Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:17
Δύση: 19:17
Σελ. 20 ημ.
269-96
13ος χρόνος, 4971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 (ΙΓ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΕΝ τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας ῾Ιεροβοὰμ ἐβασίλευσεν ᾿Αβιὰ ἐπὶ ᾿Ιούδαν· 1 Ο Αβιά έγινε βασιλεύς στο βασίλειον του Ιούδα κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ. 1 Κάθε ἐντολήν, ποὺ σᾶς παραγγέλλω ἐγὼ σήμερον, θὰ προσέξῃς νὰ τὴν ἐφαρμόζῃς ἐπακριβῶς. Δὲν θὰ προσθέσῃς τίποτε ἄλλο εἰς αὐτήν, οὔτε θὰ ἀφαιρέσῃς κάτι ἀπὸ αὐτήν. Κατὰ τὸ δέκατον ὄγδον ἔτος τῆς βασιλείας τὸν Ἱεροβοάμ (βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραὴλ) ἀνεκηρύχθη βασιλιᾶς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ὁ Ἀβιά (υἱὸς τοῦ Ροβοάμ).
2 τρία ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν ῾Ιερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Μααχὰ θυγάτηρ Οὐριὴλ ἀπὸ Γαβαών. καὶ πόλεμος ἦν ἀνὰ μέσον ᾿Αβιὰ καὶ ἀνὰ μέσον ῾Ιεροβοάμ. 2 Τρία έτη εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Μααχά, ήτο θυγάτηρ του Ουριήλ του καταγομένου από την πόλιν Γαβαών. Μεταξύ δε του Αβιά και του Ιεροβοάμ υπήρχε πόλεμος. 2 Ὁ Ἀβιὰ ἐβασίλευσεν ἐπὶ τρία ἔτη μὲ ἔδραν τὴν Ἱερουσαλήμ. Τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του ἦταν Μααχά, αὐτὴ δὲ ἦταν κόρη τοῦ Οὐριήλ, ὁ ὁποῖος κατήγετο ἀπὸ τὴν πόλιν Γαβαών. Ὑπῆρχε δὲ (ἢ ὀρθότερον: Συνεχίζετο δὲ ὁ) πόλεμος μεταξὺ τοῦ Ἀβιὰ καὶ τοῦ Ἱεροβοάμ.
3 καὶ παρετάξατο ᾿Αβιὰ ἐν δυνάμει πολεμισταῖς δυνάμεως τετρακοσίαις χιλιάσιν ἀνδρῶν δυνατῶν, καὶ ῾Ιεροβοὰμ παρετάξατο πρὸς αὐτὸν πόλεμον ἐν ὀκτακοσίαις χιλιάσι, δυνατοὶ πολεμισταὶ δυνάμεως. 3 Ο Αβιά παρετάχθη εις μάχην εναντίον του Ιεροβοάμ με στρατόν τετρακοσίων χιλιάδων εμπειροπολέμων ανδρών. Αλλά και ο Ιεροβοάμ παρετάχθη εναντίον του προς μάχην με οκτακοσίας χιλιάδας γενναίων πολεμικών ανδρών. 3 Καὶ ὁ Ἀβιὰ παρετάχθη εἰς μάχην κατὰ τοῦ Ἱεροβοὰμ μὲ στρατιωτικὴν δύναμιν τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ἰσχυρῶν (ἐπιλέκτων) πολεμιστῶν ἐνῷ ὁ Ἱεροβοὰμ ἀντιπαρετάχθη ἐναντίον του ἕτοιμος διὰ μάχην μὲ ὀκτακόσιες χιλιάδες (800.000) γενναίων πολεμιστῶν ἀνδρῶν.
4 καὶ ἀνέστη ᾿Αβιὰ ἀπὸ τοῦ ὄρους Σομόρων, ὅ ἐστιν ἐν τῷ ὄρει ᾿Εφραίμ, καὶ εἶπεν· ἀκούσατε ῾Ιεροβοὰμ καὶ πᾶς ᾿Ισραήλ· 4 Από το όρος Σομόρων, το οποίον ευρίσκεται εις την ορεινήν χώραν της φυλής του Εφραίμ, ο Αβιά εσηκώθη και είπε προς τους εχθρούς του τους Ισραηλίτας· “ακούσατέ με, Ιεροβοάμ και σεις οι Ισραηλίται. 4 Καὶ ὁ Ἀβιὰ ἀπὸ τὸ ὄρος Σομόρων, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς τοῦ Ἐφραίμ, ἐσηκώθη ὄρθιος, ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν στρατὸν τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραὴλ καὶ εἶπεν: «Ἀκοῦστε, Ἱεροβοὰμ καὶ ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται.
