Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 (ΙΔ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΒΡΟΤΟΣ γὰρ γεννητὸς γυναικὸς ὀλιγόβιος καὶ πλήρης ὀργῆς 1 Καθε θνητός, που γεννάται από γυναίκα, ζη ολίγα χρόνια γεμάτα από ταραχήν και βάσανον. 1 Λέγω σὰν ροῦχον σκωροφαγωμένον, διότι κάθε θνητὸς ἄνθρωπος, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ γυναῖκα, ζῇ ὀλίγα χρόνια, γεμᾶτα ἀπὸ ταραχὴν καὶ ἀγανάκτησιν.
2 ἢ ὥσπερ ἄνθος ἀνθῆσαν ἐξέπεσεν, ἀπέδρα δὲ ὥσπερ σκιὰ καὶ οὐ μὴ στῇ. 2 Ομοιάζει με φυτόν, το οποίον ήνθησε και έπεσε κατόπιν μαραμμένον. Φεύγει γρήγορα, χωρίς να το καταλάβη, ωσάν σκια που χάνεται και δεν θα ημπορέση να σταθή. 2 Ἢ σὰν ἄνθος ποὺ ἄνθησε καὶ ἔπεσε μαραμένον, φεύγει γρήγορα καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃ, σὰν σκιὰ ποὺ χάνεται καὶ δὲν θὰ σταθῇ.
3 οὐχὶ καὶ τούτου λόγον ἐποιήσω καὶ τοῦτον ἐποίησας εἰσελθεῖν ἐν κρίματι ἐνώπιόν σου; 3 Και συ, Κυριε, ο απειροτέλειος Θεός, ασχολείσαι με το μηδαμινόν αυτό ον, και μάλιστα συγκαταβαίνεις να έλθη εις αντιδικίαν μαζή σου και να δικασθή ενώπιόν σου; 3 Καὶ Σὺ ὁ μέγας καὶ δυνατὸς κατεδέχθης νὰ λογαριασθῇς μὲ τὸν εὐτελῆ αὐτὸν καὶ ἀδύνατον καὶ τὸν ἔκαμες νὰ ἔμβῃ εἰς δίκην μαζί σου καὶ νὰ δικασθῇ ἀπὸ Σέ:
4 τίς γὰρ καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου; ἀλλ᾿ οὐθείς, 4 Αλλά ποίος είναι καθαρός από ηθικούς ρύπους; Κανείς, 4 Κανεὶς ὅμως δὲν θὰ ἀθωωθῇ.Διότι ποῖος θὰ εὑρεθῇ καθαρὸς ἀπὸ τὸν ρύπον τῶν ἁμαρτιῶν; Κανείς.
5 ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, ἀριθμητοὶ δὲ μῆνες αὐτοῦ παρ᾿ αὐτοῦ· εἰς χρόνον ἔθου, καὶ οὐ μὴ ὑπερβῇ. 5 έστω και αν μία ημέρα είναι η διάρκεια της ζωής του επί της γης. Μετρημένοι είναι οι μήνες της ζωής του πάρα Κυρίου. Τον έθεσες να ζήση ωρισμένον χρόνον και δεν θα ημπορέση να τον υπερβή. 5 Κάθε ἄνθρωπος φέρει τὸν ρύπον τῆς ἁμαρτίας, ἔστω καὶ ἂν μίαν ἡμέραν εἶναι ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς· εἶναι δὲ μετρημένοι καὶ ἀριθμοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸν οἱ μῆνες τῆς ζωῆς του· εἰς ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἐτοποθέτησας τὴν ζωήν του καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ αὐτό.
