Πέμπτη, 09 Δεκεμβρίου 2021
Ανατ: 07:30
Δύση: 17:06
Σελ. 5 ημ.
343-22
13ος χρόνος, 5045η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΕΞΟΔΟΣ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 (ΙΒ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΙΠΕ δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ ᾿Ααρὼν ἐν γῇ Αἰγύπτου λέγων. 1 Είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών, όταν ακόμη ήσαν εις την Αίγυπτον· 1 Ωμίλησε δὲ ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωϋσῆν καὶ Ἀαρών, ἐνῷ ἀκόμη εὑρίσκοντο εἰς τὴν Αἴγυπτον, καὶ εἶπεν:
2 ὁ μὴν οὗτος ὑμῖν ἀρχὴ μηνῶν, πρῶτός ἐστιν ὑμῖν ἐν τοῖς μησὶ τοῦ ἐνιαυτοῦ. 2 “ο μην αυτός θα είναι δια σας η αρχή των άλλων μηνών, ο πρώτος μεταξύ των μηνών του έτους. 2 «Ὁ μῆνας αὐτὸς θὰ εἶναι διὰ σᾶς ἡ ἀρχὴ τῶν ἄλλων μηνῶν, ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς μῆνας τοῦ ἔτους.
3 λάλησον πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν ᾿Ισραὴλ λέγων· τῇ δεκάτῃ τοῦ μηνὸς τούτου λαβέτωσαν ἕκαστος πρόβατον κατ᾿ οἴκους πατριῶν, ἕκαστος πρόβατον κατ᾿ οἰκίαν. 3 Λαλησε προς όλον το πλήθος των Ισραηλιτών και ειπέ εις αυτούς· Την δεκάτην αυτού του μηνός θα πάρη κάθε οικογενειάρχης ανά εν πρόβατον δια την οικογένειάν του, δια την οικίαν του. 3 Νὰ ὁμιλήσετε πρὸς ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτας καὶ νὰ τοὺς εἰπῆτε τὰ ἑξῆς: Τὴν δεκάτην ἡμέραν αὐτοῦ τοῦ μηνὸς νὰ προμηθευθοῦν ὅλοι οἱ οἰκογενειάρχαι ἀπὸ ἕνα πρόβατον διὰ τὴν οἰκογένειάν των, ἕνα πρόβατον ὁ καθένας διὰ τὸ σπίτι του.
4 ἐὰν δὲ ὀλιγοστοὶ ὦσιν ἐν τῇ οἰκίᾳ, ὥστε μὴ εἶναι ἱκανοὺς εἰς πρόβατον, συλλήψεται μεθ᾿ ἑαυτοῦ τὸν γείτονα τὸν πλησίον αὐτοῦ κατὰ ἀριθμὸν ψυχῶν· ἕκαστος τὸ ἀρκοῦν αὐτῷ συναριθμήσεται εἰς πρόβατον. 4 Εάν δε τα μέλη της οικογενείας του είναι ολίγα, ώστε να μη ημπορούν να φάγουν τα πρόβατον, ο οικογενειάρχης θα προσκαλέση από την οικογένειαν του γείτονός του ανάλογον αριθμόν ανθρώπων, εις έκαστον από των οποίων θα υπολογισθή η ανάλογος μερίς από το πρόβατον. 4 Ἐὰν ὅμως μία οἰκογένεια εἶναι ὀλιγομελὴς καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ φάγουν ἕνα ὁλόκληρον πρόβατον, ἂς συνεταιρισθοῦν μὲ τὴν πλησιεστέραν των γειτονικὴν οἰκογένειαν ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσώπων. Θὰ ὑπολογίσετε τὸ πρόβατον συμφώνως πρὸς τὴν ποσότητα, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ φάγῃ καθένας.
5 πρόβατον τέλειον, ἄρσεν, ἐνιαύσιον ἔσται ὑμῖν· ἀπὸ τῶν ἀρνῶν καὶ τῶν ἐρίφων λήψεσθε. 5 Το πρόβατον θα είναι αρτιμελές, χωρίς σωματικήν τινα βλάβην, αρσενικόν ενός έτους. Ημπορείτε να πάρετε η αμνόν η ερίφιον. 5 Τὸ πρόβατόν σας πρέπει νὰ εἶναι ἀρτιμελές, νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν σωματικὴν βλάβην, νὰ εἶναι ἐπίσης ἀρσενικὸν καὶ ἡλικίας ἑνὸς ἔτους. Ἠμπορεῖτε νὰ πάρετε ἢ ἀρνὶ ἢ κατσίκι.
6 καὶ ἔσται ὑμῖν διατετηρημένον ἕως τῆς τεσσαρεσκαιδεκάτης τοῦ μηνὸς τούτου, καὶ σφάξουσιν αὐτὸ πᾶν τὸ πλῆθος συναγωγῆς υἱῶν ᾿Ισραὴλ πρὸς ἑσπέραν. 6 Τούτο θα διατηρηθή εν ζωή μέχρι της δεκάτης τετάρτης του μηνός, οπότε όλοι οι Ισραηλίται θα σφάξουν αυτό κατά την εσπέραν της ημέρας αυτής. 6 Πρέπει δὲ νὰ διατηρηθῇ ζωντανὸν μέχρι τὴν δεκάτην τετάρτην ἡμέραν αὐτοῦ τοῦ μηνὸς καὶ τότε θὰ τὸ σφάξουν ὅλοι μαζὶ οἱ Ἰσραηλῖται τὸ βράδυ.
7 καὶ λήψονται ἀπὸ τοῦ αἵματος καὶ θήσουσιν ἐπὶ τῶν δύο σταθμῶν καὶ ἐπὶ τὴν φλιὰν ἐν τοῖς οἴκοις, ἐν οἷς ἐὰν φάγωσιν αὐτὰ ἐν αὐτοῖς, 7 Οι οικογενειάρχαι θα πάρουν από το αίμα του σφαγίου αυτού και θα θέσουν στους δύο παραστάτας και στο ανώφλιον των θυρών των οικιών των, εντός των οποίων αυτοί θα φάγουν τον αμνόν η το ερίφιον. 7 θὰ πάρουν κατόπιν ἀπὸ τὸ αἷμα του καὶ θὰ ἀλείψουν τὰς δύο παραστάδας καὶ τὸ ἀνώφλι τῆς πόρτας, εἰς τὰ σπίτια ὅπου θὰ φάγουν τὰ πρόβατα.
