Πέμπτη, 09 Δεκεμβρίου 2021
Ανατ: 07:30
Δύση: 17:06
Σελ. 5 ημ.
343-22
13ος χρόνος, 5045η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΕΞΟΔΟΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 (Κ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος πάντας τοὺς λόγους τούτους λέγων· 1 Και ελάλησε τότε ο Κυριος όλους τους λόγους τούτους λέγων· 1 Καὶ ὡμίλησεν ὁ Θεὸς καὶ εἶπεν ὅλα αὐτὰ τὰ λόγια:
2 ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. 2 Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος σε έβγαλα από την Αίγυπτον, από την χώραν εκείνην της δουλείας. 2 «Ἐγὼ εἶμαι, λαέ μου, ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου, ὁ Ὁποῖος σὲ ἔβγαλα ἐλεύθερον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ σὲ ἐλύτρωσα ἀπὸ τὸν τόπον τῆς σκληρᾶς δουλείας.
3 οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ. 3 Δεν θα υπάρχουν δια σε άλλοι θεοί πλην εμού. 3 Ἐκτὸς ἀπὸ ἐμὲ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃς ἄλλους θεούς, διὰ νὰ τοὺς λατρεύῃς ὅπως οἱ ἄλλοι λαοί.
4 οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. 4 Δεν θα κατασκευάσης ποτέ δια τον εαυτόν σου είδωλον ούτε εικόνα από όσα υπάρχουν στον ουρανόν άνω, όσα εις την γην κάτω και όσα εις τα ύδατα κάτω από την γην. 4 Δὲν πρέπει νὰ κατασκευάσῃς κάποιο εἴδωλον, ποὺ νὰ τὸ ἔχῃς καὶ νὰ τὸ λατρεύῃς σὰν θέον, οὔτε κάτι ποὺ νὰ εἰκονίζῃ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανόν, ἄστρα δηλαδὴ καὶ πουλιά, ἢ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν κάτω εἰς τὴν γῆν, ἀνθρώπους δηλαδὴ καὶ ζῶα, ἢ ὅσα ὑπάρχουν κάτω ἀπὸ τὴν γῆν μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, δηλαδὴ ψάρια καὶ κροκοδείλους, ὅπως κάμνουν διάφοροι λαοὶ
5 οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσί με 5 Δεν θα προσκυνήσης αυτά, ούτε θα τα λατρεύσης· διότι Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, Θεός ζηλότυπος, ο οποίος επιβάλλει τιμωρίας εις τα τέκνα δια τας αμαρτίας των γονέων των μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς, εις όσους με μισούν. 5 Σύ, ὁ λαός μου, δὲν πρέπει νὰ προσκυνήσῃς αὐτὰ τὰ εἴδωλα, οὔτε νὰ λατρεύσῃς αὐτοὺς τοὺς ψευδεῖς θεούς. Διότι ἐγὼ καὶ μόνον εἶμαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλότυπος. Ἀποστρέφομαι καὶ δὲν ἀνέχομαι τὴν εἰδωλολατρίαν. Ἀποδίδω καὶ τιμωρῶ τὰς ἁμαρτίας τῶν γονέων, ποὺ μὲ μισοῦν, εἰς τὰ τέκνα των ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς, ἐὰν βεβαίως αὐτὰ μιμοῦνται τοὺς γονεῖς των.
6 καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσί με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου. 6 Αλλά στέλλω το έλεός μου εις τας χιλιάδας εκείνων, που με αγαπούν και φυλάσσουν τας εντολάς μου. 6 Ἀντιθέτως ἐκδηλώνω ἀνεξάντλητον ἔλέος καὶ εὐσπλαγχνίαν εἰς χιλιάδας ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι ἀπόγονοι ἐκείνων, ποὺ μὲ ἀγαποῦν καὶ ἐφαρμόζουν τὰς ἐντολάς μου.
