Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:17
Δύση: 19:17
Σελ. 20 ημ.
269-96
13ος χρόνος, 4971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΓΕΝΕΣΙΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 42 (ΜΒ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΙΔΩΝ δὲ ᾿Ιακὼβ ὅτι ἐστὶ πρᾶσις ἐν Αἰγύπτῳ, εἶπε τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ· ἱνατί ραθυμεῖτε; 1 Η πείνα είχεν απλωθή και εις την γην Χαναάν, όπου κατοικούσεν ο Ιακώβ. Πληροφορηθείς δε ο Ιακώβ ότι εις την Αίγυπτον πωλείται σίτος είπεν εις τα παιδιά του· “διατί αμελείτε; 1 Η πεῖνα ἐπεκράτησεν εἰς ὅλες τὶς χῶρες, ποὺ ἐσυνώρευαν μὲ τὴν Αἴγυπτον, καὶ ἔφθασε καὶ εἰς τὴν Χαναάν, ὅπου ἑκατοικοῦσε ὁ Ἰακώβ μὲ τὰ παιδιά του. Ὅταν ὁ Ἰακὼβ ἐπληροφορήθη, ὅτι πωλοῦν σιτάρι εἰς τὴν Αἴγυπτον, εἶπεν εἰς τοὺς υἱούς του: «Διατὶ κάθεσθε καὶ κοιτάζετε ἀπελπισμένοι ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια;
2 ἰδοὺ ἀκήκοα ὅτι ἐστὶ σῖτος ἐν Αἰγύπτῳ· κατάβητε ἐκεῖ καὶ πρίασθε ἡμῖν μικρὰ βρώματα, ἵνα ζήσωμεν καὶ μὴ ἀποθάνωμεν. 2 Ιδού, εχω, πληροφορηθή, ότι υπάρχει σιτάρι εις τη Αίγυπτον. Πηγαίνετε εκεί και αγοράσατε δι' ημάς ολίγα τρόφιμα, δια να ζήσωμεν και μη αποθάνωμεν από την πείναν”. 2 Νά· ἐπληροφορήθηκα, ὅτι ὑπάρχει σιτάρι εἰς τὴν Αἴγυπτον σηκωθῆτε καὶ πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἀγοράσετε διὰ λογαριασμόν μας ὀλίγα τρόφιμα, ὥστε νὰ ζήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν».
3 κατέβησαν δὲ οἱ ἀδελφοὶ ᾿Ιωσὴφ οἱ δέκα πρίασθαι σῖτον ἐξ Αἰγύπτου· 3 Οι δέκα αδελφοί του Ιωσήφ ανεχώρησαν, δια να αγοράσουν σίτον από την Αίγυπτον. 3 Ἔτσι οἱ δέκα ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἐπῆγαν εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἀγοράσουν ἀπὸ ἐκεῖ σιτάρι.
4 τὸν δὲ Βενιαμὶν τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιωσὴφ οὐκ ἀπέστειλε μετὰ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, εἶπε γάρ· μή ποτε συμβῇ αὐτῷ μαλακία. 4 Ο Ιακώβ δεν έστειλε μαζή με τους αδελφούς του τον Βενιαμίν, τον αδελφόν του Ιωσήφ εκ της Ραχήλ, διότι εφοβήθη σκεφθείς μήπως τυχόν συμβή και εις αυτόν κανένα δυστύχημα. 4 Ἐπῆγαν μόνον οἱ δέκα, διότι τὸν μικρότερον υἱόν του, τὸν Βενιαμίν, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν ἰδίαν μητέρα, τὴν Ραχήλ, δὲν τὸν ἀπέστειλε μαζί των· ὁ Ἰακὼβ ἐφοβήθη τὸ νεαρὸν τῆς ἡλικίας του καὶ ἐσκέφθη καὶ εἶπε· «μήπως τυχὸν τοῦ συμβῇ κανένα κακόν».
5 ῏Ηλθον δὲ οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἀγοράζειν μετὰ τῶν ἐρχομένων· ἦν γὰρ ὁ λιμὸς ἐν γῇ Χαναάν. 5 Οι υιοί του Ιακώβ ήλθον εις την Αίγυπτον μαζή με άλλους, οι οποίοι μετέβαιναν επίσης εκεί, δια να αγοράσουν τρόφιμα, επειδή η πείνα επικρατούσε και εις την χώραν Χαναάν. 5 Τὰ δέκα παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, οἱ Ἰσραηλῖται, ἔφθασαν μὲ ἄλλους ταξιδιῶτες εἰς τὴν Αἴγυπτον, διὰ νὰ ἀγοράσουν σιτάρι· διότι ἡ πεῖνα εἶχεν ἀπλωθῆ καὶ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν.
6 ᾿Ιωσὴφ δὲ ἦν ὁ ἄρχων τῆς γῆς, οὗτος ἐπώλει παντὶ τῷ λαῷ τῆς γῆς· ἐλθόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ ᾿Ιωσὴφ προσεκύνησαν αὐτῷ ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν. 6 Ο Ιωσήφ ήτο αντιβασιλεύς της Αιγύπτου· αυτός δια των οργάνων του επωλούσε σίτον εις όλον τον λαόν της Αιγύπτου. Οι δε αδελφοί του ελθόντες εις την Αίγυπτον τον προσεκύνησαν μέχρις εδάφους. 6 Ὁ Ἰωσὴφ δὲ ἦταν ὁ ἀντιβασιλιᾶς καὶ ἄρχων ὅλης τῆς Αἰγύπτου. Αὐτὸς ἐπωλοῦσε σιτάρι εἰς ὅλους, ὅσοι ἤρχοντο ἀπὸ ὅλες τὶς χῶρες τῆς γῆς. Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσήφ, ἀφοῦ ἔφθασαν εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ παρουσιάσθησαν ἐμπρός του, ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν καὶ ἐπροσκύνησαν τὸν Ἰωσήφ, ὡς ἄρχοντα τῆς χώρας.
