Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28 (ΚΗ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΣΤΙ γὰρ ἀργυρίῳ τόπος, ὅθεν γίνεται, τόπος δὲ χρυσίου, ὅθεν διηθεῖται. 1 Υπάρχει ο τόπος, από όπου εξάγεται ο άργυρος, όπως επίσης και ο τόπος, από όπου εξάγεται και καθαρίζεται ο χρυσός. 1 Υπάρχει ἀληθῶς διὰ τὸν ἄργυρον τόπος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξάγεται, ὑπάρχει δὲ τόπος καὶ διὰ τὸν χρυσόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον συλλέγεται καὶ καθαρίζεται.
2 σίδηρος μὲν γὰρ ἐκ γῆς γίνεται, χαλκὸς δὲ ἴσα λίθῳ λατομεῖται. 2 Επίσης είναι γνωστόν ότι ο σίδηρος εξάγεται από ωρισμένας περιοχάς της γης, ο δε χαλκός εξάγεται από τα λατομεία, όπως ο λίθος. 2 Καὶ ὁ μὲν σίδηρος ἀπὸ τὴν γῆν γίνεται, ὅταν τὸ χῶμα ριφθῇ εἰς τὸ πῦρ καὶ λειώση, ὁ χαλκὸς δὲ σὰν λίθος ἀπὸ βουνὸ κόπτεται.
3 τάξιν ἔθετο σκότει, καὶ πᾶν πέρας αὐτὸς ἐξακριβάζεται, λίθος σκοτία καὶ σκιὰ θανάτου. 3 Με το φως της λυχνίας έθεσεν ο άνθρωπος τάξιν στο σκοτάδι των μεταλλωρυχείων και κάθε μέρος το διερευνά και εξακριβώνει, που εις τα σκότη κρύπτεται ο πολύτιμος λίθος και που η θανατηφόρος σκια. 3 Μὲ τὸ φῶς τῆς λυχνίας ἔθεσε τάξιν εἰς τὸ σκότος τῶν μεταλλωρυχείων καὶ κάθε βαθὺ μέρος διερευνᾷ ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐξακριβώνει ποῦ κρύπτεται ὁ πολύτιμος λίθος καὶ ὑπάρχει σκότος καὶ θανατηφόρος σκιά.
4 διακοπὴ χειμάρρου ἀπὸ κονίας, οἱ δὲ ἐπιλανθανόμενοι ὁδὸν δικαίαν ἠσθένησαν, ἐκ βροτῶν ἐσαλεύθησαν. 4 Εις τα μέρη της γης τα διανοιχθέντα από τα ύδατα των χειμάρρων και εις την άμμον ερευνούν οι χρυσοθήραι. Λησμονούν και αντιπαρέρχονται με αοιαφορίαν τους συνηθισμένους δρόμους των ανθρώπων. Εκεί εις τα βάθη των μεταλλείων ταλαιπωρούνται και κατεξαντλούνται. Μετακινούνται και χωρίζονται από τους άλλους ανθρώπους. 4 Διάνοιξις ξηροῦ πηγαδιοῦ μακρὰν ἀπὸ τὴν σκόνην τῆς γηΐνης ἐπιφανείας, ὅσοι δὲ κατέρχονται εἰς τὸ οὕτω διανοιχθὲν μεταλλωρυχεῖον, ξεχάνουν τὴν συνήθη καὶ ἀσφαλῆ ὁδόν, ποὺ βαδίζουν οἱ ἄνθρωποι, κάτο εἰς τὰς ὑπογείους στοάς, καὶ εὑρίσκονται ἐκτεθειμένοι καὶ ἀσθενεῖς εἰς πολλοὺς κινδύνους· αὐτοὶ μετεκινήθησαν καὶ ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.
5 γῆ, ἐξ αὐτῆς ἐξελεύσεται ἄρτος, ὑποκάτω αὐτῆς ἐστράφη ὡσεὶ πῦρ. 5 Η γη, από την καλλιεργουμένην επιφάνειαν της οποίας παίρνομεν τον άρτον, ανασκάπτεται από ημάς στο βάθος της σαν να καίεται από πυρ ηφαιστείου. 5 Ἡ γῆ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν βγαίνει ἄρτος, ἀναποδογυρίζεται καὶ ἀνατρέπεται ὑποκάτω της, εἰς τὰ βάθη τῶν μεταλλωρυχείων, σὰν φωτιά.
