Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:17
Δύση: 19:17
Σελ. 20 ημ.
269-96
13ος χρόνος, 4971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 (ΙΕ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ᾿Αζαρίας υἱὸς ᾿Ωδήδ, ἐγένετο ἐπ' αὐτὸν πνεῦμα Κυρίου, 1 Πνεύμα Κυρίου ήλθε κατά τον καιρόν εκείνον στον Αζαρίαν, τον υιόν του Ωδήδ. 1 Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἐκυρίευσεν ὅλην τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἀζαρία, υἱοῦ τοῦ Ὠδήδ, τὸν ἐφώτισε, τὸν ἐχαρίτωσε, τὸν εὐλόγησε καὶ τὸν ἱκάνωσεν.
2 καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν ᾿Ασὰ καὶ παντὶ ᾿Ιούδᾳ καὶ Βενιαμὶν καὶ εἶπεν· ἀκούσατέ μου, ᾿Ασὰ καὶ πᾶς ᾿Ιούδα καὶ Βενιαμίν. Κύριος μεθ' ὑμῶν ἐν τῷ εἶναι ὑμᾶς μετ' αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ἐκζητήσητε αὐτόν, εὑρεθήσεται ὑμῖν, καὶ ἐὰν ἐγκαταλίπητε αὐτόν, ἐγκαταλείψει ὑμᾶς. 2 Εξήλθεν αυτός να προϋπαντήση τον Ασά και όλους τους άνδρας της φυλής του Ιούδα και του Βενιαμίν και είπεν· “ακούσατέ με, Ασά και όλοι οι Ιουδαίοι και οι της φυλής Βενιαμίν. Ο Κυριος είναι μαζή σας, διότι και σεις είσθε μαζή με αυτόν. Εάν σεις εξακολουθήσετε να καταφεύγετε προς αυτόν και να τον λατρεύετε, και αυτός θα ευρίσκεται μαζή σας. Εάν όμως σστον εγκαταλείψετε, και αυτός θα σας εγκαταλείψη. 2 Ἐβγῆκε δὲ ὁ Ἀζαρίας εἰς προυπάντησιν τοῦ Ἀσὰ καὶ ὅλων τῶν ἀνδρῶν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμὶν καὶ τοὺς εἶπεν: «Ἀκοῦστε μέ, Ἀσὰ καὶ ὅλοι σεῖς, λαὸς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν! Ὁ Κύριος εἶναι μαζί σας, ὅσον χρόνον εἶσθε καὶ σεῖς μαζί του. Ἐὰν συνεχίσετε νὰ ζητῆτε μὲ πόθον πολὺν τὴν βοήθειαν καὶ τὴν προστασίαν του, θὰ σᾶς ἀποκαλυφθῇ καὶ θὰ σᾶς δεχθῇ· ἐὰν ὅμως τὸν ἐγκαταλείψετε, θὰ σᾶς ἐγκαταλείψῃ καὶ αὐτὸς καὶ θὰ σᾶς ἀποδοκιμάσῃ.
3 καὶ ἡμέραι πολλαὶ τῷ ᾿Ισραὴλ ἐν οὐ θεῷ ἀληθινῷ καὶ οὐχ ἱερέως ὑποδεικνύοντος καὶ ἐν οὐ νόμῳ· 3 Επί πολύ όμως χρονικόν διάστημα Οι Ισραηλίται θα είναι χωρίς τον αληθινόν Θεόν, χωρίς ιερέα να τους διδάσκη, χωρίς Νομον. 3 Ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔζησε χωρὶς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ χωρὶς ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι νὰ τοῦ διδάσκουν τὸν Νόμον, καὶ χωρὶς Νόμον.
4 καὶ ἐπιστρέψει αὐτοὺς ἐπὶ Κύριον Θεὸν ᾿Ισραήλ, καὶ εὑρεθήσεται αὐτοῖς. 4 Η θλίψις όμως θα επαναφέρη αυτούς προς Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ και ο Κυριος θα ευρεθή πάλιν μαζή τους. 4 Ἀλλ’ ὅταν ἐπιστρέφουν εἰς τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ, ἐπειδὴ τοὺς εὑρῆκε θλῖψις καὶ συμφορά, ὁ Κύριος θὰ τοὺς ἀποκαλυφθῇ, ὥστε νὰ τὸν εὔρουν.
