Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (Β)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΓΕΝΕΤΟ δὲ ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη καὶ ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ παραστῆναι ἔναντι Κυρίου, καὶ ὁ διάβολος ἦλθεν ἐν μέσῳ αὐτῶν παραστῆναι ἐναντίον τοῦ Κυρίου. 1 Καποιαν άλλην ημέραν, όπως η προηγηθείσα, ήλθον οι άγγελοι του Θεού, να παρουσιασθούν ενώπιον του Κυρίου. Και ο διάβολος ήλθεν εν μέσω αυτών, να παρουσιασθή πάλιν ενώπιον του Κυρίου. 1 Συνέβη δὲ κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν, ἦλθον οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ νὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἦλθε δὲ ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ ὁ διάβολος διὰ νὰ παρουσιασθῇ καὶ αὐτὸς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
2 καὶ εἶπεν ὁ Κύριος τῷ διαβόλῳ· πόθεν σὺ ἔρχῃ; τότε εἶπεν ὁ διάβολος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου· διαπορευθεὶς τὴν ὑπ᾿ οὐρανὸν καὶ ἐμπεριπατήσας τὴν σύμπασαν πάρειμι. 2 Ο Κυριος ηρώτησε τον διάβολον· “από που, συ ερχεσαι;” Τοτε ο διάβολος απήντησε προς τον Κυριον· “περιήλθα την υπό τον ουρανόν γην, περιεπάτησα μέσα εις ολόκληρον την οικουμένην και ιδού είμαι παρών έδώ”. 2 Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος εἰς τὸν διάβολον: «Ἀπὸ ποὺ ἔρχεσαι σύ;» Τότε εἶπεν ὁ διάβολος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου: «Ἀφοῦ ἐγύρισα τὴν γῆν, ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, καὶ ἀφοῦ ἐπεριπάτησα μέσα εἰς ὅλην αὐτήν, εἶμαι παρών».
3 εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς τὸν διάβολον· προσέσχες οὖν τῷ θέραποντί μου ᾿Ιώβ, ὅτι οὐκ ἔστι κατ᾿ αὐτὸν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἄνθρωπος ὅμοιος αὐτῷ, ἄκακος, ἀληθινός, ἄμεμπτος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς κακοῦ; ἔτι δὲ ἔχετε ἀκακίας· σὺ δὲ εἶπας τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ διακενῆς ἀπολέσαι. 3 Ο δε Κυριος είπε τότε προς τον διάβολον· “εδωσες λοιπόν προσοχήν στον δούλον μου τον Ιώβ και επείσθης εκ των πραγμάτων, ότι δεν υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων της γης άλλος όμοιος προς αυτόν, άκακος, ακέραιος, άμεμπτος, θεοσεβής, ο οποίος απέχει από κάθε κακόν; Ακόμη δε και εν μέσω αυτών των μεγάλων συμφορών κρατεί την αθωότητά και αγαθότητά του. Συ όμως είχες είπει ότι θα με εβλασφήμει, αν σε άφηνα να του κατάστρεψης όλα τα υπάρχοντά του”. 3 Εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς τὸν διάβολον: «Ἐπρόσεξες λοιπὸν τὸν πιστὸν δοῦλον μου Ἰὼβ καὶ ἐπείσθης ὕστερα ἀπὸ ὅλας τὰς δοκιμασίας, εἰς τὰς ὁποίας τὸν ὑπέβαλες, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος σὰν αὐτὸν ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς ἀνθρώπους, ὅμοιος πρὸς αὐτόν, ἄκακος, εἰλικρινής, χωρὶς ψεγάδι, θεοφοβούμενος, ποὺ νὰ φεύγῃ μακρὰν ἀπὸ κάθε κακόν; Ἀκόμη δὲ καὶ τώρα, ὕστερα ἀπὸ τὰ τόσα ποὺ ἔπαθε, κρατεῖ στερεὰ τὴν τελειότητα καὶ ἀκακίαν του.Ἀλλὰ σὺ εἶπες· ὅλα, ὅσα εἶχε καὶ ὑπῆρχον εἰς αὐτόν, νὰ τὰ καταστρέψῃς, χωρὶς αἰτίαν τινὰ καὶ χωρὶς νὰ εἶναι ἄξιος τιμωρίας ὁ ἄνθρωπος αὐτός».