6 ἀπόστα ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἵνα ἡσυχάσῃ καὶ εὐδοκήσῃ τὸν βίον ὥσπερ ὁ μισθωτός. 6 Απομάκρυνε από αυτόν την οργήν σου, Κυριε, δια να ζήση ήσυχος και να απολαύσ την ζωήν το, όπως ο μισθωτός εργάτης, ο οποίος μετά τον κόπον της ημέρας αναπαύεται στο σπίτι του. 6 Ἀπομακρύνθητι ἀπὸ αὐτόν, διὰ νὰ ἠσυχάσῃ καὶ εὐχαριστηθῇ τὴν ζωήν του, ὅπως καὶ ὁ μισθωτὸς ἐργάτης ὕστερον ἀπὸ τὸν μόχθον τῆς ἡμέρας ἀναπαύεται τὸ ἑσπέρας ἐπανερχόμενος εἰς τὸ σπίτι του.
7 ἔστι γὰρ δένδρῳ ἐλπίς· ἐὰν γὰρ ἐκκοπῇ, ἔτι ἐπανθήσει, καὶ ὁ ράδαμνος αὐτοῦ οὐ μὴ ἐκλίπῃ· 7 Εις κάθε δένδρον υπάρχει η ελπίς και η δυνατότης να αναβλαστήση, διότι εάν κοπή δύναται και πάλιν να βλαστήση και ο βλαστός του να μη λείψη εντελώς. 7 Ναί· ἄφησε τὸν ταλαίπωρον ἄνθρωπον νὰ ἠσυχάσῃ.Διότι ὑπάρχει καὶ δι' αὐτὸ τὸ δένδρον ἐλπὶς παρατάσεως τῆς ζωῆς του· διότι, ἐὰν κοπῇ ἀπὸ τὸν κηπουρόν, θὰ ἀνθήσῃ καὶ πάλιν, καὶ ὁ τρυφερὸς κλῶνος, ποὺ θὰ πεταχθῇ, δὲν θὰ ἐκλείψῃ καὶ δὲν θὰ ἐξαφανισθῇ.
8 ἐὰν γὰρ γηράσῃ ἐν γῇ ἡ ρίζα αὐτοῦ, ἐν δὲ πέτρᾳ τελευτήσῃ τὸ στέλεχος αὐτοῦ, 8 Διότι, εάν γηράση η ρίζα του μέσα εις την γην, και φανή ξηρός ο κορμός του στο βραχώδες έδαφός του, 8 Ἐὰν δὲ πάλιν γηράσῃ ἡ ρίζα του μέσα εἰς τὴν γῆν, κουφώσῃ δὲ καὶ φανῇ ξηρὸν εἰς τὸ βραχῶδες ἔδαφός του, πάλιν εἰς τὸ κάτω μέρος τοῦ γηρασμένου κορμοῦ του,
9 ἀπὸ ὀσμῆς ὕδατος ἀνθήσει, ποιήσει δὲ θερισμὸν ὥσπερ νεόφυτον. 9 πάλιν στο κάτω μέρος του γηρασμένου στελέχους του ολίγη υγρασία ημπορεί να το κάμη να αναβλαστήση, να ανθίση, να δώση καρπόν προς συγκομιδήν ωσάν νεαρόν φυτόν. 9 ὅταν ὀλίγον ὑγρανθῇ τὸ ἔδαφος, θὰ ἀνθήσῃ τοῦτο καὶ θὰ καρποφορήσῃ, ὥστε ἐν καιρῷ νὰ θερίσουν τοὺς καρπούς του, σὰν νὰ ἦτο οὐχὶ γηρασμένον, ἀλλὰ δένδρον νεοφυτευμένον.
10 ἀνὴρ δὲ τελευτήσας ᾤχετο, πεσὼν δὲ βροτὸς οὐκέτι ἐστί· 10 Ο άνθρωπος όμως, που απέθανεν, έφυγε πλέον οριστικώς και δεν γυρίζει πάλιν. Οταν ο θνητός πέση νεκρός, εκλίπει οριστικώς ανάμεσα από τους ζωντανούς. 10 Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, ποὺ ἀπέθανεν, ἔφυγε καὶ δὲν γυρίζει πάλιν, ὅταν δὲ ὁ θνητὸς πέσῃ νεκρός, δὲν ὑπάρχει πλέον μεταξύ των ἐπὶ γῆς ζώντων.