8 καὶ φάγονται τὰ κρέα τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ὀπτὰ πυρὶ καὶ ἄζυμα ἐπὶ πικρίδων ἔδονται. 8 Θα φάγουν δε το κρέας κατά την νύκτα αυτήν, ψημένον εις την φωτιά. Θα το φάγουν με άζυμον άρτον και πικρά χόρτα. 8 Θὰ φάγουν δὲ τὰ κρέατα κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην. Θὰ τὰ φάγουν ψημένα εἰς τὴν φωτιὰν μὲ ἄζυμον ψωμὶ καὶ πικρὰ χόρτα.
9 οὐκ ἔδεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν ὠμὸν οὐδὲ ἡψημένον ἐν ὕδατι, ἀλλ᾿ ἢ ὀπτὰ πυρί, κεφαλὴν σὺν τοῖς ποσὶ καὶ τοῖς ἐνδοσθίοις. 9 Δεν θα φάγετε το κρέας ωμόν η, βραστόν αλλά ψημένον εις την φωτιάν. Και θα φάγετε όλον τον αμνόν και το κεφάλι και τα πόδια και τα εντόσθια. 9 Δὲν θὰ φάγετε κάτι ἀπὸ αὐτὰ ὠμὸν ἢ βρασμένον εἰς τὸ νερό, ἀλλὰ τὸ κάθε τὶ ψημένον εἰς τὴν φωτιὰν καὶ τὸ κεφάλι μαζὶ μὲ τὰ πόδια καὶ τὰ ἐντόσθια.
10 οὐκ ἀπολείψετε ἀπ᾿ αὐτοῦ ἕως πρωΐ καὶ ὀστοῦν οὐ συντρίψετε ἀπ᾿ αὐτοῦ· τὰ δὲ καταλειπόμενα ἀπ᾿ αὐτοῦ ἕως πρωΐ ἐν πυρὶ κατακαύσετε. 10 Εως το πρωϊ τίποτε δεν θα αφήσετε από αυτό και οστούν δεν θα συντρίψετε από αυτό. Εάν όμως και μείνη κάτι μέχρι το πρωϊ, θα το καύσετε εις την φωτιάν. 10 Δὲν θὰ ἀφήσετε τίποτε ἀπὸ τὸ πρόβατον μέχρι τὸ πρωῒ καὶ δὲν θὰ σπάσετε οὔτε ἕνα κόκκαλόν του. Ὀτιδήποτε δὲ θὰ ἀπομείνῃ μέχρι τὸ πρωῒ θὰ τὸ καύσετε εἰς τὴν φωτιάν.
11 οὕτω δὲ φάγεσθε αὐτό· αἱ ὀσφύες ὑμῶν περιεζωσμέναι, καὶ τὰ ὑποδήματα ἐν τοῖς ποσὶν ὑμῶν, καὶ αἱ βακτηρίαι ἐν ταῖς χερσὶν ὑμῶν· καὶ ἔδεσθε αὐτὸ μετὰ σπουδῆς· πάσχα ἐστὶ Κυρίῳ. 11 Κατ' αυτόν τον τρόπον θα το φάγετε· η μέση σας θα είναι ζωσμένη, τα υποδήματά σας φορεμένα εις τα πόδια σας και αι ράβδοι εις τα χέρια σας. Θα φάτε αυτό βιαστικά. Αυτό είναι Πασχα (=Διάβασις) Κυρίου. 11 Θὰ φάγετε δὲ τὸ πρόβατον ὡς ἐξῇς: Ἡ μέση σας θὰ εἶναι ζωσμένη, θὰ φοράτε εἰς τὰ πόδια σας τὰ ὑποδήματά σας καὶ θὰ κρατᾶτε εἰς τὰ χέρια σας τὰ ραβδιά, ἕτοιμοι πρὸς ἀναχώρησιν. Καὶ θὰ τὸ φάγετε γρήγορα - γρήγορα, εἰς τὸ πόδι. Εἶναι Πάσχα πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου.
12 καί διελεύσομαι ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ καὶ πατάξω πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτῳ ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους καὶ ἐν πᾶσι τοῖς θεοῖς τῶν Αἰγυπτίων ποιήσω τὴν ἐκδίκησιν· ἐγὼ Κύριος. 12 Διότι κατά την νύκτα αυτήν θα περάσω την χώραν της Αιγύπτου και θα θανατώσω κάθε πρωτότοκον της Αιγύπτου από ανθρώπου έως ζώου και θα εκδικηθώ όλους τους ψευδείς θεούς των Αιγυπτίων. Εγώ είμαι ο Κυριος και Θεός. 12 Κατὰ τὴν νύκτα αὐτὴν θὰ περάσω ἐγὼ μέσα ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου καὶ θὰ θανατώσω κάθε πρωτότοκον, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους. Θὰ ταπεινώσω καὶ θὰ ἐκδικηθῶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ὅλους τοὺς ψευδεῖς θεοὺς τῶν Αἰγυπτίων. Ἐγὼ καὶ μόνον εἶμαι ὁ Κύριος!
13 καὶ ἔσται τὸ αἷμα ὑμῖν ἐν σημείῳ ἐπὶ τῶν οἰκιῶν, ἐν αἷς ὑμεῖς ἐστε ἐκεῖ, καὶ ὄψομαι τὸ αἷμα καὶ σκεπάσω ὑμᾶς, καὶ οὐκ ἔσται ἐν ὑμῖν πληγὴ τοῦ ἐκτριβῆναι, ὅταν παίω ἐν γῇ Αἰγύπτῳ. 13 Το αίμα τούτο του αμνού εις τας οικίας σας, εις τας οποίας μένετε, θα είναι σημείον δι' εμέ. Θα ίδω το αίμα τούτο, θα σας προφυλάξω από την τιμωρίαν και δεν θα σας κτυπήση η θανατική πληγή, όταν εγώ θα κτυπώ την χώραν της Αιγύπτου. 13 Τὸ δὲ αἷμα τοῦ προβάτου θὰ εἶναι σὰν σημάδι εἰς τὰ σπίτια, ὅπου θὰ εὑρίσκεσθε. Θὰ ἴδω τὸ αἷμα καὶ θὰ σᾶς προστατεύσω. Δὲν θὰ σᾶς ἐγγίσῃ τὸ θανατηφόρον κτύπημα, ὅταν θὰ τιμωρῶ τὴν Αἴγυπτον.