6 τόπος σαπφείρου οἱ λίθοι αὐτῆς, καὶ χῶμα χρυσίον αὐτῷ. 6 Τα λιθάρια της είναι τόπος, όπου ευρίσκονται οι πολύτιμοι λίθοι του σαπφείρου και το χώμα της, όπου υπάρχει ο χρυσός. 6 Οἱ λίθοι τῆς γῆς εἶναι τόπος, ὅπου εὑρίσκεται ὁ πολύτιμος σάπφειρος μὲ τὸ κυανοῦν διαφανὲς χρῶμα, καὶ εἰς τὸ χῶμα τοῦ τόπου αὐτοῦ εἶναι χρυσός.
7 τρίβος, οὐκ ἔγνω αὐτὴν πετεινόν, καὶ οὐ παρέβλεψεν αὐτὴν ὀφθαλμὸς γυπός· 7 Τους δρόμους τους υπογείους, που υπάρχουν εις τα μεταλλεία, δεν τους εγνώρισε κανένα πτηνόν και το οξυδερκές μάτι του γυπός δεν τους είδε. 7 Τῶν μεταλλείων τούτων οἱ ὑπόγειοι διάδρομοι εἶναι δρόμος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐγνώρισε κανὲν πετεινὸν καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἴδῃ οὔτε ἀπὸ πλησίον τὸ ὀξυδερκὲς μάτι τοῦ γυπός.
8 καὶ οὐκ ἐπάτησαν αὐτὸν υἱοὶ ἀλαζόνων, οὐ παρῆλθεν ἐπ᾿ αὐτῆς λέων. 8 Τολμηρά τέκνα ατιθάσων και αγρίων θηρίων δεν επάτησαν τους τόπους αυτούς, ούτε ο λέων ο βασιλεύς των ημπόρεσε να περάση από εκεί. 8 Καὶ δὲν ἐπάτησαν τὸν δρόμον αὐτὸν ἀτίθασα καὶ σκληροτράχηλα θηρία, οὔτε ἐπέρασεν ἐπάνω ἀπὸ αὐτὸν λεοντάρι.
9 ἐν ἀκροτόμῳ ἐξέτεινε χεῖρα αὐτοῦ, κατέστρεψε δὲ ἐκ ριζῶν ὄρη· 9 Ο άνθρωπος όμως απλώνει τα χέρια του εις αποκρήμνους βράχους και τους κόπτει, ανασκάπτει δε και ανατρέπει εκ θεμελίων όρη. 9 Ἐξήπλωσεν ὁ ἄνθρωπος τὴν χεῖρα του εἰς βράχον ἀπότομον καὶ ἀπόκρημνον, κατέστρεψε δὲ ἀπὸ αὐτὰ τὰ θεμέλιά των ὅρη, διὰ νὰ ἀνοίξῃ εἰς τὰ βάθη των ὑπονόμους καὶ ὑπογείους στοάς.
10 δίνας δὲ ποταμῶν διέρρηξε, πᾶν δὲ ἔντιμον εἶδέ μου ὁ ὀφθαλμός. 10 Διετρύπησε βράχους, δια να αφήση δίοδον εις συστροφάς ποταμών. Πολλά δε πολύτιμα πράγματα ανευρεθέντα από τους ανθρώπους είδε το μάτι μου. 10 Διέρρηξε βράχους διὰ νὰ ἀναπηδήσουν ἐκεῖθεν συστροφαὶ ποταμῶν, κάθε πολύτιμον δέ, ποὺ ἐκρύπτετο ὑπὸ τοὺς βράχους αὐτούς, τὸ εἶδεν ὁ ὀφθαλμὸς ἐμοῦ, ποὺ διέσχισα τοὺς βράχους.
11 βάθη δὲ ποταμῶν ἀνεκάλυψεν, ἔδειξε δὲ αὐτοῦ δύναμιν εἰς φῶς. 11 Απεκάλυψε και ηρεύνησε τους βαθείς πυθμένας των ποταμών και γενικά έφερεν εις φως και κατέστησεν αισθητήν την δύναμίν του. 11 Βαθείας κοίτας ποταμῶν ἐξεσκέπασεν, ἔδειξε δὲ καὶ ἔφερεν εἰς φῶς κάθε τι πολύτιμον, ποὺ ἐκαλύπτετο θαμμένον εἰς τὰ βάθη ταῦτα.
