Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (Γ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΜΕΤΑ τοῦτο ἤνοιξεν ᾿Ιὼβ τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ κατηράσατο τὴν ἡμέραν αὐτοῦ 1 Επειτα από την επταήμερον αυτήν σιωπήν, ήνοιξεν ο Ιώβ το στόμα του και κατηράσθη την ημέραν, κατά την οποίαν εγεννήθη 1 Ύστερον ἀπὸ τὴν μακρὰν αὐτὴν σιωπὴν ἤνοιξεν ὁ Ἰὼβ τὸ στόμα του καὶ κατηράσθη τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεώς του
2 λέγων· 2 λέγων· 2 λέγων:
3 ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα, ἐν ᾗ ἐγεννήθην, καὶ ἡ νὺξ ἐκείνη ᾗ εἶπαν· ἰδοὺ ἄρσεν. 3 “είθε να εχάνετο και να μη υπήρχεν η ημέρα εκείνη, κατά την οποίαν εγεννήθηκα· και η νύκτα εκείνη, κατά την οποίαν είπαν με χαράν· Ιδού, αρσενικό παιδί εγεννήθη. 3 «Εἴθε νὰ χαθῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθην, καθὼς καὶ ἡ νύκτα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶπαν· ἰδοὺ ἀρσενικὸν παιδὶ ἐγεννήθη.
4 ἡ νὺξ ἐκείνη εἴη σκότος, καὶ μὴ ἀναζητήσαι αὐτὴν ὁ Κύριος ἄνωθεν, μηδὲ ἔλθοι εἰς αὐτὴν φέγγος· 4 Σκοτάδι ας ήτο η νύκτα εκείνη της γεννήσεώς μου και ας μη την αναζητούσε ο Κυριος από τον ουρανόν. Φως νυκτός και ημέρας ποτέ να μη την εφώτιζεν. 4 Ἡ νύκτα ἐκείνη εἴθε νὰ μὴ ἀνέτελλεν, ἀλλὰ παραμένουσα συνέχεια τῆς προηγουμένης νυκτὸς να εἶναι σκοτάδι καὶ εἴθε νὰ μὴ τὴν ἀναζητήσῃ ὁ Κύριος ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀφήσῃ νὰ χαθῇ, οὔτε νὰ ἔλθῃ εἰς αὐτὴν ἀστροφεγγιά.
5 ἐκλάβοι δὲ αὐτὴν σκότος καὶ σκιὰ θανάτου, ἐπέλθοι ἐπ᾿ αὐτὴν γνόφος. καταραθείη ἡ ἡμέρα 5 Ας απλωθή εις αυτήν και ας την καταλάβη σκοτάδι και σκια θανάτου. Βαθύ και αδιάλυτον σκότος ας επιπέση εις αυτήν. Κατηραμένη ας είναι η ημέρα και η νύκτα της γεννήσεώς μου. 5 Εἴθε δὲ νὰ τὴν κατακυριεύσῃ τὸ σκοτάδι καὶ ἡ μαύρη σκιά, ποὺ κυριαρχεῖ εἰς τὰ βάθη τοῦ σκοτεινοῦ τάφου· εἴθε νὰ πέσῃ ἐπάνω της κατάμαυρον σύννεφον καὶ εἴθε νὰ καταληφθῇ ἀπὸ κατᾶραν ἡ ἡμέρα.
6 καὶ ἡ νὺξ ἐκείνη, ἀπενέγκαιτο αὐτὴν σκότος· μὴ εἴη εἰς ἡμέρας ἐνιαυτοῦ, μηδὲ ἀριθμηθείη εἰς ἡμέρας μηνῶν· 6 Είθε να την πάρη και να την κυριεύση το σκοτάδι. Ας μη υπάρξη και ας μη λογισθή μεταξύ των ημέρων του έτους, και ας μη αριθμηθή εις τας ημέρας των μηνών. 6 Καὶ τὴν νύκτα ἐκείνην, ποὺ ἐγεννήθηκα, εἴθε νὰ τὴν πάρῃ τὸ σκοτάδι καὶ νὰ μὴ φανῇ πουθενά· εἴθε νὰ μὴ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἡμερῶν τοῦ χρόνου, οὔτε νὰ ἀριθμηθῇ μεταξὺ τῶν ἡμερῶν τῶν μηνῶν.
