Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24 (ΚΔ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΔΙΑΤΙ δὲ Κύριον ἔλαθον ὧραι, 1 Διατί φαίνεται σαν να εξέφυγαν από την προσοχήν του Κυρίου αι ημέραι δικαιοσύνης και ανταποδόσεως; 1 Διατὶ δὲ ὁ Κύριος φαίνεται, ὅτι λησμονεῖ τὰς ὥρας τῆς τιμωρίας καὶ ἐκδικήσεως τῶν ἁμαρτωλῶν,
2 ἀσεβεῖς δὲ ὅριον ὑπερέβησαν ποίμνιον σὺν ποιμένι ἁρπάσαντες; 2 Δια τούτο και οι ασεβείς κατεπάτησαν τα όρια της ποίμνης και απεθρασύνθησαν, ώστε να αρπάσουν ποίμνιον ολόκληρον μαζή με τον ποιμένα; 2 ὡς ἐκ τούτου δὲ οἱ ἀσεβεῖς κατεπάτησαν ἀγροτικὰ σύνορα καὶ τὰ ὑπερέβησαν ἐπ' ὠφελείᾳ των, προχωρήσαντες μέχρι τοῦ νὰ ἀρπάσουν διὰ τῆς βίας ποίμνιον ὁλόκληρον μαζὶ μὲ τὸν ποιμένα;
3 ὑποζύγιον ὀρφανῶν ἀπήγαγον καὶ βοῦν χήρας ἠνεχύρασαν. 3 Ελήστευσαν και επήραν τα υποζύγια των ορφανών τέκνων. Και άλλοι επήραν το βόϊδι της χήρας ως ενέχυρον δια το χρέος της. 3 Ἐπῆραν διὰ τῆς βίας τὸν ὄνον τοῦ ὀρφανοῦ καὶ ἐξηνάγκασαν τὴν χήραν νὰ τοὺς δώσῃ ὡς ἐνέχυρον τὸ βόδι της, προκειμένου νὰ τὴν δανείσουν.
4 ἐξέκλιναν ἀδυνάτους ἐξ ὁδοῦ δικαίας, ὁμοθυμαδὸν δὲ ἐκρύβησαν πρᾳεῖς γῆς. 4 Εξηνάγκασαν με τας πιέσεις και τας απειλάς των πολλούς αδυνάτους να απομακρυνθούν από τον δρόμον του καθήκοντος και της δικαιοσύνης. Αλλοι δε φιλήσυχοι και πράοι ένεκα του τρόμου, που αυτοί τους ενεπνεαν, εκρύβησαν όλοι μαζή. 4 Διὰ πιέσεων ἠνάγκασαν ἀδυνάτους καὶ πτωχοὺς νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸν δρόμον τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἕνεκα δὲ τοῦ τρόμου, τὸν ὁποῖον ἐνέπνεον, ἐκρύβησαν ὅλοι μαζὶ οἱ φιλήσυχοι καὶ δειλοί.
5 ἀπέβησαν δὲ ὥσπερ ὄνοι ἐν ἀγρῷ ὑπὲρ ἐμοῦ ἐξελθόντες τὴν ἑαυτῶν τάξιν· ἡδύνθη αὐτῷ ἄρτος εἰς νεωτέρους. 5 Ωσάν άγριοι ατίθασοι όνοι εισώρμησαν στους αγρούς μου αντί εμού, δια να επιδοθούν στο ληστρικόν και καταστρεπτικόν έργον των. Δοκιμάζουν ηδονήν και ικανοποίησιν από τον άρτον και τα αγαθά, που αποκτούν και τα οποία δίδουν και εις τα τέκνα των. 5 Κατήντησαν δὲ νὰ γίνουν σὰν ὄνοι ἄγριοι εἰσορμήσαντες ἐντὸς τοῦ ἀγροῦ ἀντὶ ἐμοῦ τοῦ ἰδιοκτήτου, διὰ νὰ ἐπιδοθοῦν εἰς τὸ ἴδιον αὐτῶν ἁρπακτικὸν ἔργον.Εἰς τὸν καθένα τους παρέχει ἰκανοποίησιν καὶ ἡδονὴν ὁ δι’ ἁρπαγῆς ἀποκτώμενος ἄρτος, διὰ νὰ δοθῇ εἰς τὰ νεώτερα παιδιά του.