14 καὶ ἔσται ἡ ἡμέρα ὑμῖν αὕτη μνημόσυνον· καὶ ἑορτάσετε αὐτὴν ἑορτὴν Κυρίῳ εἰς πάσας τὰς γενεὰς ὑμῶν· νόμιμον αἰώνιον ἑορτάσετε αὐτήν. 14 Την ημέραν αυτήν του Πασχα πρέπει να την ενθυμήσθε πάντοτε. Θα την καθιερώσετε ως εορτήν προς τιμήν και δόξαν του Κυρίου εις όλας τας δια μέσου των αιώνων γενεάς σας. Θα την ορίσετε και θα την εορτάζετε ως αιώνιον απαράβατον νόμον. 14 Θὰ εἶναι δὲ διὰ σᾶς ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἰς ἀνάμνησιν τῶν ὅσων ἔχω κάμει πρὸς χάριν σας. Πρέπει νὰ τὴν ἑορτάζετε εἰς τὸ ἑξῆς σὰν ἑορτὴν ἀφιερωμένην εἰς ἐμὲ τὸν Κύριον εἰς ὅλας τὰς γενεάς σας. Θὰ τηρῆτε αὐτὴν τὴν ἑορτὴν ὡς νόμον αἰώνιον καὶ ἀπαράβατον.
15 ἑπτὰ ἡμέρας ἄζυμα ἔδεσθε, ἀπὸ δὲ τῆς ἡμέρας τῆς πρώτης ἀφανιεῖτε ζύμην ἐκ τῶν οἰκιῶν ὑμῶν· πᾶς ὃς ἂν φάγῃ ζύμην, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐξ ᾿Ισραὴλ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πρώτης ἕως τῆς ἡμέρας τῆς ἑβδόμης. 15 Επί επτά ημέρας θα τρώγετε άζυμα, ψωμί χωρίς προζύμι. Από την πρώτην ημέραν θα εξαφανίζετε από το σπίτι σας κάθε ένζυμον άρτον. Οποιος θα φάγη ένζυμον άρτον (ψωμί ζυμωμένο με προζύμι) από την πρώτην μέχρι την εβδόμην ημέραν του Πασχα θα εξολοθρευθή ο άνθρωπος εκείνος εκ μέσου των Ισραηλιτών. 15 Ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας θὰ τρώγετε ψωμὶ χωρὶς προζύμι. Ἀπὸ δὲ τὴν πρώτην ἡμέραν θὰ ἑξαφανίσετε τὸ προζύμι ἀπὸ τὰ σπίτια σας. Ὁποιοσδήποτε θὰ φάγῃ ψωμὶ μὲ προζύμι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς πρώτης ἕως τῆς ἑβδόμης ἡμέρας θὰ ἀποκοπῇ καὶ θὰ ἐξολοθρευθῇ ἐκ μέσου τοῦ Ἰσραήλ.
16 καὶ ἡ ἡμέρα ἡ πρώτη κληθήσεται ἁγία, καὶ ἡ ἡμέρα ἡ ἑβδόμη κλητὴ ἁγία ἔσται ὑμῖν· πᾶν ἔργον λατρευτὸν οὐ ποιήσετε ἐν αὐταῖς, πλὴν ὅσα ποιηθήσεται πάσῃ ψυχῇ, τοῦτο μόνον ποιηθήσεται ὑμῖν. 16 Η πρώτη ημέρα θα θεωρηθή και θα κληθή αγία και επίσημος, όπως επίσης αγία και επίσημος θα είναι και η εβδόμη ημέρα. Κατά τας ημέρας της εορτής του Πασχα δεν θα επιδοθήτε εις έργα, που απαιτούν ολόκληρον την φροντίδα σας, πλην μόνον εις εκείνα που είναι απαραίτητα δια την συντήρησίν σας. Αυτά μόνον τα έργα θα κάμνετε. 16 Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἡμέρας θὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα ἁγία ἀφιερωμένη εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Κυρίου. Καὶ τὴν ἑβδόμην ἐπίσης ἡμέραν θὰ τὴν ἔχετε ἁγίαν, ἀφιερωμένην εἰς τὸν Κύριον. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα ἔργα διὰ τὴν συντήρησιν κάθε ἀνθρώπου, δὲν θὰ κάνετε κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς κανένα ἔργον, ποὺ ἐπιθυμεῖτε καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀφοσιώνεσθε.
17 καὶ φυλάξετε τὴν ἐντολὴν ταύτην· ἐν γὰρ τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἐξάξω τὴν δύναμιν ὑμῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου, καὶ ποιήσετε τὴν ἡμέραν ταύτην εἰς γενεὰς ὑμῶν νόμιμον αἰώνιον. 17 Θα φυλάξετε αυτήν την εντολήν δια την εορτήν του Πασχα, διότι κατά την ημέραν αυτήν θα απελευθερώσω την δύναμίν σας και θα σας βγάλω από την Αίγυπτον, και θα καθιερώσετε την ημέραν αυτήν εις όλας τας γενεάς σας ως παντοτεινήν εορτήν. 17 Θὰ τηρήσετε ὁπωσδήποτε τὴν ἐντολὴν αὐτὴν διὰ τὴν ἑορτήν. Διότι κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν θὰ βγάλω ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον ὅλους σας μὲ ὅλην τὴν δύναμίν σας. Καὶ θὰ ὁρίσετε τὴν ἡμέραν αὐτὴν τῆς ἑορτῆς ὡς αἰώνιον θεσμὸν εἰς τὰς γενεᾶς σας.
18 ἐναρχόμενοι τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου ἀφ᾿ ἑσπέρας ἔδεσθε ἄζυμα ἕως ἡμέρας μιᾶς καὶ εἰκάδος τοῦ μηνός, ἕως ἑσπέρας. 18 Θα αρχίσετε να τρώγετε άζυμα από την εσπέραν που αρχίζει η δεκάτη τετάρτη του πρώτου μηνός μέχρι της εσπέρας της εικοστής πρώτης του αυτού μηνός. 18 Θὰ ἀρχίζετε νὰ τρώγετε ψωμιὰ χωρὶς προζύμι ἀπὸ τὸ βράδυ μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς δεκάτης τετάρτης ἡμέρας τοῦ πρώτου μηνὸς καὶ μέχρι τὸ βράδυ τῆς εἰκοστῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ ἰδίου μηνός.