7 ἀλλὰ ἡ νὺξ ἐκείνη εἴη ὀδύνη, καὶ μὴ ἔλθοι ἐπ᾿ αὐτὴν εὐφροσύνη μηδὲ χαρμονή· 7 Αλλά η νύκτα εκείνη ας είναι γεμάτη από οδύνην, και καμμία χαρά και αγαλλίασις ας μη έλθη εις αυτήν. 7 Ἀλλὰ καὶ ἡ νύκτα ἐκείνη εἴθε νὰ γεμίσῃ ἀπὸ πόνον καὶ θλῖψιν καὶ εἴθε νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς αὐτὴν εὐφροσύνη καὶ χαρά.
8 ἀλλὰ καταράσαιτο αὐτὴν ὁ καταρώμενος τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ μέλλων τὸ μέγα κῆτος χειρώσασθαι. 8 Ανθρωπος, που είναι ειδικός εις κατάρας, ας καταρασθή αυτήν την ημέραν· αυτός που με τας κατάρας του έχει την δύναμιν και την εξουσίαν να καθυποτάξη ακόμη και αυτό το μεγάλο κήτος της θαλάσσης. 8 Ἀλλ’ εἴθε νὰ καταρασθῇ αὐτὴν αὐτὸς ποὺ καταρᾶται τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ τὴν καταρασθῇ αὐτός, ποὺ μὲ τὰς κατάρας του μέλλει νὰ καθυποτάξῃ καὶ νὰ ὑποδουλώσῃ τὸ μέγα κῆτος τῆς θαλάσσης ὡς ἔχων ἀκαταμάχητον δύναμιν.
9 σκοτωθείη τὰ ἄστρα τῆς νυκτὸς ἐκείνης, ὑπομείναι καὶ εἰς φωτισμὸν μὴ ἔλθοι καὶ μὴ ἴδοι ἑωσφόρον ἀνατέλλοντα, 9 Ας βυθισθούν στο σκοτάδι τα αστέρια της νυκτός εκείνης, ας απομείνουν, ας μη έλθουν στο φως και ας μη ίδουν την ανατολήν του πρωϊνού αστέρος, του εωσφόρου. 9 Εἴθε νὰ σκοτισθοῦν καὶ νὰ χάσουν τὴν λάμψιν των τὰ ἀστέρια τῆς νύκτας ἐκείνης.Εἴθε νὰ σταματήση καὶ νὰ καταμείνῃ νύκτα καὶ εἴθε νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς φωτισμὸν καὶ ἡ νύκτα ἐκείνη νὰ μὴ ἴδῃ ποτὲ νὰ ἀνατέλλῃ ὁ αὐγερινός, ποὺ προαναγγέλλει τὸ ξημέρωμα.
10 ὅτι οὐ συνέκλεισε πύλας γαστρὸς μητρός μου· ἀπήλλαξε γὰρ ἂν πόνον ἀπὸ ὀφθαλμῶν μου. 10 Καταρώμαι την νύκτα εκείνην, διότι δεν έκλεισε τας πύλας της κοιλίας της μητρός μου, ώστε να μη γεννηθώ. Εάν αυτό εγίνετο, θα με είχε απαλλάξει από κάθε πόνον, που αισθάνομαι τώρα και βλέπω με τα μάτια μου. 10 Τὴν καταρῶμαι μὲ τὰς κατάρας αὐτάς, διότι δὲν συνέκλεισε τὰς πύλας τῆς κοιλίας τῆς μητέρας μου, ὥστε νὰ μὴ γεννηθῶ.Θὰ προτιμούσα δὲ τοῦτο, διότι θὰ μὲ εἶχεν ἀπαλλάξει ἀπὸ κάθε πόνον, ποὺ αἰσθάνομαι καὶ βλέπουν τώρα τὰ μάτιά μου ἀντικρύζοντας τὶς πληγές μου.
