Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 (ΙϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δὲ ᾿Ιὼβ λέγει· 1 Ελαβε τον λόγον ο Ιωβ και είπε· 1 Έλαβε τὸν λόγον ὁ Ἰὼβ καὶ εἶπε·
2 ἀκήκοα τοιαῦτα πολλά, παρακλήτορες κακῶν πάντες. 2 “πολλά σαν αυτά, που λέτε, έχω ακούσει έως τώρα. Ολοι σας είσθε κακοί παρηγορηταί. 2 «πολλὰ σὰν αὐτά, ποὺ λέτε, ἔχω ἀκούσει ἕως τώρα.Ὅλοι σας εἶσθε κακοὶ παρηγορηταί.
3 τί γάρ; μὴ τάξις ἐστὶ ρήμασι πνεύματος; ἢ τί παρενοχλήσει σοι, ὅτι ἀποκρίνῃ; 3 Σας ερωτώ, μήπως υπάρχει καμμία τάξις η κανένας συνειρμός εις τα λόγια του αέρος; Η τι θα σε στενοχωρήση να αποκρίνεσαι έτσι, όπως τώρα ομιλείς; 3 Σᾶς ἐρωτῶ, μήπως ὑπάρχει καμμία τάξις ἢ κανένας συνειρμὸς εἰς τὰ λόγια τοῦ ἀέρος; Ἢ τί θὰ σὲ στενοχωρήσῃ νὰ ἀποκρίνεσαι ἔτσι, ὅπως τώρα ὁμιλεῖς;
4 κἀγὼ καθ᾿ ὑμᾶς λαλήσω, εἰ ὑπέκειτό γε ἡ ψυχὴ ὑμῶν ἀντὶ τῆς ἐμῆς· εἶτ᾿ ἐναλοῦμαι ὑμῖν ρήμασι, κινήσω δὲ καθ᾿ ὑμῶν κεφαλήν· 4 Και εγώ θα ημπορούσα να ομιλώ προς σας, εάν σεις ευρίσκεσθε εις την θέσιν μου και εγώ ευρισκόμην εις την θέσιν σας. Επειτα θα εφορμούσα εναντίον σας με τα λόγια και θα εκινούσα εμπαικτικώς την κεφαλήν μου εναντίον σας. 4 Καὶ ἐγὼ θὰ ἠμποροῦσα νὰ ὁμιλῶ πρὸς σᾶς, ἐὰν σεῖς εὑρίσκεσθε εἰς τὴν θέσιν μου καὶ ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν σας.Ἔπειτα θὰ ἐφορμοῦσα ἐναντίον σας μὲ τὰ λόγια καὶ θὰ ἐκινοῦσα ἐμπαικτικῶς τὴν κεφαλήν μου ἐναντίον σας.
5 εἴη δὲ ἰσχὺς ἐν τῷ στόματί μου, κίνησιν δὲ χειλέων οὐ φείσομαι. 5 Τοτε θα είχα μεγάλην δύναμιν στο στόμα μου, δεν θα ελυπόμουνα δε ούτε και θα περιώριζα τα λόγια των χειλέων μου. 5 Τότε θὰ εἶχα μεγάλην δύναμιν εἰς τὸ στόμα μου, δὲν θὰ ἐλυπόμουνα δὲ οὔτε καὶ θὰ περιώριζα τὰ λόγια τῶν χειλέων μου.