4 ὑπολαβὼν δὲ ὁ διάβολος εἶπε τῷ Κυρίῳ· δέρμα ὑπὲρ δέρματος· καὶ πάντα, ὅσα ὑπάρχει ἀνθρώπῳ, ὑπὲρ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐκτίσει· 4 Ο διάβολος λαβών τον λόγον είπε προς τον Κυριον· “δια να σώση κανείς το δέρμα του ευχαρίστως δίνει άλλο δέρμα. Ολα όσα έχει ο άνθρωπος ημπορεί να τα θυσιάση, αρκεί να διατηρήση έτσι την ζωήν του. 4 Λαβὼν δὲ τὸν λόγον ὁ διάβολος εἶπεν εἰς τὸν Κύριον: «Διὰ νὰ γλυτώσῃ κανεὶς τὸ δέρμα του, ἀρκεῖ νὰ δώσῃ ἄλλο δέρμα.Προκειμένου ὅμως ὁ ἄνθρωπος νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του, θὰ δώσῃ ὅλα, ὅσα καὶ ἂν ἔχῃ·
5 οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ ἀποστείλας τὴν χεῖρά σου ἅψαι τῶν ὀστῶν αὐτοῦ καὶ σαρκῶν αὐτοῦ· ἦ μὴν εἰς πρόσωπόν σε εὐλογήσει. 5 Απλωσε όμως το χέρι σου, κτύπησέ τον εις τα κόκκαλά του και εις τας σάρκας του· τότε υπό το κράτος του ατομικού του πόνου, θα βλασφημήση αναισχύντως το πρόσωπόν σου”. 5 Δὲν φθάνουν λοιπὸν τὰ ὅσα ὑπέφερεν ὁ Ἰὼβ διὰ νὰ τὸν ἀποδείξουν δόκιμον ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκτείνῃς τὴν χεῖρα σου, θίξε καὶ κτύπησε τὰ κόκκαλά του καὶ τὰς σάρκας του· ὁρκίζομαι, ὅτι τότε θὰ σὲ βλασφημήσῃ κατὰ πρόσωπον».
6 εἶπε δὲ ὁ Κύριος τῷ διαβόλῳ· ἰδοὺ παραδίδωμί σοι αὐτόν, μόνον τὴν ψυχὴν αὐτοῦ διαφύλαξον. 6 Ο Κυριος είπε τότε στον διάβολον· “ιδού· παραδίδω αυτόν εις την εξουσίαν σου, να του επιφέρης τα δείνα, που είπες. Πρόσεξε όμως να διαφυλάξης την ζωήν του”. 6 Εἶπε δὲ τότε ὁ Κύριος εἰς τὸν διάβολον: «Ἰδοὺ σοῦ τὸν παραδίδω καὶ ἐπιτρέπω νὰ τὸν βασανίσῃς.Μόνον τὴν ζωήν του διαφύλαξε».
7 ᾿Εξῆλθε δὲ ὁ διάβολος ἀπὸ προσώπου Κυρίου καὶ ἔπαισε τὸν ᾿Ιὼβ ἕλκει πονηρῷ ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς. 7 Ο διάβολος εβγήκεν από την παρουσίαν του Κυρίου και εκτύπησε τον Ιώβ με τρομεράς πληγάς, από κεφαλής μέχρι ποδών. 7 Ἐβγῆκε δὲ ὁ διάβολος μακρὰν ἀπὸ τὸ μέρος τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου καὶ χωρὶς νὰ χάσῃ καιρὸν ἐκτύπησε τὸν Ἰὼβ μὲ ἕλκος κακοῆθες, τὸ ὁποῖον ἐξαπλώθη εἰς ὅλον τὸ σῶμα του ἀπὸ τὰ πόδια μέχρι τῆς κεφαλῆς.
8 καὶ ἔλαβεν ὄστρακον, ἵνα τὸν ἰχῶρα ξύῃ, καὶ ἐκάθητο ἐπὶ τῆς κοπρίας ἔξω τῆς πόλεως. - 8 Ο Ιώβ επήρε τότε ένα σύντριμμα από πήλινον αγγείον και έξυε τας πυορροούσας πληγάς του. Εκάθητο δε επάνω εις ένα σωρόν απεξηραμμένης κοπριάς έξω από την πόλιν μόνος. 8 Καὶ ὁ Ἰὼβ ἐπῆρε στὰ χέρια του κάποιο κομμάτι ἀπὸ πήλινο δοχεῖον τσακισμένο, διὰ νὰ ξύνῃ μὲ αὐτὸ τὸ ἀπεξηραμμένον πύον, ποὺ τοῦ προεκάλει φαγούραν.Καὶ ἐκάθητο ἐπὶ τῆς ξηρᾶς καὶ καϋμένης κόπρου ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν κατάμονος.