11 διατί γὰρ ἐν κοιλίᾳ οὐκ ἐτελεύτησα, ἐκ γαστρὸς δὲ ἐξῆλθον καὶ οὐκ εὐθὺς ἀπωλόμην; 11 Διατί δεν απέθανα, ενώ ακόμη ευρισκόμην εις την κοιλίαν της μητρός μου; Αλλά και διατί, όταν εβγήκα από την μητρικήν γαστέρα, δεν έπεσα αμέσως νεκρός, ώστε να χαθώ; 11 Διατὶ δὲν ἀπέθανα μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας μου, διατὶ δὲ ἐβγῆκα ζωντανὸς ἀπὸ αὐτὴν καὶ δὲν ἀπέθανα ἀμέσως, ὅταν ἐγεννήθηκα;
12 ἱνατί δὲ συνήντησάν μοι γόνατα; ἱνατί δὲ μαστοὺς ἐθήλασα; 12 Διατί δέ με συνήντησαν στοργικά τα γόνατα της μητρός μου; Διατί εθήλασα τους μητρικούς μαστούς; 12 Διατὶ δὲ μὲ συνήντησαν τὴν στιγμὴν ἐκείνην γόνατα στοργικὰ διὰ νὰ μὲ βαστάσουν καὶ νὰ μὲ διαφυλάξουν προστατευτικά; Διατὶ δὲ ἐθήλασα μαστοὺς μητρικοὺς διὰ νὰ μὲ θρέψουν;
13 νῦν ἂν κοιμηθεὶς ἡσύχασα, ὑπνώσας δὲ ἀνεπαυσάμην 13 Εάν αυτό εγίνετο, θα είχα ησυχάσει κοιμηθείς τον γλυκύν ύπνον του θανάτου. Θα είχα αναπαυθή από τα σημερινά δεινά παραδεδομένος εις ύπνον. 13 Ἐὰν δὲν εὑρίσκοντο αὐτὰ τότε, θὰ εἶχον τώρα ἡσυχάσει κοιμισμένος διὰ παντός, χωρὶς νὰ δύναται κανεὶς νὰ μὲ ξυπνήσῃ, θὰ εἶχον δὲ ἀναπαυθῆ ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ βίου παραδεδομένος εἰς ὕπνον γλυκύν.
14 μετὰ βασιλέων βουλευτῶν γῆς, οἳ ἐγαυριῶντο ἐπὶ ξίφεσιν, 14 Ετσι θα ανεπαυόμην με βασιλείς, κυβερνήτας και κριτάς των ανθρώπων της γης, οι οποίοι και υπερηφανεύοντο δια τα νικηφόρα ξίφη των. 14 Ἔτσι θὰ ἀνεπαυόμην μὲ βασιλεῖς καὶ συμβούλους τῆς γῆς, τῶν ὁποίων τὸ ἀξίωμα καὶ ἡ ἰσχὺς δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ παρεμποδίσῃ ἀπὸ αὐτοὺς τὸν θάνατον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκαυχῶντο στηριζόμενοι εἰς ξίφη.
15 ἢ μετὰ ἀρχόντων, ὧν πολὺς ὁ χρυσός, οἳ ἔπλησαν τοὺς οἴκους αὐτῶν ἀργυρίου, 15 Η μαζή με άρχοντας, οι οποίοι είχαν πολύν χρυσόν και είχαν γεμίσει τα σπίτια των από άργυρον. 15 Ἢ θὰ ἀνεπαυόμην μὲ ἄρχοντας, ποὺ ἀπέκτησαν πολὺν χρυσὸν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐγέμισαν τὰ σπίτια των μὲ ἀργυρᾶ νομίσματα.
16 ἢ ὥσπερ ἔκτρωμα ἐκπορευόμενον ἐκ μήτρας μητρός, ἢ ὥσπερ νήπιοι, οἳ οὐκ εἶδον φῶς. 16 Επί τέλους θα είχα την τύχην εκτρώματος, που βγαίνει πρόωρα από την μητρικήν κοιλίαν, η θα ήμουνα σαν ένα από τα έμβρυα, τα οποία γεννώνται νεκρά και δεν βλέπουν καθόλου το φως. 16 Ἢ θὰ ὑπῆρχον σὰν ἔκτρωμα, ποὺ ἀποβάλλεται νεκρὸν ἀπὸ τὴν μήτραν τῆς μητέρας του, ἢ σὰν τὰ νήπια, ποὺ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἴδουν τὸ φῶς τοῦ ἡλίου.