12 ἡ δὲ σοφία πόθεν εὑρέθη; ποῖος δὲ τόπος ἐστὶ τῆς ἐπιστήμης; 12 Η πραγματική όμως και αληθινή σοφία από ποίον μέρος της γης ευρέθη; Ποίος δε είναι ο τόπος, όπου πηγάζει και εδράζεται η αληθινή επιστήμη; 12 Ἡ δὲ ἀληθὴς καὶ ἐκ θείου φωτισμοῦ σοφία ἀπὸ ποῖον μέρος τῆς γῆς εὑρέθη; Ποῖος δὲ τόπος εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀληθοῦς καὶ πράγματι θείας ἐπιστήμης;
13 οὐκ οἶδε βροτὸς ὁδὸν αὐτῆς, οὐδὲ μὴ εὑρεθῇ ἐν ἀνθρώποις. 13 Κανείς από τους θνητούς δεν γνωρίζει τον δρόμον, που οδηγεί εις αυτήν, ούτε και αυτή ευρέθη μεταξύ των ανθρώπων, που κατοικούν την γην. 13 Κανεὶς ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς καὶ μὴ φωτισμένους ἀπὸ Θεοῦ θνητοὺς δὲν γνωρίζει τὸν δρόμον, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς αὐτήν, οὔτε δὲ καὶ εὑρέθη αὕτη μεταξὺ τῶν γηΐνων ἀνθρώπων.
14 ἄβυσσος εἶπεν· οὐκ ἔνεστιν ἐν ἐμοί· καὶ ἡ θάλασσα εἶπεν· οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ. 14 Αι άβυσσοι των ωκεανών λέγουν· Δεν είναι μέσα εις ημάς η σοφία. Η θάλασσα λέγει· Δεν είναι μαζή μου η σοφία. 14 Ὄχι δὲ μόνον εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς δὲν εὑρέθη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄβυσσος εἶπε: (Δὲν ὑπάρχει ἡ σοφία αὐτὴ μέσα μου».Καὶ ἡ θάλασσα εἶπε: (Δὲν εἶναι ἡ ἐπιστήμη αὐτὴ μαζί μου).
15 οὐ δώσει συγκλεισμὸν ἀντ᾿ αὐτῆς, καὶ οὐ σταθήσεται ἀργύριον ἀντάλλαγμα αὐτῆς· 15 Τιποτε δεν είναι δυνατόν να δοθή εις αντιστάθμισμα αυτής. Ούτε είναι δυνατόν να ζυγισθή και δοθή χρυσός και άργυρος εις αντάλλαγμα και πληρωμήν αυτής. 15 Δὲν φθάνει νὰ δοθῇ ὡς τίμημά της χρυσὸς καθαρός, ἐπιμελῶς ἕνεκα τῆς ἀξίας του φυλασσόμενος, καὶ δὲν θὰ στηθῇ πρὸς ζύγισιν ἄργυρος πρὸς ἀνταλλαγὴν καὶ ἐξαγορὰν αὐτῆς.
16 καὶ οὐ συμβασταχθήσεται χρυσίῳ ᾿Ωφίρ, ἐν ὄνυχι τιμίῳ καὶ σαπφείρῳ· 16 Δεν είναι δυνατόν να συγκριθή προς το χρυσίον Ωφίρ, προς τους πολυτίμους λίθους όνυχος και σαπφείρου. 16 Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῇ πρὸς τὸν χρυσὸν τῆς χώρας Σωφίρ, οὔτε πρὸς τὸν πολύτιμον λίθον, ποὺ καλεῖται ὄνυξ, ὔτε καὶ πρὸς τὸν σάπφειρον.
17 οὐκ ἰσωθήσεται αὐτῇ χρυσίον καὶ ὕαλος καὶ τὸ ἄλλαγμα αὐτῆς σκεύη χρυσᾶ· 17 Η αληθινή σοφία δεν εξισώνεται κατά την αξίαν προς τον χρυσόν, προς το διαμάντι. Και τα πολύτιμα εκ χρυσού σκεύη δεν είναι δυνατόν να δοθούν ως αντάλλαγμα δι' αυτήν. 17 Δὲν θὰ ἐξισωθῇ πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτῆς ὁ χρυσὸς καὶ ἡ ὕαλος, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθοῦν ὡς ἀντάλλαγμα αὐτῆς πολύτιμα ἐκ χρυσοῦ σκεύη.