5 καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ οὐκ ἔστιν εἰρήνη τῷ ἐκπορευομένῳ καὶ τῷ εἰσπορευομένῳ, ὅτι ἔκστασις Κυρίου ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὰς χώρας. 5 Κατά τον καιρόν όμως εκείνον δεν θα υπάρχη ειρήνη και ασφάλεια εις καθένα, που θα περιοδεύη ανά την χώραν αυτήν, διότι κάποιος θείος τρόμος θα επιπέση εις όλους τους κατοίκους των χωρών αυτών. 5 Κατὰ τοὺς χρόνους ὅμως ἐκείνους τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τὸν Θεὸν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀσφάλεια διὰ τοὺς πολίτας, καθὼς θὰ ἐξέρχωνται καὶ θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὶς ἐργασίες των, διότι φρίκη καὶ θεῖος τρόμος θὰ κυριεύσῃ ὅλους, ὅσοι κατοικοῦν εἰς τὶς χῶρες αὐτές.
6 καὶ πολεμήσει ἔθνος πρὸς ἔθνος καὶ πόλις πρὸς πόλιν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐξέστησεν αὐτοὺς ἐν πάσῃ θλίψει. 6 Το ένα έθνος θα πολεμή εναντίον του άλλου έθνους και η μία πόλις εναντίον της άλλης πόλεως, διότι ο Θεός θα τους έχη κτυπήσει με θλίψεις κάθε είδους. 6 Τότε τὸ ἕνα ἔθνος θὰ πολεμῇ ἐναντίον τοῦ ἄλλου ἔθνους καὶ ἡ μία πόλις θὰ ἐπιπέσῃ ἐναντίον τῆς ἄλλης, διότι ὁ Θεὸς ἐπροκάλεσε σύγχυσιν, ταραχὴν καὶ τρόμον μεταξύ των μὲ κάθε εἴδους θλῖψιν καὶ δυστυχίαν.
7 καὶ ὑμεῖς ἰσχύσατε, καὶ μὴ ἐκλυέσθωσαν αἱ χεῖρες ὑμῶν, ὅτι ἔστι μισθὸς τῇ ἐργασίᾳ ὑμῶν. 7 Σεις όμως να φανήτε γενναίοι και αι χείρες σας ας μη παραλύσουν, διότι εις την εργασίαν σας θα δοθή η πρέπουσα αμοιβή”. 7 Σεῖς ὅμως λάβετε δύναμιν, φανῆτε ἀνδρεῖοι, μὴ ἀποθαρρυνθῆτε· καὶ τὰ χέρια σας ἂς μὴ ἑξασθενήσουν καὶ ἂς μὴ παραλύσουν, διότι ἡ ἐργασία σας θὰ ἀνταμειφθῇ».
8 καὶ ἐν τῷ ἀκοῦσαι τοὺς λόγους τούτους καὶ τὴν προφητείαν ᾿Αδὰδ τοῦ προφήτου καὶ κατίσχυσε καὶ ἐξέβαλε τὰ βδελύγματα ἀπὸ πάσης τῆς γῆς ᾿Ιούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ ἀπὸ τῶν πόλεων, ὧν κατέσχεν ῾Ιεροβοὰμ ἐν ὄρει ᾿Εφραίμ, καὶ ἐνεκαίνισε τὸ θυσιαστήριον Κυρίου, ὃ ἦν ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ Κυρίου. 8 Οταν οι Ιουδαίοι, και μάλιστα ο Ασά, ήκουσε τους λόγους αυτούς και την προφητείαν του προφήτου Αδάδ, ενισχύθη ακόμη περισσότερον και εξεδίωξε τα βδελυρά ειδωλολατρικά αγάλματα από όλην την χώραν της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν και από τας πόλεις, τας οποίας είχε προηγουμένως καταλάβει ο Ιεροβοάμ εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής του Εφραίμ. Επεσκεύασε δε και ενεκαινίασε το θυσιαστήριον του Κυρίου, το οποίον ευρίσκετο εμπρός του ναού του Κυρίου εις την Ιερουσαλήμ. 8 Ὅταν ὁ Ἀσὰ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τὴν προφητείαν τοῦ προφήτου Ἀδάδ, ἐνισχύθη καὶ ἐνεθαρρύνθῃ· καὶ ἐξέβαλε τὰ σιχαμερὰ εἴδωλα ἀπὸ ὅλην τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμὶν καὶ ἀπὸ τὶς πόλεις, τὶς ὁποῖες εἶχε καταλάβει ὁ Ἱεροβοὰμ εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς τοῦ Ἐφραίμ. Ἐπίσης ἐνεκαινίασε (κατ' ἄλλην γραφήν: «Ἀνεκαίνισε»=ἐξεκαινούργωσε) τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Ναοῦ, ἐμπρὸς εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου.
