Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 (Ε)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΠΙΚΑΛΕΣΑΙ δέ, εἴ τίς σοι ὑπακούσεται, ἢ εἴ τινα ἀγγέλων ἁγίων ὄψῃ· 1 Καλεσε εις βοήθειάν σου, εάν υπάρχη κάποιος, ο οποίος θα σε ακούση και θα σπεύση να σε βοηθήση, η εάν θα σο εμφανισθή κανένας από τους αγίους αγγέλους. Κανείς δεν θα έλθη, διότι ευρίσκεσαι εν τω αδίκω. 1 Διὰ νὰ πεισθῇς δέ, ὅτι δὲν ἔχεις δίκαιον νὰ παραπονῆσαι, ἐπικαλέσου εἰς βοήθειάν σου, ἐὰν ὑπάρχῃ κάποιος, ποὺ θὰ ἀκούσῃ καὶ θὰ κάμῃ δεκτὰ τὰ παράπονά σου, ἢ ἐὰν θὰ σοῦ ἐμφανισθῇ κάποιος ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους διὰ νὰ τὸν ἴδῃς.
2 καὶ γὰρ ἄφρονα ἀναιρεῖ ὀργή, πεπλανημένον δὲ θανατοῖ ζῆλος, 2 Τον ασύνετον και ασεβή τον φονεύει η ασυγκράτητος αγανάκτησίς του. Τον δε από την αμαρτίαν πλανώμενον τον θανατώνει ο φθόνος και το πάθος του. 2 Δὲν θὰ ἴδῃς κανένα, διότι τὸν ἀνυπόμονον, ποὺ κατήντησεν εἰς ἀφροσύνην, τὸν φονεύει καὶ τὸν καταστρέφει ἡ ἀγανάκτησις καὶ ἡ ἀσυγκράτητος λύπη του, αὐτὸν δέ, ποὺ ἔχει πλανηθῇ ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, τὸν θανατώνει τὸ πάθος του.
3 ἐγὼ δὲ ἑώρακα ἄφρονας ρίζαν βάλλοντας, ἀλλ᾿ εὐθέως ἐβρώθη αὐτῶν ἡ δίαιτα. 3 Εγώ, βέβαια, έχω ίδει ανθρώπους, που ζουν εις αφροσύνην και αμαρτίαν, να ριζοβολούν και να ευδοκιμούν. Αλλά πολύ γρήγορα διεβρώθη και κατεστράφη η κατοικία των και η ζωη των. 3 Ἐγὼ δὲ ἔχω ἴδει ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν ἐν ἀφροσύνῃ καὶ ἁμαρτίαις, νὰ ρίπτουν ρίζας καὶ νὰ εὐδοκιμοῦν, ἀλλὰ πολὺ γρήγορα κατεφαγώθη καὶ κατεστράφη ἡ κατοικία των.
4 πόρρω γένοιντο οἱ υἱοὶ αὐτῶν ἀπὸ σωτηρίας, κολαβρισθείησαν δὲ ἐπὶ θύραις ἡσσόνων, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ἐξαιρούμενος· 4 Δεν θα υπάρξη σωτηρία δια τα παιδιά των. Θα ποδοπατηθούν δε εμπρός εις τας πύλας ανθρώπων κατωτέρων και ασθενέστερων από αυτούς. Και δεν θα υπάρχη κανείς να τους γλυτώση από την συμφοράν και τον όλεθρον. 4 Τὰ παιδιά των θὰ εὑρεθοῦν μακρὰν ἀπὸ τὴν σωτηρίαν θὰ ποδοπατηθοῦν δὲ εἰς τὰς πύλας ἀνθρώπων κατωτέρων καὶ ἀσθενεστέρων ἀπὸ αὐτούς, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκεται κανεὶς νὰ τοὺς γλυτώσῃ.
5 ἃ γὰρ ἐκεῖνοι συνήγαγον, δίκαιοι ἔδονται, αὐτοὶ δὲ ἐκ κακῶν οὐκ ἐξαίρετοι ἔσονται. ἐκσιφωνισθείη αὐτῶν ἡ ἰσχύς· 5 Θα φύγουν από τα χέρια των, όσα οι ασεβείς συνεκέντρωσαν. Οι δίκαιοι θα τα φάγουν και θα τα απολαύσουν. Αυτοί δε οι ίδιοι οι ασεβείς δεν θα διαφύγουν τας συμφοράς. Η δύναμίς των και η δόξα των θα αναρροφηθή σαν από σίφωνα και θα εξαφανισθή 5 Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πλούτη των θὰ πέσῃ ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ.Διότι ὅσα ἐκεῖνοι συνήθροισαν, θὰ τὰ φάγουν δίκαιοι, ποὺ στεροῦνται, αὐτοὶ δὲ δὲν θὰ ἐξαιρεθοῦν, οὐδὲ θὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ κακὰ καὶ συμφοράς· ἡ δύναμίς των θὰ ἐξαντληθῇ καὶ θὰ ἐκμηδενισθῇ.