19 ἑπτὰ ἡμέρας ζύμη οὐχ εὑρεθήσεται ἐν ταῖς οἰκίαις ὑμῶν· πᾶς ὃς ἂν φάγῃ ζυμωτόν, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ συναγωγῆς ᾿Ισραήλ, ἔν τε τοῖς γειώραις καὶ αὐτόχθοσι τῆς γῆς· 19 Επί επτά ημέρας δεν θα ευρεθή ένζυμος άρτος εις τας οικίας σας. Οποιος δε φάγη ένζυμον άρτον, θα εξολοθρευθή ο άνθρωπος αυτός εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού, είτε ως ξένος παρεπιδημεί εις την χώραν σας είτε ανήκει στους εντοπίους. 19 Προσέχετε! Ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῇ προζύμι εἰς τὰ σπίτια σας. Ὁποιοσδήποτε θὰ φάγῃ ζυμωτὸν ψωμί, νὰ ξεύρετε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος εἴτε εἶναι ξένος καὶ πάροικος, εἴτε ἐντόπιος κάτοικος θὰ ἀποκοπῇ καὶ θὰ ἐξολοθρευθῇ ἐκ μέσου τοῦ Ἰσραήλ.
20 πᾶν ζυμωτὸν οὐκ ἔδεσθε, ἐν παντὶ δὲ κατοικητηρίῳ ὑμῶν ἔδεσθε ἄζυμα. 20 Τιποτε το ενζυμον δεν θα φάγετε. Εις όλας δε τας κατοικίας σας θα τρώγετε άζυμον άρτον”. 20 Ὀτιδήποτε ἔχει προζύμι δὲν θὰ τὸ φάγετε. Μόνον ψωμιὰ χωρὶς προζύμι θὰ τρώγετε, ὅπου θὰ εὑρεθῆτε καὶ κατοικήσετε».
21 ᾿Εκάλεσε δὲ Μωυσῆς πᾶσαν γερουσίαν υἱῶν ᾿Ισραὴλ καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἀπελθόντες λάβετε ὑμῖν αὐτοῖς πρόβατον κατὰ συγγενείας ὑμῶν καὶ θύσατε τὸ πάσχα. 21 Προσεκάλεσεν ο Μωϋσής όλην την γερουσίαν των Ισραηλιτών και τους είπε· “πηγαίνετε και πάρετε ο καθένας δια την οικογένειάν του ανά εν πρόβατον και θυσιάσατε τον πασχάλιον αυτόν αμνόν. 21 Κατόπιν τούτου ὁ Μωϋσῆς συνεκάλεσεν ὅλην τὴν γερουσίαν τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τοὺς εἶπε: «Πηγαίνετε καὶ πάρετε ἀναλόγως πρὸς τὴν οἰκογένειάν του ὁ καθεὶς ἀπὸ ἕνα πρόβατον καὶ νὰ τὸ σφάξετε, διὰ νὰ ἑορτάσετε τὸ Πάσχα.
22 λήψεσθε δὲ δέσμην ὑσσώπου, καὶ βάψαντες ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ παρὰ τὴν θύραν καθίξετε τῆς φλιᾶς καὶ ἐπ᾿ ἀμφοτέρων τῶν σταθμῶν ἀπὸ τοῦ αἵματος, ὅ ἐστι παρὰ τὴν θύραν· ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐξελεύσεσθε ἕκαστος τὴν θύραν τοῦ οἴκου αὐτοῦ ἕως πρωΐ. 22 Θα λάβετε δέσμην από ύσσωπον θα βυθίσετε αυτήν στο αίμα, που θα το έχετε εντός δοχείου πλησίον της θύρας. θα αλείψετε το ανώφλιον της θύρας και τους δύο παραστάτας αυτής με το αίμα, που θα είναι πλησίον εις την θύραν. Κανείς δε από σας δεν θα βγη από την θύραν του σπιτιού του μέχρι της πρωΐας. 22 Θὰ πάρετε ἐπίσης καὶ μίαν δεσμίδα ἀπὸ κλαδιὰ ὑσσώπου καὶ ἀφοῦ τὴν βουτήσετε εἰς τὸ αἷμα, ποὺ θὰ τὸ ἔχετε κοντὰ εἰς τὴν θύραν μέσα εἰς δοχεῖον, νὰ ἀλείψετε μὲ τὸ αἷμα αὐτὸ τὸ ἀνώφλι καὶ τὰς δύο παραστάδας τῆς θύρας. Προσέξετε ὅμως νὰ μὴ βγῇ κανείς σας ἀπὸ τὴν θύραν τοῦ σπιτιοῦ του μέχρι τὸ πρωΐ.
23 καὶ παρελεύσεται Κύριος πατάξαι τοὺς Αἰγυπτίους καὶ ὄψεται τὸ αἷμα ἐπὶ τῆς φλιᾶς καὶ ἐπ᾿ ἀμφοτέρων τῶν σταθμῶν, καὶ παρελεύσεται Κύριος τὴν θύραν καὶ οὐκ ἀφήσει τὸν ὀλοθρεύοντα εἰσελθεῖν εἰς τὰς οἰκίας ὑμῶν πατάξαι. 23 Διότι θα διέλθη ο Κυριος και θα θανατώση τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων. Θα ίδη δε το αίμα στο ανώφλιον και στους δύο παραστάτας της θύρας και θα προσπεράση ο Κυριος την θύραν σας. Δεν θα αφήση τον εξολοθρευτήν άγγελον να εισέλθη εις τας οικίας σας και να πλήξη δια θανάτου. 23 Πρόκειται νὰ περάσῃ ὁ Κύριος ἀπὸ τὰ σπίτια, διὰ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς Αἰγυπτίους. Καὶ θὰ ἰδῇ τὸ αἷμα, ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὸ ἀνώφλι καὶ τὰ δύο πρεβάζια τῆς θύρας καὶ θὰ προσπεράσῃ τὴν θύραν ἐκείνην ὁ Κύριος καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἄγγελον, ποὺ θὰ ἔχῃ ἀναλάβει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς τιμωρίας, νὰ ἐμβῇ εἰς τὰ σπίτια σας καὶ νὰ θανατώσῃ τὰ πρωτότοκά σας.
24 καὶ φυλάξασθε τὸ ρῆμα τοῦτο νόμιμον σεαυτῷ, καὶ τοῖς υἱοῖς σου ἕως αἰῶνος. 24 Θα φυλάξετε αυτήν την εντολήν ως νόμον απαράβατον δια τον εαυτόν σας και τους απογόνους σας στους αιώνας. 24 Προσέξατε! Πρέπει νὰ τηρήσετε τὴν ἐντολὴν αὐτὴν ὡς νόμον αἰώνιον διὰ σᾶς καὶ τοὺς ἀπογόνους σας.
