Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 41 (ΜΑ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΟΥΧ ἑώρακας αὐτόν, οὐδὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις τεθαύμακας; 1 Δεν έχεις ίδει το μέγα αυτό θηρίον; Δεν έχεις δοκιμάσει δέος και θαυμασμόν, όταν ήκουσες να ομιλούν δι' αυτό; 1 Δὲν ἔχεις ἴδει τὸ θηρίον αὐτό, ο.υτε ἔχεις δοκιμάσει ἔμφοβον θαυμασμόν, ὅταν ἤκουσες τὰ λεγόμενα περὶ αὐτοῦ;
2 οὐ δέδοικας ὅτι ἡτοίμασταί μοι; τίς γάρ ἐστιν ὁ ἐμοὶ ἀντιστάς; 2 Δεν φοβείσαι λοιπόν και εμέ, ο οποίος έχω δημιουργήσει αυτό το θηρίον; Διότι ποιός είναι εκείνος, ο οποίος μου αντεστάθη ποτέ έως τώρα; 2 Δὲν φοβεῖσαι λοιπὸν καὶ Ἐμέ, ἀφοῦ ἀπὸ Ἐμὲ ἔχει ἐτοιμασθῆ καὶ δημιουργηθῆ τοῦτο; Φοβήθητι.Διότι ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀντεστάθη εἰς Ἐμέ; Κανείς.
3 ἢ τίς ἀντιστήσεταί μοι καὶ ὑπομενεῖ, εἰ πᾶσα ἡ ὑπ᾿ οὐρανὸν ἐμή ἐστιν; 3 Και ποιός είναι δυνατόν να μου αντισταθή στο μέλλον και να μείνη ακλόνητος αφού όλη η κάτω από τον ουρανόν γη και τα εν αυτή είναι ιδικά μου; 3 Διότι ποῖος θὰ ἀντισταθῇ εἰς Ἐμὲ καὶ θὰ ἀνθέξῃ, ἀφοῦ ὅλη ἡ ἐκτεινομένη κάτωθι τοῦ οὐρανοῦ γῆ εἶναι ἰδική μου;
4 οὐ σιωπήσομαι δι᾿ αὐτόν, καὶ λόγον δυνάμεως ἐλεήσει τὸν ἴσον αὐτῷ. 4 Δεν θα παύσω ακόμη να κάνω λόγον δια το μέγα αυτό θηρίον. Εξ αιτίας της τρομεράς δυνάμεώς του, καθένας θα λυπηθή εκείνον, που επιτίθεται εναντίον του, διότι θα τον βλέπη εκτιθέμενον εις μέγαν θανάσιμον κίνδυνον. 4 Δὲν θὰ σιωπήσω διὰ τοῦτον, τὸν ἀνθιστάμενον εἰς Ἐμέ, καὶ ἡ δύναμίς μου δὲν θὰ δείξῃ ἔλεος πρὸς τὸν προβάλλοντα λόγον δυνάμεως καὶ ἀπειλῆς, ὡς νὰ ἦτο ἴσος πρὸς Ἐμέ.
5 τίς ἀποκαλύψει πρόσωπον ἐνδύσεως αὐτοῦ, εἰς δὲ πτύξιν θώρακος αὐτοῦ τίς ἂν εἰσέλθοι; 5 Ποιός ημπορεί να αφαίρεση και να ξεσκεπάση το κάλυμμα της επενδύσεως του; Ποιός δε ημπορεί να εισχωρήση εις τας πτυχάς του θώρακός του; 5 Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ξεσκεπάσῃ τὴν ἐξωτερικὴν ὄψιν τοῦ ἐνδύματος τοῦ κροκοδείλου, ὅταν εἶναι ζωντανός, ἀφαιρῶν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ καλύπτον αὐτὸν δέρμα, ποῖος δὲ θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πτυχὴν καὶ τὸ κοίλωμα τοῦ θώρακός του;
6 πύλας προσώπου αὐτοῦ τίς ἀνοίξει; κύκλῳ ὀδόντων αὐτοῦ φόβος. 6 Ποιός ημπορεί να ανοίξη την πύλην του στόματός του, τας φοβεράς δηλαδή σιαγόνας του; Γυρω από τας σιαγόνας αυτάς είναι οι τρομεροί οδόντες του, οι οποίοι εμπνέουν φόβον. 6 Τὰς ἰσχυρὰς σὰν πύλας σιαγόνας τοῦ προσώπου του ποῖος θὰ ἀνοίξῃ; Τριγύρω ἀπὸ τὰ μυτερὰ καὶ σκληρὰ δόντια του ὑπάρχει φόβος καὶ τρόμος.