5 οὐχ ὑμῖν γνῶναι ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραὴλ ἔδωκε βασιλέα ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ εἰς τὸν αἰῶνα τῷ Δαυὶδ καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ διαθήκῃ ἁλός; 5 Δεν γνωρίζετε σεις ότι Κυριος ο Θεός του Ισραήλ έδωσε την βασιλείαν επί όλου του ισραηλιτικού λαού δια παντός στον Δαυίδ και τους υιούς του και τούτο με διαθήκην άλατος, δηλαδή ακατάλυτον; 5 Δὲν γνωρίζετε ὅτι ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ἔδωκεν εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν βασιλιᾶ κυρίαρχον, μονάρχην αἰώνιον τὸν Δαβὶδ καὶ τοὺς ἀπογόνους του μὲ διαθήκην ἀδιάλυτον, ἀπαραβίαστον καὶ σταθεράν;
6 καὶ ἀνέστη ῾Ιεροβοὰμ ὁ τοῦ Ναβὰτ ὁ παῖς Σαλωμὼν τοῦ Δαυὶδ καὶ ἀπέστη ἀπὸ τοῦ κυρίου αὐτοῦ. 6 Και όμως ο Ιεροβοάμ, ο υιός του Ναβάτ ο δούλος αυτός του Σολομώντος του υιού του Δαυίδ, απεστάτησεν από τον κύριόν του. 6 Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὁ Ἱεροβοάμ, ὁ υἱὸς τοῦ Ναβάτ, ὁ δοῦλος τοῦ Σολομῶντος, υἱοῦ τοῦ Δαβίδ, ἐσηκώθη καὶ ἐπανεστάτησε κατὰ τοῦ κυρίου του.
7 καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ἄνδρες λοιμοὶ υἱοὶ παράνομοι, καὶ ἀντέστη πρὸς Ροβοὰμ τὸν τοῦ Σαλωμών, καὶ Ροβοὰμ ἦν νεώτερος καὶ δειλὸς τῇ καρδίᾳ καὶ οὐκ ἀντέστη κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ. 7 Γυρω δε από αυτόν συνεκεντρώθησαν άνδρες διεφθαρμένοι και παράνομοι. Μαζή δε με αυτούς αντιστάθηκε εναντίον του Ροβοάμ του υιού του Σολομώντος. Ο Ροβοάμ τότε ήτο μικρός εις την ηλικίαν και δειλός εις την καρδίαν. Δι' αυτό δε και δεν ημπόρεσε να αντισταθή εναντίον του Ιεροβοάμ. 7 Καὶ ἐμαζεύθησαν γύρω του ἄνδρες ἀχρεῖοι, διεφθαρμένοι καὶ παράνομοι καὶ μὲ τὴν βοήθειαν τῶν ἀντεστάθη ἐναντίον τοῦ Ροβοάμ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Σολομῶντος· ἡ ἀντίστασίς των ἐπέτυχε, διότι ὁ Ροβοὰμ ἦταν τότε πολὺ νέος, ἄπειρος καὶ δειλὸς κατὰ τὸ φρόνημα καὶ δι’ αὐτὸ ἦταν ἀνίκανος νὰ ἀντισταθῇ κατὰ τοῦ Ἱεροβοάμ.
8 καὶ νῦν ὑμεῖς λέγετε ἀντιστῆναι κατὰ πρόσωπον βασιλείας Κυρίου διὰ χειρὸς υἱῶν Δαυίδ· καὶ ὑμεῖς πλῆθος πολὺ καὶ μεθ' ὑμῶν μόσχοι χρυσοῖ, οὓς ἐποίησεν ὑμῖν ῾Ιεροβοὰμ εἰς θεούς. 8 Και τώρα σεις επήρατε την απόφασιν να αντισταθήτε εναντίον της βασιλείας του Κυρίου, η οποία ευρίσκεται εις τα χέρια των υιών του Δαυίδ. Είσθε, βέβαια, πολυάριθμοι και μαζή σας έχετε τους χρυσούς ειδωλολατρικούς μόσχους, τους οποίους κατεσκεύασε και παρέδωσεν εις σας ο Ιεροβοάμ ως θεούς. 8 Τώρα λοιπὸν σεῖς προσπαθεῖτε νὰ ἀντισταθῆτε ἐναντίον τῆς κυριάρχου βασιλείας τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποίαν κρατοῦν καὶ ἀσκοῦν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Δαβίδ, σε·ῖς δὲ εἶσθε πολυάριθμοι καὶ ἔχετε μαζί σας τοὺς χρυσοῦς μόσχους, τοὺς ὁποίους κατεσκεύασεν ὁ Ἱεροβοὰμ διὰ νὰ τοὺς λατρεύετε ὡς θεούς!