25 ἐὰν δὲ εἰσέλθητε εἰς τὴν γῆν, ἣν ἂν δῷ Κύριος ὑμῖν, καθότι ἐλάλησε, φυλάξασθε τὴν λατρείαν ταύτην. 25 Οταν δε εισέλθετε εις την γην, την οποίαν ο Κυριος, καθώς έχει υποσχεθή, θα σας δώση, θα φυλάξετε την εορτήν αυτήν. 25 Τότε δὲ ποὺ θὰ ἐμβῆτε εἰς τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν ὁπωσδήποτε θὰ σᾶς χαρίσῃ ὁ Κύριος, ἐφ’ ὅσον τὸ εἶπεν Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἀπολύτως ἀξιόπιστος, νὰ τηρήσετε ἐπακριβῶς τὸ τυπικὸν αὐτῆς τῆς ἑορτῆς.
26 καὶ ἔσται ἐὰν λέγωσι πρὸς ὑμᾶς οἱ υἱοὶ ὑμῶν· τίς ἡ λατρεία αὕτη; 26 Οταν δε σας ερωτούν τα παιδιά σας, τι είναι και τι σημαίνει αυτή η εορτή; 26 Καὶ ὅταν θὰ σᾶς ἐρωτοῦν τὰ παιδιά σας: Τί νόημα ἔχει αὐτὴ ἡ ἑορτή;
27 καὶ ἐρεῖτε αὐτοῖς· θυσία τὸ πάσχα τοῦτο Κυρίῳ, ὡς ἐσκέπασε τοὺς οἴκους τῶν υἱῶν ᾿Ισραὴλ ἐν Αἰγύπτῳ, ἡνίκα ἐπάταξε τοὺς Αἰγυπτίους, τοὺς δὲ οἴκους ἡμῶν ἐρρύσατο. καὶ κύψας ὁ λαὸς προσεκύνησε. 27 Θα απαντήσετε εις αυτά· το Πασχα τούτο είναι θυσία προς τον Κυριον, ο οποίος επροστάτευσε τας οικογενείας των Ισραηλιτών εις την Αίγυπτον, όταν εθανάτωσε τα πρωτότοκα των Αιγυπτίων, τας δε ιδικάς μας οικογενείας επροφύλαξεν από τον όλεθρον”. Ηκουσεν αυτά ο λαός, έσκυψαν με ευλάβειαν και με ευγνωμοσύνην προσεκύνησαν τον Κυριον. 27 Θὰ ἀπαντᾶτε εἰς αὐτά: «Τὸ Πάσχα αὐτὸ εἶναι θυσία πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ἐσκέπασε καὶ ἐπροστάτευσε τὰς οἰκογενείας τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅταν ἐθανάτωσε μὲν τὰ πρωτοτόκα τῶν Αἰγυπτίων, ἐλύτρωσε δὲ τὰς ἰδικάς μας οἰκογενείας». Τότε οἱ Ἰσραηλῖται ἔσκυψαν καὶ προσεκύνησαν μὲ εὐλάβειαν καὶ εὐγνωμοσύνην τὸν Κύριον.
28 καὶ ἀπελθόντες ἐποίησαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ καθὰ ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ καὶ ᾿Ααρών, οὕτως ἐποίησαν. 28 Απεχώρησαν οι Ισραηλίται και έκαμαν όσα είχε διατάξει ο Κυριος στον Μωϋσήν και τον Ααρών. Ετσι ακριβώς έκαμαν. 28 Ἀφοῦ δὲ ἔφυγαν ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου τοὺς εἶχε συγκεντρώσει ὁ Μωϋσῆς, ἔκαναν οἱ Ἰσραηλῖται ὅ,τι διέταξεν ὁ Κύριος εἰς τὸν Μωϋσῆν καὶ τὸν Ἀαρών. Ἔκαναν ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶπε.
29 ᾿Εγενήθη δὲ μεσούσης τῆς νυκτὸς καὶ Κύριος ἐπάταξε πᾶν πρωτότοκον ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, ἀπὸ πρωτοτόκου Φαραὼ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου ἕως πρωτοτόκου τῆς αἰχμαλωτίδος τῆς ἐν τῷ λάκκῳ καὶ ἕως πρωτοτόκου παντὸς κτήνους. 29 Οταν δε ήλθε το μεσονύκτιον της νυκτός εκείνης, εκτύπησεν ο Κυριος δια θανάτου κάθε πρωτότοκον εις την χώραν της Αιγύπτου, από το πρωτότοκον του Φαραώ που κάθεται στον θρόνον, έως το πρωτότοκον της αιχμαλώτου που είναι φυλακισμένη στον λάκκον, μέχρι και του πρωτοτόκου παντός κτήνους. 29 Ὅταν ἦλθε λοιπὸν τὸ μεσονύκτιον ποὺ ὥρισεν ὁ Θεός, ἐθανάτωσεν ὁ Κύριος κάθε πρωτότοκον εἰς τὴν Αἴγυπτον ἀπὸ τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ τοῦ Φαραώ, ποὺ κάθεται εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον του, μέχρι τοῦ πρωτοτόκου τῆς τελευταίας αἰχμαλώτου γυναικός, ποὺ εἶναι φυλακισμένη βαθειὰ εἰς σκοτεινὴν φυλακὴν καὶ ἕως τοῦ πρωτοτόκου κάθε κτήνους.
30 καὶ ἀναστὰς Φαραὼ νυκτὸς καὶ οἱ θεράποντες αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ Αἰγύπτιοι καὶ ἐγενήθη κραυγή μεγάλη ἐν πάσῃ γῇ Αἰγύπτῳ· οὐ γὰρ ἦν οἰκία, ἐν ᾗ οὐκ ἦν ἐν αὐτῇ τεθνηκώς. 30 Κατά την νύκτα εκείνην ηγέρθη ο Φαραώ και όλοι οι αυλικοί αυτού και όλοι οι Αιγύπτιοι και έγινε μεγάλη γοερά κραυγή εις όλην την χώραν της Αιγύπτου, διότι δεν υπήρχεν οικία, όπου δεν κατέκειτο και ένας νεκρός. 30 Ἐξύπνησε τότε καὶ ἐσηκώθη μέσα εἰς τὴν νύκτα ὁ Φαραὼ καὶ μαζί του ἐξύπνησαν καὶ οἱ αὐλικοί του καὶ ὅλοι οἱ Αἰγύπτιοι. Ἔγινε δὲ κραυγὴ μεγάλη, θρῆνος καὶ ὀδυρμὸς εἰς ὅλην τὴν Αἴγυπτον, διότι δὲν ὑπῆρχε σπίτι, ποὺ νὰ μὴ εἶχε μέσα του νεκρόν.