6 ἐὰν γὰρ λαλήσω, οὐκ ἀλγήσω τὸ τραῦμα· ἐὰν δὲ καὶ σιωπήσω, τί ἔλαττον τρωθήσομαι; 6 Διότι όταν ωμιλούσα, δεν θα επονούσαν αι πληγαί μου, τας οποίας δεν θα είχα. Εάν δε εσιωπούσα, από τι είχα να πληγωθώ και βλαβώ; 6 Διότι ὅταν ὠμιλοῦσα, δὲν θὰ ἐπονοῦσαν αἱ πληγαί μου, τὰς ὁποίας δὲν θὰ εἶχα.Ἐὰν δὲ ἐσιωποῦσα, ἀπὸ τί εἶχα νὰ πληγωθῶ καὶ βλαβῶ;
7 νῦν δὲ κατάκοπόν με πεποίηκε, μωρόν, σεσηπότα, 7 Τωρα όμως ο Θεός με τας θλίψεις και τας δοκιμασίας του αυτάς με έχει κάμει καταβεβλημένον και αποκαρδιωμένον· μωρόν και με εξησθενημένας τας διανοητικάς μου δυνάμεις, άρρωστον και σάπιον. 7 Τώρα ὅμως ὁ Θεὸς μὲ τὰς θλίψεις καὶ τὰς δοκιμασίας του αὐτὰς μὲ ἔχει κάμει καταβεβλημένον καὶ ἀποκαρδιωμένον· μωρὸν καὶ μὲ ἐξησθενημένας τὰς διανοητικάς μου δυνάμεις, ἄρρωστον καὶ σάπιον.
8 καὶ ἐπελάβου μου, εἰς μαρτύριον ἐγενήθη· καὶ ἀνέστη ἐν ἐμοὶ τὸ ψεῦδός μου, κατὰ πρόσωπόν μου ἀνταπεκρίθη. 8 Με επιασε εις τα χέρια του ο Θεός και τα παθήματά μου έγιναν καταδικαστική μαρτυρία εις βάρος μου. Εσηκώθη εναντίον μου με ψευδολογίας ο φίλος μου, με κατηγόρησε κατά πρόσωπον εντόνως. 8 Μὲ ἔπιασε εἰς τὰ χέρια του ὁ Θεὸς καὶ τὰ παθήματά μου ἔγιναν καταδικαστικὴ μαρτυρία εἰς βάρος μου.Ἐσηκώθη ἐναντίον μου μὲ ψευδολογίας ὁ φίλος μου, μὲ κατηγόρησε κατὰ πρόσωπον ἐντόνως.
9 ὀργῇ χρησάμενος κατέβαλέ με, ἔβρυξεν ἐπ᾿ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας, βέλη πειρατῶν αὐτοῦ ἐπ᾿ ἐμοὶ ἔπεσεν. 9 Οργήν εχρησιμοποίησεν εναντίον μου ο Κυριος. Με έρριξε κάτω, έτριξε τα δόντια του εναντίον μου. Τα λόγια του σαν βέλη πειρατών έπεσαν εναντίον μου και με κατετρύπησαν. 9 Ὀργὴν ἐχρησιμοποίησεν ἐναντίον μου ὁ Κύριος.Μὲ ἔρριξε κάτω, ἔτριξε τὰ δόντια του ἐναντίον μου.Τὰ λόγια του σὰν βέλη πειρατῶν ἔπεσαν ἐναντίον μου καὶ μὲ κατετρύπησαν.
10 ἀκίσιν ὀφθαλμῶν ἐνήλατο, ὀξεῖ ἔπαισέ με εἰς τὰ γόνατα, ὁμοθυμαδὸν δὲ κατέδραμον ἐπ᾿ ἐμοί· 10 Επήδησεν ορμητικός εναντίον μου ενώ τα μάτια του, σαν να εξηκόντιζαν καρφιά εναντίον μου. Με οξείς και δριμείς πόνους εκτύπησε τα γόνατά μου. Ολοι οι εχθροί μου από κοινού και εκ συμφώνου επέπεσαν εναντίον μου. 10 Ἐπήδησεν ὁρμητικὸς ἐναντίον μου ἐνῷ τὰ μάτια του, σὰν νὰ ἐξηκόντιζαν καρφιὰ ἐναντίον μου.Μὲ ὀξεῖς καὶ δριμεῖς πόνους ἐκτύπησε τὰ γόνατά μου.Ὅλοι οἱ ἐχθροί μου ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συμφώνου ἐπέπεσαν ἐναντίον μου.
11 παρέδωκε γάρ με ὁ Κύριος εἰς χεῖρας ἀδίκων, ἐπὶ δὲ ἀσεβέσιν ἔρριψέ με. 11 Διότι ο Κυριος με παρέδωκεν εις τα χέρια των αδίκων. Με έρριψεν ανίκανον και ανυπεράσπιστον εν μέσω ασεβών. 11 Διότι ὁ Κύριός μὲ παρέδωκεν εἰς τὰ χέρια τῶν ἀδίκων.Μὲ ἔρριψεν ἀνίκανον καὶ ἀνυπεράσπιστον ἐν μέσῳ ἀσεβῶν.