9 ἦ οὐκ ἐξεβάλετε τοὺς ἱερεῖς Κυρίου τοὺς υἱοὺς ᾿Ααρὼν καὶ τοὺς Λευίτας καὶ ἐποιήσατε ἑαυτοῖς ἱερεῖς ἐκ τοῦ λαοῦ τῆς γῆς πάσης; ὁ προσπορευόμενος πληρῶσαι τὰς χεῖρας ἐν μόσχῳ ἐκ βοῶν καὶ κριοῖς ἑπτὰ καὶ ἐγίνετο εἰς ἱερέα τῷ μὴ ὄντι θεῷ. 9 Αλήθεια, σεις δεν εδιώξατε τους αληθινούς ιερείς του Κυρίου, τους απογόνους του Ααρών, και τους Λευίτας και εκάματε δια τον εαυτόν σας ιερείς, προερχομένους από οποιονδήποτε λαόν όλης της χώρας; Καθένας, ο οποίος ήρχετο να αφιερώση τον εαυτόν του φέρων εις τα χέρια του μόσχον και επτά κριούς, εγίνετο ιερεύς εις θεόν μη πραγματικόν. 9 Ἀλήθεια· σεῖς δὲν εἶσθε ἐκεῖνοι, ποὺ ἐδιώξατε τοὺς ἱερεῖς τοῦ Κυρίου, τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀαρών, καὶ τοὺς Λευῖτες καὶ εἰς ἀντικατάστασίν των ἐκάματε διὰ τοὺς ἑαυτούς σας ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν κατάγονται ἀπὸ τὴν ἱερατικὴν φυλὴν τοῦ Ἀαρών, ἀλλὰ προέρχονται ἀπὸ ὁποιονδήποτε λαὸν ὅλης τῆς χώρας; (Κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν: Ὅπως οἱ λαοὶ ἄλλων χωρῶν;) Ὁποιοσδηποτε ἤρχετο καὶ παρουσιάζετο διὰ νὰ καθαγιασθῇ, κρατῶντας εἰς τὰ χέρια του ἕνα μοσχάρι καὶ ἑπτὰ κριάρια, ἐγίνετο ἀμέσως ἱερεὺς εἰς ἀνύπαρκτον θεόν, θεόν - εἴδωλον!
10 καὶ ἡμεῖς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν οὐκ ἐγκατελίπομεν, καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ λειτουργοῦσι τῷ Κυρίῳ οἱ υἱοὶ ᾿Ααρὼν καὶ οἱ Λευῖται, καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίαις αὐτῶν· 10 Ημείς όμως δεν εγκαταλείψαμεν Κυριον τον Θεόν μας και οι αληθινοί ιερείς, οι απόγονοι δηλαδή του Ααρών, υπηρετούν εδώ τον Κυριον μαζή με τους Λευίτας, τακτοποιημένοι εις τας ιερατικάς αυτών τάξεις. 10 Ἐμεῖς ὅμως δὲν ἐγκατελείψαμεν τὸν Κύριον, τὸν Θεόν μας· οἱ δὲ ἱερεῖς του, ποὺ εἶναι ἀπόγονοι τῆς ἱερατικῆς φυλῆς τοῦ Ἀαρών, τελοῦν τὰ ἱερατικά των καθήκοντα πρὸς τὸν Κύριον, οἱ δὲ Λευῖται τοὺς ὑπηρετοῦν, διῃρημένοι κατὰ τὶς ἐφημερίες των.