9 Χρόνου δὲ πολλοῦ προβεβηκότος εἶπεν αὐτῷ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· μέχρι τίνος καρτερήσεις λέγων· ἰδοὺ ἀναμένω χρόνον ἔτι μικρὸν προσδεχόμενος τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου; ἰδοὺ γὰρ ἠφάνισταί σου τὸ μνημόσυνον ἀπὸ τῆς γῆς, υἱοὶ καὶ θυγατέρες, ἐμῆς κοιλίας ὠδῖνες καὶ πόνοι, οὓς εἰς τὸ κενὸν ἐκοπίασα μετὰ μόχθων· σύ τε αὐτὸς ἐν σαπρίᾳ σκωλήκων κάθησαι διανυκτερεύων αἴθριος, κἀγὼ πλανῆτις καὶ λάτρις, τόπον ἐκ τόπου περιερχομένη καὶ οἰκίαν ἐξ οἰκίας, προσδεχομένη τὸν ἥλιον πότε δύσεται, ἵνα ἀναπαύσωμαι τῶν μόχθων μου καὶ τῶν ὀδυνῶν, αἵ με νῦν συνέχουσιν· ἀλλὰ εἰπόν τι ρῆμα πρὸς Κύριον καὶ τελεύτα. 9 Αφού επέρασε πολύς χρόνος εις την κατάστασιν αυτήν, του είπε τότε η γυναίκα του· “Εως πότε θα δείχνης αυτήν την καρτερίαν λέγων· Θα περιμένω ολίγον ακόμη χρόνον και έχω την ελπίδα, ότι θα εύρω την θεραπείαν μου και θα απαλλαγώ από την όδυνηράν αυτήν κατάστασιν; Ιδού όμως ότι η ανάμνησίς σου έσβησεν από την γην, διότι τα παιδιά και τα κορίτσια σου, πόνοι της κοιλίας μου, και κόποι της ζωής μου, εξηφανίσθησαν. Ματαίως, λοιπόν, εκοπίασα και υπεβλήθην εις τόσους κόπους δια να τα μεγαλώσω. Συ δε ο ίδιος κάθεσαι επάνω εις την σαπίλαν των σκωλήκων και διανυκτερεύεις με πολλούς πόνους στο υπαιθρον. Εγώ δε περιπλανώμαι, σαν καμμία υπηρέτρια και ζητιάνα, μεταβαίνουσα από τον ένα τόπον στον άλλον, από την μίαν οικίαν εις την άλλην και περιμένω πότε να δύση ο ήλιος, δια να αναπαυθώ από τους σωματικούς κόπους και τας ψυχικάς οδύνας, αι οποίαι τώρα με πιέζουν και με περισφίγγουν. Είπέ, λοιπόν, ένα λόγον εναντίον του Κυρίου και δώσε ένα τέλος εις την βασανισμένην σου ζωήν”. 9 Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασε πολὺς χρόνος, εἶπεν ἡ γυναῖκα του εἰς τὸν Ἰώβ: «Ἕως πότε θὰ δείχνῃς καρτερίαν καὶ ὑπομονὴν λέγοντας· ἰδοὺ περιμένω ὀλίγον χρόνον ἀκόμη διὰ νὰ δεχθῶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐλπίδος, ποὺ ἔχω διὰ τὴν σωτηρίαν μου ἀπὸ τὴν φοβερὰν ἀσθένειαν; Ματαίως περιμένεις.Διότι ἰδοὺ ἔχει ἐξαφανισθῆ κάθε τι, ποὺ θὰ διετήρει τὴν ἀνάμνησίν σου ἐπὶ τῆς γῆς καὶ θὰ συνετέλει εἰς τὸ νὰ σὲ ἐνθυμοῦνται καὶ μετὰ τὸν θάνατόν σου.