31 καὶ ἐκάλεσε Φαραὼ Μωυσῆν καὶ ᾿Ααρὼν νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἀνάστητε καὶ ἐξέλθετε ἐκ τοῦ λαοῦ μου καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ υἱοὶ ᾿Ισραήλ· βαδίζετε καὶ λατρεύσατε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν, καθὰ λέγετε· 31 Ο Φαραώ εκάλεσε κατά την νύκτα τον Μωϋσήν και τον Ααρών και τους είπε· “σηκωθήτε και φύγετε εκ μέσου του λαού μου και σεις και όλοι οι Ισραηλίται. Πηγαίνετε και λατρεύσατε Κυριον τον Θεόν σας, όπως είπατε. 31 Καὶ ἐκάλεσεν ἀμέσως κατὰ τὴν ἰδίαν νύκτα ὁ Φαραὼ τὸν Μωϋσῆν καὶ τὸν Ἀαρὼν καὶ τοὺς εἶπε: «Σηκωθῆτε καὶ φύγετε μέσα ἀπὸ τὴν χώραν μου καὶ τὸν λαόν μου καὶ σεῖς καὶ ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται. Πηγαίνετε καὶ λατρεύσατε Κύριον τὸν Θεόν σας, ὅπως τὸ εἴπατε.
32 καὶ τὰ πρόβατα καὶ τοὺς βόας ὑμῶν ἀναλαβόντες πορεύεσθε, εὐλογήσατε δὲ κἀμέ. 32 Παρετε μαζή σας τα πρόβατα και τα βόδια σας και πηγαίνετε· προσευχηθήτε δε και υπέρ εμού”. 32 Πάρετε μαζί σας καὶ τὰ πρόβατα καὶ τὰ βόδια σας καὶ φύγετε. Εὐχηθῆτε ὅμως καὶ εὐλογήσατε καὶ ἐμὲ οὕτως, ὥστε νὰ μὴ πάθω χειρότερα.
33 καὶ κατεβιάζοντο οἱ Αἰγύπτιοι τὸν λαὸν σπουδῇ ἐκβαλεῖν αὐτοὺς ἐκ τῆς γῆς· εἶπαν γάρ, ὅτι πάντες ἡμεῖς ἀποθνήσκομεν. 33 Και οι Αιγύπτιοι επιμόνως εβίαζον τους Ισραηλίτας να φύγουν όσον το δυνατόν συντομώτερον από την χώραν των, διότι έλεγον· “αν δεν φύγουν αυτοί από την Αίγυπτον, ημείς όλοι θα αποθάνωμεν”. 33 Οἱ δὲ Αἰγύπτιοι ἐπίεζαν τοὺς Ἰσραηλίτας, διὰ νὰ βιασθοῦν καὶ νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν χώραν τὸ ταχύτερον. Διότι ἔλεγαν, «δὲν θὰ μείνῃ ζωντανὸς κανείς μας, ὅλοι μας θὰ ἀποθάνωμεν».
34 ἀνέλαβε δὲ ὁ λαὸς τὸ σταῖς αὐτῶν πρὸ τοῦ ζυμωθῆναι τὰ φυράματα αὐτῶν ἐνδεδεμένα ἐν τοῖς ἱματίοις αὐτῶν ἐπὶ τῶν ὤμων. 34 Ο ισραηλιτικός λαός χωρίς αργοπορίαν έσπευσε να αναχωρήση. Και εν τη βία των ετύλιξαν εις τα ιμάτιά των το ζυμάρι πριν ακόμη αυτό ζυμωθή με την ζύμην, το εφορτώθησαν στους ώμους των και εξεκίνησαν. 34 Τότε οἱ Ἰσραηλῖται ἐπῆραν τὸ ζυμάρι ποὺ ἐτοίμαζαν διὰ ψωμί, πρὶν ἀκόμη προλάβουν νὰ ζυμωθοῦν καὶ νὰ ἐτοιμασθοῦν τὰ ψωμιά, καὶ ὅπως ἦσαν ἀζύμωτα τὰ ἐτύλιξαν βιαστικὰ μὲ τὰ ἐνδύματά των καὶ τὰ ἔβαλαν εἰς τοὺς ὤμους των.
35 οἱ δὲ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἐποίησαν καθὰ συνέταξεν αὐτοῖς Μωυσῆς, καὶ ᾔτησαν παρὰ τῶν Αἰγυπτίων σκεύη ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ καὶ ἱματισμόν· 35 Οι Ισραηλίται έκαμαν προηγουμένως όπως τους είχε συμβουλεύσει ο Μωϋσής· εζήτησαν δηλαδή από τους Αιγυπτίους αργυρά και χρυσά σκεύη, όπως επίσης και ιματισμόν. 35 Οἱ Ἰσραηλῖται ἔκαναν ἐπίσης καὶ αὐτό, ποὺ τοὺς εἶχεν εἰπεῖ ὁ Μωυσῆς: Ἐζήτησαν δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους σκεύη ἀσημένια καὶ χρυσᾶ, καθὼς καὶ ἐνδύματα.
36 καὶ ἔδωκε Κύριος τὴν χάριν τῷ λαῷ αὐτοῦ ἐναντίον τῶν Αἰγυπτίων, καὶ ἔχρησαν αὐτοῖς· καὶ ἐσκύλευσαν τοὺς Αἰγυπτίους. 36 Ο δε Κυριος έδωκε κάποιαν ιδιαιτέραν χάριν στον λαόν του ενώπιον των Αιγυπτίων, και οι Αιγύπτιοι προθύμως έδωκαν εις αυτούς ο,τι τους είχαν ζητήσει. Ετσι δε οι Ισραηλίται επήραν μαζή των, ωσάν λάφυρα, πολλά αντικείμενα αξίας από τους Αιγυπτίους. 36 Ὁ δὲ Κύριος ἔδωσε χάριν εἰς τὸν λαόν του ἐνώπιον τῶν Αἰγυπτίων καὶ τοὺς ἐφέρθησαν μὲ καλὴν διάθεσιν. Τοὺς ἔδωσαν ὅσα ἐζήτησαν καὶ ἔτσι οἱ Ἰσραηλῖται ἐλαφυραγώγησαν τοὺς Αἰγυπτίους.