6 ἀγρὸν πρὸ ὥρας οὐκ αὐτῶν ὄντα ἐθέρισαν· ἀδύνατοι ἀμπελῶνας ἀσεβῶν ἀμισθὶ καὶ ἀσιτὶ εἰργάσαντο. 6 Αγρόν, που δεν ήτο ιδικός των εθέρισαν προ της ώρας, δια να αρπάσουν τον σίτον. Αδύνατοι και απροστάτευτοι άνθρωποι, κάτω από την απειλήν και την βίαν, ειργάσθησαν χωρίς μισθόν και χωρίς φαγητόν στους αμπελώνας των ασεβών. 6 Ἀγρόν, ποὺ δὲν ἦτο ἰδικός των, τὸν ἐθέρισαν παράκαιρα, διὰ νὰ ἀρπάσουν αὐτοὶ τὸν καρπόν.Ἀδύνατοι κατὰ τὸν χαρακτῆρα, τὴν ἐπιρροὴν καὶ τὴν κατὰ κόσμον προστασίαν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου καὶ τῆς ἀπειλῆς εἰργάσθησαν καλλιεργοῦντες καὶ τρυγῶντες τὰς ἀμπέλους τῶν ἀσεβῶν χωρὶς ἡμερομίσθιον καὶ χωρὶς τροφήν.
7 γυμνοὺς πολλοὺς ἐκοίμησαν ἄνευ ἱματίων, ἀμφίασιν δὲ ψυχῆς αὐτῶν ἀφείλαντο. 7 Απληστοι και άρπαγες ηνάγκασαν πολλούς να κοιμηθούν γυμνοί, χωρίς ενδύματα, διότι αφήρεσαν από αυτούς και το μοναδικόν των ένδυμα, με το οποίον επροστάτευαν την ζωήν των. 7 Λόγῳ τῆς αἰσχροκερδείας των ἀπεγύμνωσαν πολλοὺς καὶ τοὺς ἠνάγκασαν νὰ κοιμηθοῦν γυμνοὶ χωρὶς ἐνδύματα, ἀφήρεσαν δὲ καὶ αὐτὴν τὴν ἐνδυμασίαν, τὴν ἀπαραίτητον πρὸς προστασίαν τῆς ζωῆς των.
8 ἀπὸ ψεκάδων ὀρέων ὑγραίνονται, παρὰ τὰ μὴ ἔχειν ἑαυτοὺς σκέπην, πέτραν περιεβάλοντο. 8 Από τα παγωμένα σταλάγματα των βουνών και από την συνεχή βροχήν μουσκεύουν αυτοί, διότι δεν έχουν πλέον ρούχο να σκεπασθούν. Και αντί ενδυμάτων χρησιμοποιούν τα σπήλαια των βράχων. 8 Καθὼς δὲ εἶναι γυμνοί, ἀπὸ τὰς ψυχρὰς τῶν ὀρέων ψεκάδας τῆς σιγανῆς ἀλλὰ καὶ συνεχοῦς βροχῆς γίνονται κάθυγροι, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ροῦχον διὰ νὰ σκεπασθοῦν, ἀντὶ περιβολῆς χρησιμοποιοῦν πέτρινα κοιλώματα βράχων.
9 ἥρπασαν ὀρφανὸν ἀπὸ μαστοῦ, ἐκπεπτωκότα δὲ ἐταπείνωσαν. 9 Παιδί ορφανόν από πατέρα το ήρπασαν από τον μητρικόν μαστόν, ξεπεσμένον δε και πτωχόν τον εξηυτέλισαν ακόμη περισσότερον. 9 Ἥρπασαν καὶ ἀπέσπασαν τὸ ὀρφανὸν νήπιον ἀπὸ τὸ στῆθος τῆς μητρός του καὶ τὸ ἐγκατέλειψαν σκληρῶς, ἵνα ἀποθάνῃ, τὸν ξεπεσμένον δὲ καὶ πτωχὸν τὸν ἐξηυτέλισαν ἀναγκάζοντες αὐτὸν εἰς ταπεινωτικὰ ἔργα.