Ἐννοῶ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ κορίτσια, τῆς κοιλίας μου αἱ ὠδίνες καὶ αἱ ἀγωνίαι καὶ κόποι, τοὺς ὁποίους ματαίως καὶ χωρὶς κανὲν κέρδος ἐκοπίασα μὲ μόχθους διὰ νὰ τὰ ἀναθρέψω. Καὶ σὺ δὲ ὁ ἴδιος κάθεσαι μέσα στὴ σαπίλα τῶν σκωλήκων καὶ περνᾷς τὶς νύκτες σου ἔξω εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ ὄχι μέσα εἰς οἰκίαν. Καὶ ἐγὼ κατήντησα νὰ περιπλανῶμαι καὶ νὰ παρακαλῶ τὸ ἔλεος τοῦ κόσμου, περιερχομένη ἀπὸ τὸν ἕνα τόπον εἰς τὸν ἄλλον τόπον καὶ ἀπὸ τὸ ἕνα σπίτι εἰς τὸ ἄλλο σπίτι, ζητοῦσα ἐλεημοσύνην ἀπὸ τοὺς ἀγνώστους καὶ περιμένουσα πότε θὰ δύσῃ ὁ ἥλιος, διὰ νὰ ἀναπαυθῶ ἀπὸ τοὺς βαρεῖς μου κόπους καὶ ἀπὸ τοὺς πόνους, οἱ ὁποῖοι τώρα μὲ πιέζουν καὶ μὲ περισφίγγουν.Ἀλλὰ εἰπὲ βλάσφημόν τινα λόγον κατὰ τοῦ Κυρίου, ποὺ σὲ τιμωρεῖ τόσον σκληρά, καὶ δῶσε τέλος εἰς τὴν βασανισμένην καὶ ἀνυπόφορον ζωήν σου».
10 ὁ δὲ ἐμβλέψας εἶπεν αὐτῇ· ἵνα τί ὥσπερ μία τῶν ἀφρόνων γυναικῶν ἐλάλησας οὕτως; εἰ τὰ ἀγαθὰ ἐδεξάμεθα ἐκ χειρὸς Κυρίου, τὰ κακὰ οὐχ ὑποίσομεν; ἐν πᾶσι τούτοις τοῖς συμβεβηκόσιν αὐτῷ οὐδὲν ἥμαρτεν ᾿Ιὼβ τοῖς χείλεσιν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. 10 Ο Ιωβ παρετήρησεν αυτήν κατάματα και είπε· “διατί ωμίλησες κατ' αυτόν τον τρόπον, ως εάν είσαι μία από τας απερισκέπτους και ανοήτους γυναίκας; Εάν τα αγαθά ευχαρίστως εδέχθημεν από τα χέρια του Κυρίου, τας θλίψεις και τας συμφοράς δεν θα τας υπομείνωμεν;” Εις όλας αυτάς τας συμφοράς, που επέπεσαν εναντίον του, ο Ιώβ δεν ημάρτησε καθόλου και δεν εβγήκε λόγος παραπόνου από τα χείλη του εναντίον του Θεού. 10 Ὁ Ἰὼβ δέ, ἀφοῦ τῆς ἔρριψε βλέμμα ἀποδοκιμασίας, εἶπε πρὸς αὐτήν: «Διατὶ ὡμίλησες οὕτω πως, σὰν μία ἀπὸ τὰς ἀνοήτους καὶ ἀπερισκέπτους γυναῖκας; Ἐὰν ἐδέχθημεν εὐχαρίστως τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τὴν χεῖρα τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ ὑποφέρωμεν καὶ τὰ θλιβερὰ καὶ δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα ὁ αὐτὸς Κύριος μᾶς ἀποστέλλει;» Εἰς ὅλα αὐτά, ποὺ συνέβησαν εἰς τὸν Ἰώβ, δὲν ἡμάρτησεν οὗτος μὲ τὰ χείλη του εἰς τὸ παραμικρὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