9 καὶ ἐξεκκλησίασε τὸν ᾿Ιούδαν καὶ Βενιαμὶν καὶ τοὺς προσηλύτους τοὺς παροικοῦντας μετ' αὐτοῦ ἀπὸ ᾿Εφραὶμ καὶ ἀπὸ Μανασσῆ καὶ ἀπὸ Συμεών, ὅτι προσετέθησαν πρὸς αὐτὸν πολλοὶ τοῦ ᾿Ισραὴλ ἐν τῷ ἰδεῖν αὐτούς, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ μετ' αὐτοῦ. 9 Συνεκέντρωσεν όλους τους άνδρας της φυλής Ιούδα και της φυλής Βενιαμίν, όπως επίσης και τους ξένους, οι οποίοι παρεπιδημούσαν με αυτούς, από τας φυλάς Εφραίμ, Μανασσή και Συμεών, διότι πολλοί είχαν προστεθή προς αυτόν, όταν αυτοί είδαν ότι Κυριος ο Θεός ήτο μαζή του. 9 Ὁ Ἀσὰ συνεκέντρωσεν ὅλον τὸν λαὸν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμὶν καὶ τοὺς ξένους (=τοὺς μὴ Ἰουδαίους), οἱ ὁποῖοι ἑκατοικοῦσαν εἰς τὸ βασίλειόν του ἀπὸ τὶς φυλὲς τοῦ Ἐφραίμ, τοῦ Μανασσῆ καὶ τοῦ Συμεών· διότι πολλοὶ ἀπὸ τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ εἶχαν προστεθῇ εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα, ὅταν εἶδαν ὅτι ὁ Κύριος, ὁ Θεός του, ἦταν μαζί του.
10 καὶ συνήχθησαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἐν τῷ μηνὶ τῷ τρίτῳ ἐν τῷ ἔτει τῷ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς βασιλείας ᾿Ασά. 10 Αυτοί συνεκεντρώθησαν εις την Ιερουσαλήμ κατά τον τρίτον μήνα του δεκάτου πέμπτου έτους της βασιλείας του Ασά. 10 Αὐτοὶ συνεκεντρώθησαν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν τρίτον μῆνα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ θρησκευτικοῦ ἔτους (=τὸν Σιβάν, ὁ ὁποῖος ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν ἰδικόν μας Μάϊον - Ἰούνιον), κατὰ τὸ 15ον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἀσά.
11 καὶ ἔθυσε τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπὸ τῶν σκύλων, ὧν ἤνεγκαν, μόσχους ἑπτακοσίους καὶ πρόβατα ἑπτακισχίλια. 11 Ο Ασά προσέφερε θυσίαν προς τον Κυριον κατά την ημέραν εκείνην, από τα λάφυρα, τα οποία είχαν φέρει εις την Ιερουσαλήμ, επτακοσίους μόσχους και επτά χιλιάδες πρόβατα. 11 Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Ἀσὰ προσέφερε θυσίαν εἰς τὸν Κύριον ἀπὸ τὰ λάφυρα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν οἱ στρατιῶται του, ἑπτακόσια (700) μοσχάρια καὶ ἑπτὰ χιλιάδες (7.000) πρόβατα.