11 θυμιῶσι τῷ Κυρίῳ ὁλοκαύτωμα πρωΐ καὶ δείλης καὶ θυμίαμα συνθέσεως καὶ προθέσεις ἄρτων ἐπὶ τῆς τραπέζης τῆς καθαρᾶς, καὶ ἡ λυχνία ἡ χρυσῆ καὶ οἱ λύχνοι τῆς καύσεως ἀνάψαι δείλης, ὅτι φυλάσσομεν τὰς φυλακὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ ὑμεῖς ἐγκατελίπετε αὐτόν. 11 Αυτοί προσφέρουν θυμίαμα στον Κυριον, όπως επίσης και το καθιερωμένον δια κάθε πρωΐαν και εσπέραν ολοκαύτωμα· προσφέρουν και το ευώδες θυμίαμα το σύνθετον από πολλά αρώματα. Αυτοί θέτουν τους άρτους της προθέσεως επάνω εις την καθαράν τράπεζαν, ανάπτουν κάθε απόγευμα τους λύχνους της χρυσής λυχνίας. Και ταύτα, διότι ημείς τηρούμεν τας εντολάς Κυρίου του Θεού των πατέρων μας, ενώ σστον έχετε εγκαταλείψει. 11 Αὐτοὶ προσφέρουν εἰς τὸν Κύριον θυμίαμα καὶ τὴν καθωρισμένην Οὐσίαν ὁλοκαυτώματος κάθε πρωῒ καὶ κάθε δείλι, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸ εὐῶδες θυμίαμα, ποὺ κατασκευάζεται ἀπὸ πολλὰ ἀρώματα. Ἐπίσης τοποθετοῦν τοὺς ἄρτους τῆς Προθέσεως ἐπάνω εἰς τὴν νομικῶς καθαρὰν τράπεζαν, καὶ κάθε ἀπόγευμα ἀνάβουν τοὺς λύχνους, ποὺ εἶναι ἐπάνω εἰς τὴν χρυσῆν λυχνίαν. Κάμνουν ὅλα αὐτά, διότι ἐμεῖς κρατοῦμεν καὶ φυλάττομεν τὶς ἐντολές (διατάγματα) τοῦ Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων μας, ἐνῷ σεῖς τὸν ἔχετε ἐγκαταλείψει.
12 καὶ ἰδοὺ μεθ' ἡμῶν ἐν ἀρχῇ Κύριος καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ αἱ σάλπιγγες τῆς σημασίας τοῦ σημαίνειν ἐφ' ἡμᾶς. οἱ υἱοὶ τοῦ ᾿Ισραὴλ μὴ πολεμήσητε πρὸς Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων ἡμῶν, ὅτι οὐκ εὐοδώσεται ὑμῖν. 12 Ιδού, ιδικός μας αρχηγός και μαζή με ημάς είναι ο Κυριος και οι ιερείς του, όπως και αι ιεραί σάλπιγγες, δια να σαλπίζουν δι' ημάς τα ιερά σαλπίσματά των. Παιδιά του ισραηλιτικού λαού, μη πολεμήτε Κυριον τον Θεόν των πατέρων σας, διότι δεν θα ευοδωθή ο πόλεμός σας εναντίον μας”. 12 Καὶ τώρα, νά! Μαζί μας, ὡς ἀρχηγός μας εἶναι ὁ Κύριος, καὶ οἱ ἱερεῖς του μὲ τὶς ἱερὲς σάλπιγγες εἶναι ἕτοιμοι νὰ σαλπίσουν τὸ εἰδικὸν διακεκομμένον σάλπισμα συναγερμοῦ καὶ νὰ μᾶς καλέσουν εἰς μάχην ἐναντίον σας! Ἰσραηλῖται, μὴ πολεμήσετε ἐναντίον τοῦ Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων μας, διότι θὰ εὐοδωθῇ ὁ πόλεμός σας· θὰ ἀποτύχετε!»
13 καὶ ῾Ιεροβοὰμ ἀπέστρεψε τὸ ἔνεδρον ἐλθεῖν αὐτῷ ἐκ τῶν ὄπισθεν· καὶ ἐγένετο ἔμπροσθεν ᾿Ιούδα, καὶ τὸ ἔνεδρον ἐκ τῶν ὄπισθεν. 13 Ο Ιεροβοάμ δεν συνεκινήθη από αυτά, αλλά έστησε την ενέδραν του οπίσω από τους Ιουδαίους. Ετσι δε υπήρχε στρατός του Ιεροβοάμ εμπρός από τον στρατόν των Ιουδαίων και πίσω από αυτούς ήτο η ενέδρα. 13 Ὅμως ὁ Ἱεροβοὰμ ἀπέστειλεν ἐν τῷ μεταξὺ μίαν ἐνέδραν στρατιωτῶν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ πίσω μέρος τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἀβιά· ἔτσι ἡ μὲν κυρία δύναμις τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἱεροβοὰμ εὑρίσκετο ἀπέναντι ἀπὸ τὸν στρατὸν τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα, ἡ δὲ ἐνέδρα εὑρίσκετο εἰς τὸ πίσω μέρος του.