11 ἀκούσαντες δὲ οἱ τρεῖς φίλοι αὐτοῦ τὰ κακὰ πάντα τὰ ἐπελθόντα αὐτῷ, παρεγένοντο ἕκαστος ἐκ τῆς ἰδίας χώρας πρὸς αὐτόν· ᾿Ελιφὰζ ὁ Θαιμανῶν βασιλεύς, Βαλδὰδ ὁ Σαυχαίων τύραννος, Σωφὰρ ὁ Μιναίων βασιλεύς, καὶ παρεγένοντο πρὸς αὐτὸν ὁμοθυμαδόν, τοῦ παρακαλέσαι καὶ ἐπισκέψασθαι αὐτόν. 11 Οι τρεις φίλοι του Ιώβ όταν επληροφορήθησαν όλας αυτάς τας συμφοράς, αι οποίαι επέπεσαν εναντίον του, εξεκίνησεν ο καθένας από την ίδικήν του χώραν και ήλθον προς αυτόν. Ο Ελιφάζ ο βασιλεύς Θαιμανών, ο Βαλδάδ ο άρχων των Σαυχαίων και ο Σωφάρ ο βασιλεύς των Μιναίων. Αυτοί λοιπόν ήλθον προς τον Ιώβ με μιαν ψυχήν και κατόπιν κοινής συμφωνίας, δια να τον επισκεφθούν και τον παρηγορήσουν. 11 Ὅταν δὲ ἤκουσαν οἱ τρεῖς στενοὶ φίλοι του ὅλα τὰ κακά, ποὺ τὸν ηὗραν, ἦλθαν πρὸς αὐτὸν ὁ καθένας των ἀπὸ τὴν ἰδικήν του χώραν καὶ πατρίδα· δηλαδὴ ὁ Ἐλιφάζ, ποὺ ἦτο βασιλεὺς τῶν κατοίκων τῆς Θαιμάν, χώρας κειμένης ἐν τῇ Ἰδουμαίᾳ· καὶ ὁ Βαλδάδ, ἄρχοντας τῶν Σαυχαίων, χώρας ποὺ ἔκειτο εἰς τὸ ἀνατολικὸν τμῆμα τῆς Βαταναίας, καὶ ὁ Σωφάρ, ὁ βασιλεὺς τῶν Μιναίων, χώρας ἡ ὁποία πιθανῶς ἔκειτο εἰς τὰ ὅρια τῆς φυλῆς Ἰούδα.Καὶ ἦλθαν πρὸς αὐτὸν κατόπιν κοινῆς συμφωνίας διὰ νὰ τὸν παρηγορήσουν καὶ διὰ να τὸν ἐπισκεφθοῦν.
12 ἰδότες δὲ αὐτὸν πόρρωθεν οὐκ ἐπέγνωσαν· καὶ βοήσαντες φωνῇ μεγάλῃ ἔκλαυσαν ρήξαντες ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ στολήν. καὶ καταπασάμενοι γῆν 12 Οταν δε από μακράν τον είδαν, δεν τον ανεγνώρισαν. Εβγαλαν μεγάλην οδυνηράν κραυγήν, έκλαυσαν και διέρρηξαν ο καθένας την στολήν του. Αφού δε έρριψαν χώμα εις τας κεφαλάς των, εις έκφρασιν της οδύνης των, 12 Ὅταν δὲ τὸν εἶδαν ἀπὸ μακράν, δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν, λόγῳ τῆς παραμορφώσεως καὶ ἐξασθενήσεώς του ἀπὸ τὸ φοβερὸν ἕλκος, καὶ ἀφοῦ ἔβγαλαν φωνὴν μεγάλην, ἐξέσπασαν εἰς κλαυθμούς, συγχρόνως δὲ ἐξέσχισαν ὁ καθένας τους τὴν στολήν του, καὶ ἀφοῦ ἔρριψαν σκόνην ἀπὸ τὴν γῆν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των,
13 παρεκάθισαν αὐτῷ ἑπτὰ ἡμέρας καὶ ἑπτὰ νύκτας, καὶ οὐδεὶς αὐτῶν ἐλάλησεν· ἑώρων γὰρ τὴν πληγὴν δεινὴν οὖσαν καὶ μεγάλην σφόδρα. 13 εκάθησαν πλησίον του Ιώβ επί επτά ημέρας και επτά νύκτας, και κανείς από αυτούς δεν ήνοιξε το στόμα του να ομιλήση, διότι έβλεπαν κατάπληκτοι, ότι το κτύπημα ήτο πάρα πολύ οδυνηρόν και μεγάλο. 13 ἐκάθησαν πλησίον του ἑπτὰ ἡμέρας καὶ ἑπτὰ νύκτας καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ὡμίλησε: Διότι ἔβλεπαν ἐμβρόντητοι, ὅτι ἡ πληγὴ ἦτο πάρα πολὺ ὀδυνηρὰ καὶ μεγάλη.