7 οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ· οὐ γὰρ μὴ καθαρίσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ. 7 Δεν θα πάρης στο στόμα σου το όνομα του Κυρίου ματαίως και χωρίς λόγον, διότι ο Κυριος δεν θα θεωρήση αθώον εκείνον, ο οποίος προφέρει το όνομά του ματαίως και ανευλαβώς. 7 Δὲν θὰ παίρνῃς εἰς τὸ στόμα σου τὸ Ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου διὰ ματαίας καὶ μηδαμινὰς ὑποθέσεις σου, ἢ διὰ νὰ καλύπτῃς τὰς ἁμαρτωλὰς ἐνεργείας σου. Διότι ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου, θὰ θεωρῇ ἀκάθαρτον, μολυσμένον καὶ ἔνοχον καθένα, ποὺ χρησιμοποιεῖ κακῶς καὶ χωρὶς σεβασμὸν τὸ Ὄνομά Του.
8 μνήσθητι τὴν ἡμέρα τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. 8 Ενθυμήσου να αφιερώνης την ημέραν του Σαββάτου εις εμέ και να τηρής κατά την ημέραν αυτήν αργίαν. 8 Νὰ ἐνθυμῆσαι πάντοτε τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου καὶ νὰ τὴν κρατῇς ὡς ἱερὰν καὶ ἁγίαν, ξεχωριστήν, ἀφιερωμένην εἰς τὸν Θεόν.
9 ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· 9 Εξ ημέρας πρέπει να εργάζεσαι και να κάνης όλα τα έργα σου· 9 Ἐπὶ ἕξ ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος θὰ ἐργάζεσαι καὶ θὰ κάμνῃς ὅλας τὰς ἐργασίας σου.
10 τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου, ὁβοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ παροικῶν ἐν σοί. 10 την δε ημέραν την εβδόμην, ημέραν αναπαύσεως, θα την αφιερώνης εις Κυριον τον Θεόν σου. Κατ' αυτήν δεν θα κάμης κανένα έργον συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου και ο δούλος σου και η δούλη σου, το βόδι σου, το υποζύγιόν σου και κάθε ζώον σου· και αυτός ακόμη ο ξένος, ο οποίος παραμένει προσωρινώς κοντά σου. 10 Κατὰ τὴν ἑβδόμην ὅμως ἡμέραν θὰ διακόπτῃς τὴν ἐργασίαν πρὸς τιμὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου. Δὲν θὰ κάμνῃς κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν καμμίαν ἐργασίαν βιοποριστικὴν οὔτε σύ, οὔτε ὁ υἱός σου, οὔτε ἡ κόρη σου, οὔτε ὁ δοῦλος σου, οὔτε ἡ δούλη σου, οὔτε τὸ βόδι σου, οὔτε ὁ ὄνος σου, οὔτε κάθε κατοικίδιον ζῶον σου, ἀλλ’ οὔτε καὶ κάθε ξένος, ποὺ διαμένει προσωρινῶς μαζί σου.
11 ἐν γὰρ ἓξ ἡμέραις ἐποίησε Κύριος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ· διὰ τοῦτο εὐλόγησε Κύριος τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν. 11 Διότι εις εξ ημέρας εδημιούργησεν ο Θεός τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν και όλα όσα υπάρχουν εις αυτά. Και κατέπαυσε κατά την εβδόμην ημέραν. Δια τούτο ο Κυριος ευλόγησε την εβδόμην ημέραν και την έκαμε και δι' ημάς αγίαν, αφιερωμένην εις αυτόν. 11 Θὰ τηρῇς τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου, διότι ὁ Κύριος εἰς ἕξ ἡμέρας ἐδημιούργησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματα, ποὺ ὑπάρχουν εἰς αὐτά, κατὰ δὲ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν διέκοψε τὰ ἔργα Του καὶ ἀνεπαύθη. Διὰ τοῦτο εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν ἑβδόμην ἡμέραν καὶ τὴν ἐξεχώρισεν, ὥστε νὰ εἶναι ἁγία καὶ ἱερὰ πρὸς τιμὴν Του.
12 τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι. 12 Τιμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, δια να ευημερήσης και γίνης μακροχρόνιος εις την πλουσίαν και εύφορον χώραν, την οποίαν θα σου δώση ο Κυριος. 12 12 Νὰ τιμᾷς καὶ νὰ σέβεσαι μὲ λόγια καὶ ἔργα ἕως τοῦ θανάτου των τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, διὰ νὰ εὐτυχῇς καὶ νὰ ζῇς πολλὰ χρόνια μέσα εἰς τὰ ἄφθονα ἀγαθὰ τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ σοῦ χαρίζει ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου. ἐνόχους.