7 ἰδὼν δὲ ᾿Ιωσὴφ τούς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπέγνω καὶ ἠλλοτριοῦτο ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς σκληρὰ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πόθεν ἥκατε; οἱ δὲ εἶπον· ἐκ γῆς Χαναὰν ἀγοράσαι βρώματα. 7 Οταν είδεν ο Ιωσήφ τους αδελφούς του, τους ανεγνώρισεν, αλλά εφέρετο προς αυτούς ώσαν ξένος. Τους ωμίλησε μάλιστα κατά τρόπον τραχύν και τους είπεν· “από που ήλθατε;” Εκείνοι είπον· “από την γην Χαναάν, δια να αγοράσωμεν τροφάς”. 7 Ὁ Ἰωσὴφ μόλις εἶδε τοὺς ἀδελφούς του, τοὺς ἀνεγνώρισεν ἀμέσως· ἐπειδὴ ὅμως ἤθελε νὰ μείνῃ ἄγνωστος, τοὺς ἐφέρετο ὡσὰν νὰ ἦταν ξένος· τοὺς ἐμίλησε δὲ μὲ προσποιητὴν αὐστηρότητα καὶ σκληρότητα καὶ τοὺς ἐρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ ἤλθατε;» Αὐτοὶ δὲ τοῦ ἀπάντησαν· «ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Χαναάν, διὰ νὰ ἀγοράσωμεν τρόφιμα».
8 ἐπέγνω δὲ ᾿Ιωσὴφ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, αὐτοὶ δὲ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτόν. 8 Ο Ιωσήφ ανεγνώρισε τους αδελφούς του, εκείνοι όμως δεν τον ανεγνώρισαν. 8 Ὁ Ἰωσὴφ ἀνεγνώρισε τοὺς ἀδελφούς του, ἐνῷ αὐτοὶ δεν τὸν ἀνεγνώρισαν.
9 καὶ ἐμνήσθη ᾿Ιωσὴφ τῶν ἐνυπνίων αὐτοῦ, ὧν εἶδεν αὐτός, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· κατάσκοποί ἐστε, κατανοῆσαι τὰ ἴχνη τῆς χώρας ἥκατε. 9 Οταν δε είδε τους αδελφούς του να τον προσκυνούν ενεθυμήθη τα όνειρα, τα οποία είχεν ίδει. Επειτα τους είπεν· “είσθε κατάσκοποι· ήλθατε εδώ, δια να κατασκοπεύσετε τα επίκαιρα σημεία της χώρας μου”. 9 Καὶ ὁ Ἰωσήφ, ὅταν τοὺς εἶδε νὰ τὸν προσκυνοῦν, ἐνεθυμήθη τὰ ὄνειρα, τὰ ὁποῖα εἶδε διὰ τοὺς ἀδελφούς του, ὅταν ἦταν εἰς τὴν Χαναάν, καὶ τοὺς εἶπε μὲ προσποιητὴν αὐστηρότητα: «Δὲν ἤλθατε ἐδῶ μὲ ἁγνὴν διάθεσιν· εἶσθε κατάσκοποι καὶ ἤλθατε διὰ να κατασκοπεύσετε τὰ διάφορα μέρη καὶ τοὺς δρόμους τῆς χώρας αὐτῆς καὶ νὰ ἑξακριβώσετε εἰς ποία σημεῖα εἶναι ἀδύνατη».
10 οἱ δὲ εἶπαν· οὐχί, κύριε, οἱ παῖδές σου ἤλθομεν πρίασθαι βρώματα· 10 Εκείνοι του απήντησαν· “όχι, κύριε, δεν είμεθα κατάσκοποι. Οι δούλοί σου ήλθομεν έδω να αγοράσωμεν τροφάς. 10 «Ὄχι, κύριε», τοῦ ἀπάντησαν αὐτοὶ ταπεινὰ καὶ γεμᾶτοι φόβον· «οἱ δοῦλοι σου ἤλθαμε διὰ νὰ ἀγοράσωμεν τρόφιμα.
11 πάντες ἐσμὲν υἱοὶ ἑνὸς ἀνθρώπου· εἰρηνικοί ἐσμεν, οὐκ εἰσὶν οἱ παῖδές σου κατάσκοποι. 11 Ολοι είμεθα παιδιά ενός πατρός· είμεθα ειρηνικοί και τίμιοι άνθρωποι· οι δούλοί σου δεν είναι κατάσκοποι”. 11 Καὶ οἱ δέκα εἴμεθα ἀδελφοί, παιδιὰ ἐνὸς πατέρα· εἴμεθα ἄνθρωποι φιλήσυχοι καὶ εἰλικρινεῖς· δεν εἴμεθα, οἱ δοῦλοι σου, κατάσκοποι, ποὺ ἤλθαμε μὲ δόλον καὶ κακὸν σκοπόν».