37 ᾿Απάραντες δὲ οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἐκ Ραμεσσῆ εἰς Σοκχώθ εἰς ἑξακοσίας χιλιάδας πεζῶν, οἱ ἄνδρες, πλὴν τῆς ἀποσκευῆς, 37 Εξεκίνησαν λοιπόν οι Ισραηλίται από την περιοχήν Ραμεσσή και ήλθον εις Σοκχώθ. Οι άνδρες, οι οποίοι απετέλουν τον πεζικόν στρατόν, ήσαν εξακόσιαι χιλιάδες, πλην, φυσικά, των παιδιών και του αμάχου πληθυσμού. 37 Καὶ ἀφοῦ ἐξεκίνησαν οἱ Ἰσραηλῖται ἀπὸ τὴν πόλιν Ραμεσσῆ, ἐπῆραν κατεύθυνση πρὸς τὴν πόλιν Σοκχώθ. Ἦσαν ἑξακόσιαι χιλιάδες πεζοὶ μάχιμοι ἂνδρες, πλὴν τῶν ὑπολοίπων μελῶν τῆς οἰκογενείας καθενός.
38 καὶ ἐπίμικτος πολὺς συνανέβη αὐτοῖς καὶ πρόβατα καὶ βόες καὶ κτήνη πολλὰ σφόδρα. 38 Μαζή με τους Ισραηλίτας έφυγε και άλλος ανάμικτος λαός από Αιγυπτίους και ετέρους αλλοεθνείς. Παρέλαβον δε οι Ισραηλίται μαζή των και τα πρόβατα και τα βόδια και τα κτήνη των, κοπάδια πολλά. 38 Μαζί των ἠκολούθησαν καὶ ἕνα ἀνάμικτον πλῆθος ἀνθρώπων ξένων καὶ ἐντοπίων, ποὺ ὑπέφεραν εἰς τὴν Αἴγυπτον ὅπως οἱ Ἰσραηλῖται. Εἶχαν μαζί των ἐπίσης πρόβατα καὶ βόδια καὶ ἄλλα ζῶα, κοπάδια ἀναρίθμητα.
39 καὶ ἔπεψαν τὸ σταῖς, ὃ ἐξήνεγκαν ἐξ Αἰγύπτου, ἐγκρυφίας ἀζύμους· οὐ γὰρ ἐζυμώθη· ἐξέβαλον γὰρ αὐτοὺς οἱ Αἰγύπτιοι, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν ἐπιμεῖναι οὐδὲ ἐπισιτισμὸν ἐποίησαν ἑαυτοῖς εἰς τὴν ὁδόν. 39 Εζύμωσαν δε εις Σοκχώθ τα προζύμια, που είχαν πάρει μαζή των από την Αίγυπτον και έψησαν λαγάνες εις την φωτιάν. Το φύραμα δεν είχε υποστή ζύμωσιν την ώραν, που οι Αιγύπτιοι τους εξηνάγκασαν να φύγουν, αυτοί δε δεν ημπορούσαν να παραμείνουν ώστε να ζυμώσουν αυτό, ούτε δε και επρόλαβαν να παραλάβουν τρόφιμα δια τον δρόμον των. 39 Ἀπὸ τὸ ζυμάρι ποὺ ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον ἔφτιασαν καὶ ἔψησαν λαγάνες, διότι δεν εἶχε προλάβει νὰ ζυμωθῇ. Ἐπειδὴ οἱ Αἰγύπτιοι τοὺς ἐπίεσαν νὰ ἀναχωρήσουν γρήγορα, δεν ἠμπόρεσαν νὰ περιμένουν μέχρι νὰ ζυμωθῇ, ἀλλ’ οὔτε ἐπρόλαβαν νὰ πάρουν μαζί των καὶ τρόφιμα, ὥστε νὰ ἔχουν διὰ τὸν δρόμον.
40 ἡ δὲ κατοίκησις τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ, ἣν κατῴκησαν ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐν γῇ Χαναάν, ἔτη τετρακόσια τριάκοντα. 40 Ο χρόνος της παραμονής των Ισραηλιτών εις την Αίγυπτον, από τότε που έφυγαν από την Χαναάν, ήσαν τετρακόσια τριάκοντα έτη. 40 Ἡ διάρκεια κατὰ τὴν ὁποίαν παρέμειναν ὡς ξένοι καὶ πάροικοι οἱ Ἰαραηλῖται εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς τὴν Χαναὰν ἦτο τετρακόσια τριάντα χρόνια.
41 καὶ ἐγένετο μετὰ τὰ τετρακόσια τριάκοντα ἔτη, ἐξῆλθε πᾶσα ἡ δύναμις Κυρίου ἐκ γῆς Αἰγύπτου νυκτός. 41 Επειτα δε από τα τετρακόσια τριάκοντα αυτά έτη εξήλθεν όλος αυτός ο στρατός του Κυρίου από την Αίγυπτον εν καιρώ νυκτός. 41 Ὅταν λοιπὸν συνεπληρώθησαν τὰ τετρακόσια τριάντα χρόνια, ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, ὁ στρατὸς αὐτὸς τοῦ Κυρίου, ἀνεχώρησε κατὰ τὴν νύκτα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον.
42 προφυλακή ἐστι τῷ Κυρίῳ, ὥστε ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου· ἐκείνη ἡ νὺξ αὕτη προφυλακὴ Κυρίῳ, ὥστε πᾶσι τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ εἶναι εἰς γενεὰς αὐτῶν. 42 Αγρυπνοι κατά διαταγήν του Κυρίου έμειναν οι Ισραηλίται κατά την νύκτα εκείνην, κατά την οποίαν ο Θεός τους εξήγαγεν από την Αίγυπτον. Νυξ αγρυπνίας θα είναι η ημερομηνία αυτή στο μέλλον χάριν του Κυρίου, ώστε όλοι οι Ισραηλίται να την τιμούν ως εορτήν εις όλας αυτών τας γενεάς. 42 Ἡ νύκτα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔβγαλεν ὁ Κύριος μὲ ἄγρυπνον φροντίδα τοὺς Ἰσραηλίτας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, θὰ εἶναι εἰς τὸ ἑξῆς νύκτα ἀγρυπνίας πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου. Θὰ ὁρισθῇ, ὥστε ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν νὰ τὴν ἐνθυμοῦνται μὲ εὐγνωμοσύνην.