12 εἰρηνεύοντα διεσκέδασέ με, λαβών με τῆς κόμης διέτιλε, κατέστησέ με ὥσπερ σκοπόν. 12 Ενῷ εζούσα ειρηνικός και ασφαλής, ο Κυριος με άρπαξε ατό τα μαλλιά της κεφαλής, με κατεμάδησε, με έβαλε στόχον των κτυπημάτων του. 12 Ἐνῷ ἐζοῦσα εἰρηνικὸς καὶ ἀσφαλής, ὁ Κύριος μὲ ἅρπαξε ἀτὸ τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς, μὲ κατεμάδησε, μὲ ἔβαλε στόχον τῶν κτυπημάτων του.
13 ἐκύκλωσάν με λόγχαις βάλλοντες εἰς νεφρούς μου, οὐ φειδόμενοι ἐξέχεαν εἰς τὴν γῆν τὴν χολήν μου· 13 Οι εχθροί μου με περιεκύκλωσαν, με εκτυπούσαν με τας λόγχας, διετρυπούσαν τους νεφρούς μου, χωρίς να αισθάνωνται κανένα οίκτον έχυναν εις την γην την χολήν μου. 13 Οἱ ἐχθροί μου μὲ περιεκύκλωσαν, μὲ ἐκτυποῦσαν μὲ τὰς λόγχας, διετρυποῦσαν τοὺς νεφρούς μου, χωρὶς νὰ αἰσθάνωνται κανένα οἶκτον ἔχυναν εἰς τὴν γῆν τὴν χολήν μου.
14 κατέβαλόν με πτῶμα ἐπὶ πτώματι, ἔδραμον πρός με δυνάμενοι. 14 Με κτυπήματα επάνω εις τα κτυπήματα με έρριψαν κάτω, έτρεξαν εναντίον μου οι δυνατοί και οι ισχυροί, ενώ εγώ ήμουν 14 Μὲ κτυπήματα ἐπάνω εἰς τὰ κτυπήματα μὲ ἔρριψαν κάτω, ἔτρεξαν ἐναντίον μου οἱ δυνατοὶ καὶ οἱ ἰσχυροί, ἐνῷ ἐγὼ ἤμουν ἀδύνατος.
15 σάκκον ἔρραψαν ἐπὶ βύρσης μου, τὸ δὲ σθένος μου ἐν γῇ ἐσβέσθη. 15 Μου ερραψαν τρίχινον σάκκον, δια να φορέσω στο πληγιασμένο σώμα μου. Η δύναμίς μου έσβησε και έπεσε κατά γης. 15 Μοῦ ἔρραψαν τρίχινον σάκκον, διὰ νὰ φορέσω εἰς τὸ πληγιασμένο σῶμα μου.Ἡ δύναμίς μου ἔσβησε καὶ ἔπεσε κατὰ γῆς.
16 ἡ γαστήρ μου συγκέκαυται ἀπὸ κλαυθμοῦ, ἐπὶ δὲ βλεφάροις μου σκιά. 16 Η καρδία μου και τα στήθη μου εφλογίζοντο από τους κλαυθμούς, εις δε τα βλέφαρά μου έχει πέσει πλέον η σκια του θανάτου. 16 Ἡ καρδία μου καὶ τὰ στήθη μου ἐφλογίζοντο ἀπὸ τοὺς κλαυθμούς, εἰς δὲ τὰ βλέφαρά μου ἔχει πέσει πλέον ἡ σκιὰ τοῦ θανάτου.
17 ἄδικον δὲ οὐδὲν ἦν ἐν χερσί μου, εὐχὴ δέ μου καθαρά. 17 Και όμως καμμίαν αδικίαν δεν είχαν διαπράξει τα χέρια μου. Η δε προσευχή μου ήτο πολύ καθαρά και άδολος. 17 Καὶ ὅμως καμμίαν ἀδικίαν δὲν εἶχαν διαπράξει τὰ χέρια μου.Ἡ δὲ προσευχή μου ἦτο πολὺ καθαρὰ καὶ ἄδολος.