11 χρόνῳ γὰρ σπανίζεται θάλασσα, ποταμὸς δὲ ἐρημωθεὶς ἐξηράνθη· 11 Με την πάροδον του χρόνου ολόκληρος λίμνη εξατμίζεται και εξαφανίζεται. Και ποταμός, του οποίου εστείρευσαν τα νερά, ξηραίνεται, γίνεται έρημος. 11 Διότι συμβαίνει ὅ,τι καὶ μὲ τὴν θάλασσαν καὶ τοὺς ποταμούς.Μὲ τὸν χρόνον ἡ θάλασσα χάνει τὰ νερά της καὶ ἀποσύρεται βαθύτερα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς παραλίας της, ὁ ποταμὸς δέ, ποὺ δὲν ἔχει πλέον νερό, ξηραίνεται καὶ αὐτός.
12 ἄνθρωπος δὲ κοιμηθεὶς οὐ μὴ ἀναστῇ, ἕως ἂν ὁ οὐρανὸς οὐ μὴ συρραφῇ· καὶ οὐκ ἐξυπνισθήσονται ἐξ ὕπνου αὐτῶν. 12 Ετσι και ο άνθρωπος, που κοιμάται τον ύπνον του θανάτου, δεν θα εξυπνήση. Εως ότου θα υπάρχη ο ουρανός, δεν θα συναρμολογηθούν και πάλιν τα μέλη του. Δεν θα εξυπνήσουν οι νεκροί από τον ύπνον του θανάτου των. 12 Ὁ ἄνθρωπος δέ, ποὺ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνον τοῦ θανάτου, δὲν θὰ ἐξυπνύσῃ πλέον, καὶ ἕως ὅτου ὑπάρχει οὐρανός, τὰ διαλυθέντα ὑπὸ τοῦ θανάτου μέλη τοῦ σώματός του δὲν θὰ συναρμοσθοῦν πάλιν, καὶ δὲν θὰ ἐξυπνήσῃ οὔτε αὐτὸς οὔτε οἱ ὅμοιοί του ἀπὸ τὸν ὕπνον τους.
13 εἰ γὰρ ὄφελον ἐν ᾅδῃ με ἐφύλαξας, ἔκρυψας δέ με ἕως ἂν παύσηταί σου ἡ ὀργὴ καὶ τάξῃ μοι χρόνον, ἐν ᾧ μνείαν μου ποιήσῃ· 13 Είθε να με εκρατούσες φυλακισμένον στον άδην, να με έκρυπτες εκεί, έως ότου κατευνασθή η οργή σου· και να μου ορίσης χρόνον, κατά τον οποίον θα ευδοκήσης να με ενθυμηθής. 13 Εἴθε καὶ πάλιν εἴθε νὰ μὲ ἐφύλαττες φυλακισμένον εἰς τὸν ἅδην, νὰ μὲ ἔκρυπτες δὲ ἐκεῖ, ἕως ὅτου παύσῃ ἡ ὀργή σου, καὶ νὰ μοῦ ὁρίσῃς χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ πάλιν θὰ μὲ ἐνθυμηθῇς καὶ θὰ μὲ ἐπαναφέρῃς εἰς τὴν γῆν.