6 οὐ γὰρ μὴ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς γῆς κόπος, οὐδὲ ἐξ ὀρέων ἀναβλαστήσει πόνος· 6 Ο Θεός είναι, που αποστέλλει τας θλίψεις, διότι ποτέ δεν φυτρώνει μόνος του από την γην ο κόπος, ούτε από τα βουνά αυτομάτως βλαστάνει ο πόνος ωσάν το χορτάρι. 6 Ὁ Θεὸς κατὰ ταῦτα ἐπιτρέπει τὰς θλίψεις εἰς τοὺς ἀνθρώπους.Διότι δὲν θὰ βγῇ μόνος του ἀπὸ τὴν γῆν ὁ κόπος, οὔτε ἀπὸ τὰ ὅρη αὐτομάτως καὶ τυχαίως θὰ βλαστήσῃ ὁ πόνος.
7 ἀλλὰ ἄνθρωπος γεννᾶται κόπῳ, νεοσσοὶ δὲ γυπὸς τὰ ὑψηλὰ πέτονται. 7 Αλλά ο άνθρωπος εξ αιτίας της αμαρτωλότητος, που τον έχει δηλητηριάσει, γεννάται, δια να κοπιάζη και πονή, και μόνον οι νεοσσοί του γυπός πετούν υψηλά. 7 Ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ δὲν διεφύλαξε τὴν ἀθωότητά του, γεννᾶται διὰ τὸν κόπον καὶ τὴν θλῖψιν, ὅπως καὶ τὰ μικρὰ πουλιὰ τοῦ γερακιοῦ, μόλις γεννηθοῦν, πετοῦν εἰς τὰ ὑψηλά.
8 οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ ἐγὼ δεηθήσομαι Κυρίου, Κύριον δὲ τῶν πάντων δεσπότην ἐπικαλέσομαι, 8 Παρ' όλον όμως τούτο, εγώ αν περιπέσω εις θλίψιν, θα παρακαλέσω θερμώς τον Κυριον, ναι τον Κυριον και κυρίαρχον των πάντων θα επικαλεσθώ με θερμήν προσευχήν· 8 Ἂν μὲ εὕρῃ ὅμως θλῖψις καὶ πόνος, δὲν θὰ παραδοθῶ ἀνυπεράσπιστος εἰς αὐτόν, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Κύριον, καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν Κύριον, ποὺ ὁρίζει τὰ πάντα,
9 τὸν ποιοῦντα μεγάλα καὶ ἀνεξιχνίαστα, ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός· 9 αυτόν, ο οποίος πράττει μεγάλα, ανεξιχνίαστα και ανεξερεύνητα από την ανθρωπίνην διάνοιαν, ένδοξα και έκτακτα, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός. 9 Αὐτόν, ὁ Ὁποῖος ποιεῖ μεγάλα καὶ ἀνεξερεύνητα, καὶ ἔνδοξα καὶ καταπληκτικά, ποὺ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ ἀριθμήσῃ.
10 τὸν διδόντα ὑετὸν ἐπὶ τὴν γῆν, ἀποστέλλοντα ὕδωρ ἐπὶ τὴν ὑπ᾿ οὐρανόν· 10 Αυτόν, ο οποίος χορηγεί την ευεργετικήν βροχήν εις την γην και αποστέλλει το ύδωρ εις όλην την υπ' ουρανόν. 10 Αὐτὸν ποὺ δίδει τὴν βροχὴν εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποστέλλει νερὸν εἰς τὰς χώρας, ποὺ ἐκτείνονται κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν.
11 τὸν ποιοῦντα ταπεινοὺς εἰς ὕψος, καὶ ἀπολωλότας ἐξεγείροντα· 11 Ανορθώνει και τοποθετεί εις μέγα ύψος δόξης τους ταπεινούς ανθρώπους. Ανεγείρει και ενδυναμώνει αυτούς, που φαίνονται ότι είναι χαμένοι. 11 Αὐτόν, ὁ Ὁποῖος ἀνεβάζει εἰς ὕψος τοὺς ταπεινοὺς καὶ ὁ Ὁποῖος σηκώνει καὶ ἐνδυναμώνει αὐτούς, ποὺ φαίνονται χαμένοι.