14 καὶ ἀπέστρεψεν ᾿Ιούδας, καὶ ἰδοὺ αὐτοῖς ὁ πόλεμος ἐκ τῶν ἔμπροσθεν καὶ ἐκ τῶν ὄπισθεν, καὶ ἐβόησαν πρὸς Κύριον, καὶ οἱ ἱερεῖς ἐσάλπισαν ταῖς σάλπιγξι· 14 Ο στρατός των Ιουδαίων εστράφη οπίσω και ιδού είδεν αίφνης, ότι ο πόλεμος εναντίον αυτών ήτο και έμπροσθεν και όπισθεν, με κραυγήν δε μεγάλην εζήτησαν τον Κυριον προς βοήθειαν, οι δε ιερείς εσάλπισαν με τας ιεράς σάλπιγγας. 14 Ὅταν ὁ στρατὸς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ἐκύτταξε πίσω, εἶδεν ἔξαφνα ὅτι ἦσαν κυκλωμένοι· ὁ ἐχθρὸς ἦταν ἕτοιμος νὰ τοὺς ἐπιτεθῇ ἀπὸ ἐμπρὸς καὶ ἀπὸ πίσω! Τότε μὲ φωνὴν δυνατὴν ἐζήτησαν βοήθειαν ἀπὸ τὸν Κύριον, οἱ δὲ ἱερεῖς ἐσάλπισαν μὲ τὶς σάλπιγγές των.
15 καὶ ἐβόησαν ἄνδρες ᾿Ιούδα καὶ ἐγένετο ἐν τῷ βοᾶν ἄνδρας ᾿Ιούδα καὶ Κύριος ἐπάταξε τὸν ῾Ιεροβοὰμ καὶ τὸν ᾿Ισραὴλ ἐναντίον ᾿Αβιὰ καὶ ᾿Ιούδα. 15 Ο στρατός των Ιουδαίων εβόησε με μεγάλην κραυγήν, ο δε Κυριος εκτύπησε τον Ιεροβοάμ και τον ισραηλιτικόν λαόν εμπρός στον Αβιά και στον ιουδαϊκόν λαόν. 15 Καὶ ὅλος ὁ στρατὸς τῶν Ἰουδαίων ἐφώναξε μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν τὴν πολεμικὴν ἰαχήν, ὁπότε συνέβη τοῦτο: Καθὼς ὁ στρατὸς τῶν Ἰουδαίων ἐφώναζε μὲ φωνὴν ἰσχυρὰν καὶ ὡρμοῦσε εἰς τὴν μάχην, ὁ Κύριος ἐκτύπησε τὸν Ἱεροβοὰμ καὶ τὸν Ἰσραηλιτικὸν στρατὸν ἐνώπιον τοῦ Ἀβιὰ καὶ τοὺ Ἰουδαϊκοῦ στρατοῦ.
16 καὶ ἔφυγον οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἀπὸ προσώπου ᾿Ιούδα, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν. 16 Οι Ισραηλίται ετράπησαν εις φυγήν ενώπιον των Ιουδαίων και παρέδωκεν αυτούς ο Κυριος εις τα χέρια των Ιουδαίων. 16 Ἔτσι οἱ Ἰσραηλῖται ἐτράπησαν εἰς φυγὴν ἐνώπιον τῶν Ἰουδαίων, καὶ ὁ Κύριος τοὺς παρέδωκεν εἰς τὰ χέρια τῶν νικητῶν Ἰουδαίων.
17 καὶ ἐπάταξεν ἐν αὐτοῖς ᾿Αβιὰ καὶ ὁ λαὸς αὐτοῦ πληγὴν μεγάλην, καὶ ἔπεσον τραυματίαι ἀπὸ ᾿Ισραὴλ πεντακόσιαι χιλιάδες ἄνδρες δυνατοί. 17 Ο Αβιά και ο στρατός του εκτύπησαν και επέφεραν μεγάλην καταστροφήν, ώστε έπεσαν στο πεδίον της μάχης νεκροί πεντακόσιαι χιλιάδες εμπειροπόλεμοι άνδρες. 17 Καὶ ὁ Ἀβιὰ καὶ ὁ στρατός του τοὺς ἐκτύπησαν καὶ τοὺς ἐπροξένησαν μεγάλην καταστροφήν· ἐφονεύθησαν τότε ἀπὸ τὸν στρατὸν τῶν Ἰσραηλιτῶν πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ἰσχυροί (ἐπίλεκτοι) ἄνδρες.