13 οὐ μοιχεύσεις. 13 Δεν θα μοιχεύσης. 13 Δὲν θὰ κλέψῃς. Δὲν θὰ πάρῃς μὲ κανένα τρόπον τὰ ἀγαθά, ποὺ ἀνήκουν εἰς ἄλλον.
14 οὐ κλέψεις. 14 Δεν θα κλέψης. 14 Δὲν θὰ σκοτώσῃς. Δὲν θὰ ἀφαιρέσῃς κατ’ οὐδένα τρόπον τὴν ζωὴν τοῦ συνανθρώπου σου.
15 οὐ φονεύσεις. 15 Δεν θα φονεύσης. 15 Δὲν θὰ μαρτυρῇς ψευδῶς εἰς βάρος τοῦ συνανθρώπου σου.
16 οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ. 16 Δεν θα καταθέσης ποτε μαρτυρίαν ψευδή εναντίον του πλησίον σου. 16 Δὲν θὰ ποθήσῃς νὰ ἔχῃς ἰδικήν σου τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον σου. Δὲν θὰ ποθήσῃς ἐπίσης τὸ σπίτι τοῦ συνανθρώπου σου, οὔτε τὸ χωράφι του, οὔτε τὸν δοῦλον του, οὔτε τὴν δούλην του, οὔτε τὸ βόδι του, οὔτε τὸν ὄνον του, οὔτε ὁποιοδήποτε κατοικίδιον ζῶον του. Γενικῶς δὲν θὰ ἐπιθυμήσῃς νὰ ἔχῃς ὅσα ἀνήκουν εἰς τὸν πλησίον σου, διότι σύντομα ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ θὰ σὲ ὁδηγήσῃ καὶ εἰς πράξεις ἁμαρτωλάς».
17 οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον σου. οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν οἰκίαν τοῦ πλησίον σου οὔτε τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ οὔτε τὸν παῖδα αὐτοῦ οὔτε τὴν παιδίσκην αὐτοῦ οὔτε τοῦ βοὸς αὐτοῦ οὔτε τοῦ ὑποζυγίου αὐτοῦ οὔτε παντὸς κτήνους αὐτοῦ οὔτε ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστί. 17 Δεν θα επιθυμήσης την γυναίκα του πλησίον σου. Δεν θα επιθυμήσης την οικίαν του πλησίον σου, ούτε τον αγρόν του, ούτε τον δούλον του, ούτε την δούλην του, ούτε το βόδι του, ούτε το υποζύγιόν του, ούτε κανένα άλλο από τα κτήνη του και γενικώς τίποτε από όσα ανήκουν στον πλησίον σου”. 17 13 Δὲν θὰ μοιχέυσῃς. Δὲν θὰ ἔχῃς σχέσεις ἁμαρτωλὰς καὶ
18 Καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἑώρα τὴν φωνὴν καὶ τὰς λαμπάδας καὶ τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγος καὶ τὸ ὄρος τὸ καπνίζον· φοβηθέντες δὲ πᾶς ὁ λαὸς ἔστησαν μακρόθεν. 18 Ολος ο λαός ήκουε την φωνήν του Θεού και τον ήχον των σαλπίγγων, έβλεπε τας φλόγας και το καπνίζον όρος Σινά, εφοβήθησαν δε όλοι και εστάθησαν μακράν από το όρος Σινά. 18 Καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἤκουε τὴν φωνήν, καὶ ἔβλεπε τὰς φλόγας καὶ τοὺς καπνούς, ποὺ ἀνέβαιναν πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ τὸ βουνό, ἤκουε δὲ καὶ τὸν ἦχον τῆς σάλπιγγος. Ἐκυριεύθησαν δὲ ὅλοι ἀπὸ φόβον καὶ ἐστάθησαν εἰς μακρινὴν ἀπόστασιν ἀπὸ τὸ βουνό.
19 καὶ εἶπαν πρὸς Μωυσῆν· λάλησον σὺ ἡμῖν, καὶ μὴ λαλείτω πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός, μὴ ἀποθάνωμεν. 19 Καταπτοημένοι τότε οι Ισραηλίται είπαν προς τον Μωϋσήν· “μίλησε συ προς ημάς και ας μη λαλή ο Θεός προς ημάς, δια να μη αποθάνωμεν”. 19 Καὶ εἶπαν πρὸς τὸν Μωϋσην: «Γίνε μεσίτης μας! Νὰ ὁμιλῇς σὺ πρὸς ἡμᾶς! Ἂςμὴ ὁμιλῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός! Φοβούμεθα μήπως πεθάνωμεν ἀπὸ τὸν τρόμον μας».
