Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27 (ΚΖ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΤΙ δὲ προσθεὶς ᾿Ιὼβ εἶπε τῷ προοιμίῳ· 1 Ο Ιώβ προσέθεσεν ακόμη εις τα προηγουμένως λεχθέντα και τα εξής· 1 Ο δὲ Ἰὼβ εἶπεν ἀκόμη προσθέσας εἰς τὰ ἤδη ὡς προοίμιον λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ:
2 ζῇ ὁ Θεός, ὃς οὕτω με κέκρικε, καὶ ὁ Παντοκράτωρ ὁ πικράνας μου τὴν ψυχήν. 2 “Ορκίζομαι στον ζώντα θεόν, ο οποίος έκρινε καλόν έτσι να με θλίψη και να με παιδαγωγήση, στον Παντοκράτορα ο οποίος τόσον πολύ επίκρανε την ζωήν μου, 2 «Ζῇ ὁ Θεὸς καὶ εἶναι μάρτυς τῶν ὅσων θὰ διαβεβαιώνω.Ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος τοιουτοτρόπως μὲ ἔχει κρίνει, καὶ ὁ Παντοκράτωρ, ὁ Ὁποῖος μοῦ ἐπίκρανε τὴν ψυχήν.
3 ἦ μὴν ἔτι τῆς πνοῆς μου ἐνούσης, πνεῦμα δὲ θεῖον τὸ περιόν μοι ἐν ρινί, 3 ότι εφ' όσον υπάρχει μέσα μου αναπνοή, εφ' όσον το θείον αυτό εμφύσημα, η αναπνοή μου, εισέρχεται και εξέρχεται από τους ρώθωνάς μου, 3 Ἀληθῶς, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ὑπάρχει μέσα μου ἡ πνοή μου, τὸ ζωτικὸν δὲ φύσημα τοῦ Δημιουργοῦ, ποὺ διαμένει εἰς τὴν ρῖνα μου, ἐξακολουθεῖ νὰ μὲ ζωοποιῇ,
4 μὴ λαλήσειν τὰ χείλη μου ἄνομα, οὐδὲ ἡ ψυχή μου μελετήσει ἄδικα 4 δεν πρόκειται τα χείλη μου να λαλήσουν παράνομα πράγματα, ούτε η ψυχή μου να μελετήση και αποδεχθή σκέψεις και αποφάσεις αδίκους. 4 δὲν θὰ λαλήσουν τὰ χείλη μου ἀντίθετα πρὸς τὸν θεῖον νόμον, οὔτε τὸ ἐσωτερικὸν τῆς ψυχῆς μου θὰ σκεφθῇ καὶ θὰ μελετήσῃ ἄδικα.
5 μή μοι εἴη δικαίους ὑμᾶς ἀποφῆναι, ἕως ἂν ἀποθάνω, οὐ γὰρ ἀπολλάξω μου τὴν ἀκακίαν μου. 5 Μη γένοιτο δε να παραδεχθώ και να είπω, ότι σεις δικαίως με κατηγορείτε ότι τάχα υποφέρω ως εξ αμαρτιών μου. Αυτό δεν θα το δεχθώ, έως ότου αποθάνω. Μέχρι της τελευταίας μου αναπνοής θα κρατώ και δεν θα αποβάλω την ακακίαν και αθωότητά μου. 5 Μὴ γένοιτο νὰ ἀποφανθῶ διὰ σᾶς, ὅτι εἶσθε δίκαιοι, ὅταν μὲ κατηγορῆτε ὡς πάσχοντα διὰ τὰς ἁμαρτίας μου.Τοιοῦτόν τι δὲν θὰ δεχθῶ, ἕως ὅτου ἀποθάνω.Διότι μέχρι τῆς τελευταίας μου πνοῆς δὲν θὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν ἀκακίαν καὶ ἀθωότητά μου.
6 δικαιοσύνῃ δὲ προσέχων οὐ μὴν προῶμαι, οὐ γὰρ σύνοιδα ἐμαυτῷ ἄτοπα πράξας. 6 Δεν θα εγκαταλείψω ούτε θα απαρνηθώ ποτέ την δικαιοσύνην μου, αλλά θα την κρατώ στερεά κοντά μου. Και ούτε θα παύσω να διακηρύττω την αθωότητά μου, διότι έχω την συνείδησιν ότι τίποτε το άτοπον δεν έπραξα. 6 Κρατῶν δὲ στερεὰ τὴν δικαιοσύνην μου, κατ’ οὐδένα λόγον θὰ ἐγκαταλίπω αὐτήν, οὐδὲ θὰ παύσω διακηρύττων τὴν ἀθωότητά μου, διότι δὲν ἔχω κατ’ ἐμαυτὸν συνείδησιν, ὅτι ἔπραξα ἄτοπα.
