιωποῦσαν δέ, ὅταν ἐξέθετα εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπόφασιν καὶ συμβουλήν μου.
22 ἐπὶ τῷ ἐμῷ ρήματι οὐ προσέθεντο, περιχαρεῖς δὲ ἐγίνοντο ὁπόταν αὐτοῖς ἐλάλουν· 22 Εις όσα εγώ ελεγα, δεν είχαν τίποτε να προσθέσουν εκείνοι. Εγέμιζαν δε από χαράν, όταν ωμιλούσα προς αυτούς προσωπικώς. 22 Εἰς ὅσα ἐγὼ ἔλεγον, δὲν ἐπρόσθεταν τίποτε, κατελαμβάνοντο δὲ ἀπὸ μεγάλην χαράν, ὅταν ὡμίλουν πρὸς αὐτούς.
23 ὥσπερ γῆ διψῶσα προσδεχομένη τὸν ὑετόν, οὕτως οὗτοι τὴν ἐμὴν λαλιάν. 23 Ωσάν την γην, η οποία λόγω ξηρασίας διψά και περιμένει την ζωογόνον βροχήν, ετσι και εκείνοι επερίμεναν και ήκουαν την ομιλίαν μου. 23 Σὰν τὴν γῆν, ποὺ διψᾷ καὶ περιμένει τὴν βροχήν, ἔτσι καὶ αὐτοὶ ἐπερίμεναν καὶ ἤκουαν τὴν λαλιάν μου.
24 ἐὰν γελάσω πρὸς αὐτούς, οὐ μὴ πιστεύσωσι, καὶ φῶς τοῦ προσώπου μου οὐκ ἀπέπιπτεν· 24 Οταν εμειδιούσα προς αυτούς και εγελούσα, δεν το επίστευαν, διότι δεν εθεωρούσαν τους εαυτούς των αξίους τέτοιας τιμής. Η αγαθότης δε και η ευμενεία του προσώπου μου δεν έπιπτε ποτέ στο κενόν, αλλά τας εδέχοντό με μεγάλην ευχαρίστησιν. 24 Ἐὰν ἐξ εὐχαριστήσεως καὶ εὐνοίας πρὸς αὐτοὺς ἐγελοῦσα, δὲν τὸ ἐπίστευαν, μὴ θεωροῦντες ἑαυτοὺς ἀξίους τοιαύτης ἐκδηλώσεως, καὶ ἡ προσήνεια καὶ λάμψις τοῦ προσώπου μου δὲν ἔπιπτεν εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ τὰς ἐδέχοντο μὲ πρόδηλον εὐχαρίστησιν.
25 ἐξελεξάμην ὁδὸν αὐτῶν καὶ ἐκάθισα ἄρχων καὶ κατεσκήνουν ὡσεὶ βασιλεὺς ἐν μονοζώνοις ὃν τρόπον παθεινοὺς παρακαλῶν. 25 Εξέλεξα και εταύτισα τον δρόμον της ζωής μου με την ζωήν των, εκάθισα μεταξύ των ωσάν άρχων. Κατεσκήνωσα και παρέμεινα ανάμεσα των βασιλεύς περιστοιχιζόμενος και φρουρούμενος από τους ελαφρώς ωπλισμένους στρατιώτας του. Εκάθησα, όπως κάθεται κανείς και παρηγορεί τους πάσχοντας και θλιβομένους. 25 Ὅταν ἐξέλεγα τὸν δρόμον, ποὺ μὲ ὡδήγει εἰς αὐτούς, ἐκαθήμην ἐν μέσῳ αὐτῶν ὡς ἄρχων, καὶ διέμενα εἰς τὰς σκηνάς των ὡς βασιλεὺς ἐν μέσῳ ἐλαφρῶς ὡπλισμένων φρουρῶν, καὶ ἐφερόμην πρὸς αὐτοὺς ὡς παρήγορος ἀνακουφίζων πάσχοντας.