10 γυμνοὺς δὲ ἐκοίμησαν ἀδίκως, πεινώντων δὲ τὸν ψωμὸν ἀφείλαντο. 10 Αδίστακτοι εις τας αδικίας των, ηνάγκασαν πολλούς να κοιμηθούν γυμνοί. Ηρπασαν το ψωμί από τους πεινασμένους. 10 Ἀπέπεμψαν δὲ γυμνοὺς καὶ ἠνάγκασαν αὐτοὺς νὰ κοιμηθοῦν πεινασμένοι, συμπεριφερθέντες πρὸς αὐτοὺς μὲ μεγάλην ἀδικίαν, ἀπὸ πεινῶντας δὲ ἀφῄρεσαν καὶ αὐτὴν τὴν μπουκιὰν τοῦ ψωμιοῦ ἀπὸ τὸ στόμα των.
11 ἐν στενοῖς ἀδίκως ἐνήδρευσαν, ὁδὸν δὲ δικαίαν οὐκ ᾔδεισαν. 11 Εστησαν ενέδρας εις στενάς διαβάσεις, δια να επιτεθούν αδίκως εναντίον των άλλων. Δεν εγνώρισαν και δεν ηθέλησαν να γνωρίσουν τον δίκαιον δρόμον. 11 Εἰς στενωποὺς ὅλως ἀδίκως ἔστησαν οἰ ἀσεβεῖς ἐνέδρας κατὰ τῶν πτωχῶν, δὲν ἐγνώρισαν δὲ δρόμον καὶ τρόπον ζωῆς κυριαρχούμενον ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης.
12 οἳ ἐκ πόλεως καὶ οἴκων ἰδίων ἐξεβάλοντο, ψυχὴ δὲ νηπίων ἐστέναξε μέγα. 12 Οι πτωχοί και αδύνατοι εξεδιώκοντο από τας πόλεις και τα σπίτια των. Ενεκα δε τούτου και αυτά ακόμη τα νήπια, τέκνα των θυμάτων, ανελύοντο εις θρήνους και εξέβαλλαν μεγάλους στεναγμούς. 12 Οἱ πτωχοὶ δὲ καὶ ἀπροστάτευτοι οὔτοι ἐξεδιώκοντο καὶ ἐξεβάλλοντο ἀπὸ τὴν πόλιν των καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους των οἴκους, ὑπεβάλλοντο δὲ εἰς ταλαιπωρίαν ὅλοι καὶ ἴδια αἱ θηλάζουσαι μητέρες, ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ νήπια ἐστέναξαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς των.
13 αὐτὸς δὲ διατί τούτων ἐπισκοπὴν οὐ πεποίηται; ἐπὶ γῆς ὄντων αὐτῶν καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν, ὁδὸν δὲ δικαιοσύνης οὐκ ᾔδεισαν, οὐδὲ ἀτραποὺς αὐτῶν ἐπορεύθησαν. 13 Αυτός δε ο Κυριος, διατί δεν επρόσεξε τα εγκλήματα αυτά των ασεβών και δεν ανταπέδωσε κατά τα έργα των εις αυτούς; Ζουν εδώ εις την γην και δεν έρχονται εις καμμίαν επίγνωσιν και συναίσθησιν των εγκλημάτων των. Ποτέ δεν εγνώρισαν τους δρόμους της αρετής και της δικαιοσύνης. Ούτε δε εις τα στενά και δύσκολα δι' αυτούς μονοπάτια της δικαιοσύνης εβάδισαν. 13 Αὐτὸς δέ, ποὺ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς βλέπει τὰ πάντα, διατὶ δὲν ἐπρόσεξε τὰ ἐγκλήματα ταῦτα τῶν ἀσεβῶν; Ὅσον χρόνον αὐτοὶ εἶναι ἐπὶ τῆς γῆς καὶ δὲν τοὺς τιμωρεῖ ὁ Θεός, δὲν ἔρχονται εἰς ἐπίγνωσιν καὶ συναίσθησιν τῶν ἐγκλημάτων των, οὐδέποτε δὲ ἐγνώρισαν τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς, οὔτε εἰς τὰ στενὰ καὶ δύσκολα δι’ αὐτοὺς μονοπάτια τῆς δικαιοσύνης ἐβάδισαν ποτέ.
