Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17 (ΙΖ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΟΛΕΚΟΜΑΙ πνεύματι φερόμενος, δέομαι δὲ ταφῆς καὶ οὐ τυγχάνω. 1 Χανομαι σ Αν το ελαφρόν αντικείμενον, που φέρεται από τον άνεμον. Θέλω να αποθάνω και να κατεβώ στον τάφον, αλλά δεν το επιτυγχάνω. 1 Χάνομαι ἐξαντλουμένης τῆς πνοῆς μου καὶ φέρομαι πρὸς θάνατον.Ἔχω δὲ ἀνάγκην ταφῆς.Ἀλλὰ θὰ μείνω ἄταφος, διότι κανεὶς δὲν θὰ εὑρεθῇ νὰ μὲ θάψῃ.
2 λίσσομαι κάμνων, καὶ τί ποιήσας; 2 Βασανιζόμενος και ταλαιπωρούμενος θερμώς παρακαλώ να απαλλαγώ από τα δεινά μου. Τι κακόν έχω πράξει, ώστε να βασανίζωμαι, δεν γνωρίζω. 2 Ἱκετεύω βασανιζόμενος, ἵνα ἀπαλλαγῶ τῶν δεινῶν μου.Καὶ ποῖον ἄτοπον ἔπραξα διὰ νὰ βασανίζωμαι;
3 ἔκλεψαν δέ μου τὰ ὑπάρχοντα ἀλλότριοι. τίς ἐστιν οὗτος; τῇ χειρί μου συνδεθήτω. 3 Με ελήστευσαν και έκλεψαν ξένοι τα υπάρχοντά μου. Ποιός είναι εκείνος, που θα με προστατευση; Ας απλώση λοιπόν χείρα βοηθείας εις εμέ, ας κρατήση εμέ τον εξησθενημένον και ταλαίπωρον. 3 Ἐγὼ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξα.Ξένοι δὲ καὶ ἀλλόφυλοι ἔκλεψαν τὰ ὑπάρχοντά μου.Ποῖος εἶναι αὐτός, ποὺ μὲ πολεμεῖ; Ἂς συνδεθῇ καὶ ἂς ἀντιμετωπίσῃ τὴν χεῖρα μου, ἥτις ἐνισχυομένη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ θὰ παρουσιασθῇ ἀκαταγώνιστος.
4 ὅτι καρδίαν αὐτῶν ἔκρυψας ἀπὸ φρονήσεως, διὰ τοῦτο οὐ μὴ ὑψώσῃς αὐτούς. 4 Κυριε, από την καρδίαν των ασεβών ανθρώπων, που πολεμούν, απέκρυψες σύνεσιν και σοφίαν. Δια τούτο δε δεν θα τους υψώσης, αλλά θα τους καταισχύνης. 4 Τοῦτο δέ, διότι ἔκρυψας καὶ ἐσκότισες, Κύριε, τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν τῶν πολεμούντων με, ὥστε νὰ μὴ γνωρίσουν σύνεσιν καὶ φρόνησιν, διὰ τοῦτο δὲ δὲν θὰ ὑψώσῃς, ἀλλὰ θὰ καταισχύνῃς αὐτούς.
5 τῇ μερίδι ἀναγγελεῖ κακίας, ὀφθαλμοὶ δὲ ἐφ᾿ υἱοῖς ἐτάκησαν. 5 Ομοιαζουν προς εκείνον, ο οποίος καλεί άλλους εις διανομήν των κακών λαφύρων του, ενώ τα μάτια των παιδιών του έχουν λυώσει από την πείναν και την στέρησιν. 5 Ὁμοιάζουν μὲ ἐκεῖνον, ὅστις θὰ καλέσῃ τοὺς συντρόφους του εἰς μερίδιον κακῶς κατεχομένων λαφύρων, εἰς χρόνον δὲ κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ μάτια τῶν παιδιῶν του ἔλειωσαν καὶ ἔχασαν τὴν λάμψιν των λόγῳ ἐξαντλήσεως ἀπὸ τὴν πεῖναν.