12 εἶπε δὲ αὐτοῖς· οὐχί, ἀλλὰ τὰ ἴχνη τῆς γῆς ἤλθετε ἰδεῖν. 12 Είπε δε εκείνος προς αυτούς· “όχι ! δεν σας πιστεύω· ήλθατε να ανιχνεύσετε τα ασθενή και επίκαιρα σημεία της χώρας μου”. 12 Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνοι δὲν ἔλεγαν τὰ ὅσα ἤθελε να μάθῃ ὁ Ἰωσήφ, δι ’ αὐτὸ ἐπέμενε καὶ τοὺς εἶπε πάλιν μὲ τόνον σκληρὸν καὶ τραχύν: «Ὄχι! αὐτὰ ποὺ λέγετε εἶναι δικαιολογίες· ἤλθατε νὰ κατασκοπεύσετε τὰ διάφορα μέρη καὶ τοὺς δρόμους τῆς χώρας αὐτῆς καὶ νὰ ἑξακριβώσετε εἰς ποία σημεῖα εἶναι ἀδύνατη».
13 οἱ δὲ εἶπαν· δώδεκά ἐσμεν οἱ παῖδες σου ἀδελφοὶ ἐν γῇ Χαναάν, καὶ ἰδοὺ ὁ νεώτερος μετὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σήμερον, ὁ δὲ ἕτερος οὐχ ὑπάρχει. 13 Εκείνοι πάλιν απήντησαν· “ημείς, οι δούλοι σου, είμεθα δώδεκα αδελφοί και κατοικούμεν εις την χώραν Χαναάν. Και ιδού, ο νεώτερος από ημάς ευρίσκεται σήμερον μαζή με τον πατέρα μας εις την Χαναάν, ο δε άλλος δεν υπάρχει πλέον”. 13 Τότε οἱ ἀδελφοί του, τρομαγμένοι ἀκόμη περισσότερον καὶ πιεζόμενοι ἀπὸ τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τὸν κάμουν νὰ τοὺς λυπηθῇ, τοῦ εἶπαν: «Ἐμεῖς, οἱ δοῦλοι σου, εἴμεθα δώδεκα ἀδελφοὶ εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναὰν καὶ νά· ὁ νεώτερος ἀδελφός μας εὑρίσκεται τώρα κοντὰ εἰς τὸν πατέρα μας, ὁ δὲ ἄλλος δὲν ὑπάρχει».
14 εἶπε δὲ αὐτοῖς ᾿Ιωσήφ· τοῦτό ἐστιν ὃ εἴρηκα ὑμῖν λέγων, ὅτι κατάσκοποί ἐστε· 14 Είπε δε προς αυτούς, επιμένων ο Ιωσήφ· “αυτό που σας είπα αυτό είναι· είσθε κατάσκοποι. 14 Ἐπειδὴ ὅμὼς δὲν τοῦ ἔλεγαν ὅλην τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπειδὴ ὑπωψιάσθηκε ὅτι πιθανὸν να ἔκαμαν εἰς τὸν Βενιαμὶν ὅ,τι ἔκαμαν καὶ εἰς τὸν ἴδιον, τοὺς εἶπε: «Τίποτε ἀπὸ αὐτά· τὰ πράγματα ἔχουν ὅπως σᾶς εἶπα· ἤλθατε μὲ κακὸν σκοπόν, εἶσθε κατάσκοποι.
15 ἐν τούτῳ φανεῖσθε· νὴ τὴν ὑγίειαν Φαραώ, οὐ μὴ ἐξέλθητε ἐντεῦθεν, ἐὰν μὴ ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν ὁ νεώτερος ἔλθῃ ὧδε. 15 Αν λέγετε την αλήθειαν θα μου το αποδείξετε με τούτο· είπατε ότι έχετε ένα νεώτερον αδελφόν. Μα την υγείαν του Φαραώ, δεν θα φύγετε από εδώ, εάν αυτός ο νεώτερος αδελφάς σας δεν έλθη εδώ. 15 Θὰ σᾶς δοκιμάσω λοιπὸν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον· μὰ τὴν ζωὴν τοῦ Φαραώ, δὲν θὰ φύγετε ἀπὸ ἐδῶ, ἐὰν δὲν ἔλθῃ ἐδῶ καὶ ὁ ἀδελφός σας ὁ μικρότερος, διὰ νὰ πεισθῶ καὶ ἐγώ, ὅτι μοῦ εἴπατε τὴν ἀλήθειαν.
16 ἀποστείλατε ἐξ ὑμῶν ἕνα καὶ λάβετε τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν, ὑμεῖς δὲ ἀπάχθητε ἕως τοῦ φανερὰ γενέσθαι τὰ ρήματα ὑμῶν, εἰ ἀληθεύετε ἢ οὔ· εἰ δὲ μή, νὴ τὴν ὑγίειαν Φαραώ, ἦ μὴν κατάσκοποί ἐστε. 16 Στείλτε λοιπόν ένα από σας και φέρετε εδώ τον αδελφόν σας. Σεις δε οι άλλοι πηγαίνετε εις την φυλακήν, έως ότου αποδειχθούν, αν είναι η δεν είναι αληθινά τα λόγια σας. Εάν δε δεν φέρετε τον νεώτερον αδελφόν σας, μα την υγείαν του Φαραώ, είσθε πράγματι κατάσκοποι”. 16 Ἀποστείλατε λοιπὸν ἕνα ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν Χαναὰν διὰ νὰ φέρῃ τὸν ἀδελφόν σας, σεῖς δὲ ἐν τῷ μεταξὺ πηγαίνετε εἰς τὴν φυλακήν, μέχρις ὅτου φθάσῃ ἐκεῖνος καὶ ἀποδειχθοῦν τὰ λόγια σας ἀληθινὰ ἢ ψευδῆ. Ἐὰν ὅμως συμβῇ νὰ μὴ εἶναι ἀληθινὰ τὰ ὅσα μοῦ εἴπατε, τότε, μὰ τὴν ζωὴν τοΰ Φαραώ, εἶσθε κατάσκοποι καὶ ἤλθατε ἐδῶ μὲ δόλιον σκοπόν».