14 ἐὰν γὰρ ἀποθάνῃ ἄνθρωπος, ζήσεται συντελέσας ἡμέρας τοῦ βίου αὐτοῦ· ὑπομενῶ ἕως ἂν πάλιν γένωμαι. 14 Διότι, όταν ο άνθρωπος αποθάνη, θα έχει πλέον συμπληρώσει τας ημέρας της ζωής του. Θα περιμένω, λοιπόν, εγώ με υπομονήν να ζήσω και πάλιν, αφού θα έχω αποθάνει. 14 Ηὐχήθην ὅμως ἀτόπως.Διότι, ἐὰν ἀποθάνῃ ὁ ἄνθρωπος, θὰ ζήσῃ πρῶτον καί, ἀφοῦ τελειώσῃ ὁριστικῶς ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς του, θὰ ἐπέλθῃ ὁ θάνατός του.Θὰ δείξω λοιπὸν ὑπομονήν, ἕως ὅτου ἀλλάξω πάλιν κατάστασιν καὶ ἀπὸ τῆς ζωῆς μεταπηδήσω εἰς τὸν θάνατον.
15 εἶτα καλέσεις, ἐγὼ δέ σοι ὑπακούσομαι, τὰ δὲ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ ἀποποιοῦ. 15 Εάν συ με καλέσης εις την ζωήν, εγώ μετά χαράς θα σε υπακούσω. Τα έργα των χειρών σου, τα πλάσματά σου μη τα απαρνήσαι, Κυριε. 15 Ἔπειτα μετὰ τὴν μεταβολήν, ποὺ θὰ μοῦ συμβῇ, θὰ μὲ καλέσῃς εἰς νέαν ζωήν, ἐγὼ δὲ εὐχαρίστως θὰ σὲ ὑπακούσω· τὰ πλάσματά Σου δέ, ἅτινα εἶναι ἔργα τῶν χειρῶν σου, μὴ τὰ ἀπαρνῆσαι, Κύριε.
16 ἠρίθμησας δέ μου τὰ ἐπιτηδεύματα, καὶ οὐ μὴ παρέλθῃ σε οὐδὲν τῶν ἁμαρτιῶν μου· 16 Ηρίθμησες και ελεπτολόγησες όλα τα έργα της ζωής μου, Κυριε, και κανένα από τα αμαρτήματά μου δεν παρέβλεψες. 16 Τώρα ὅμως εἰς τὴν παροῦσαν ἀθλίαν ζωήν μου ἐμέτρησας καὶ ἐλογάριασες ὅλα, ὅσα ἐπιτηδεύομαι καὶ πράττω, καὶ δὲν θὰ σοῦ διαφύγῃ τίποτε ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας μου.
17 ἐσφράγισας δέ μου τὰς ἀνομίας ἐν βαλλαντίῳ, ἐπεσημήνω δέ, εἴ τι ἄκρων παρέβην. 17 Εκλεισες και εσφράγισες τας αμαρτίας μου, όπως ασφαλίζουν τα χρήματά των στο βαλάντιον οι πλούσιοι. Επεσήμανες ακόμη, ώστε να διακρίνεται καλά, εάν και κάτι, χωρίς να το θέλω, έχω παραβή. 17 Ἐσφράγισες δὲ καλὰ τὰς ἀνομίας μου, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ πέσουν ἔξω καὶ χαθοῦν, ὅπως ἀσφαλίζουν τὰ χρήματα εἰς βαλάντιον, ἐσημέδευσες δέ, ὥστε νὰ διακρίνεται καλά, ἐὰν κάτι χωρὶς νὰ τὸ θέλω παρέβην.
18 καὶ πλὴν ὄρος πῖπτον διαπεσεῖται, καὶ πέτρα παλαιωθήσεται ἐκ τοῦ τόπου αὐτῆς. 18 Και το όρος ακόμη κάποτε οπωσδήποτε θα πέση και ο βράχος θα γηράση και θα παραμερίση από την θέσιν του. 18 Πλὴν ὄχι μόνον ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ τὸ ὄρος σιγά - σιγὰ τριβόμενον καὶ διαρρέον θὰ καταπέσῃ καὶ ἀπὸ ὑψηλόν, ποὺ εἶναι, θὰ ἰσοπεδωθῇ· καὶ ἡ πέτρα θὰ παλιώσῃ καὶ θὰ μετακινηθῇ ἀπὸ τὸν τόπον της.