6 ἔθου δέ με θρύλημα ἐν ἔθνεσι, γέλως δὲ αὐτοῖς ἀπέβην· 6 Μολόγησαν δια τας συμφοράς μου με κατέστησε μεταξύ των εθνών ο Θεός. Εγινα περίγελως και εμπαιγμός εις αυτά. 6 Ἐπέτρεψε δὲ ὁ Θεὸς νὰ τεθῶ ὡς παροιμία ἀθλιότητος διαφημιζόμενης μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, ἔγινα δὲ εἰς αὐτὰ περιγέλως.
7 πεπώρωνται γὰρ ἀπὸ ὀργῆς οἱ ὀφθαλμοί μου, πεπολιόρκημαι μεγάλως ὑπὸ πάντων. 7 Εσκληρύνθησαν και επετρώθησαν από την αγανάκτησιν τα μάτια μου εξ αιτίας των αδίκων εμπαιγμών. Εχω στενώς και αγρίως πολιορκηθή και πολεμηθή από όλους. 7 Διότι ἔχουν σκληρυνθῆ τὰ μάτια μου ἀπὸ τὴν ἀγανάκτησιν, ποὺ μοῦ προκαλοῦν οἱ περιπαιγμοὶ αὐτοί, ἔχουν δὲ ὅλοι πέσει πάρα πολὺ ἐπάνω μου σὰν νὰ μὲ πολιορκοῦν.
8 θαῦμα ἔσχεν ἀληθινοὺς ἐπὶ τούτῳ, δίκαιος δὲ ἐπὶ παρανόμῳ ἐπανασταίη· 8 Ηπόρησαν και κατεπλάγησαν οι ενάρετοι άνθρωποι βλέποντες το κατάντημά μου. Οι δε δίκαιοι δυσφορούν και εξεγείρονται, όταν βλέπουν τον παράνομον να ευημερή. 8 Κατάπληξιν καὶ θαυμασμὸν ἐδοκίμασαν οἱ ἀληθινοὶ καὶ ἐνάρετοι βλέποντες τὸ θέαμα αὐτὸ τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος ἐναρέτου, κάθε δίκαιος δὲ θὰ ἐπαναστατήσῃ βλέπων τὸν παράνομον εὐδαιμονοῦντα.
9 σχοίη δὲ πιστὸς τὴν ἑαυτοῦ ὁδόν, καθαρὸς δὲ χεῖρας ἀναλάβοι θάρσος. 9 Ο πιστός όμως ασκάνδαλιστος θα βαδίζη, ήρεμος τον δρόμον του. Ο δε καθαρός εις τα έργα των χειρών του, και από αυτάς ακόμη τας περιπετείας θα λαμβάνη θάρρος. 9 Ὁ πιστὸς ὅμως δὲν θὰ σκανδαλισθῇ ἐκ τούτου, ἀλλὰ θὰ κρατήσῃ στερεὰ τὸν δρόμον του ἐμμένων εἰς τὴν ἀρετήν, ἐκεῖνος δὲ ποὺ εἶναι καθαρὸς εἰς τὰ χέρια, δὲν θὰ ἀποθαρρυνθῇ ἀπὸ τὰς ἀντιδράσεις τῶν ἀδίκων, ἀλλὰ θὰ ἀναλάβῃ θάρρος.
10 οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ πάντες ἐρείδετε, καὶ δεῦτε δή, οὐ γὰρ εὑρίσκω ἐν ὑμῖν ἀληθές. 10 Οχι μόνον αυτοί, αλλά και σεις επιμένετε εις τας ιδέας σας. Εμπρός, λοιπόν, εγώ δεν ευρίσκω αληθινάς τας σκέψεις σας. 10 Οὐ μόνον δὲ αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ὅλοι σεῖς ἐπιμένετε, καὶ ἔλθετε λοιπὸν εἰς τὴν ἀλήθειαν, διότι δὲν εὑρίσκω μεταξύ σας τίποτε τὸ ἀληθὲς καὶ ὀρθόν, ποὺ να δύναται νὰ μεταδώσῃ ἀληθινὴν παρηγορίαν.
11 αἱ ἡμέραι μου παρῆλθον ἐν βρόμῳ, ἐράγη δὲ τὰ ἄρθρα τῆς καρδίας μου. 11 Αι ημέραι μου έχουν περάσει με μεγάλην ταραχήν και θλίψιν. Εσπασαν αι αρθρώσεις της καρδίας μου, του σώματός μου. 11 Οὐ μόνον δὲ αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ὅλοι σεῖς ἐπιμένετε, καὶ ἔλθετε λοιπὸν εἰς τὴν ἀλήθειαν, διότι δὲν εὑρίσκω μεταξύ σας τίποτε τὸ ἀληθὲς καὶ ὀρθόν, ποὺ να δύναται νὰ μεταδώσῃ ἀληθινὴν παρηγορίαν.