17 ἐκεῖ ἀσεβεῖς ἐξέκαυσαν θυμὸν ὀργῆς, ἐκεῖ ἀνεπαύσαντο κατάκοποι τῷ σώματι· 17 Εκεί, μέσα στον τάφον, οι ασεβείς έχασαν πλέον όλην την φωτιάν του θυμού των. Εκεί ανεπαύθησαν οι κατάκοποι σωματικώς και πνευματικώς. 17 Ἐκεῖ, εἰς τὸν τάφον καὶ τὸν ἅδην, οἱ ἀσεβεῖς ἔκαυσαν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ εἰς τὸ διηνεκὲς τὸν θυμόν τους καὶ ἐσταμάτησεν ἡ παραφορά τους, ἐκεῖ ἀνεπαύθησαν καὶ οἱ κατακουρασμένοι καὶ ἐξηντλημένοι ἀπὸ τοὺς μόχθους καὶ τὰς καταπιέσεις.
18 ὁμοθυμαδὸν δὲ οἱ αἰώνιοι οὐκ ἤκουσαν φωνὴν φορολόγου. 18 Εκεί, τέως ευκατάστατοι και μη, όλοι ανεξαιρέτως δεν ακούουν την σκληράν και απειλητικήν φωνήν του σκληρού εισπράκτορος των φορών. 18 Ἐκεῖ εἰς τὸν τάφον καὶ οἱ αἰχμάλωτοι εἰς διαρκῆ καταναγκαστικὴν δουλείαν δὲν ἀκούουν πλέον τὴν ἀγρίαν καὶ ἀπειλητικὴν φωνὴν τοῦ ἐπιβλέποντος αὐτοὺς δίκην σκληροῦ φορολόγου.
19 μικρὸς καὶ μέγας ἐκεῖ ἐστι, καὶ θεράπων δεδοικὼς τὸν κύριον αὐτοῦ· 19 Μικροί και μεγάλοι όλοι είναι ίσοι εκεί, και ο υπηρέτης ο οποίος εν τη ζωή εφοβείτο τον κύριόν του, είναι εκεί ίσος με αυτόν. 19 Ὁ μικρὸς καὶ ὁ μεγάλος ἐκεῖ εἶναι ἴσοι, χωρὶς νὰ χωρίζωνται δι’ ἀποστάσεως τίνος ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.Καὶ ὁ δοῦλος, ποὺ ἐφοβεῖτο τὸν κύριόν του, ἐκεῖ εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἴσος πρὸς αὐτὸν ποὺ ἐφοβεῖτο.
20 ἱνατί γὰρ δέδοται τοῖς ἐν πικρίᾳ φῶς, ζωὴ δὲ ταῖς ἐν ὀδύναις ψυχαῖς; 20 Προς τι όμως έχει δοθή η ζωή και το φως εις εκείνους, οι οποίοι επρόκειτο να διέλθουν με πικρίαν την ζωήν των; Και δεν εγκατελείποντο στο σκότος της ανυπαρξίας αυτοί, των οποίων η ζωή θα επερνούσεν εις οδύνας και θλίψεις; 20 Διατὶ ἐπὶ τέλους ἔχει δοθῆ φῶς ζωῆς εἰς τοὺς βυθισμένους εἰς τὴν πικρίαν καὶ δὲν ἀφήνονται οὗτοι εἰς τὸ σκότος τῆς ἀνυπαρξίας, διατὶ δὲ δίδεται ζωὴ εἰς τὰς ψυχάς, ποὺ εὑρίσκονται βυθισμένοι εἰς πόνους καὶ θλίψεις;
21 οἳ ἱμείρονται τοῦ θανάτου καὶ οὐ τυγχάνουσιν ἀνορύσσοντες ὥσπερ θησαυρούς, 21 Αυτοί ποθούν σφοδρώς τον θάνατον και δεν τον ευρίσκουν. Οπως οι χρυσοθήραι ανασκάπτουν με λαχτάραν, δια να εύρουν χρυσόν, ετσι και αυτοί επιζητούν τον θάνατον. 21 Αὐτοὶ σφοδρῶς ἐπιθυμοῦν τὸν θάνατον καὶ δὲν τὸν ἐπιτυγχάνουν, μολονότι προσπαθοῦν νὰ τὸν εὔρουν, σὰν ἐκείνους ποὺ σκάπτουν διὰ νὰ ἀνεύρουν θησαυρούς.