18 καὶ ἐταπεινώθησαν οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ κατίσχυσαν οἱ υἱοὶ ᾿Ιούδα, ὅτι ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν. 18 Οι Ισραηλίται εταπεινώθησαν κατά την ημέραν εκείνην, οι δε Ιουδαίοι υπερίσχυσαν και τους ενίκησαν, διότι είχαν στηρίξει τας ελπίδας των εις Κυριον τον Θεόν των πατέρων των. 18 Ἔτσι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐταπεινώθησαν οἱ Ἰσραηλῖται, ἐνῷ ἐνίκησαν οἱ Ἰουδαῖοι, διότι ἐστήριξαν τὶς ἐλπίδες των εἰς τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τῶν πατέρων των.
19 καὶ κατεδίωξεν ᾿Αβιὰ ὀπίσω ῾Ιεροβοὰμ καὶ προκατελάβετο παρ' αὐτοῦ πόλεις, τὴν Βαιθὴλ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν ᾿Ισανὰ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν ᾿Εφρὼν καὶ τὰς κώμας αὐτῆς. 19 Ο Αβιά κατεδίωξε τον Ιεροβοάμ και κατέλαβε τας πόλεις αυτού, την Βαιθήλ και τας περί αυτήν κώμας, την Ισανά και τας περί αυτήν κώμας, Εφρών και τας περί αυτήν κώμας. 19 Καὶ ὁ Ἀβιὰ κατεδίωξε τὸν Ἱεροβοὰμ καὶ κατέλαβεν ἀπὸ αὐτὸν μερικὲς ἀπὸ τὶς πόλεις του: Τὴν Βαιθὴλ καὶ τοὺς συνοικισμούς της, τὴν Ἰσανὰ καὶ τοὺς συνοικισμούς της καὶ τὴν Ἐφρὼν καὶ τοὺς συνοικισμούς της.
20 καὶ οὐκ ἔσχεν ἰσχὺν ῾Ιεροβοὰμ ἔτι πάσας τὰς ἡμέρας ᾿Αβιά, καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν Κύριος, καὶ ἐτελεύτησε. 20 Καθ' όλας δε τας ημέρας που έζησεν ο Αβιά, ο Ιεροβοάμ ουδέποτε απέκτησε πλέον την δύναμίν του, ο δε Κυριος εκτύπησεν αυτόν και τον εθανάτωσε. 20 Ὁ δὲ Ἱεροβοὰμ ποτὲ δὲν ἀνέκτησε πάλιν τὴν δύναμίν του καθ’ ὅλην τὴν διαρκειαν τῆς βασιλείας τοῦ Ἀβιά. Τελικῶς ὁ Κύριος ἐκτύπησε τὸν Ἱεροβοὰμ καὶ ἀπέθανε.
21 καὶ κατίσχυσεν ᾿Αβιὰ καὶ ἔλαβεν ἑαυτῷ γυναῖκας δεκατέσσαρας καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς εἰκοσιδύο καὶ ἑκκαίδεκα θυγατέρας. 21 Ο Αβιά όμως έγινεν ισχυρός, αυτός επήρεν ως συζύγους δεκατέσσερας γυναίκας, εγέννησε δε είκοσι δυό υιούς και δεκαέξ θυγατέρας. 21 Ὁ Ἀβιὰ ὅμως ἔγινε περισσότερον ἰσχυρός. Ἐνυμφεύθη δὲ δεκατέσσερις συζύγους καὶ ἀπέκτησεν εἴκοσι δύο υἱοὺς καὶ δεκαέξι θυγατέρες.
22 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι ᾿Αβιὰ καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ γεγραμμένοι ἐπὶ βιβλίῳ τοῦ προφήτου ᾿Αδδώ. 22 Αι άλλαι πράξστου Αβιά, αι ενεργειαί του και οι λόγοι του, είναι γραμμένα στο βιβλίον του προφήτου Αδδώ. 22 Τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἔργα του Ἀβιά (ἡ ὑπόλοιπος ἱστορία του), οἱ ἐνέργειές του καὶ τὰ λόγια του εἶναι γραμμένα εἰς τὸ βιβλίον «Ἱστορία τοῦ προφήτου Ἀδδώ».