12 νύκτα εἰς ἡμέραν ἔθηκα, φῶς ἐγγὺς ἀπὸ προσώπου σκότους· 12 Από τους πόνους δεν ημπορώ να κοιμηθώ και μετέβαλα την νύκτα εις ημέραν οδύνης. Και το φως της ημέρας μου φαίνεται, ότι ολίγον διαρκεί έως την αρχήν του σκότους. 12 Ἀπὸ τοὺς πόνους μου δὲν ἠμπορῶ νὰ κοιμηθῶ καὶ νὰ ἀναπαυθῶ τὴν νύκτα καὶ μετέβαλα αὐτὴν εἰς βασανιστικὴν ἡμέραν, καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας εἶναι βραχὺ καὶ σύντομον ἐμπρὸς εἰς τὸ σκότος τῆς μελαγχολίας μου.
13 ἐὰν γὰρ ὑπομείνω, ᾅδης μου ὁ οἶκος, ἐν δὲ γνόφῳ ἔστρωταί μου ἡ στρωμνή. 13 Οσην υπομονήν και αν δείξω εις την ζωήν μου, ο άδης θα είναι κατοικία μου. Εις το σκοτάδι δε του άδου έχει στρωθή το στρώμα μου, δια να αναπαυθώ. 13 Ἐὰν περιμείνω ἀναμένων ἀποκατάστασιν εἰς τὴν ζωὴν αὐτήν, εἶναι πλέον τόσον βραχεῖα αὕτη δι’ ἐμέ, ὥστε δὲν μοῦ ἀπομένει πλέον παρὰ ὁ ᾅδης νὰ εἶναι ἡ μόνιμος κατοικία μου, εἰς τὸ σκότος δὲ ἔχει στρωθῆ τὸ στρῶμα, ποὺ θὰ ἀναπαυθῶ.
14 θάνατον ἐπεκαλεσάμην πατέρα μου εἶναι, μητέρα δέ μου καὶ ἀδελφὴν σαπρίαν. 14 Τον θάνατον έχω επικαλεσθή ως πατέρα μου. Την αποσύνθεσιν δε και την σαπίλαν του τάφου επεκαλέσθην ως μητέρα μου και αδελφήν μου. 14 Ἐπεκαλέσθην τὸν θάνατον, ὅτι αὐτὸς εἶναι πατέρας μου, μητέρα μου δὲ καὶ ἀδελφὴν ἐπεκαλέσθην τὴν σαπίλαν τοῦ τάφου.
15 ποῦ οὖν μου ἔτι ἐστὶν ἡ ἐλπίς; ἦ τὰ ἀγαθά μου ὄψομαι; 15 Που λοιπόν υπάρχει ακόμη η ελπίς της σωτηρίας μου, και που ημπορώ να την στηρίξω; Μηπως πρόκειται, τάχα, να ζήσω, δια να ίδω και πάλιν τα αγαθά μου; 15 Ποὺ λοιπὸν ὑπάρχει ἀκόμη δι’ ἐμὲ ἐλπίς, περὶ τῆς ὁποίας μοῦ ὡμιλήσατε, ἢ ποὺ θὰ ἴδω τὰ ἀγαθά, διὰ τὰ ὁποῖα μοῦ ἐκάματε λόγον;
16 ἦ μετ᾿ ἐμοῦ εἰς ᾅδην καταβήσομαι, ἢ ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ χώματος καταβησόμεθα; 16 Μηπως αυτά θα κατεβούν μαζή μου στον άδην η θα κατεβούμε μαζή στον τάφον εντός του χώματος; Μονος μου προχωρώ προς τον τάφον και τον άδην. 16 Ἢ μήπως θὰ κατεβοῦν καὶ αὐτὰ μαζί μου εἰς τὸν ᾅδην; Ἢ μαζὶ θὰ κατεβῶμεν εἰς τὸ χῶμα τοῦ τάφου;»