Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35 (ΛΕ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δὲ ᾿Ελιοὺς λέγει· 1 Συνέχισε πάλιν τον λόγον ο Ελιούς και είπε· 1 Λαβὼν δὲ καὶ πάλιν τὸν λόγον ὁ Ἐλιοὺς εἶπε:
2 τί τοῦτο ἡγήσω ἐν κρίσει; σὺ τίς εἶ ὅτι εἶπας· δίκαιός εἰμι ἔναντι Κυρίου; 2 “διατί είχες αυτό το φρόνημα και αντιδικούσες προς τον Θεόν; Ποιός είσαι συ, ο οποίος ετόλμησες να είπης· είμαι δίκαιος απέναντι του Κυρίου; 2 «Διατὶ εἶχες τὸ φρόνημα αὐτό, ὅταν ἐκρίνεσο μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ παρεπονεῖσο εἰς αὐτόν; Ποῖος εἶσαι σύ, ποὺ ἐτόλμησες νὰ εἴπῃς· «Εἶμαι δίκαιος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ»;
3 ἐγώ σοι δώσω ἀπόκρισιν καὶ τοῖς τρισὶ φίλοις σου. 3 Εγώ θα απαντήσω εις σε και στους τρεις φίλους σου. 3 Εἰς αὐτό, ποὺ εἶπες, θὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν, καθὼς καὶ πρὸς τοὺς τρεῖς φίλους σου.
4 ἀνάβλεψον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδέ, κατάμαθε δὲ νέφη ὡς ὑψηλὰ ἀπὸ σοῦ. 4 Σηκωσε τα βλέμματά σου στον ουρανόν, παρατήρησε και πρόσεξε τα νέφη, πόσον υψηλά από σε είναι. Επάνω δε από αυτά, εις τα απροσμέτρητα ύψη, υπάρχει ο θρόνος του Παντοκράτορας. 4 Σήκωσε τὰ μάτια σου εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἴδε, μάθε δὲ καλὰ πόσον ὑψηλὰ εὑρίσκονται τὰ σύννεφα ἀπὸ σέ.Ἀσυγκρίτως ὑψηλότερα ἔχει τὸν θρόνον του ὁ Θεός.
5 εἰ ἥμαρτες, τί πράξεις; εἰ δὲ καὶ πολλὰ ἠνόμησας, τί δύνασαι ποιῆσαι; 5 Εάν ημάρτησες, τι κακόν νομίζεις ότι έκαμες στον Θεόν; Εάν δε και πολλάς ανομίας διέπραξες, τι δύνασαι να κάμνης εναντίον του Θεού; 5 Ἐὰν ἠμάρτησες, τί διὰ τῆς ἁμαρτίας σου θὰ πράξῃς, ποὺ νὰ βλάπτῃ τὸν Θεόν; Ἐὰν δὲ καὶ ὑποπέσῃς εἰς πολλὰς παρανομίας, τί ἠμπορεῖς νὰ κάμῃς κατὰ τοῦ Θεοῦ;
7 ἐπεὶ δὲ οὖν δικαιος εἶ, τί δώσεις αὐτῷ; ἢ τί ἐκ χειρός σου λήψεται; 7 Εάν δε και είσαι δίκαιος, τι, τάχα, έχεις να προσφέρης στον Θεόν; Η από τι έχει ανάγκην και τι ημπορεί να πάρη από τα χέρια σου ο Θεός; 6 Λοιπὸν καὶ ἐὰν εἶσαι δίκαιος, τί θὰ δώσῃς εἰς τὸν Θεὸν διὰ τῆς δικαιοσύνης σου, ποὺ νὰ μὴ τὸ ἔχῃ καὶ νὰ τοῦ χρειάζεται; Ἤ τί θὰ πάρῃ ἀπὸ τὸ χέρι σου ὁ πλούσιος καὶ ἀνενδεὴς Θεός;
8 ἀνδρὶ τῷ ὁμοίῳ σου ἡ ἀσέβειά σου, καὶ υἱῷ ἀνθρώπου ἡ δικαιοσύνη σου. 8 Η ασέβειά σου ημπορεί να αποβή επιβλαβής εις άνθρωπον όμοιον με σέ. Οπως εξ αντιθέτου και η δικαιοσύνη σου ημπορεί να ωφελήση υιόν ανθρώπου, όπως είσαι συ. 7 Ἡ ἀσέβειά σου δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς καὶ ὀλεθρία εἰς ἄνδρα ὅμοιόν σου, καὶ ἡ δικαιοσύνη σου δύναται νὰ γίνῃ ὠφέλιμος εἰς ἀπόγονον ἀνθρώπου, ὁποῖος εἶσαι καὶ σύ.
9 ἀπὸ πλήθους συκοφαντούμενοι κεκράξονται, βοήσονται ἀπὸ βραχίονος πολλῶν. 9 Θα κραυγάσουν δυνατά εκείνοι, οι οποίοι συκοφαντούνται και αδικούνται από πλήθος διαβολέων. Θα βοήσουν εκείνοι, που καταπιέζονται από βραχίονας πολλών τυράννων. 8 Θὰ φωνάξουν ἀγανακτοῦντες καὶ διαμαρτυρόμενοι ἐκεῖνοι, ποὺ συκοφαντοῦνται ἀπὸ πολλοὺς συκοφάντας, θὰ ἐκβάλουν φωνὴν ἰσχυρὰν αὐτοί, ποὺ καταπιέζονται ἀπὸ βραχίονας πολλῶν τυράννων.