7 τὰ ἔγκατα αὐτοῦ ἀσπίδες χάλκεαι, σύνδεσμος δὲ αὐτοῦ ὥσπερ σμυρίτης λίθος· 7 Τα εσωτερικά του προφυλάσσονται σαν από χαλκίνας ασπίδας, αι δε ηνωμέναι μεταξύ των φολίδες του δέρματός του είναι σαν να έχουν κατασκευασθή από σμυρίτην λίθον. 7 Τὸ σῶμα του φέρει ἀσπίδας χαλκίνας, τὰς σκληρὰς καὶ ὀστρακίνας σειρὰς τοῦ δέρματός του, συνδέονται δὲ αὗται μεταξύ των σὰν λίθος σμύριδος.
8 εἷς τοῦ ἑνὸς κολλῶνται, πνεῦμα δὲ οὐ μὴ διέλθῃ αὐτόν· 8 Η μία φολίς συνδέεται τόσον στενά με την άλλην, ώστε ούτε η πνοή ανέμου δεν ημπορεί να περάσή δια μέσου αυτών. 8 Τὸ ἓν ὀστράκινον τεμάχιον εἶναι προσκολλημένον εἰς τὸ ἄλλο τόσον στενά, ὥστε δὲν μένει κανὲν κενόν, ποὺ νὰ ἠμπορῇ νὰ περάσῃ ἀπὸ αὐτὸ πνοὴ ἀνέμου.
9 ἀνὴρ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ προσκολληθήσεται, συνέχονται καὶ οὐ μὴ ἀποσπασθῶσιν. 9 Σαν αδέλφια προσκολλάται η μία με την άλλην, συνδέονται στενότατα και δεν είναι δυνατόν να αποσπασθούν και να ξεχωρίσουν ούτε από μεταξύ των ούτε από το σώμα του κροκοδείλου. 9 Ὅμοια καὶ τῆς αὐτῆς φύσεως προσκολλῶνται σὰν ἀδέλφια, συνδέονται πρὸς ἄλληλα καὶ κατ’ οὐδένα λόγον ἀποσπῶνται οὔτε ἀπ' ἀλλήλων, οὔτε ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ θηρίου.
10 ἐν πταρμῷ αὐτοῦ ἐπιφαύσκεται φέγγος, οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἶδος ῾Εωσφόρου. 10 Καθώς πταρνίζεται, τα σταγονίδια του πταρμού του ακτινοβολούν το φως, τα δε μάτια του ομοιάζουν με τον Αυγερινόν. 10 Εἰς τὸ πτάρνισμά του τὸ πλῆθος τῶν ἐκσφενδονιζομένων ἀπὸ τοὺς μυκτῆρας του σταγονιδίων γίνεται φωτεινόν, τὰ μάτια του δὲ ὁμοιάζουν πρὸς τὸν λάμποντα κατὰ τὸ βαθὺ σκότος τῆς πρωΐας αὐγερινόν.
11 ἐκ στόματος αὐτοῦ ἐκπορεύονται ὡς λαμπάδες καιόμεναι καὶ διαρριπτοῦνται ὡς ἐσχάραι πυρός. 11 Από το στόμα του εξέρχονται σαν αναμμένες λαμπάδες και εξαφανίζονται ολόγυρά του ωσάν εστίαι φωτιάς. 11 Ἀπὸ τὸ στόμα του βγαίνουν νερὰ ζεστὰ σὰν καιομένης λαμπάδας καὶ ἐκσφενδονιζόμενα διασκορπίζονται σὰν φλόγες φωτιᾶς.
12 ἐκ μυκτήρων αὐτοῦ ἐκπορεύεται καπνὸς καμίνου καιομένης πυρὶ ἀνθράκων. 12 Τα σταγονίδια που εκτοξεύονται από τους ρώθωνάς του ομοιάζουν με εξερχόμενον καπνόν καμίνου, η οποία καίεται με αναμμένα κάρβουνα. 12 Ἀπὸ τοὺς μυκτῆρας του βγαίνουν μὲ θόρυβον πλῆθος σταγονιδίων, σὰν καπνὸς καμίνου ποὺ καίεται ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα.
13 ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἄνθρακες, φλὸξ δὲ ἐκ στόματος αὐτοῦ ἐκπορεύεται. 13 Η εκπνοή αυτού είναι σαν αναμμένα κάρβουνα, φλόγα δε εκπορεύεται από το στόμα του. 13 Ἡ πνοή του εἶναι ζεστὴ σὰν ἀναμμένα κάρβουνα, φλόγα δὲ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα του.
14 ἐν δὲ τραχήλῳ αὐτοῦ αὐλίζεται δύναμις, ἔμπροσθεν αὐτοῦ τρέχει ἀπώλεια. 14 Εις τον τράχηλόν του εδράζεται η δύναμίς του και έμπροσθέν του απλώνεται όλεθρος και καταστροφή. 14 Εἰς δὲ τὸν σκληρὸν τράχηλόν του διαμένει δύναμις μεγάλη, ὥστε ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτὸν τρέχει ὁ ἀφανισμὸς καὶ ἡ ἀπώλεια λόγῳ τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας μὲ τὴν δύναμιν ταύτην προκαλεῖ.