12 διαλλάσσοντα βουλὰς πανούργων, καὶ οὐ μὴ ποιήσουσιν αἱ χεῖρες αὐτῶν ἀληθές. 12 Αυτόν, ο οποίος ματαιώνει και διαλύει τα πονηρά σχέδια των πανούργων ανθρώπων και των οποίων τα χέρια ποτέ δεν εκτείνονται, δια να πράξουν το αληθές, το σύμφωνον προς το θέλημα του Κυρίου. 12 Αὐτόν, ὁ Ὁποῖος ματαιώνει καὶ διαλύει τὰ σχέδια καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν πονηρῶν, καὶ ἔτσι τὰ χέρια των δὲν θὰ ἐπαληθεύσουν καὶ δὲν θὰ ἐπιτύχουν τὰ σχεδιασθέντα ὑπ’ αὐτῶν.
13 ὁ καταλαμβάνων σοφοὺς ἐν τῇ φρονήσει, βουλὴν δὲ πολυπλόκων ἐξέστησεν· 13 Αυτόν, που συλλαμβάνει τους καυχωμένους δια την σοφίαν των, ματαιώνει δε τα σχέδια και τας αποφάσεις των πονηρών ανθρώπων. 13 Αὐτὸς εἶναι, ποὺ συλλαμβάνει τοὺς νομίζοντας ἑαυτοὺς σοφοὺς διὰ τῆς ἐξυπνάδας καὶ φρονήσεώς των· Αὐτὸς δὲ καὶ τὰ σχέδια καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν πονηρῶν καὶ πολυμηχάνων ἀσεβῶν τὰς ματαιώνει καὶ τὰς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ των.
14 ἡμέρας συναντήσεται αὐτοῖς σκότος, τὸ δὲ μεσημβρινὸν ψηλαφήσαισαν ἴσα νυκτί. 14 Και έτσι αυτοί ομοιάζουν προς εκείνους, που κατά την διάρκειαν της ημέρας καταλαμβάνονται από το σκότος, κατά δε την μεσημβρίαν ψηλαφούν, όπως κατά την νεφελώδη σκοτεινήν νύκτα. 14 Λόγῳ δὲ τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς σηκώνει ἀπὸ αὐτοὺς τὸν φωτισμόν του, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἡμέρας καταλαμβάνονται ὑπὸ σκότους, κατὰ δὲ τὴν μεσημβρίαν ψηλαφοῦν ἐξ ἴσου ὅπως καὶ εἰς τὸ σκοτάδι τῆς νυκτός.
15 ἀπόλοιντο δὲ ἐν πολέμῳ, ἀδύνατος δὲ ἐξέλθοι ἐκ χειρὸς δυνάστου· 15 Θα νικηθούν και θα εξολοθρευθούν στον πόλεμόν των. Ο δε ασθενής και αδύνατος θα εξέλθη σώος και ελεύθερος από τα χέρια του τυράννου του. 15 Θὰ ἡττηθοῦν δὲ καὶ θὰ χαθοῦν εἰς τὸν πόλεμον, ποὺ κάνουν διὰ να ἐξοντώσουν τὸν εἰς τὸν Θεὸν ἐλπίζοντα πτωχόν, ὁ ἀδύνατος δὲ θὰ ἐξέλθῃ σῷος ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ τυραννοῦντος αὐτὸν ἰσχυροῦ.
16 εἴη δὲ ἀδυνάτῳ ἐλπίς, ἀδίκου δὲ στόμα ἐμφραχθείη. 16 Ελπίς δι' αυτόν τον αδύνατον θα είναι ο Θεός, το δε συκοφαντικόν στόμα του αδίκου θα φραχθή και θα κλείση. 16 Θὰ ὑπάρχῃ δὲ ἐλπὶς ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τὸν ἀδύνατον, καὶ τὸ συκοφαντικὸν στόμα τοῦ ἀδίκου θὰ κλείσῃ.
17 μακάριος δὲ ἄνθρωπος, ὃν ἤλεγξεν ὁ Κύριος, νουθέτημα δὲ Παντοκράτορος μὴ ἀπαναίνου· 17 Τρισευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος, τον οποίον παιδαγωγικώς ετιμώρησεν ο Κυριος. Αυτήν δε την παιδαγωγίαν του Παντοκράτορος Κυρίου συ, ω άνθρωπε, μη την αποστραφής ποτέ. 17 Μακάριος δὲ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον διὰ δοκιμασιῶν ἐτιμώρησε πρὸς διόρθωσιν ὁ Κύριος· μὴ ἀντιτάσσεσαι δὲ καὶ μὴ ἀπορρίπτης τὴν νουθεσίαν τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ.