14 γνοὺς δὲ αὐτῶν τὰ ἔργα παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς σκότος, καὶ νυκτὸς ἔσται ὡς κλέπτης. 14 Εγνώρισεν όμως ο Κυριος τας διαθέσεις και την ποιότητα αυτών και παρεχώρησεν, ώστε να εργάζωνται στο σκότος, όπως κάθε κλέπτης εργάζεται εις καιρόν νυκτός. 14 Μολονότι δὲ ὁ Θεὸς ἐγνώρισε καλὰ τὰ παράνομα ἔργα των, τοὺς παρέδωκεν εἰς τὸ συγκαλύπτον αὐτοὺς σκότος καὶ ἀνέχεται νὰ μένουν κρυμμένα καὶ ἀτιμώρητα τὰ ἐγκλήματά των.Οὕτω δὲ ὁ ἀσεβὴς περιπατεῖ κατὰ τὴν νύκτα ἐγκληματῶν καὶ παραμένων ἄγνωστος ὡς κλέπτης.
15 καὶ ὀφθαλμὸς μοιχοῦ ἐφύλαξε σκότος λέγων· οὐ προνοήσει με ὀφθαλμός, καὶ ἀποκρυβὴν προσώπου ἔθετο. 15 Ο πονηρός οφθαλμός του μοιχού περιμένει και παραφυλάττει να έλθη το σκοτάδι και λέγει· Δεν θα με ιδή, ούτε θα με παρακολουθήση κανένα μάτι. Υπό το προσωπείον της υποκρισίας και αθωότητος κρύπτει τον πραγματικόν εαυτόν του. 15 Καὶ τὸ γεμᾶτον αἰσχρὰς ἐπιθυμίας μάτι τοῦ μοιχοῦ περιμένει καὶ παραφυλάττει νὰ ἔλθῃ τὸ σκοτάδι καὶ λέγει· «Δὲν θὰ μὲ ἐννοήσῃ, οὔτε θὰ μὲ παρακολουθήσῃ κανένα μάτι», καὶ μὲ προσχήματα ἀθωότητος κρύπτει ὑποκριτικῶς τὸ πρόσωπόν του.
16 διώρυξεν ἐν σκότει οἰκίας· ἡμέρας ἐσφράγισαν ἑαυτούς, οὐκ ἐπέγνωσαν φῶς. 16 Οι άπληστοι και άρπαγες, όταν το σκότος είχε πέσει, ετρύπησαν και διέρρηξαν οικίας, δια να τας λεηλατήσουν. Κατά δε την ημέραν εκρύβησαν, εκλείσθησαν κάπου και δεν εγνώρισαν το φως. 16 Ἤνοιξε τρύπας εἰς σπίτια κατὰ τὸ σκότος τῆς νυκτός, κατὰ δὲ τὴν ἡμέραν ἔκρυψαν οἱ ἀσεβεῖς διαρῆκται ἑαυτούς, δὲν ἐγνώρισαν καλὰ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, διότι κοιμῶνται κατ’ αὐτήν.