18 γῆ, μὴ ἐπικαλύψῃ ἐφ᾿ αἵματι τῆς σαρκός μου, μηδὲ εἴη τόπος τῇ κραυγῇ μου. 18 Ω γη, ας μη σκεπάσης με χώματα το αίμα, που εχύθη από το νεκρούμενον σώμα μου! Εις κανένα τόπον ας μη υπάρξη σημείον να σταματήση η κραυγή μου, αλλά ας αντηχή πανταχού. 18 Ὦ γῆ, ἂς μὴ σκεπάσῃς μὲ χώματα τὸ αἷμα, ποὺ ἐχύθη ἀπὸ τὸ νεκρούμενον σῶμα μου! Εἰς κανένα τόπον ἂς μὴ ὑπάρξῃ σημεῖον νὰ σταματήσῃ ἡ κραυγή μου, ἀλλὰ ἂς ἀντηχῇ πανταχοῦ.
19 καὶ νῦν ἰδοὺ ἐν οὐρανοῖς ὁ μάρτυς μου, ὁ δὲ συνίστωρ μου ἐν ὑψίστοις. 19 Ιδού, μάρτυς της αθωοτητός μου και της αδικίας, που έχει γίνει εις βάρος μου, είναι ο Θεός ο κατοικών στους ουρανούς. Αυτός, που γνωρίζει μαζή με εμέ την ζωήν και τας πράξεις μου, υπάρχει εν υψίστοις. 19 Ἰδού, μάρτυς τῆς ἀθωότητός μου καὶ τῆς ἀδικίας, ποὺ ἔχει γίνει εἰς βάρος μου, εἶναι ὁ Θεὸς ὁ κατοικῶν εἰς τοὺς οὐρανούς.Αὐτός, ποὺ γνωρίζει μαζῆ μὲ ἐμὲ τὴν ζωὴν καὶ τὰς πράξεις μου, ὑπάρχει ἐν ὑψίστοις.
20 ἀφίκοιτό μου ἡ δέησις πρὸς Κύριον, ἔναντι δὲ αὐτοῦ στάζοι μου ὁ ὀφθαλμός. 20 Είθε να φθάση η δέησίς μου στον Κυριον. Είθε ενώπιον του και επί παρουσίά του να στάζουν τα δάκρυα, που χύνονται από τα μάτια μου. 20 Εἴθε νὰ φθάσῃ ἡ δέησίς μου εἰς τὸν Κύριον.Εἴθε ἐνώπιόν του καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ του νὰ στάζουν τὰ δάκρυα, ποὺ χύνονται ἀπὸ τὰ μάτια μου.
21 εἴη δὲ ἔλεγχος ἀνδρὶ ἔναντι Κυρίου καὶ υἱῷ ἀνθρώπου τῷ πλησίον αὐτοῦ. 21 Είθε να κριθή και δικασθή κανείς ενώπιον του Κυρίου, όπως κρίνεται ενώπιον του ανθρώπου, που είναι κοντά του. 21 Εἴθε νὰ κριθῇ καὶ δικασθῇ κανεὶς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὅπως κρίνεται ἐνώπιον τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι κοντά του.
22 ἔτη δὲ ἀριθμητὰ ἥκασιν, ὁδῷ δέ, ᾖ οὐκ ἐπαναστραφήσομαι, πορεύσομαι. 22 Τα καθωρισμένα από τον Θεόν έτη της ζωής μου συνεπληρώθησαν. Θα βαδίσω λοιπόν την οδόν, από την οποίαν και δεν θα επιστρέψω πλέον εις την γην. 22 Τὰ καθωρισμένα ἀπὸ τὸν Θεὸν ἔτη τῆς ζωῆς μου συνεπληρώθησαν.Θὰ βαδίσω λοιπὸν τὴν ὁδόν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ δὲν θὰ ἐπιστρέψω πλέον εἰς τὴν γῆν.