20 καὶ λέγει αὐτοῖς Μωυσῆς· θαρσεῖτε, ἕνεκεν γὰρ τοῦ πειράσαι ὑμᾶς παρεγενήθη ὁ Θεὸς πρὸς ὑμᾶς, ὅπως ἂν γένηται ὁ φόβος αὐτοῦ ἐν ὑμῖν, ἵνα μὴ ἁμαρτάνητε. 20 Απήντησε προς αυτούς ο Μωϋσής· “έχετε θάρρος ! Ηλθεν ο Θεός κοντά σας, δια να σας θέση υπό δοκιμασίαν, δια να αισθανθήτε μέσα σας τον φόβον του και να μη αμαρτάνετε πλέον”. 20 Καὶ ὁ Μωϋσῆς, τοὺς λέγει: «Ἔχετε θάρρος! Μὴ τὰ χάνετε! Διότι ἔγιναν ὅλα αὐτὰ καὶ σᾶς ἐπλησίασεν ὁ Θεός, διὰ νὰ σᾶς βάλῃ εἰς δοκιμασίαν καὶ διὰ νὰ ἔχετε πάντοτε μέσα σας τὸν φόβον αὐτὸν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ παραβαίνετε τὸν Νόμον Του καὶ ἁμαρτάνετε».
21 εἱστήκει δὲ ὁ λαὸς μακρόθεν, Μωυσῆς δὲ εἰσῆλθεν εἰς τὸν γνόφον, οὗ ἦν ὁ Θεός. 21 Ο λαός εστέκετο όρθιος μακράν από το όρος, ο δε Μωϋσής εισήλθεν εις την σκιεράν νεφέλην, όπου ήτο ο Θεός. 21 Ἐνῷ δὲ ἔστεκε φοβισμένος ὁ λαὸς εἰς μακρινὴν ἀπόστασιν, ὁ Μωϋσῆς ἀνέβη εἰς τὸ βουνὸ καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὸ πυκνὸν συννεφον, ἐκεῖ ὅπου ἦτο ὁ Θεός.
22 εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν· τάδε ἐρεῖς τῷ οἴκῳ ᾿Ιακὼβ καὶ ἀναγγελεῖς τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραήλ· ὑμεῖς ἑωράκατε ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λελάληκα πρὸς ὑμᾶς· 22 Είπε δε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “αυτά θα πης στο έθνος του Ιακώβ, αυτά θα αναγγείλης στους απογόνους του Ισραήλ· Με τα ίδια σας τα μάτια είδατε ότι σας ωμίλησα εγώ ο Θεός από τον ουρανόν ! 22 Εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωϋσῆν: «Αὐτὰ θὰ εἰπῇς εἰς τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακώβ. Αὐτὰ θὰ ἀνακοινώσῃς εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας: Εἴδατε μὲ τὰ μάτια σας ὅτι Ἐγὼ ὁ Κύριος ἐνεφανίσθην καὶ σᾶς ὡμίλησα ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ.
23 οὐ ποιήσετε ὑμῖν αὐτοῖς θεοὺς ἀργυροῦς καὶ θεοὺς χρυσοῦς οὐ ποιήσετε ὑμῖν αὐτοῖς. 23 Λοιπόν, δεν θα κατασκευάσετε δια τον εαυτόν σας θεούς ασημένιους, ούτε θεούς χρυσούς θα κάμετε δια τον εαυτόν σας. 23 Ἐπαναλαμβάνω: Δὲν θὰ κατασκευάσετε διὰ τοὺς ἑαυτούς σας θεοὺς ἀπὸ άσῆμι! Δὲν θὰ κατασκευάσετε θεοὺς ἀπὸ χρυσάφι, εἴδωλα δηλαδὴ διὰ νὰ τὰ ἔχετε καὶ νὰ τὰ λατρεύετε σὰν θεούς.