15 σάρκες δὲ σώματος αὐτοῦ κεκόλληνται· καταχέει ἐπ᾿ αὐτόν, οὐ σαλευθήσεται. 15 Αι σάρκες του σώματός του είναι στενά κολλημέναι μεταξύ των και σκληραί, ώστε εάν κανείς ρίψη εναντίον του βέλη ούτε που θα τα αισθανθή και ούτε θα σαλευθή. 15 Αἱ σάρκες δὲ τοῦ σώματός του δὲν εἶναι χαλαραί, ἀλλὰ σκληραὶ καὶ συγκεκολλημέναι· ἐὰν ρίψῃ κανεὶς πυκνὰ βλήματα κατ’ αὐτοῦ, δὲν θὰ σαλευθῇ καὶ δὲν θὰ μετακινηθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν του, διότι ταῦτα δὲν θὰ τὸν πειράξουν διόλου.
16 ἡ καρδία αὐτοῦ πέπηγεν ὡς λίθος, ἕστηκε δὲ ὥσπερ ἄκμων ἀνήλατος. 16 Η καρδία του είναι σκληρή όπως το λιθάρι· στέκεται άκαμπτη και αλύγιστη σαν το αμόνι. 16 Ἡ καρδία του εἶναι σκληρὰ σὰν λιθάρι, στέκεται δὲ ἀλύγιστος καὶ ἀδάμαστος σὰν τὸ ἀμόνι, ποὺ δὲν ὑποχωρεῖ παρὰ τὴν σφυρηλασίαν, ποὺ γίνεται ἐπ' αὐτοῦ.
17 στραφέντος δὲ αὐτοῦ, φόβος θηρίοις τετράποσιν ἐπὶ γῆς ἁλλομένοις. 17 Εάν βγη από το νερό και στραφή προς την ξηράν, φόβος και τρόμος θα πέση εις τα θηρία της υπαίθρου, τα οποία φεύγουν ενώπιόν του με πηδήματα. 17 Ἐὰν δὲ βγῇ ἀπὸ τὸ νερὸν καὶ στραφῇ προχωρῶν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, φόβος θὰ ἐπιπέσῃ εἰς τὰ θηρία τὰ τετράποδα, ποὺ ἀμέριμνα πηδοῦσαν ἐπὶ τῆς γῆς.
18 ἐὰν συναντήσωσιν αὐτῷ λόγχαι, οὐδὲν μὴ ποιήσωσι δόρυ καὶ θώρακα· 18 Λογχαι εάν πέσουν με ορμήν επάνω του, δεν τον θίγουν καθόλου. Ούτε το δόρυ και οι θωρακισμένοι πολεμισταί ημπορούν να του κάμουν τίποτε. 18 Ἐὰν τὸν ἐπιτύχουν λόγχαι ριπτόμεναι μακρόθεν, δὲν θὰ κάμουν τίποτε, οὔτε καὶ ἂν τὸν κτυπήσῃ κανεὶς ἐκ τοῦ πλησίον ὡπλισμένος μὲ δόρυ καὶ θώρακα.
19 ἥγηται μὲν γὰρ σίδηρον ἄχυρα, χαλκὸν δὲ ὥσπερ ξύλον σαθρόν. 19 Αυτός θεωρεί τα σιδερένια όπλα σαν άχυρα, τα δε χάλκινα σαν σάπιο ξύλο. 19 Διότι τὸ μὲν σιδηροῦν ὅπλον τὸ θεωρεῖ ἄχυρα, τὸ δὲ χάλκινον σὰν ξύλον σάπιο.
20 οὐ μὴ τρώσῃ αὐτὸν τόξον χάλκεον, ἥγηται μὲν πετροβόλον χόρτον· 20 Το χάλκινον τόξον δεν ημπορεί να του επιφέρη καμμίαν πληγήν, την δε σφενδόνην που εκσφενδονίζει λίθους, την θεωρεί σαν το χορτάρι. 20 Δὲν θὰ τὸν πληγώσῃ ὁλοτελῶς βέλος ἐκσφενδονιζόμενον ἀπὸ τόξον χάλκινον, θεωρεῖ δὲ τὸν διὰ σφενδόνης πετροβολισμὸν σὰν νὰ πίπτῃ ἐπάνω του χόρτος.