17 καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν φυλακῇ ἡμέρας τρεῖς. 17 Διέταξε δε και έβαλαν αυτούς τρεις ημέρας εις την φυλακήν. 17 Ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ εἶπεν αὐτά, ἔδωσε διαταγὴν νὰ τοὺς φυλακίσουν διὰ τρεῖς ἡμέρες.
18 Εἶπε δὲ αὐτοῖς τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ· τοῦτο ποιήσατε καὶ ζήσεσθε, τὸν Θεὸν γὰρ ἐγὼ φοβοῦμαι· 18 Κατά δε την τρίτην ημέραν τους είπε· “κάμετε αυτό, που σας είπα, δια να μη χάσετε την ζωήν σας ως κατάσκοποι, διότι εγώ φοβούμαι τον Θεόν. 18 Τὴν τρίτην ἡμέραν διέταξε νὰ τοὺς ὁδηγήσουν πάλιν ἐμπρός του καὶ τοὺς εἶπεν εἰς μαλακώτερον τόνον! «Τοῦτο νὰ κάμετε καὶ δὲν θὰ πάθετε τίποτε, ἡ ζωή σας δὲν θὰ διατρέξη κανένα κίνδυνον· διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀσυνείδητος ἄρχοντας, ἀλλὰ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος σέβεται βαθύτατα καὶ εὐλαβεῖται τὸν Θεόν.
19 εἰ εἰρηνικοί ἐστε, ἀδελφὸς ὑμῶν κατασχεθήτω εἷς ἐν τῇ φυλακῇ, αὐτοὶ δὲ βαδίσατε καὶ ἀπαγάγετε τὸν ἀγορασμὸν τῆς σιτοδοσίας ὑμῶν, 19 Εάν είσθε πράγματι ειρηνικοί άνθρωποι, ένας αδελφός σας ας μείνη εις την φυλακήν, σεις δε πηγαίνετε προς την χώραν σας και φέρετε εκεί τον σίτον, τον οποίον ηγοράσατε. 19 Ἐὰν εἶσθε πράγματι τίμιοι, εἰλικρινεῖς καὶ φιλήσυχοι ἄνθρωποι, ἂς μείνῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς σας κρατούμενος ες τὴν φυλακήν, ποὺ σᾶς ἐφυλάκισα· σεῖς δέ οἱ ἄλλοι ἐπιστρέψετε καὶ μεταφέρετε τὸ σιτάρι, ποὺ ἀγοράσατε, εἰς τὴν Χαναὰν διὰ τὶς ἀνάγκες τῆς οἰκογενείας σας.
20 καὶ τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν νεώτερον ἀγάγετε πρός με, καὶ πιστευθήσονται τὰ ρήματα ὑμῶν· εἰ δὲ μή, ἀποθανεῖσθε. ἐποίησαν δὲ οὕτως. 20 Και τον αδελφόν σας τον νεώτερον φέρετέ τον προς εμέ. Οταν δε τον ίδω, τότε θα πιστεύσω εις τα λόγια σας. Εάν όμως και δεν τον φέρετε, θα θανατωθήτε”. Οι αδελφοί του Ιωσήφ έκαμαν, όπως εκείνος τους είπε. 20 Μόλις φθάσετε ὅμως ἐκεῖ, νὰ γυρίσετε πάλιν πίσω καὶ νὰ φέρετε μαζί σας τὸν μικρότερον ἀδελφόν σας, τὸν ὁποῖον νὰ παρουσιάσετε ἐμπρός μου. Ἔτσι θὰ ἀποδείξετε ὅτι λέγετε ἀλήθειαν καὶ θὰ γίνουν πιστευτὰ τὰ ὅσα μοῦ εἴπατε· διαφορετικὰ δὲν θὰ ἀποθάνῃ μόνον αὐτός, ποὺ θὰ ἀφήσετε ἐδῶ· θὰ φονευθῆτε καὶ σεῖς ὅλοι». Οἱ δέκα ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσήφ, πιεζόμενοι ἀπὸ τὰ πράγματα, συνεμορφώθησαν μὲ ὅσα τοὺς εἶπε.
21 καὶ εἶπεν ἕκαστος πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ· ναί, ἐν ἁμαρτίαις γάρ ἐσμεν περὶ τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν, ὅτι ὑπερείδομεν τὴν θλῖψιν τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, ὅτε κατεδέετο ἡμῶν, καὶ οὐκ εἰσηκούσαμεν αὐτοῦ· καὶ ἕνεκεν τούτου ἐπῆλθεν ἐφ᾿ ἡμᾶς ἡ θλῖψις αὕτη. 21 Εκεί δε εμπρός στον Ιωσήφ είπαν ο ενας προς τον άλλον· “ναι, τιμωρούμεθα τώρα διότι διεπράξαμεν μεγάλην αμαρτίαν εναντίον του αδελφού μας. Δεν ελάβομεν υπ' όψει την θλίψιν της ψυχής του, όταν μας παρακαλούσε τότε, να τον λυπηθώμεν. Δεν εδώσαμεν καμμίαν προσοχήν εις τα λόγια του. Ενεκα της αμαρτίας μας αυτής έπεσεν επάνω μας αυτή η θλίψις”. 21 Τότε ἐξύπνησεν ἡ συνείδησις τῶν δέκα ἀδελφῶν καὶ ἐπειδὴ ἄρχισε νὰ τοὺς ἐλέγχῃ, ἐνῷ εὑρίσκοντο ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἰωσήφ, εἶπεν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον: «Ναί· δικαίως τιμωρούμεθα, διότι εἴμεθα ἔνοχοι ἀπέναντι τοῦ ἀδελφοῦ μας, τοῦ Ἰωσήφ, ἐπειδὴ δὲν ἐλάβαμε ὑπ’ ὄψιν τὴν θλῖψιν, ποὺ ἐδοκίμαζεν ἡ ἀθῴα ψυχή του, ὅταν μᾶς ἐπαρακαλοῦσε τότε καὶ ἔμεις δὲν τὸν ἀκούαμε καὶ τοῦ ἐφερθήκαμε μὲ σκληρότητα· διὰ τὴν ἀπανθρωπίαν μᾶς ἐκείνην μᾶς εὑρῆκε τώρα ὁ πειρασμὸς καὶ ἡ θλῖψις αὐτή».