7 οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ εἴησαν οἱ ἐχθροί μου ὥσπερ ἡ καταστροφὴ τῶν ἀσεβῶν, καὶ οἱ ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπανιστάμενοι, ὥσπερ ἡ ἀπώλεια τῶν παρανόμων. 7 Οχι δε μόνον τούτο αλλά και εύχομαι, όπως οι αμαρτωλοί εχθροί μου, που με κατακρίνουν αδίκως, καταστραφούν. Και εκείνοι οι οποίοι εξανίστανται εναντίον μου, να απολεσθούν, όπως οι παράνομοι. 7 Ὄχι δὲ μόνον θὰ κρατήσω στερεὰ τὴν ἀθωότητά μου, ἀλλ’ εὔχομαι οἱ ἐν ἁμαρτίαις εὐδαιμονοῦντες καὶ κατακρίνοντές με ἀδίκως ἐχθροί μου νὰ καταστραφοῦν ὅπως οἱ ἀσεβεῖς, καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπαναστατοῦν κατ’ ἐμοῦ, νὰ ἀπολεσθοῦν ὅπως οἱ παράνομοι.
8 καὶ τίς γάρ ἐστιν ἐλπὶς ἀσεβεῖ ὅτι ἐπέχει; πεποιθὼς ἐπὶ Κύριον ἄρα σωθήσεται; 8 Διότι, ποία άλλη ελπίς υπάρχει στον ασεβή έκτος από τα πλούτη, τα οποία παρανόμως απέκτησε και κατακρατεί; Εάν επικαλεσθή με κάποιαν πίστιν και ελπίδα τον Κυριον, τάχα θα σωθή; 8 Δὲν εἶναι δὲ ἀπραγματοποίητος ἡ εὐχή μου αὐτή.Διότι ποία ἐλπὶς ὑπάρχει εἰς τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ πλεονεκτικῶς ἀπέκτησε καὶ κρατεῖ; Ἄραγε ὅταν ἐπικαλεσθῇ μὲ κάποιαν ἐλπίδα τὸν Κύριον, θὰ σωθῇ;
9 ἦ τὴν δέησιν αὐτοῦ εἰσακούσεται ὁ Θεός; ἢ ἐπελθούσης αὐτῷ ἀνάγκης 9 Η μήπως ο Θεός θα ακούση και θα κάμη δεκτήν την δέησίν του; Η όταν επέλθη εναντίον του θλίψις και περιπέτεια, 9 Ἢ μήπως θὰ εἰσακούσῃ τὴν δέησίν του ὁ Θεός; Ἢ ὅταν ἐπέλθῃ εἰς αὐτὸν ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ παρ' ἀνθρώπων βοήθεια,
10 μὴ ἔχει τινὰ παρρησίαν ἔναντι αὐτοῦ; ἢ ὡς ἐπικαλεσαμένου αὐτοῦ εἰσακούσεται αὐτοῦ, 10 μήπως θα έχη αυτός παρρησίαν ενώπιον του Θεού; Η μήπως ο Θεός θα ακούση και θα κάμη δεκτήν την προσευχήν του, όταν τον επικαλεσθή; 10 μήπως θὰ ἔχῃ παρρησίαν καὶ θάρρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἢ μήπως ὁ Θεὸς θὰ τὸν εἰσακούσῃ, ὅταν θὰ ἐπικαλεσθῇ Αὐτόν;
11 ἀλλὰ δὴ ἀναγγελῶ ὑμῖν τί ἐστιν ἐν χειρὶ Κυρίου, ἅ ἐστι παρὰ Παντοκράτορι, οὐ ψεύσομαι. 11 Αλλά θα αναγγείλω και θα καταστήσω γνωστόν εις σας, τι υπάρχει στο παντοδύναμον χέρι του Κυρίου· όσα είναι εις την πανσθενή εξουσίάν του Παντοκράτορας. Οχι ψεύδη, αλλά την καθαράν αλήθειαν θα είπω. Εγώ θα σας ομιλήσω την αλήθειαν του Θεού, 11 Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγγείλω ἤδη, τί ὑπάρχει εἰς τὴν χεῖρα τοῦ Κυρίου, ὅσα εἶναι εἰς τὸν Παντοκράτορα καὶ ἐνεργεῖ διὰ τῆς δυνάμεώς του· δὲν θὰ εἴπω δὲ τίποτε τὸ ὑπερβολικὸν ἢ κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ.