21 ὡς καλάμη ἐλογίσθησαν σφῦραι, καταγελᾷ δὲ σεισμοῦ πυρφόρου. 21 Τα σιδερένια σφυριά τα θεωρεί σαν την ανάλαφρη καλαμιά. Καταφρονεί δε τα πυρφόρα βέλη, που εκσφενδονίζονται εναντίον του. 21 Σὰν λεπτὴ καλαμιὰ ἐλογαριάσθησαν ὑπ’ αὐτοῦ σφυριὰ σιδερένια, περιφρονεῖ δὲ τὰ μεθ' ὁρμῆς ἐκσφενδονιζόμενα βέλη, ποὺ εἰς τὰς αἰχμάς των φέρουν στυπεῖον βουτηγμένον εἰς ὑγρὸν φλεγόμενον.
22 ἡ στρωμνὴ αὐτοῦ ὀβελίσκοι ὀξεῖς, πᾶς δὲ χρυσὸς θαλάσσης ὑπ᾿ αὐτὸν ὥσπερ πηλὸς ἀμύθητος. 22 Κοιμάται με άνεσιν επάνω σε μυτερά καρφιά, όλος δε ο κάτω από αυτόν χρυσός της θαλάσσης θεωρείται σαν λάσπη άνευ αξίας. 22 Τὸ στρῶμα του δὲν τὸν ἐνοχλεῖ, καὶ ἐὰν ἀκόμη εἶναι σκορπισμένα εἰς αὐτὸ σουβλιὰ μυτερά, κάθε χρυσὸς δὲ θαλάσσης, ποὺ τυχὸν θὰ εὑρεθῇ ὑποκάτω του, περιφρονεῖται ὑπ’ αὐτοῦ τόσον πολύ, ὥστε τὸν θεωρεῖ σὰν πηλὸν εἰς βάθος πολὺ ἐκτεινόμενον καὶ μηδὲν τὸ πολύτιμον ἐγκρύπτοντα.
23 ἀναζεῖ τὴν ἄβυσσον ὥσπερ χαλκεῖον, ἥγηται δὲ τὴν θάλασσαν ὥσπερ ἐξάλειπτρον, 23 Αναταράσσει και κάμνει σαν να βράζουν τα ύδατα, όπως το φυσερό του σιδηρουργείου. Ευχαριστείται δε εις την θάλασσαν, ως εάν αυτή είναι λεκάνη λουτρού καθαριότητος. 23 Ὅταν πλέῃ στὰ βαθιὰ νερὰ καὶ ἐκσφενδονίζῃ ἀπὸ τὸ στόμα καὶ τοὺς μυκτῆρας τοῦ ἀφρούς, βράζει ὁ ὠκεανὸς σὰν ἐργαστήριον χαλκοῦ· θεωρεῖ δὲ τὴν θάλασσαν σὰν μυροδοχεῖον.
24 τὸν δὲ τάρταρον τῆς ἀβύσσου ὥσπερ αἰχμάλωτον· ἐλογίσατο ἄβυσσον εἰς περίπατον. 24 Τα βάθη των θαλασσών είναι υπό την εξουσίαν του ως αιχμάλωτα. Περίπατον δε ευχάριστον θεωρεί τον ωκεανον. 24 Εἰς τὰ βάθη δὲ τοῦ ὠκεανοῦ κυριαρχεῖ, σὰν νὰ ἦτο οὗτος αἰχμάλωτός του· θεωρεῖ δὲ τὸν ὠκεανὸν ὡς περιοχὴν εὐχαρίστου δι' αὐτὸν περιπάτου.
25 οὐκ ἔστιν οὐδὲν ἐπὶ τῆς γῆς ὅμοιον αὐτῷ πεποιημένον ἐγκαταπαίζεσθαι ὑπὸ τῶν ἀγγέλων μου· 25 Δεν υπάρχει άλλο θηρίον επάνω εις την γην όμοιον με τον κροκόδειλον, ο οποίος είναι έτσι φτιασμένος, ώστε μόνον από τους αγγέλους μου είναι δυνατόν να εμπαίζεται. 25 Δὲν ὑπάρχει ἄλλο θηρίον ἐπὶ τῆς γῆς ὅμοιόν του, φτιασμένον νὰ εἶναι παίγνιον εἰς τοὺς ἀγγέλους μου.
26 πᾶν ὑψηλὸν ὁρᾷ, αὐτὸς δὲ βασιλεὺς πάντων τῶν ἐν τοῖς ὕδασιν. 26 Βλέπει απτόητος όλα τα υψηλά, βασιλεύει δε εις όλα τα ζώα, που υπάρχουν μέσα εις τα ύδατα”. 26 Βλέπει ἀπτόητος καὶ ἀγέρωχως κάθε τι, ποὺ διὰ τὴν δύναμιν καὶ τὸ θάρρος του στέκεται ὑψηλά.Αὐτὸς δὲ παραμένει βασιλεὺς ὅλων τῶν ζώων, ποὺ ζοῦν καὶ κινοῦνται εἰς τὰ νερά».