18 αὐτὸς γὰρ ἀλγεῖν ποιεῖ καὶ πάλιν ἀποκαθίστησιν· ἔπαισε, καὶ αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἰάσαντο. 18 Ο Θεός, δια την πνευματικήν μας ωφέλειαν, μας κάμνει να πονούμεν, αλλά και πάλιν μας επαναφέρει εις την προτέραν ειρηνικήν κατάστασιν. Μας εκτύπησε με τας θλίψεις, αλλά με τα ίδια του τα χέρια μας εθεράπευσε. 18 Διότι Αὐτὸς ἐπιτρέπει να πονῇ καὶ νὰ πάσχῃ ὁ ἄνθρωπος, καὶ πάλιν Αὐτὸς ἀποκαθιστῶ εἰς ὑγείαν τὸν πονοῦντα.Αὐτὸς σὲ ἐκτύπησε πρὸς τὸ καλόν σου καὶ αἱ χεῖρες του σὲ ἰάτρευσαν.
19 ἑξάκις ἐξ ἀναγκῶν σε ἐξελεῖται, ἐν δὲ τῷ ἑβδόμῳ οὐ μὴ ἅψηταί σου κακόν. 19 Πολλές φορές θα σε γλυτώση από τας ανάγκας και θλίψεις· και αν ακόμη επακολουθήσουν άλλαι, δεν θα σε εγγίση και δεν θα σε καταβάλη κάτι κακόν. 19 Ἓξ καὶ πολὺ περισσότερες φορὲς θὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ ἀνάγκας, καὶ δι’ ἑβδόμην ἢ καὶ πολὺ περισσότερες φορές, ὅταν σὲ ξαναβροῦν ἄλλες, δὲν θὰ σὲ εγγίσῃ κακόν.
20 ἐν λιμῷ ρύσεταί σε ἐκ θανάτου, ἐν πολέμῳ δὲ ἐκ χειρὸς σιδήρου λύσει σε. 20 Εις καιρόν λιμού θα σε γλυτώση από τον εκ πείνης θάνατον και εις καιρόν πολέμου θα λύση τα σιδηρά δεσμά της αιχμαλωσίας από τα χέρια σου. 20 Ἐν καιρῷ πείνης θὰ σὲ γλυτώσῃ ἀπὸ τὸν θάνατον, ἐν καιρῷ δὲ πολέμου θὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ δυνατὴν χεῖρα, ποὺ κρατεῖ μάχαιραν.
21 ἀπὸ μάστιγος γλώσσης σε κρύψει, καὶ οὐ μὴ φοβηθῇς ἀπὸ κακῶν ἐρχομένων. 21 Θα σε προφυλάξη και θα σε σκεπάση από το μαστίγιον συκοφαντικής και αδίκου γλώσσης και δεν θα φοβηθής από οιονδήποτε επερχόμενον κακόν. 21 Αὐτὸς θὰ σὲ σκεπάσῃ καὶ θὰ σὲ κρύψῃ ἀπὸ τὴν μάστιγα τῆς συκοφαντικῆς καὶ δολίας γλώσσης, καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν του δὲν θὰ φοβηθῇς ἀπὸ παντὸς εἴδους ἐπερχόμενα κακά.
22 ἀδίκων καὶ ἀνόμων καταγελάσῃ, ἀπὸ δὲ θηρίων ἀγρίων οὐ μὴ φοβηθῇς· 22 Θα γελάς με τας απειλάς και τα πονηρά σχέδια των αδίκων και των παρανόμων, διότι θα βλέπης πόσον αδύνατοι είναι αυτοί εμπρός στον παντοδύναμον Θεόν. Και από αυτά ακόμη τα άγρια θηρία δεν έχεις να φοβηθής τίποτε, 22 Τὰς ἐπιβουλὰς καὶ ἐπιθέσεις τῶν ἀδίκων καὶ τῶν περιφρονούντων συστηματικῶς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπων θὰ ἀντιμετωπίσῃς μὲ ἀταραξίαν καὶ μὲ γέλωτος, δὲν θὰ φοβηθῇς δὲ οὔτε ἀπὸ τὰ ἄγρια θηρία.