24 θυσιαστήριον ἐκ γῆς ποιήσετέ μοι καὶ θύσετε ἐπ᾿ αὐτοῦ τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ σωτήρια ὑμῶν καὶ τὰ πρόβατα καὶ τοὺς μόσχους ὑμῶν ἐν παντὶ τόπῳ, οὗ ἐὰν ἐπονομάσω τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ, καὶ ἥξω πρὸς σὲ καὶ εὐλογήσω σε. 24 Θα κτίσετε δι' εμέ θυσιαστήριον από χώμα και επάνω εις αυτό θα θυσιάζετε τα ολοκαυτώματά σας, θα προσφέρετε τας ευχαριστηρίους δια την σωτηρίαν σας θυσίας, τα προς θυσίαν πρόβατα, τα βόδια σας και τα μοσχάρια σας. Εις κάθε τόπον, τον οποίον εγώ θα θελήσω να αφιερωθή στο όνομά μου, εκεί θα έρχωμαι προς σε και θα σε ευλογώ. 24 Θὰ κατασκευάσετε ἀντιθέτως ἕνα ἀπλοῦν θυσιαστήριον ἀπὸ χῶμα πρὸς τιμήν μου καὶ θὰ θυσιάζετε ἐπάνω εἰς αὐτὸ τὰ ζῶα σας, ποὺ θὰ καίωνται ὁλόκληρα,καὶ θὰ προσφέρετε τὰς ἄλλας θυσίας σας, τὰς εἰρηνικὰς δηλαδὴ ποὺ θὰ προσφέρετε εἰς ἐκδήλωσιν εὐγνωμοσύνης διὰ τὴν διάσωσίν σας. Θὰ προσφέρετε ἐπίσης καὶ τὰ πρόβατα καὶ τὰ μοσχάρια σας εἰς κάθε τόπον, ὅπου θὰ ὁρίσω νὰ τελοῦνται θυσίαι καὶ νὰ γίνεται ἐπίκλησις τοῦ Ὀνόματός μου, καὶ θὰ ἐρχωμαι ἐκεῖ πρὸς σέ, λαέ μου, καὶ θὰ σὲ εὐλογῶ.
25 ἐὰν δὲ θυσιαστήριον ἐκ λίθων ποιῇς μοι, οὐκ οἰκοδομήσεις αὐτοὺς τμητούς· τὸ γὰρ ἐγχειρίδιόν σου ἐπιβέβληκας ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ μεμίανται. 25 Εάν δε κατασκευάσης θυσιαοτήριον από λίθους, δεν θα πελεκήσης αυτούς τους λίθους, διότι, εάν θα έχης βάλει σμίλην στους λίθους αυτούς, θα είναι αυτοί μολυσμένοι. 25 Ἐὰν δὲ κατασκευάζῃς πρὸς τιμήν μου θυσιαστήριον ἀπὸ λίθους, δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιῇς λίθους πελεκητούς. Δὲν πρέπει νὰ χαράζῃς τοὺς λίθους μὲ τὸ χέρι σου καὶ νὰ σχηματίσῃς ὁποιανδήποτε παράστασιν ἐπάνω των. Νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὅπως εὑρίσκονται εἰς τὴν φύσιν. Διότι ἐὰν βάλῃς τὴν σμίλην σου ἐπάνω των, θὰ παύσουν νὰ εἶναι κατάλληλοι πρὸς χρῆσιν ἰδικήν μου, θὰ εἶναι μολυσμένοι.
26 οὐκ ἀναβήσῃ ἐν ἀναβαθμίσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν μου, ὅπως ἂν μὴ ἀποκαλύψῃς τὴν ἀσχημοσύνην σου ἐπ᾿ αὐτοῦ. 26 Δεν θα ανέλθης στο θυσιαστήριόν μου με σκαλοπάτια, δια να μη φανή επάνω εις αυτό η γυμνότης και απρέπεια των ποδών σου. 26 Τὸ θυσιαστήριον ἂς εἶναι χαμηλόν. Νὰ μὴ ἀνεβαίνῃς εἰς αὐτὸ μὲ σκαλοπάτια, διὰ νὰ μὴ φαίνεται ἡ γυμνότης σου κάτω ἀπὸ τὸ ἔνδυμά σου, καθὼς θὰ εὐρίσκεσαι ἐπάνω εἰς αὐτό, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἀνάρμοστον.