Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΙΩΒ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26 (ΚϚ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δὲ ᾿Ιὼβ λέγει· 1 Απαντών κατόπιν ο Ιώβ είπε· 1 Λαβὼν δὲ τὸν λόγον ὁ Ἰὼβ εἶπε:
2 τίνι πρόσκεισαι ἢ τίνι μέλλεις βοηθεῖν; πότερον, οὐχ ᾧ πολλὴ ἰσχὺς καὶ ᾧ βραχίων κραταιός ἐστι; 2 “τίνος παίρνεις το μέρος; Η ποιόν θέλεις να βοηθήσης; Μηπως τον Θεόν, ο οποίος έχει απεριόριστον την δύναμιν και του οποίου ο βραχίων είναι δυνατός και ακατανίκητος; 2 «Σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ λέγεις, εἰς ποῖον εἶσαι πλησίον καὶ ποῖον μέλλεις νὰ βοηθῇς; Οὐχὶ ἄραγε Ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει μεγάλην δύναμιν, καὶ τοῦ Ὁποίου ὁ βραχίων εἶναι δυνατὸς καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς σου βοηθείας:
3 τίνι συμβεβούλευσαι; οὐχ ᾧ πᾶσα σοφία; τίνι ἐπακολουθήσεις; οὐχ ᾧ μεγίστη δύναμις; 3 Τινος θέλεις συ να γίνης σύμβουλος; Μηπως εις αυτόν, εν τω οποίω υπάρχει η άπασα σοφία; Με το μέρος τίνος συντάσσεσαι και ποίον ακολουθείς, δια να τον βοηθήσης; Ουχί Εκείνον, ο οποίος έχει την μεγίστην δύναμιν; 3 Καὶ ποῖον ἔχεις δείξει διάθεσιν νὰ συμβουλεύσῃς; Οὐχὶ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἔχει πᾶσαν σοφίαν καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν συμβουλῶν σου; Ἢ ποῖον ἠκολούθησες διὰ νὰ βοηθήσῃς; Οὐχὶ Ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει μεγίστην δύναμιν;
4 τίνι ἀνήγγειλας ρήματα; πνοὴ δὲ τίνος ἐστὶν ἡ ἐλθοῦσα ἐκ σοῦ; 4 Εις ποίον απηύθυνες τους λόγους αυτούς; Αυτή δε η πνοη, που εβγήκε από το στόμα σου και εγινε λόγος, εις ποίον ανήκει; 4 Εἰς ποῖον ἀπηύθυνες λόγους; Ἡ ἔμπνευσις δὲ αὐτή, ποὺ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ στόμα σου, τίνος εἶναι καὶ ἀπὸ ποῖον σοῦ ἐδόθη;
5 μὴ γίγαντες μαιωθήσονται ὑποκάτωθεν ὕδατος καὶ τῶν γειτόνων αὐτοῦ; 5 Μηπως γιγάντια θηρία γεννώνται με περιποίησιν από τας μαίας εις τα βάθη των ωκεανών, και των γειτονικών προς αυτά περιοχών του άδου; 5 Μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτρέφωνται γίγαντες κάτω ἀπὸ τὸ νερὸ τῶν ὠκεανῶν, ὅπου εἰς τὰ ἔγκατα τῆς γῆς ἐκτείνεται ὁ Ἅδης, καὶ εἰς τὰ γειτονικὰ αὐτοῦ μέρη;
6 γυμνὸς ὁ ᾅδης ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔστι περιβόλαιον τῇ ἀπωλείᾳ. 6 Γυμνός είναι ο άδης ενώπιόν του και εις την άβυσσον της απωλείας δεν υπάρχει κάλυμμα. Παντα είναι ολοφάνερα στο θείον του βλέμμα. 6 Ἐνώπιον Αὐτοῦ εἶναι ξεσκέπαστος καὶ γυμνὸς ὁ Ἅδης, καὶ δὲν ὑπάρχει κάλυμμα εἰς τὴν ἄβυσσον τῆς ἀπωλείας, ἀλλ’ εἶναι ὅλα ἀκάλυπτα εἰς τὸ Ὄμμα αὐτοῦ.
7 ἐκτείνων βορέαν ἐπ᾿ οὐδέν, κρεμάζων γῆν ἐπὶ οὐδενός· 7 Αυτός απλώνει το βόρειον ημισφαίριον του ουρανού με τα αμέτρητα πλήθη των αστέρων του και τα στηρίζει στο κενόν. Αυτός κρεμά την γην αιωρουμένην στο κενόν, χωρίς να την στηρίζη εις τίποτε. 7 Ἐξαπλώνει Αὐτὸς τὸ βόρειον ἠμισφαίριον τοῦ οὐρανοῦ μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἀστέρων του καὶ στηρίζει αὐτὸ εἰς τὸ κενόν, κρεμᾷ καὶ τὴν γῆν εἰς τὸν ἀέρα, χωρὶς κανὲν ἄλλο στήριγμα.
8 δεσμεύων ὕδωρ ἐν νεφέλαις αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐρράγη νέφος ὑποκάτω αὐτοῦ· 8 Αυτός συγκρατεί το νερο επάνω εις τα νέφη του και κανένα υδροφόρον νέφος δεν σπάζει κάτω από τον ουρανον και δεν εκχύνει τα ύδατα του, χωρίς την θέλησίν του. 8 Αὐτὸς εἶναι, ποὺ δεσμεύει τεραστίας ποσότητας ὕδατος εἰς τὰς νεφέλας του, καὶ παρὰ τὸ βάρος, ποὺ σηκώνει κάθε σύννεφον, δὲν διελύθη ποτὲ ἀποτόμως, ὥστε νὰ χυθῇ ὑποκάτω του ὅλη ἡ τεραστία ποσότης τοῦ νεροῦ, ποὺ εἶναι ἀποθηκευμένη εἰς αὐτό.
9 ὁ κρατῶν πρόσωπον θρόνου, ἐκπετάζων ἐπ᾿ αὐτὸν νέφος αὐτοῦ. 9 Ο Κυριος σκεπάζει και κρατεί αόρατον τον ένδοξον θρόνον του, απλώνων επάνω από αυτόν τα νέφη του. 9 Αὐτὸς εἶναι, ποὺ κρατεῖ σκεπασμένην καὶ ἀόρατον τὴν ὄψιν τοῦ θρόνου του, ὁ Ὁποῖος πετᾷ ἐπὶ τοῦ θρόνου τούτου τὸ σύννεφόν του, ποὺ τὸν ἀποκρύπτει.
10 πρόσταγμα ἐγύρωσεν ἐπὶ πρόσωπον ὕδατος μέχρι συντελείας φωτὸς μετὰ σκότους. 10 Αυτός δια του προστάγματύς του έθεσεν όριον γύρω από την επιφάνειάν του ύδατος των θαλασσών, μέχρις ότου καταπαύση εναλλαγή φωτός και σκότους, μέχρι της συντελείας του κόσμου. 10 Διὰ προστάγματός του ἔθεσε σύνορον τριγύρω ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὕδατος τῶν θαλασσῶν, ἕως τὰ ὅρια τοῦ φωτὸς τῆς ἡμέρας καὶ τοῦ σκότους τῆς νυκτός.
11 στῦλοι οὐρανοῦ ἐπετάσθησαν καὶ ἐξέστησαν ἀπὸ τῆς ἐπιτιμήσεως αὐτοῦ. 11 Τα υψηλά όρη, που φαίνονται σαν στύλοι υποβαστάζοντες τον ουρανόν, από την οργήν και την επιτίμησιν αυτού ανεπήδησαν και μετεκινήθησαν. 11 Αἱ κορυφαὶ τῶν ὑψηλῶν ὀρέων, ποὺ φαίνονται μακρόθεν σὰν στῦλοι ὑποβαστάζοντες τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὴν ἐπιτίμησίν του ἐπετάχθησαν ἐπάνω καὶ μετεκινήθησαν.
12 ἰσχύϊ κατέπαυσε τὴν θάλασσαν, ἐπιστήμῃ δὲ ἔστρωσε τὸ κῆτος· 12 Με την παντοδυναμίαν του κατέπαυσε την τρικυμίαν της θαλάσσης, κατεπράϋνε δε και έστρωσε κάτω καταπτοημένον το κήτος, που κατατρομάζει τους πάντας. 12 Διὰ τῆς δυνάμεώς του κατέπαυσε τὴν τρικυμίαν τῆς θαλάσσης, διὰ τῆς σοφίας του δὲ κατεδάμασε τὸ κῆτος, ποὺ κατατρομάζει τοὺς πλέοντας εἰς τὴν θάλασσαν καὶ τοὺς ἐν αὐτὴ ἰχθῦς.
13 κλεῖθρα δὲ οὐρανοῦ δεδοίκασιν αὐτόν, προστάγματι δὲ ἐθανάτωσε δράκοντα ἀποστάτην. 13 Οι ασφαλισμένοι με απαραβίαστα κλείθρα ουρανοί τον φοβούνται. Με ένα δε απλούν πρόσταγμά του εθανάτωσε τον φοβερόν και τρομοκρατούντα τους πάντας δράκοντα. 13 Τὰ κλειδιὰ δέ, ποὺ ἀσφαλίζουν τὴν κανονικὴν κίνησιν τοῦ οὐρανοῦ, Τὸν φοβοῦνται, μὲ ἁπλοῦν δὲ πρόσταγμα ἐφόνευσε τὸν δράκοντα, ὅστις ἐνέπνεε τρόμον καὶ ἐσκόρπιζε τὴν καταστροφήν.
14 ἰδοὺ ταῦτα μέρη ὁδοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ ἰκμάδα λόγου ἀκουσόμεθα ἐν αὐτῷ· σθένος δὲ βροντῆς αὐτοῦ τίς οἶδεν ὁπότε ποιήσει; 14 Αυτά δε όλα είναι ένα ελάχιστον μέρος των ενεργειών και των έργων του Θεού· και κάτι το ελάχιστον ημείς οι ασθενείς άνθρωποι ηκούσαμεν από την φωνήν του. Την παντοδύναμον όμως βροντήν της θείας του φωνής, ποιός θα ημπορέση ποτέ να την ακούση, όταν την κάμη να αντηχήση;». 14 Ἰδοὺ αὐτὰ εἶναι μέρη καὶ ἄκρες μόνον τῆς ἐνεργείας καὶ τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ· τοῦτο δέ, διότι μόνον ἥσυχον καὶ μαλακὸν λόγον ἀντέχομεν ἡμεῖς οἱ ἀσθενεῖς νὰ ἀκούωμεν ἀπὸ Αὐτόν· τὴν δύναμιν δὲ τῆς βροντερᾶς φωνῆς του ποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὴν καταλάβῃ, ὅταν θ’ ἀποφασίσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτήν;»