18 μετέωρα καὶ γαβὶς οὐ μνησθήσεται, καὶ ἕλκυσον σοφίαν ὑπὲρ τὰ ἐσώτατα· 18 Τα εκτιμώμενα από τους ανθρώπους πολύτιμα μέταλλα και τα κρύσταλλα ούτε καν και ημπορούν να μνημονευθούν ενώπιον αυτής. Την σοφίαν έλκυσέ την από τας πλέον βαθείας πηγάς. 18 Τὰ ἐξυψούμενα ὀπὸ τῶν ἀνθρώπων διὰ τὴν ἀξίαν των μέταλλα καὶ τὸ κρύσταλλον δὲν θὰ ἀξιωθοῦν μνείας πρὸς σύγκρισιν μετὰ τῆς σοφίας, καὶ ἐὰν ποθῇς αὐτήν, ἕλκυσέ την ἀπὸ πολὺ βαθείας καὶ ὑψηλὰς πηγάς.
19 οὐκ ἰσωθήσεται αὐτῇ τοπάζιον Αἰθιοπίας, χρυσίῳ καθαρῷ οὐ συμβασταχθήσεται. 19 Προς αυτήν δεν είναι δυνατόν να εξισωθή ούτε ο πολύτιμος λίθος της Αιθιοπίας, το τοπάζιον. Δεν ισοσταθμίζεται αυτή και δεν συγκρίνεται με τον καθαρόν χρυσόν. 19 Δὲν θὰ ἐξισωθῇ πρὸς αὐτὴν ὁ πορτοκαλόχρους ἀδάμας, ποὺ βρίσκεται εἰς τὴν Αἰθιοπίαν, δὲν θὰ συγκριθῇ αὕτη πρὸς χρυσίον καθαρὸν καὶ γνήσιον.
20 ἡ δὲ σοφία πόθεν εὑρέθη; ποῖος δὲ τόπος ἐστὶ τῆς συνέσεως; 20 Που λοιπόν ευρίσκεται η σοφία; Ποίος δε είναι ο τόπος της συνέσεως και της αληθούς γνώσεως; 20 Ἡ δὲ σοφία ἀπὸ ποῖον μέρος εὑρέθη; Ποῖος δὲ τόπος εἶναι ὁ τόπος τῆς συνέσεως καὶ τῆς κατὰ Θεὸν ἐπιστήμης;
21 λέληθε πάντα ἄνθρωπον καὶ ἀπὸ πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ ἐκρύβη· 21 Αυτό διαφεύγει την γνώσιν παντός ανθρώπου. Εχει αποκρυβή και από αυτά τα πετεινά, που διασχίζουν τους ουρανούς. 21 Κρυμμένη διαφεύγει τὴν γνῶσιν παντὸς ἀνθρώπου, ὅπως δὲ δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν γῆν, οὔτω δὲν ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν ἀνοικτὸν οὐρανὸν καὶ εἶναι κρυμμένη καὶ ἀπὸ τὰ πετεινά, ποὺ διασχίζουν τὸν οὐρανὸν τοῦτον.
22 ἡ ἀπώλεια καὶ ὁ θάνατος εἶπαν· ἀκηκόαμεν δὲ αὐτῆς τὸ κλέος. 22 Η απώλεια και ο θάνατος, αυτός ούτος ο άδης, είπαν· Ηκούσαμεν μόνον την δόξαν της σοφίας, αλλά δεν γνωρίζομεν, που υπάρχει. 22 Ὁ Ἅδης τῆς ἀπωλείας καὶ ὁ θάνατος εἶπαν: (Ἔχομεν ἀκούσει τὴν δόξαν της καὶ τὸν ἔπαινόν της, ἀλλ’ ἀγνοοῦμεν αὐτὴν καὶ ποὺ εὑρίσκεται αὕτη).
23 ὁ Θεὸς εὖ συνέστησεν αὐτῆς τὴν ὁδόν, αὐτὸς δὲ οἶδε τὸν τόπον αὐτῆς· 23 Ο Θεός είναι η πηγή πάσης σοφίας. Αυτός κατεσκεύασε καλώς τον δρόμον, δια του οποίου αυτή ξεχύνεται προς τα δημιουργήματά του. Αυτός γνωρίζει τον τόπον και την πηγήν της. 23 Ὁ Θεός, ποὺ εἶναι ἡ μόνη πηγή της, κατεσκεύασε καλῶς τὸν δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου αὕτη ἐκχύνεται εἰς τὰ δημιουργήματα καὶ εὑρίσκεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, Αὐτὸς δὲ γνωρίζει καὶ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδρεύει καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκπηγάζει αὕτη.