22 ἀποκριθεὶς δὲ Ρουβὴν εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἐλάλησα ὑμῖν λέγων, μὴ ἀδικήσητε τὸ παιδάριον; καὶ οὐκ ἠκούσατέ μου; καὶ ἰδοὺ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκζητεῖται. 22 Αποκριθείς δε ο Ρουβήν τους είπε· “δεν σας είπα και ξαναείπα εγώ να μη διαπράξετε αυτήν την μεγάλην αδικίαν εναντίον του παιδιού και δεν με ηκούσατε; Ιδού, ότι το αθώον αίμα του ζητεί τώρα εκδίκησιν εναντίον μας”. 22 Ὅταν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ρουβήν, τοὺς ἀπεκρίθη: «Δὲν σᾶς τὰ εἶπα ἐγὼ τότε καὶ δὲν σᾶς ἔλεγα ἱκετευτικὰ «μὴ βλάψετε τὸ παιδί; Σεῖς ὅμως δὲν μὲ ἀκούσατε. Καὶ νά· τώρα ὁ Θεὸς ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ μας, τὸν ὁποῖον ἀδικήσαμε».
23 αὐτοὶ δὲ οὐκ ᾔδεισαν ὅτι ἀκούει ᾿Ιωσήφ· ὁ γὰρ ἑρμηνευτὴς ἀνὰ μέσον αὐτῶν ἦν. 23 Οι αδελφοί του Ιωσήφ δεν εγνώριζαν ότι εκείνος εκαταλάβαινε την γλώσσαν των, επειδή προηγουμένως συνεννοούντο με αυτόν δια μέσου διερμηνέως. 23 Οἱ δέκα ἀδελφοὶ δὲν ἐγνώριζαν, ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἐκαταλάβαινε τὰ ὅσα ἔλεγαν μεταξύ των· δὲν ἐφαντάσθησαν ὅτι ἐννοοῦσε τὴν γλῶσσαν των, ἐπειδὴ προηγουμένως τοὺς ἐμιλοῦσε σκοπίμως μὲ τὴν βοήθειαν διερμηνέως, ποὺ ἦταν ἀνάμεσα τους.
24 ἀποστραφεὶς δὲ ἀπ᾿ αὐτῶν ἔκλαυσεν ᾿Ιωσήφ. καὶ πάλιν προσῆλθε πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· καὶ ἔλαβε τὸν Συμεὼν ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐναντίον αὐτῶν. 24 Ο Ιωσήφ, όταν ήκουσεν αυτά, συνεκινήθη, απεμακρύνθη από αυτούς, έκλαυσε και πάλιν επανήλθε και συνωμίλησε μαζή των. Επήρε από αυτούς τον Συμεών και τον έδεσεν ενώπιόν των. 24 Εἰς τὸ ἄκουσμα τῶν λόγων αὐτῶν ὁ Ἰωσὴφ συνεκινήθη μέχρι σημείου, ποὺ νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ὑποφέρῃ ἄλλο· διὰ τοῦτο ἀφοῦ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτούς, ὥστε νὰ μὴ ἀποκαλυφθῇ καὶ προδοθῇ, ἔκλαυσε. Ὅταν ἐξεθύμανε καὶ ἐπαρηγορήθη καὶ ὅταν πλέον ἐκυριάρχησεν εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ ἠμποροῦσε νὰ ὁμιλήσῃ ψύχραιμα, ἐπέστρεψε πάλιν κοντά τους. Συνέλαβεν ἕνα ἀπὸ αὐτούς, τὸν Συμεών, καὶ διέταξε νὰ τὸν δέσουν ἐμμπρός των.
25 ἐνετείλατο δὲ ᾿Ιωσήφ ἐμπλῆσαι τὰ ἀγγεῖα αὐτῶν σίτου καὶ ἀποδοῦναι τὸ ἀργύριον αὐτῶν ἑκάστῳ εἰς τὸν σάκκον αὐτοῦ καὶ δοῦναι αὐτοῖς ἐπισιτισμὸν εἰς τὴν ὁδόν. καὶ ἐγενήθη αὐτοῖς οὕτως. 25 Διέταξε δε να γεμίσουν τους σάκκους των σιτάρι, να θέσουν κρυφίως στον σάκκον καθενός από αυτούς τα χρήματά των και να τους δώσουν τροφάς δια το ταξίδι των. Ετσι και έγινεν εις αυτούς. 25 Κατόπιν ὁ Ἰωσὴφ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ γεμίσουν τοὺς σάκκους τῶν ἀδελφῶν του μὲ σιτάρι καὶ νὰ γυρίσουν πίσω τὰ χρήματα του καθενὸς καὶ νὰ τὰ βάλουν εἰς τὸν σάκκον του, νὰ τοὺς δώσουν δὲ καὶ τρόφιμα διὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς, ὥστε νὰ μὴ στερηθοῦν τίποτε εἰς τὸν δρόμον. Ὅπως διέταξεν, ἔτσι καὶ ἔγινε.