22 περιχαρεῖς δὲ ἐγένοντο ἐὰν κατατύχωσι. 22 Σκιρτούν δε από χαράν, εάν επιτύχουν τον θάνατον και κατέλθουν στον τάφον. 22 Σκιρτοῦν δὲ ἀπὸ χαράν, ἐὰν συμβῇ νὰ ἐπιτύχουν τὸν τάφον.
23 θάνατος ἀνδρὶ ἀνάπαυμα, συνέκλεισε γὰρ ὁ Θεὸς κατ᾿ αὐτοῦ· 23 Ο θάνατος είναι ανάπαυσις δια τον άνθρωπον, διότι ο Κυριος δια του θανάτου θέτει τέρμα εις τας θλίψεις και περιπετείας αυτού. 23 Ὁ θάνατος εἶναι διὰ τὸν ἄνθρωπον ἀνάπαυσις, διότι, ἐφ' ὅσον ζῇ, βαδίζει δρόμον ἄγνωστον, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἔχει κλείσει ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη καὶ εἰς αὐτὸν θὰ ὑποστῇ ὅλα τὰ δεινά, ποὺ θὰ συναντήσῃ.
24 πρὸ γὰρ τῶν σίτων μου στεναγμός μοι ἥκει, δακρύω δὲ ἐγὼ συνεχόμενος φόβῳ· 24 Πριν φάγω τροφήν, με καταλαμβάνει και με πνίγει ο στεναγμός. Χανεται η όρεξίς μου. Αναλύομαι εις δάκρυα, κυριεύομαι από φόβον νέων δεινών. 24 Ἐπιθυμῶ τὸν θάνατον, διότι, προτοῦ φάγω, μοῦ ἔχει ἔλθει στεναγμός, ὁ ὁποῖος μοῦ κόβει κάθε ὄρεξιν, δακρύζω δὲ ἐγώ, διότι κυριεύομαι ἀπὸ φόβον, μήπως μοῦ συμβοῦν καὶ νέαι συμφοραί.
25 φόβος γάρ, ὅν ἐφρόντισα, ἦλθέ μοι, καὶ ὃν ἐδεδοίκειν, συνήντησέ μοι, 25 Διότι ο φόβος, τον οποίον εφρόντισα με κάθε τρόπον να αποφύγω, με κατέλαβε. Οσα είχα φοβηθή με συνήντησαν εις την ζωήν μου. 25 Καταλαμβάνομαι δὲ ἀπὸ τὸν φόβον αὐτόν, γιατὶ ὅ,τι κακὸν ἐφοβήθην, μήπως μοῦ συμβῇ, καὶ ἐφρόντισα νὰ τὸ ἀποφύγω, μοῦ ἦλθε, καὶ ὅ,τι εἶχα φοβηθῆ, μὲ ηὗρε καὶ μὲ συνήντησεν εἰς τὴν ζωήν μου.
26 οὔτε εἰρήνευσα οὔτε ἡσύχασα οὔτε ἀνεπαυσάμην, ἦλθε δέ μοι ὀργή. 26 Ούτε ειρήνην, ούτε ησυχίαν, ούτε ανάπαυσιν έχω πλέον, διότι επήλθεν εναντίον μου η οργή του Κυρίου”. 26 Οὔτε εἰρήνην ἀπήλαυσα, οὔτε ἡσύχασα, οὔτε ἀνεπαύθην, ἦλθε δὲ ἐπάνω μου ἡ θεία ὀργή.