23 θῆρες γὰρ ἄγριοι εἰρηνεύσουσί σοι. 23 διότι και τα αγρία θηρία θα είναι ειρηνικά μαζή σου. 23 Διότι καὶ αὐτὰ τὰ ἄγρια θηρία θὰ εἰρηνεύουν πρὸς σέ.
24 εἶτα γνώσῃ ὅτι εἰρηνεύσει σου ὁ οἶκος, ἡ δὲ δίαιτα τῆς σκηνῆς σου οὐ μὴ ἁμάρτῃ. 24 Επειτα δέ, εφ' όσον θα είσαι άνθρωπος του Θεού, θα μάθης εξ αυτών τούτων των πραγμάτων, ότι το σπίτι σου θα ζη εν ειρήνη, διότι θα έχη την ευλογίαν του Θεού. Και από το σπίτι σου δεν θα λείψη τίποτε από εκείνα, που χρειάζονται προς διατροφήν σου. 24 Ἔπειτα θὰ πληροφορηθῇς ἀπὸ τὰ πράγματα, ὅτι θὰ εἰρηνεύσῃ μονοιασμένον ὅλον τὸ σπίτι σου, δὲν θὰ λείψῃ δὲ ἀπὸ τὴν πτωχικὴν ἔστω καλύβην καὶ σκηνήν σου τίποτε ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν διατροφήν σου.
25 γνώσῃ δὲ ὅτι πολὺ τὸ σπέρμα σου, τὰ δὲ τέκνα σου ἔσται ὥσπερ τὸ παμβότανον τοῦ ἀγροῦ. 25 Θα ίδης πολλούς απογόνους, τα δε παιδιά σου θα μεγαλώνουν, θα πληθύνονται, θα είναι θαλλερά ωσάν την πολυποίκιλον χλόην που φυτρώνει πολυπληθής στους αγρούς 25 Θὰ πληροφορηθῇς δὲ ἀκόμη, ὅτι πολὺ πλῆθος θὰ γίνουν οἱ ἀπόγονοί σου, τὰ δὲ τέκνα σου θὰ μεγαλώνουν καὶ θὰ εἶναι θαλερὰ σὰν τὸ πλῆθος τῶν βοτάνων, ποὺ φυτρώνουν εἰς τὸν ἀγρὸν καὶ τὰ τρέφει τὸ ὕπαιθρον καὶ ἡ δροσιά.
26 ἐλεύσῃ δὲ ἐν τάφῳ ὥσπερ σῖτος ὥριμος κατὰ καιρὸν θεριζόμενος ἢ ὥσπερ θιμωνία ἅλωνος καθ᾿ ὥραν συγκομισθεῖσα. 26 Θα έλθης δε στον τάφον όχι προώρα, αλλά εις γήρας βαθύ, ωσάν τον μεστωμένον σίτον, που θερίζεται στον καιρόν του, ωσάν την θημωνιάν του αλωνιού. Που συγκομίζεται εις την ώραν της. 26 Θὰ ἔλθῃς δὲ εἰς τὸν τάφον ὄχι παράκαιρα, ἀλλ' εἰς γῆρας βαθύ, σὰν σῖτος, ποὺ θερίζεται εἰς τὸν καιρόν του, ἢ σὰν δεμάτιον ἁλωνιοῦ, ποὺ ἐμαζεύθη εἰς τὴν ὥραν του.
27 ἰδοὺ ταῦτα οὕτως ἐξιχνιάσαμεν, ταῦτά ἐστιν ἃ ἀκηκόαμεν· σὺ δὲ γνῶθι σεαυτῶ εἴ τι ἔπραξας. 27 Ιδού, αυτά έτσι τα ερευνήσαμεν και τα εμάθαμεν. Τα ιδια έχομεν ακούσει από τους προγόνους μας, από την παράδοσίν μας. Συ δε τώρα σκέψου τον εαυτόν σου και ερεύνησε, μήπως κάτι κακόν έπραξες. 27 Ἰδοὺ αὐτά, ποὺ σοῦ εἶπα, τὰ ἠρευνήσαμεν μὲ ἐπιμέλειαν καὶ τὰ ηὕραμεν, ὅτι ἔχουν οὕτως· αὐτὰ εἶναι, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀκούσει καὶ ἀπὸ τοὺς πατέρας μας.Σὺ δὲ τώρα μάθε διὰ τὸν ἑαυτόν σου, ἐὰν ἔπραξες κάτι ἀπὸ αὐτὰ ἢ παρέλειψες νὰ συμμορφωθῇς πρὸς ταῦτα».