17 ὅτι ὁμοθυμαδὸν αὐτοῖς τὸ πρωΐ σκιὰ θανάτου, ὅτι ἐπιγνώσεται τάραχος σκιᾶς θανάτου. 17 Διότι από όλους αυτούς το πρωϊνόν φως θεορείται σκια θανατηφόρος. Διότι τους εργάτας αυτούς του σκότους τους καταλαμβάνει μεγάλη ταραχή, ως τρομερά σκια θανάτου, το φως της ημέρας. 17 Διότι ἀπὸ αὐτούς, ὅσον πολλοὶ καὶ ἂν εἶναι, τὸ πρωῒ θεωρεῖται ἀπὸ συμφώνου σκιὰ θανατηφόρος, διότι ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πρωΐας διὰ τῆς ἀνακαλύψεως καὶ συλλήψεώς των θὰ τοὺς γνωρίσῃ καλὰ καὶ θὰ τοὺς καταλάβῃ ἡ ταραχὴ τῆς σκιᾶς τοῦ θανάτου.
18 ἐλαφρός ἐστιν ἐπὶ πρόσωπον ὕδατος, καταραθείη ἡ μερὶς αὐτῶν ἐπὶ γῆς, ἀναφανείη δὲ τὰ φυτὰ αὐτῶν 18 Κατορθώνει βέβαια ο ασεβής να επιπλέη, σαν φελλός επάνω εις την επιφάνειαν του ύδατος. Είθε να είναι κατηραμένον το μερίδιόν του στους αγρούς. Αγρια δε φυτά και άκαρπα να βλαστάνουν 18 Βέβαια, ὅπως σὺ διατείνεσαι, ἐπιπλέει σὰν φελλὸς ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὕδατος, περίβλεπτος πρὸς καιρόν, ἀλλὰ πολὺ γρήγορα ἐξαφανιζόμενος.Εἴθε νὰ εἶναι κατηραμένον τὸ ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τοῖς ἀγροῖς μερίδιόν των, τὰ δὲ ἐν τῷ μεριδίῳ τούτῳ φυτὰ εἴθε νὰ φανοῦν
19 ἐπὶ γῆς ξηρά· ἀγκαλίδα γὰρ ὀρφανῶν ἥρπασαν. 19 και να ξηραίνωνται εις τα χωράφια των. Διότι ήρπασαν δεμάτια σίτου και κριθής από τα χέρια των ορφανών. 19 ἐπὶ τῆς γῆς ξηρά, διότι ἥρπασαν οὖτοι ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰν τῶν ὀρφανῶν ὅ,τι μὲ κόπον πολὺν εἶχον συλλέξει ταῦτα.
20 εἶτ᾿ ἀνεμνήσθη αὐτοῦ ἡ ἁμαρτία, ὥσπερ δὲ ὁμίχλη δρόσου ἀφανὴς ἐγένετο· ἀποδοθείη δὲ αὐτῷ ἃ ἔπραξε, συντριβείη δὲ πᾶς ἄδικος ἴσα ξύλῳ ἀνιάτῳ. 20 Επειτα όμως από τα εγκλήματα και τας αρπαγάς αυτών, η αμαρτία των ήλθεν ενώπιον του Θεού. Και ο αμαρτωλός εξηφανίσθη σαν την ομίχλην, η οποία υπό τας ακτίνας του ηλίου διαλύεται εις δρόσον. Θα ανταποδοθούν εις αυτόν τα κακά, τα οποία διέπραξε, και κάθε άδικος θα καταστραφή, σαν ένα δένδρον άκαρπον και σάπιον. 20 Ἔπειτα δὲ ἀπὸ τὴν σκληρότητα καὶ ἀσυνειδησίαν του αὐτὴν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀνάμνησιν ἡ ἁμαρτία του· καὶ αὐτὸς ἐξηφανίσθη σὰν τοὺς ἀραιοὺς ἀτμοὺς τῆς πρωϊνῆς δρόσου, ὅταν πέσουν ἐπ’ αὐτῆς αἱ πρῶται ἀκτῖνες τοῦ ἀνατείλαντος ἡλίου.Εἴθε νὰ τοῦ γίνῃ ἀνταπόδοσις σύμφωνα πρὸς ἐκεῖνα, ποὺ ἔπραξεν.Εἴθε νὰ συντριβῇ κάθε ἄδικος σὰν τὸ δένδρον τὸ ἄκαρπον καὶ σάπιον.