12 ἰδοὺ πάντες οἴδατε ὅτι κενὰ κενοῖς ἐπιβάλλετε. 12 διότι ιδού, σεις με όσα λέγετε, προσθέτετε αδειανά και κούφια λόγια επάνω εις τα κούφια. 12 Ἰδοὺ ὅλοι γνωρίζετε, τί ἐνεργεῖ ὁ Θεός.Θὰ προσθέσω ὅμως καὶ ἐγὼ περὶ αὐτῶν, διότι, δι’ ὅσων λέγετε, προσθέτετε ἀδειανὰ καὶ κούφια λόγια ἐπάνω εἰς κούφια.
13 αὕτη ἡ μερὶς ἀνθρώπου ἀσεβοῦς παρὰ Κυρίου, κτῆμα δὲ δυναστῶν ἐλεύσεται παρὰ Παντοκράτορος ἐπ᾿ αὐτούς. 13 Ιδού ποίον είναι το μερίδιον και το κατάντημα του ασεβούς ανθρώπου εκ μέρους του Κυρίου. Αυτό είναι το απόκτημα, που από τον Παντοκράτορα θα έλθη στους εκβιαστάς και τυράννους. 13 Αὖτο εἶναι τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον δίδει ὁ Κύριος εἰς τὸν ἀσεβῆ, τοῦτο δὲ εἶναι τὸ ἀπόκτημα, ποὺ θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὸν Παντοκράτορα εἰς τοὺς τυράννους καὶ ἐκβιαστάς.
14 ἐὰν δὲ πολλοὶ γένωνται οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, εἰς σφαγὴν ἔσονται· ἐὰν δὲ καὶ ἀνδρωθῶσι, προσαιτήσουσιν· 14 Εάν γίνουν πολλά και πληθυνθούν τα τέκνα των ασεβών, θα είναι προορισμένα δια την σφαγήν. Εάν δε και γίνουν άνδρες, θα καταντήσουν εις πτωχείαν, ώστε να επαιτούν δια να ζήσουν. 14 Ἐὰν δὲ γίνουν πολλὰ τὰ τέκνα τῶν ἀσεβῶν, θὰ εἶναι προωρισμένα διὰ σφαγήν· ἐὰν δὲ συμβῇ να γίνουν ἄνδρες, θὰ πτωχύνουν καὶ θὰ καταντήσουν ἐπαῖται.
15 οἱ δὲ περιόντες αὐτοῦ ἐν θανάτῳ τελευτήσουσι, χήρας δὲ αὐτῶν οὐδεὶς ἐλεήσει. 15 Οσοι δε διαφύγουν τον βίαιον θάνατον του ασεβούς πατρός των, θα αποθάνουν από σκληράν και οδυνηράν ασθένειαν. Τας χήρας των δε κανείς δεν θα τας ευσπλαγχνισθή. 15 Ὅσοι δὲ θὰ ἐπιζήσουν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς πατρὸς των, θὰ ἔχουν τέλος μὲ βίαιον θάνατον, τὰς χήρας τῶν δὲ κανεὶς δὲν θὰ εὐσπλαγχνισθῇ καὶ δὲν θὰ ἐλεήσῃ.
16 ἐὰν συναγάγῃ ὥσπερ γῆν ἀργύριον, ἴσα δὲ πηλῷ ἑτοιμάσῃ χρυσίον, 16 Εάν κανείς από αυτούς συγκεντρώση πολύ αργύριον ωσάν το χώμα της γης και συσσωρεύση χρυσόν ωσάν την λάσπην, 16 Ἐὰν ὁ ἀσεβὴς μαζεύσῃ σὰν χῶμα τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα, σὰν πηλὸν δὲ ἐὰν ἑτοιμάσῃ σωροὺς χρυσῶν νομισμάτων,
17 ταῦτα πάντα δίκαιοι περιποιήσονται, τὰ δὲ χρήματα αὐτοῦ ἀληθινοὶ καθέξουσιν. 17 όλα αυτά θα περιέλθουν εις την κυριότητα των δικαίων. Τα χρήματά του θα γίνουν κτήμα των ειλικρινών και εντίμων ανθρώπων. 17 ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ κάμουν κτῆμα των οἱ δίκαιοι, τὰ δὲ χρήματά του θὰ περιέλθουν εἰς τὴν κατοχὴν τῶν εἰλικρινῶν καὶ τιμίων ἀνθρώπων.