24 αὐτὸς γὰρ τὴν ὑπ᾿ οὐρανὸν πᾶσαν ἐφορᾷ εἰδὼς τὰ ἐν τῇ γῇ πάντα, ἃ ἐποίησεν, 24 Διότι αυτός επιβλέπει και κυβερνά ολόκληρον την οικουμένην την υπό τον ουρανον, και γνωρίζει άριστα και κάλλιστα όλα όσα υπάρχουν εις την γην, τα οποία αυτός εδημιούργησεν. 24 Διότι Αὐτὸς ἐπιβλέπει καὶ κυβερνᾷ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ποὺ ἐκτείνεται κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, γνωρίζων ὅλα, ὅσα γίνονται καὶ συμβαίνουν ἐν τῇ γῇ,
25 ἀνέμων σταθμὸν ὕδατος μέτρα· 25 Αυτός ζυγίζει τους ανέμους και μέτρά τα ύδατα. 25 ὅσα Αὐτὸς ἐποίησεν, ἤτοι ζυγίζων καὶ κανονίζων τὴν κίνησιν καὶ κατεύθυνσιν τῶν ἀνέμων καὶ ρυθμίζων Αὐτὸς τὰ μέτρα τῆς πτώσεως τῶν βροχῶν καὶ τῶν ὁρίων τῆς θαλάσσης.
26 ὅτι ἐποίησεν οὕτως, ἰδὼν ἠρίθμησε καὶ ὁδὸν ἐν τινάγματι φωνάς· 26 Οταν ο Κυριος εδημιούργησεν έτσι αυτά, τα είδε και ερρύθμισε τα μέτρα της πτώσεως των βροχών, της κατευθύνσεως των ανέμων και έθεσεν στον δρόμον, που πρέπει, τας εκτινασσομένας αστραπάς με τας βροντάς. 26 Ὅτε δὲ ἔκαμεν οὕτω τὰ μέτρα τῆς βροχῆς καὶ τῶν ἀνέμων, εὐθὺς ὡς εἶδε νὰ γίνωνται αὐτά, καθὼς αὐτὸς τὰ ἐκανόνισεν, ὥρισεν ἀριθμὸν καὶ κατεύθυνσιν τῶν ἀνέμων καὶ βροχῶν, καθὼς καὶ τὰς φωνὰς τῶν βροντῶν τὰς ἐκτινασσομένας.
27 τότε εἶδεν αὐτὴν καὶ ἐξηγήσατο αὐτήν, ἑτοιμάσας ἐξιχνίασεν. 27 Τοτε ο Θεός είδε την δημιουργίαν του και προέβαλεν εις ημάς φανεράν την σοφίαν του, ενώ πρότερον ήτο αποκεκρυμμένη. 27 Τότε, ὅτε ἐποίησεν ὁ Θεὸς ταῦτα πάντα ἐν σοφίᾳ, εἶδεν αὐτὴν εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ καὶ ἡρμήνευσεν αὐτὴν καταστήσας αὐτὴν φανεράν, ἐνῷ πρότερον ἦτο κρυμμένη ἐν ἑαυτῷ, καὶ ἀφοῦ ἡτοίμασε μὲ αὐτὴν τὰ πάντα, ἠρεύνησε καὶ διηκρίβωσεν, ὅτι ὅλα τὰ ἔργα του ἔγιναν καλὰ λίαν.
28 εἶπε δὲ ἀνθρώπῳ· ἰδοὺ ἡ θεοσέβειά ἐστι σοφία, τὸ δὲ ἀπέχεσθαι ἀπὸ κακῶν ἐστιν ἐπιστήμη. 28 Είπε δε ο Κυριος στον άνθρωπον· Ιδού πραγματική σοφία είναι το να σέβεται ο άνθρωπος τον Θεόν. Και επιστήμη είναι το να απέχη κανείς από τας κακάς πράξεις”. 28 Εἶπε δὲ εἰς τὸν ἄνθρωπον: «Ἰδού, τὸ νὰ σέβεσαι καὶ φοβῆσαι καὶ λατρεύῃς τὸν Θεὸν εἶναι σοφία, τὸ νὰ ἀπέχῃς δὲ ἀπὸ τὰ κακὰ εἶναι κατὰ Θεὸν ἐπιστήμη καὶ σύνεσις».