21 στεῖραν δὲ οὐκ εὖ ἐποίησε καὶ γύναιον οὐκ ἠλέησε, 21 Αυτός ούτε εις στείραν και απροστάτευτον γυναίκα δεν έκαμε ποτέ καλόν και κάθε άλλην γυναίκα εγκαταλελειμμένην και πτωχήν δεν εσπλαγχνίσθη. 21 Δὲν μετεχειρίσθη δὲ καλῶς καὶ εὐεργετικῶς στεῖραν γυναῖκα, ἥτις ὡς ἄτεκνος ἦτο ἀπροστάτευτος καὶ ἔρημος, καὶ δὲν εὐσπλαγχνίσθη γυναῖκα ἐγκαταλελειμμένην καὶ περιφρονημένην.
22 θυμῷ δὲ κατέστρεψεν ἀδυνάτους. ἀναστὰς τοιγαροῦν οὐ μὴ πιστεύσῃ κατὰ τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς. 22 Επάνω στον σκληρόν και αδίστακτον θυμόν του κατέστρεψεν αδυνάτους. Λοιπόν, και όταν ακόμη είναι όρθιος και υγιής και θριαμβευτής, ας μη έχη πεποίθησιν δια την ασφάλειαν της ζωής του. 22 Μὲ τὸν θυμόν του δὲ κατέστρεψεν ἀδυνάτους· ὅταν λοιπὸν σηκωθῇ νικητὴς ἀπὸ τὴν καταστροφὴν αὐτήν, δὲν θὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς του.
23 μαλακισθεὶς μὴ ἐλπιζέτω ὑγιασθῆναι, ἀλλὰ πεσεῖται νόσῳ· 23 Οταν δε ασθενήση, ας μη ελπίζη ότι θα θεραπευθή και θα αποκτήση πάλιν την υγείαν του. Διότι η ασθένειά του θα τον ρίψη κάτω και θα τον οδηγήση στον θάνατον. 23 Ἐὰν δὲ ἀρρωστήσῃ, ἂς μὴ ἐλπίζῃ ὅτι θὰ γίνῃ ὑγιής, ἀλλὰ θὰ πέσῃ εἰς βαρεῖαν νόσον.
24 πολλοὺς γὰρ ἐκάκωσε τὸ ὕψωμα αὐτοῦ, ἐμαράνθη δὲ ὥσπερ μολόχη ἐν καύματι ἢ ὥσπερ στάχυς ἀπὸ καλάμης αὐτόματος ἀποπεσών. 24 Επειδή πολλούς κατέθλιψε και εβασάνισέ με την σκληρότητα και αλαζονείαν του, θα μαρανθή, όπως μαραίνεται η μολόχα από την πολλήν θερμότητα, και θα πέση, όπως μερικές φορές πέφτει μόνον του το αποξηραμμένο στάχυ. 24 Θὰ πάθῃ δὲ τοῦτο, διότι πολλοὺς ἐβασάνισε καὶ ἐκακοποίησε τὸ ὕψος τῆς ἀγερωχίας καὶ ὑπερηφανείας του.Ἐμαράνθη δὲ σὰν μολόχα, ποὺ τὴν καίει ἡ ζέστη, ἢ καθὼς στάχυς, ὁ ὁποῖος ἐξηράνθη καὶ ἔπεσε μόνος του ἀπὸ τὴν λεπτὴν καλάμην του.
25 εἰ δὲ μή, τίς ἐστιν ὁ φάμενος ψευδῆ με λέγειν καὶ θήσει εἰς οὐδὲν τὰ ρήματά μου; 25 Εάν αυτά δεν είναι έτσι, όπως τα λέγω, ποιός είναι αυτός, που θα ισχυρισθή ότι λέγω ψεύματα και εις ουδέν θα υπολογιση τα λόγια μου αυτά; 25 Ἐὰν δὲ δὲν δέχεταί τις ταῦτα, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι λέγω ψευδῆ καὶ μὴ ἐπιβεβαιούμενα ὑπὸ τῆς πείρας; Καὶ ποῖος θὰ συγκαταριθμήσῃ τοὺς λόγους μου μὲ τὸ μηδέν;»