43 Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ ᾿Ααρών· οὗτος ὁ νόμος τοῦ πάσχα· πᾶς ἀλλογενὴς οὐκ ἔδεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· 43 Ο Κυριος είπε τότε στον Μωϋσήν και τον Ααρών· “αυτός είναι ο νόμος του Πασχα· κανείς αλλοεθνής δεν θα τρώγη από αυτό. 43 Εἶπε δὲ ὁ Κύριος εἰς τὸν Μωϋσῆν καὶ τὸν Ἀαρών: «Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος διὰ τὸ Πάσχα: Κανεὶς μὴ Ἰσραηλίτης δὲν θὰ φάγῃ ἀπὸ αὐτό.
44 καὶ πάντα οἰκέτην ἢ ἀργυρώνητον περιτεμεῖς αὐτόν, καὶ τότε φάγεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· 44 Καθε δούλον η δια χρημάτων αγορασθέντα δούλον θα τον περιτάμης και τότε θα έχη το δικαίωμα να φάγη από τον πασχάλιον αμνόν. 44 Καὶ κάθε δοῦλον, ἢ καθένα ποὺ ἔχει ἀγορασθῆ μὲ χρήματα πρέπει πρῶτον νὰ τὸν ὑποβάλῃς εἰς τὴν περιτομήν, καὶ μόνον τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ φάγῃ ἀπὸ τὸ Πάσχα.
45 πάροικος ἢ μισθωτὸς οὐκ ἔδεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. 45 Ο ξένος, όπως και ο ημερομίσθιος εργάτης δεν θα φάγουν από αυτό. 45 Προσωρινὸς καὶ ξένος κάτοικος, καθὼς καὶ μισθωτὸς δοῦλος δὲν πρέπει νὰ φάγῃ ἀπὸ αὐτό.
46 ἐν οἰκίᾳ μιᾷ βρωθήσεται, καὶ οὐκ ἐξοίσετε ἐκ τῆς οἰκίας τῶν κρεῶν ἔξω· καὶ ὀστοῦν οὐ συντρίψετε ἀπ᾿ αὐτοῦ. 46 Μέσα εις την ιδίαν οικίαν θα φαγωθή και εκτός της οικίας δεν θα εξέλθη κρέας. Δεν θα σπάσετε κανένα οστούν από τον πασχάλιον αμνόν. 46 Πρέπει νὰ φαγωθῇ τὸ πρόβατον μέσα εἰς τὸ σπίτι, ὅπου θὰ προετοιμασθῇ. Δὲν θὰ βγάλετε τίποτε ἀπὸ τὰ κρέατα ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι. Δὲν θὰ σπάσετε ἐπίσης οὔτε ἕνα κόκκαλον ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρόβατον.
47 πᾶσα συναγωγὴ υἱῶν ᾿Ισραὴλ ποιήσει αὐτό. 47 Αυτό θα κάμουν όλοι οι Ισραηλίται. 47 Θὰ ἑορτάζετε τὸ Πάσχα ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἰσραηλῖται.
48 ἐὰν δέ τις προσέλθῃ πρὸς ὑμᾶς προσήλυτος ποιῆσαι τὸ πάσχα Κυρίῳ, περιτεμεῖς αὐτοῦ πᾶν ἀρσενικόν, καὶ τότε προσελεύσεται ποιῆσαι αὐτὸ καὶ ἔσται ὥσπερ καὶ ὁ αὐτόχθων τῆς γῆς· πᾶς ἀπερίτμητος οὐκ ἔδεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. 48 Εάν δε από άλλην τινά χώραν έλθη προς σας ξένος να κάμη το Πασχα Κυρίου, θα περιτάμη κάθε αρσενικόν αυτού και κατόπιν θα προσέλθη να κάμη το Πασχα τούτο με τα ίδια δικαιώματα, που έχει και ο Εβραίος. Αλλά κανείς απερίτμητος δεν θα φάγη από τον αμνόν του Πασχα. 48 Ἐὰν δὲ κάποιος μὴ Ἰσραηλίτης, ποὺ ἐκτιμᾷ ὅμως τὴν θρησκείαν σας, σᾶς πλησιάσῃ, διὰ νὰ ἑορτάσῃ μαζί σας τὸ Πάσχα πρὸς τιμὴν τοῦ Κυρίου, θὰ πρέπῃ νὰ κάνῃς περιτομὴν εἰς κάθε ἀρσενικόν του καὶ τότε θὰ γίνῃ δεκτός, διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Θὰ εἶναι πλέον ἐκεῖνος ὅπως καὶ ὁ ἐκ γενετῆς Ἑβραῖος. Κάθε ἀπερίτμητος ὅμως δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ φάγῃ ἀπὸ τὸ πρόβατον τοῦ Πάσχα.
49 νόμος εἷς ἔσται τῷ ἐγχωρίῳ καὶ τῷ προσελθόντι προσηλύτῳ ἐν ὑμῖν. 49 Ο ίδιος νόμος θα είναι δια τον εντόπιον Εβραίον και δια τον προσελθόντα μεταξύ σας ξένον προς εορτασμόν του Πασχα”. 49 Ἕνας καὶ ὁ ἴδιος νόμος θὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τὸν ἐκ γενετῆς Ἰσραηλίτην καὶ διὰ τὸν ξένον, ποὺ ἐκτιμᾷ τὴν θρησκείαν σας καὶ γίνεται μετὰ τὴν περιτομὴν μέλος τῆς κοινωνίας σας».
50 καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ καθὰ ἐνετείλατο Κύριος τῷ Μωυσῇ καὶ ᾿Ααρὼν πρὸς αὐτούς, οὕτως ἐποίησαν. 50 Οι Ισραηλίται έκαμαν, όπως ο Θεός δια του Μωϋσέως και του Ααρών τους είχε διατάξει. Ετσι ακριβώς έκαμαν. 50 Καὶ οἱ Ἰσραηλῖται ἐνήργησαν συμφώνως πρὸς αὐτά, ποὺ τοὺς διέταξεν ὁ Κύριος διὰ μέσου τοῦ Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἀαρών. Ἔκαναν ἀκριβῶς ὅπως τοὺς εἶπε.
51 καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ἐξήγαγε Κύριος τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραὴλ ἐκ γῆς Αἰγύπτου σὺν δυνάμει αὐτῶν. 51 Κατά την ημέραν εκείνην απηλευθέρωσεν ο Κυριος τους Ισραηλίτας και τους έβγαλεν από την γην της Αιγύπτου με όλην αυτών την δύναμιν. 51 Κατὰ τὴν ἱστορικὴν λοιπὸν ἐκείνην ἡμέραν ὁ Κύριος ἔβγαλεν ἐλευθέρους ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον τοὺς Ἰσραηλίτας μαζὶ μὲ ὅλα, ὅσα διέθεταν.