26 καὶ ἐπιθέντες τὸν σῖτον ἐπὶ τοὺς ὄνους αὐτῶν ἀπῆλθον ἐκεῖθεν. 26 Οι αδελφοί εφόρτωσαν τον σίτον στους όνους των και ανεχώρησαν από εκεί. 26 Ἐκεῖνοι, ἀφοῦ ἐφόρτωσαν εἰς τοὺς ὄνους των τοὺς σάκκους μὲ τὸ σιτάρι ποὺ ἀγόρασαν, ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἐκεῖ.
27 λύσας δὲ εἷς τὸν μάρσιππον αὐτοῦ δοῦναι χορτάσματα τοῖς ὄνοις αὐτοῦ, οὗ κατέλυσαν, καὶ εἶδε τὸν δεσμὸν τοῦ ἀργυρίου αὐτοῦ, καὶ ἦν ἐπάνω τοῦ στόματος τοῦ μαρσίππου· 27 Εις τον τόπον δέ, όπου επί ολίγον εστάθμευσαν, ένας από αυτούς έλυσε τον σάκκον του, δια να δώση τροφήν στους όνους του. Και είδεν ότι το χρηματόδεμά του ήτο στο στόμιον του σάκκου. 27 Εἰς τὸ χάνι δέ, ποὺ ἐσταμάτησαν διὰ νὰ καταλύσουν τὴν νύκτα, ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὅταν ἄνοιξε τὸν σάκκον του διὰ νὰ δώσῃ τροφὴν εἰς τὰ ζῶα του, παρετήρησεν ὅτι τὸ δέμα μὲ τὰ χρήματα, ποὺ ἐπλήρωσεν ὅταν ἀγόραζε τὸ σιτάρι, ἦταν εἰς τὸ ἐπάνω μέρος (εἰς τὸ στόμιον) τοῦ σάκκου του.
28 καὶ εἶπε τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ· ἐπεδόθη μοι τὸ ἀργύριον, καὶ ἰδοὺ τοῦτο ἐν τῷ μαρσίππῳ μου, καὶ ἐξέστη ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ ἐταράχθησαν πρὸς ἀλλήλους λέγοντες· τί τοῦτο ἐποίησεν ὁ Θεὸς ἡμῖν; 28 Είπε τότε στους αδελφούς του· “τα χρήματά μου, αυτά που επλήρωσα δια την αγοράν του σίτου, μου επεστράφησαν. Ιδού ευρίσκονται στον σάκκον μου”. Ολοι τότε κατελήφθησαν από έκπληξιν, εταράχθησαν και έλεγαν μεταξύ των· “τι είναι αυτό που μας έκαμεν ο Θεός;” 28 Γεμᾶτος ἀπορίαν εἶπε πρὸς τοὺς ἀδελφούς του: «Μοῦ ἐπεστράφησαν τὰ χρήματα, ποὺ ἐπλήρωσα διὰ τὸ σιτάρι. Νά· τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι εἰς τὸν σάκκον μου». Διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐδοκίμασαν μεγάλην ἔκπληξιν καὶ ἐταράχθησαν καὶ ἔλεγαν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον: «Τὶ εἶναι αὐτό, ποὺ μᾶς ἔκαμεν ὁ Θεός; Διατὶ ἐπιτρέπει νὰ μᾶς συμβαίνουν αὐτὰ καὶ διατὶ μᾶς τιμωρεῖ;»
29 ῏Ηλθον δὲ πρὸς ᾿Ιακὼβ τὸν πατέρα αὐτῶν εἰς γῆν Χαναὰν καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάντα τὰ συμβάντα αὐτοῖς, λέγοντες· 29 Εξηκολούθησαν την πορείαν των, έφθασαν εις την γην Χαναάν προς τον πατέρα των και εγνωστοποίησαν εις αυτόν όλα όσα τους συνέβησαν, λέγοντες· 29 Ὅταν οἰ ἐννέα ἀδελφοὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἔφθασαν εἰς τὸν πατέρα των εἰς τὴν γῆν Χαναάν, τοῦ διηγήθησαν ὅλα, ὅσα τοὺς συνέβησαν εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ τοῦ εἶπαν:
30 λελάληκεν ὁ ἄνθρωπος ὁ κύριος τῆς γῆς πρὸς ἡμᾶς σκληρὰ καὶ ἔθετο ἡμᾶς ἐν φυλακῇ ὡς κατασκοπεύοντας τὴν γῆν. 30 “ο άνθρωπος εκείνος, ο άρχων της Αιγύπτου, ωμίλησε και εφέρθη προς ημάς με πολλήν σκληρότητα. Μας έβαλεν εις την φυλακήν, διότι τάχα είμεθα κατάσκοποι της χώρας του. 30 «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀντιβασιλιᾶς καὶ ἄρχων τῆς χώρας ἐκείνης, μᾶς ἐμίλησε μὲ σκληρότητα καὶ αὐστηρότητα καὶ μᾶς ἐφυλάκισε μὲ τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἐπήγαμεν ἐκεῖ διὰ νὰ κατασκοπεύσωμεν τὴν χώραν του.
31 εἴπαμεν δὲ αὐτῷ· εἰρηνικοί ἐσμέν, οὐκ ἐσμὲν κατάσκοποι· 31 Ημείς του είπομεν· Είμεθα τίμιοι και φιλήσυχοι άνθρωποι και όχι κατάσκοποι. 31 Ἐμεῖς ὅμως τοῦ εἴπαμε: « Ὄχι, κύριε εἴμεθα ἄνθρωποι τίμιοι, φιλήσυχοι καὶ εἰλικρινεῖς. Δεν εἴμεθα κατάσκοποι·
32 δώδεκα ἀδελφοί ἐσμεν, υἱοὶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν· ὁ εἷς οὐχ ὑπάρχει, ὁ δὲ μικρὸς μετὰ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σήμερον ἐν γῇ Χαναάν. 32 Είμεθα δώδεκα αδελφοί, τέκνα του ιδίου πατρός· ο ένας δεν υπάρχει πλέον· ο δε μικρότερός μας ευρίσκεται σήμερον μαζή με τον πατέρα μας εις την Χαναάν. 32 εἴμεθα δώδεκα ἀδελφοί, παιδιὰ ἐνὸς πατέρα· ὁ ἕνας ἀδελφός μας δὲν ὑπάρχει, ὁ δὲ μικρότερος εὑρίσκεται τώρα μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μας εἰς τὴν χώραν τῆς Χαναάν».
33 εἶπε δὲ ἡμῖν ὁ ἄνθρωπος ὁ κύριος τῆς γῆς· ἐν τούτῳ γνώσομαι ὅτι εἰρηνικοί ἐστε· ἀδελφὸν ἕνα ἄφετε ὧδε μετ᾿ ἐμοῦ, τὸν δὲ ἀγορασμὸν τῆς σιτοδοσίας τοῦ οἴκου ὑμῶν λαβόντες ἀπέλθατε. 33 Ο άρχων αυτός της Αιγύπτου μας είπε τότε· Εγώ θα μάθω και θα πεισθώ ότι είσθε πράγματι ειρηνικοί άνθρωποι, εάν κάμετε όπως σας πω. Αφήσατε εδώ εις εμέ ένα αδελφόν. Τον δε σίτον, που αγοράσατε δια τας οικογενείας σας, παρέτέ τον και φύγετε δια την Χαναάν. 33 Μᾶς εἶπε δὲ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ἄρχων τῆς χώρας· «ἐὰν πράγματι εἶσθε τίμιοι, φιλήσυχοι καὶ εἰρηνικοί, θὰ φανῆτε ἀπὸ τοῦτο· ἀφῆστε ἐδῶ κοντά μου ἕνα ἀδελφόν σας, οἱ ἄλλοι δέ, ἀφοῦ πάρετε τὸ σιτάρι ποὺ θὰ ἀγοράσετε, νὰ ἐπιστρέψετε εἰς τις οἰκογένειές σας ποὺ πεινοῦν.
34 καὶ ἀγάγετε πρός με τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν νεώτερον, καὶ γνώσομαι ὅτι οὐ κατάσκοποί ἐστε, ἀλλ᾿ ὅτι εἰρηνικοί ἐστε, καὶ τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν ἀποδώσω ὑμῖν, καὶ τῇ γῇ ἐμπορεύσεσθε. 34 Επειτα δέ, φέρετε προς εμέ τον αδελφόν σας τον νεώτερον. Ετσι θα πεισθώ ότι δεν είσθε κατάσκοποι, αλλ' ότι είσθε πράγματι τίμιοι και φιλήσυχοι, θα σας αποδώσω τον αδελφόν σας που εκράτησα ως όμηρον και θα σας επιτρέψω να εισέρχεσθε και να εξέρχεσθε ελεύθερα εις την χώραν”. 34 Μόλις φθάσετε ἐκεῖ, να πάρετε καὶ να φέρετε ἐδῶ τὸν μικρότερον ἀδελφόν σας· καὶ τότε θὰ καταλάβω ὅτι δεν εἶσθε κατάσκοποι, ἀλλὰ ὅτι λέγετε τὴν ἀλήθειαν καὶ εἶσθε ἄνθρωποι τίμιοι, φιλήσυχοι καὶ εἰρηνικοί· τότε θὰ σᾶς δώσω πίσω τὸν ἀδελφόν σας, σεῖς δὲ θὰ ἠμπορέσετε νὰ κινηθῆτε ἐλεύθερα καὶ νὰ ἀγοράσετε ὅ,τι θέλετε ἀπὸ τὴν χώραν μου».
35 ἐγένετο δὲ ἐν τῷ κατακενοῦν αὐτοὺς τοὺς σάκκους αὐτῶν, καὶ ἦν ἑκάστου ὁ δεσμὸς τοῦ ἀργυρίου ἐν τῷ σάκκῳ αὐτῶν· καὶ εἶδον τοὺς δεσμοὺς τοῦ ἀργυρίου αὐτῶν αὐτοὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτῶν, καὶ ἐφοβήθησαν. 35 Οταν δε οι εννέα αδελφοί άδειασαν στο σπίτι τους σάκκους με τον σίτον ευρέθη στον σάκκον του καθενός το χρηματόδεμά του, το αντίτιμον του σίτου. Είδον αυτοί και ο πατήρ των τα χρηματοδέματα και εφοβήθησαν. 35 Μετὰ τὴν λυπηρὰν αὐτὴν ἐξιστόρησιν, τὴν ὥραν ποὺ ἄδειαζαν τοὺς σάκκους των, εὕρισκεν ὁ καθένας εἰς τὸν ἰδικόν του σάκκον τὸ δέμα μὲ τὰ χρήματά του. Ὅταν δὲ εἶδαν αὐτοὶ καὶ ὁ πατέρας των τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐφοβήθησαν· ἐνόμισαν ὅτι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων ἔγινε σκοπίμως διὰ νὰ τοὺς ἐνοχοποιήσουν καὶ ὄχι δι’ ἄλλον λόγον.
36 εἶπε δὲ αὐτοῖς ᾿Ιακὼβ ὁ πατὴρ αὐτῶν· ἐμὲ ἠτεκνώσατε, ᾿Ιωσὴφ οὔκ ἔστι, Συμεὼν οὐκ ἔστι, καὶ τὸν Βενιαμὶν λήψεσθε; ἐπ᾿ ἐμὲ ἐγένετο ταῦτα πάντα. 36 Είπε δε προς αυτούς ο Ιακώβ, ο πατέρας των· “με αφήσατε χωρίς παιδιά· ο Ιωσήφ δεν υπάρχει πλέον εις την ζωήν, ο Συμεών δεν ευρίσκεται μεταξύ μας. Θα μου πάρετε λοιπόν και τον Βενιαμίν; Ολα αυτά τα κακά έπεσαν επάνω μου”. 36 Καὶ ὁ γέρων Ἰακώβ, ὁ πατέρας των, τοὺς εἶπε γεμᾶτος λύπην καὶ ἀπελπισίαν: «Μὲ ἀφήσατε χωρὶς παιδιά· ὁ Ἰωσὴφ δὲν ὑπάρχει πλέον εἰς τὴν ζωήν, ὁ Συμεὼν δεν εἶναι ἐδῶ, τώρα δὲ θὰ πάρετε καὶ τὸν Βενιαμίν; Ἐπάνω μου ἦλθαν ὅλα αὐτὰ τὰ κακά».
37 εἶπε δὲ Ρουβὴν τῷ πατρὶ αὐτῶν λέγων· τοὺς δύο υἱούς μου ἀπόκτεινον, ἐὰν μὴ ἀγάγω αὐτὸν πρὸς σέ· δὸς αὐτὸν εἰς τὴν χεῖρά μου, κἀγὼ ἀνάξω αὐτὸν πρὸς σέ. 37 Είπε δε ο Ρουβήν προς τον πατέρα του· “εμπιστεύσου εις εμέ τον Βενιαμίν και εγώ σου υπόσχομαι ότι θα σου τον επαναφέρω σώον και υγιή. Εάν δε δεν τον επαναφέρω, σκότωσε τα δυό παιδιά μου”. 37 Ὁ πονόψυχος ὅμως Ρουβήν, ὁ πρωτότοκος υἱὸς τοῦ Ἰακώβ, τοῦ ἀπάντησε: «Σκότωσε καὶ τοὺς δύο υἱούς μου, ἐὰν δὲν σοῦ φέρω πίσω τὸν Βενιαμίν· παράδωσέ τον εἰς τὰ χέρια μου, ἄφησέ τον εἰς τὴν φροντίδα μου καὶ ἐγὼ θὰ τὸν φέρω πάλιν πίσω κοντά σου».
38 ὁ δὲ εἶπεν· οὐ καταβήσεται ὁ υἱός μου μεθ᾿ ὑμῶν, ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ἀπέθανε καὶ αὐτὸς μόνος καταλέλειπται· καὶ συμβήσεται αὐτὸν μαλακισθῆναι ἐν τῇ ὁδῷ, ᾗ ἐὰν πορεύησθε, καὶ κατάξετέ μου τὸ γῆρας μετὰ λύπης εἰς ἅδου. 38 Ο Ιακώβ απήντησεν· “όχι, κατ' ουδένα λόγον δεν θα αναχωρήση μαζή σας δια την Αίγυπτον ο υιός μου αυτός· διότι ο ομομήτριος αδελφός του απέθανε και αυτός μόνος μου έχει απομείνει, υιός της Ραχήλ. Φοβούμαι μήπως τυχόν και του συμβή τίποτε κακόν στον δρόμον, που θα βαδίζετε, και τότε θα κρημνίσετε καταλυπημένον το γήρας μου στον άδην”. 38 Ὁ Ἰακὼβ ὅμως ἠρνεῖτο καὶ τοὺς εἶπεν: «Ὄχι· δὲν θὰ κατεβῇ ὁ υἱός μου ὁ Βενιαμὶν μαζί σας εἰς τὴν Αἴγυπτον, διότι ὁ Ἰωσήφ, ὀ ὁμομήτριος ἀδελφός του, ἀπέθανε καὶ μόνον αὐτὸς μοῦ ἔχει ἀπομείνει ἀπὸ τὴν ἀγαπημένην μου Ραχήλ· φοβοῦμαι νὰ σᾶς τὸν δώσω, διότι, λὸγῳ τῆς νεαρᾶς ἡλικίας του, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πάθῃ κανένα κακόν, καθὼς θὰ ταξιδεύετε πρὸς τὴν Αἴγυπτον· ἐγὼ δὲ θὰ χάσω τὴν παρηγορίαν, ποὺ δίδει εἰς τὰ γηρατειά μου ἡ παρουσία του, καὶ ἔτσι θὰ μὲ στείλετε εἰς τὸν ἅδην θλιμμένον καὶ καταλυπημένον μίαν ὥραν προτὴτερα».
39 ὁ δὲ λιμὸς ἐνίσχυσεν ἐπὶ τῆς γῆς. 39 Η πείνα όμως εγίνετο ολοένα και περισσότερον μεγάλη και καταθλιπτική εις την χώραν των. 39 Ἀλλὰ ἡ πεῖνα ἐγίνετο συνεχῶς καὶ περισσότερον σκληρὴ εἰς τὴν χώραν καὶ τὸ σιτάρι, ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰακώβ, συνεχῶς ὠλιγόστευεν.