12 καὶ διῆλθεν ἐν διαθήκῃ ζητῆσαι Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς αὐτῶν· 12 Ανέλαβε την υποχρέωσιν δια διαθήκης να καταφεύγουν οι Ιουδαίοι προς Κυριον τον Θεόν των πατέρων των και να λατρεύουν αυτόν με όλην των την καρδίαν και με όλην των την ψυχήν. 12 Κατόπιν ὁ Ἀσὰ ἔδωκεν ἐπίσημον ὑπόσχεσιν μὲ ὅρκον καὶ συνεφώνησε μὲ τὸν λαόν του νὰ ζητοῦν μὲ πόθον πολὺν καὶ νὰ λατρεύουν τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τῶν πατέρων των, μὲ ὅλην τὴν καρδία των, ὥστε αὐτὸν ἐξ ὁλοκλήρου νὰ ποθοῦν, καὶ μὲ ὅλην τὴν ψυχήν των, ὥστε ὁλόκληρον τὸ ἐσωτερικόν των εἰς Αὐτὸν να εἶναι παραδομένον.
13 καὶ πᾶς, ὃς ἐὰν μὴ ἐκζητήσῃ τὸν Κύριον Θεὸν τοῦ ᾿Ισραήλ, ἀποθανεῖται ἀπὸ νεωτέρου ἕως πρεσβυτέρου, ἀπὸ ἀνδρὸς ἕως γυναικός. 13 Καθε δε Ιουδαίος, ο οποίος δεν θα ελάτρευε Κυριον τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού, θα εφονεύετο, από τον νεώτερον έως τον μεγαλύτερον, από άνδρα έως γυναίκα. 13 Καὶ οἱοσδήποτε Ἰουδαῖος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ζητήσῃ μὲ πόθον πολὺν καὶ δὲν θὰ λατρεύσῃ τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ, θὰ φονεύεται, ἀπὸ τὸν νεώτερον μέχρι τὸν πρεσβύτερον καὶ ἀπὸ ἄνδρα μέχρι γυναῖκα.
14 καὶ ὤμοσαν ἐν Κυρίῳ ἐν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ἐν σάλπιγξι καὶ ἐν κερατίναις. 14 Ολοι ωρκίσθησαν στον Κυριον με φωνήν μεγάλην, καθ' ον χρόνον ηχούσαν αι ιεραί κεράτιναι σάλπιγγες. 14 Καὶ ὡρκίσθησαν εἰς τὸν Κύριον μὲ φωνὴν δυνατὴν καὶ μὲ τὴν συνοδείαν σαλπισμάτων ἀπὸ τὶς ἱερὲς σάλπιγγες καὶ τὶς κεράτινες σάλπιγγες.
15 καὶ ηὐφράνθησαν πᾶς ᾿Ιούδα περὶ τοῦ ὅρκου, ὅτι ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ὤμοσαν καὶ ἐν πάσῃ θελήσει ἐζήτησαν αὐτόν, καὶ εὑρέθη αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε Κύριος αὐτοῖς κυκλόθεν. 15 Ολοι οι Ιουδαίοι ευφράνθησαν δια τον όρκον, που είχαν δώσει, διότι ωρκίσθησαν με όλην των την ψυχήν και με όλην την θέλησίν των να λατρεύουν τον Θεόν. Ο δε Κυριος ήλθε βοηθός εις αυτούς, τους ανέπαυσε και τους περιεφρούρησεν από τους γύρω εχθρούς. 15 Καὶ ἐγέμισεν ἀπὸ χαρὰν καὶ εὐφροσύνην ὅλος ὁ λαὸς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα διὰ τὸν ὅρκον, ποὺ ἔδωκαν εἰς τὸν Θεόν. Διότι ὡρκίσθησαν μὲ ὅλην τὴν ψυχήν των καὶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς θελήσεώς των ἐπόθησαν καὶ ἐλάτρευσαν Αὐτόν. Ὁ δὲ Κύριος ἐδέχθη τὴν διαθήκην καὶ τὸν ὅρκον τοῦ λαοῦ του, τοὺς ἀπεκαλύφθη καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν των καὶ τοὺς ἀνέπαυσε μὲ εἰρήνην, διότι τοὺς ἐπροστάτευσεν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐκύκλωναν.