10 καὶ οὐκ εἶπε· ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας με, ὁ κατατάσσων φυλακὰς νυκτερινάς, 10 Και όμως κανείς από αυτούς δεν είπε· που είναι ο Θεός, ο οποίος με εδημιούργησε; Ο κατανέμων φρουράς κατά το διάστημα της νυκτός εις ασφάλειαν των ανθρώπων. 9 Καὶ ὅμως κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν εἶπε: «Ποὺ εἶναι ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος μὲ ἐδημιούργησε καὶ τοποθετεῖ φρουρὰς ἀγρυπνούσας καὶ φρουρούσας καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν νύκτα τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ προστατευομένους, διὰ νὰ καταφύγω καὶ ἐγὼ εἰς Αὐτόν;
11 ὁ διορίζων με ἀπὸ τετραπόδων γῆς, ἀπὸ δὲ πετεινῶν οὐρανοῦ; 11 Αυτός, ο οποίός με εξεχώρισε τιμητικώς από τα τετράποδα της γης και από τα πτηνά του ουρανού! 10 Ποὺ εἶναι Αὐτός, ποὺ μᾶς ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ τετράποδα ζῶα τῆς γῆς καὶ ἀπὸ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὡς πολὺ ὑπεροχώτερα ἀπὸ αὐτὰ δημιουργήματά του;»
12 ἐκεῖ κεκράξονται, καὶ οὐ μὴ εἰσακούσῃ καὶ ἀπὸ ὕβρεως πονηρῶν. 12 Θα κράξουν με όλην των την δύναμιν οι συκοφαντούμενοι και καταπιεζόμενοι. Ο Θεός όμως δεν θα ακούση τας διαμαρτυρίας εξ αιτίας της αλαζονείας των πονηρών αυτών ανθρώπων. 11 Θὰ κράξουν καὶ θὰ φωνάξουν δυνατὰ τότε οἱ καταπιεζόμενοι καὶ κατ’ οὐδένα λόγον θὰ εἰσακούσῃ αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερηφανείας καὶ ἀλαζονείας τῶν πονηρῶν τούτων.
13 ἄτοπα γὰρ οὐ βούλεται ἰδεῖν ὁ Κύριος, αὐτὸς γὰρ ὁ Παντοκράτωρ 13 Διότι ο Θεός δεν θέλει να ίδη και αποστρέφεται τα άτοπα. Εν τούτοις αυτός ο ίδιος ο Παντοκράτωρ 12 Διότι ὁ Θεὸς δὲν θέλει νὰ ἴδῃ ἄτοπα.Προσπίπτουν ἐν τούτοις εἰς τὴν ἀντίληψίν του, διότι αὐτὸς ὁ Παντοκράτωρ
14 ὁρατής ἐστι τῶν συντελούντων τὰ ἄνομα καὶ σώσει με. κρίθητι δὲ ἐναντίον αὐτοῦ, εἰ δύνασαι αὐτὸν αἰνέσαι, ὥς ἐστι. 14 είναι θεατής και αυτόπτης μάρτυς εκείνων, οι οποίοι διαπράττουν τας παρανομίας. Από τα χέρια όμως αυτών θα με σώση. Ανάθεσε εις αυτόν το δίκαιόν σου. Περίμενε την δικαίαν του κρίσιν και σκέψου, εάν θα ημπορέσης να τον υμνήσης και να τον δοξολογήσης, όπως πράγματι του αξίζει. 13 εἶναι θεατῆς καὶ μάρτυς αὐτόπτης αὐτῶν, ποὺ συντελοῦν τὰ ἄνομα, καὶ ὀσονδήποτε ἀσθενὴς καὶ ἂν εἶμαι ἐγὼ ἔναντι τῶν ἀδίκων αὐτῶν, ὁ Κύριος θὰ μὲ σώσῃ.Ἀνάθεσε λοιπὸν τὸ δίκαιόν σου εἰς Αὐτὸν καὶ ἀνάμεινον μετ’ ἐλπίδος, καὶ τότε θὰ ἴδῃς μετὰ τὴν ἔκβασιν, ἐὰν δύνασαι νὰ ὑμνήσῃς καὶ νὰ δοξολογήσῃς τὴν δικαιοσύνην του, ὁποία εἶναι καὶ πόσον ἀξίζει.
15 καὶ νῦν ὅτι οὐκ ἔστιν ἐπισκεπτόμενος ὀργὴν αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔγνω παράπτωμά τι σφόδρα· 15 Διότι και τώρα ο Κυριος δεν εκδηλώνει, την οργήν αυτού, κατά των παρανομούντων. Δι' αυτό και φαίνεται, σαν να μη γνωρίζη και να μη λογαριάζη ούτε και το μεγαλύτερον παράπτωμα. 14 Καὶ τώρα, ἐπειδὴ δὲν ἐπισκέπτεται ὁ Θεὸς μετ’ ὀργῆς καὶ μακροθυμεῖ καὶ δὲν τιμωρεῖ ἀμέσως, φαίνεται, ὅτι δὲν πολυλογαριάζει ἔγκλημά τι.
16 καὶ ᾿Ιὼβ ματαίως ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ, ἐν ἀγνωσίᾳ ρήματα βαρύνει. 16 Δια τούτο και ο Ιώβ ανοίγει το στόμα του εις μάταια παράπονα. Ευρισκόμενος δε εν αγνοία της σοφίας και μακροθυμίας του Θεού λέγει πολλά και βαρειά λόγια”. 15 Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Ἰὼβ ἀνοίγει τὸ στόμα του διὰ νὰ λαλήσῃ καὶ νὰ παραπονεθῇ εἰς μάτην, ἀγνοῶν δὲ τὴν σοφὴν καὶ δικαίαν καὶ μακρόθυμον βουλὴν τοῦ Θεοῦ, λέγει πολλὰ καὶ βαρειὰ λόγια».