18 ἀπέβη δὲ οἱ οἶκος αὐτοῦ ὥσπερ σῆτες καὶ ὥσπερ ἀράχνη. 18 Θα καταντήση δε το σπίτι του ασεβούς σαν τον σκόρον και σαν τον ιστόν της αράχνης. 18 Κατήντησε δὲ τὸ σπίτι του σὰν τὴν εὐδιάλυτον φωλεὰν τῶν σκόρων τοῦ ξύλου καὶ σὰν τὸν ἱστὸν τῆς ἀράχνης.
19 πλούσιος κοιμηθήσεται καὶ οὐ προσθήσει, ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ διήνοιξε, καὶ οὐκ ἔστι. 19 Ο ασεβής θα πέση να κοιμηθή πλούσιος την εσπέραν, και το πρωϊ θα εξυπνήση πτωχός. Δεν θα επανίδη τα πλούτη του. Καθώς θα ανοίξη το πρωϊ τα μάτια του, θα τα αναζήτηση και δεν θα υπάρχουν πλέον. 19 Ὁ πλούσιος θὰ ἀποθάνῃ καὶ δὲν θὰ προσθέσῃ τίποτε εἰς τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὰ πλούτη του· δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἀνοίξῃ τὰ μάτια του καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον.
20 συνήντησαν αὐτῷ ὥσπερ ὕδωρ αἱ ὀδύναι, νυκτὶ δὲ ὑφείλετο αὐτὸν γνόφος· 20 Τον συνήντησαν και τον περιέβαλαν θλίψεις και πόνοι σαν πλημμύρα ύδατος. Κατά το διάστημα δε της νυκτός έξαφνα τον κατέλαβε και τον αφήρπασε σύννεφον σκοτεινόν. 20 Τὸν συνήντησαν θλίψεις καὶ πόνοι σὰν πλήμμυρα νεροῦ, ἐν καιρῷ δὲ νυκτός, ἔξαφνα καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃ, τὸν ἅρπαξε σύννεφον σκοτεινόν.
21 ἀναλήψεται δὲ αὐτὸν καύσων καὶ ἀπελεύσεται, καὶ λικμήσει αὐτὸν ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ. 21 Θα τον πάρη και θα τον σηκώση καυστικός άνεμος, θα φύγη από τον τόπον, θα τον σηκώση και θα τον λυχνίση σαν άχυρον μακράν από την κατοικίαν του. 21 Θὰ τὸν σηκώσῃ δὲ ἐπάνω ἄνεμος καυστικὸς καὶ θὰ ἀπέλθῃ ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν· καὶ θὰ τὸν λιχνίσῃ σὰν ἄχυρον ἀφαρπάζων αὐτὸν βιαίως ἀπὸ τὸν τόπον του.
22 καὶ ἐπιρρίψει ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ οὐ φείσεται, ἐκ χειρὸς αὐτοῦ φυγῇ φεύξεται. 22 Ο Θεός θα ρίψη επάνω στον ασεβή τιμωρίας και πόνους, δεν θα τον λυπηθή. Αυτός δε θα καταβάλη κάθε προσπάθειαν να διαφύγη από την τιμωρόν χείρα του Θεού, αλλά ματαίως. 22 Καὶ θὰ ρίψῃ ὁ Θεὸς ἐπάνω του πληγὰς καὶ τιμωρίας ἀλύπητα καὶ χωρὶς νὰ τσιγκουνευθῇ, καὶ θὰ εἶναι τόσον πολλαί, ὥστε αὐτὸς ματαίως ἀλλὰ καὶ μὲ πᾶσαν σπουδὴν θὰ προσπαθῇ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ Θεοῦ.
23 κροτήσει ἐπ᾿ αὐτοὺς χεῖρας αὐτοῦ καὶ συριεῖ αὐτὸν ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ. 23 Θα επιδοκιμάση και θα χειροκρότηση ο Κυριος την τιμωρίαν των ασεβών. Με συριγμούς χλευασμού θα εκδιώξη τον ασεβή από τον τόπον στον οποίον εζούσεν ασφαλής. 23 Καὶ θὰ χειροκροτήσῃ ὁ Κύριος διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ἀσεβῶν καὶ θὰ ἀποδιώξῃ μὲ συριγμοὺς τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ τὸν περίβλεπτον καὶ κατὰ κόσμον ἀσφαλῆ τόπον του.