16 καὶ τὴν Μααχὰ τὴν μητέρα αὐτοῦ μετέστησε τοῦ μὴ εἶναι τῇ ᾿Αστάρτῃ λειτουργοῦσαν καὶ κατέκοψε τὸ εἴδωλον καὶ κατέκαυσεν ἐν χειμάρρῳ Κέδρων. 16 Ο Ασά και αυτήν ακόμη την μητέρα του την Μααχά καθήρεσεν από το αξίωμα της βασιλομήτορος και την εξετόπισε, δια να μη είναι πλέον λειτουργός εις την θεάν Αστάρτην. Το δε είδωλον αυτό της θεάς το κατέκοψε και το κατέκαυσεν στον χείμαρρον των Κέδρων. 16 Ἀκόμη ὁ Ἀσὰ ἀφήρεσεν ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ Μααχὰ κάθε ἐξουσίαν καὶ τὴν καθήρεσεν ἀπὸ βασιλομήτορα, διὰ νὰ μὴ λειτουργῇ καὶ νὰ μὴ προσφέρῃ θυσίαν εἰς τὴν θέαν Ἀστάρτην ἐκατακομμάτιασε δὲ τὸ εἴδωλον τῆς θεᾶς αὐτῆς καὶ τὸ ἔκαυσεν εἰς τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων.
17 πλὴν τὰ ὑψηλὰ οὐκ ἀπέστησαν, ἔτι ὑπῆρχεν ἐν τῷ ᾿Ισραήλ· ἀλλ' ἡ καρδία ᾿Ασὰ ἐγένετο πλήρης πάσας τὰς ἡμέρας αὐτοῦ. 17 Αλλά τους υψηλούς λατρευτικούς τόπους δεν τους κατήργησαν οι Ιουδαίοι και έτσι αυτοί υπήρχον ακόμη εν μέσω του ισραηλιτικού λαού. Η καρδιά όμως του Ασά εδόθη εξ ολοκλήρου προς τον Θεόν όλας τας ημέρας της ζωής του. 17 Ὅμως δὲν κατέστρεψαν τὰ εἰδωλολατρικὰ ἱερά, ποὺ ὑπῆρχαν εἰς τὰ ὑψώματα τῆς χώρας, διὰ τοῦτο αὐτὰ συνέχιζαν νὰ ὑφίστανται εἰς τὸν Ἰσραήλ. Ἐν τούτοις ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀσὰ παρέμενεν ἐξ ὁλοκλήρου πιστὴ καὶ ἀφωσιωμένη εἰς τὸν Θεὸν καθ' ὅλην τὴν διαρκειαν τῆς ζωῆς του.
18 καὶ εἰσήνεγκε τὰ ἅγια Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ τὰ ἅγια οἴκου τοῦ Θεοῦ, ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ σκεύη. 18 Ο Ασά ετοποθέτησεν στον ναόν όλα τα αφιερώματα του προπάτορός του Δαυίδ και τα αφιερώματα γενικώς τα προοριζόμενα δια τον ναόν του Θεού, αργύριον και χρυσίον και ιερά σκεύη. 18 Ὁ Ἀσὰ ἔφερε καὶ κατέθεσεν εἰς τὸν Ναὸν τὰ ἀφιερώματα τοῦ προπάτορός του Δαβίδ, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ ἀφιερώματα, ποὺ ἀνῆκαν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀσῆμι, τὸ χρυσάφι καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη.
19 καὶ πόλεμος οὐκ ἦν μετ' αὐτοῦ ἕως τοῦ πέμπτου καὶ τριακοστοῦ ἔτους τῆς βασιλείας ᾿Ασά. 19 Πολεμος εναντίον του Ασά δεν έγινε μέχρι του τριακοστού πέμπτου έτους της βασιλείας του. 19 Καὶ πόλεμος δὲν ὑπῆρχεν ἐναντίον τοῦ Ἀσὰ μέχρι τὸ τριακοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς βασιλείας του.