19 λίθους ἐλέαναν ὕδατα, καὶ κατέκλυσεν ὕδατα ὕπτια τοῦ χώματος τῆς γῆς· καὶ ὑπομονὴν ἀνθρώπου ἀπώλεσας. 19 Εκαμαν λείους τους σκληρούς λίθους τα ύδατα, τα οποία περνούν επάνω των. Και τα νερά παρασύρουν τα υψώματα των χωμάτων καθώς απλώνονται επάνω και κατακλύζουν την πεδιάδα. Ετσι και συ, εν τη παντοδυναμία σου, εξαντλείς και αφανίζεις την υπομονήν του ανθρώπου. 19 Λίθων σκληρῶν τὴν ἐπιφάνειαν κατέστησαν λείαν τὰ νερά, ποὺ περνοῦν συνεχῶς ἀπὸ πάνω τους, καὶ νερά, ποὺ κατεπλημμύρησαν ἰσοπεδωμένον ἔδαφος, τὸ ἀπέπλυναν ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς γῆς καὶ τὸ ἀπεγύμνωσαν καὶ ἡ ἰδική σου χεὶρ ἡ παντοδύναμος πόσῳ μᾶλλον ἐξαντλεῖ τὴν ὑπομονὴν τοῦ ἀσθενοῦς ἀνθρώπου καὶ ἐξαφανίζει αὐτόν.
20 ὦσας αὐτὸν εἰς τέλος, καὶ ᾤχετο· ἐπέστησας αὐτῷ τὸ πρόσωπον, καὶ ἐξαπέστειλας· 20 Τον έσπρωξες, δια να καταστραφή εντελώς. Απέθανε και έφυγε. Εστρεψες και εστήριξες απειλητικόν επάνω του το πρόσωπόν σου και τον έστειλες μακράν από την παρούσαν ζωήν. 20 Τὸν ἔσπρωξες μὲ τελειωτικὸν σπρώξιμον καὶ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν χώραν τῶν ζώντων· ἐστήριξας ἀπειλητικὸν ἐπ’ αὐτοῦ τὸ πρόσωπόν Σου καὶ τὸν ἔστειλες μακρὰν ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωήν.
21 πολλῶν δὲ γενομένων τῶν υἱῶν αὐτοῦ, οὐκ οἶδεν, ἐὰν δὲ ὀλίγοι γένωνται, οὐκ ἐπίσταται· 21 Εάν οι απόγονοί του πληθυνθούν, δεν το μανθάνει· και εάν πάλιν μείνουν ολίγοι, δεν το γνωρίζει, αφού θα έχη αποθάνει. 21 Ἐνῷ δὲ ἀπέκτησε πολλὰ παιδιά, ὅταν πλησιάζῃ ὁ θάνατος, τὰ ξεχάνει ὅλα καὶ δὲν ἠξεύρει πόσα τέκνα ἔχει.Ἀλλὰ καὶ ὀλίγα παιδιὰ ἂν ἀποκτήσῃ, τὰς στιγμὰς ἐκείνας δὲν γνωρίζει πόσα εἶναι.
22 ἀλλ᾿ ἢ αἱ σάρκες αὐτοῦ ἤλγησαν, ἡ δὲ ψυχὴ αὐτοῦ ἐπένθησεν. 22 Το μόνον, που αισθάνεται και γνωρίζει, είναι ότι αι σάρκες του πονούν κατά τας τελευταίας εκείνας ώρας. Η δε ψυχή του πλημμυρίζει από πένθος. 22 Δὲν γνωρίζει τίποτε, παρὰ μόνον αἱ σάρκες αὐτοῦ πονοῦν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκείνας ὥρας, ἡ δὲ ψυχή του πλήρης ἀγωνίας πενθεῖ καὶ λυπεῖται».