Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:17
Δύση: 19:17
Σελ. 20 ημ.
269-96
13ος χρόνος, 4971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 (ΙΒ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐγένετο ὡς ἡτοιμάσθη ἡ βασιλεία Ροβοὰμ καὶ ὡς κατεκρατήθη, ἐγκατέλιπε τὰς ἐντολὰς Κυρίου καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ μετ' αὐτοῦ. 1 Οταν η βασιλεία του Ροβοάμ ετακτοποιήθη και εστερεώθη και αυτός έγινε ισχυρός, εγκατέλειψε τας εντολάς του Κυρίου και μαζή με αυτόν όλος ο Ιουδαϊκός λαός. 1 Συνέβη δὲ τοῦτο: Ὅταν ἐσταθεροποιήθη ἡ βασιλεία τοῦ Ροβοὰμ καὶ ὁ Ροβοὰμ ἰσχυροποιήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐγκατέλειψε τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου αὐτός (ὁ Ροβοάμ), μαζὶ δὲ μὲ αὐτὸν καὶ ὅλος ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός.
2 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἔτει τῷ πέμπτῳ τῆς βασιλείας Ροβοὰμ ἀνέβη Σουσακὶμ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ ῾Ιερουσαλήμ, ὅτι ἥμαρτον ἐναντίον Κυρίου, 2 Ακριβώς δε διότι οι Ιουδαίοι ημάρτησαν ενώπιον του Κυρίου, κατά το πέμπτον έτος της βασιλείας του Ροβοάμ ο Σουσακίμ, ο βασιλεύς της Αιγύπτου, επήλθεν εναντίον της Ιερουσαλήμ 2 Ἔτσι συνέβη ὥστε κατὰ τὸ πέμπτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ροβοὰμ ὁ Σουσακίμ, ὁ βασιλιᾶς τῆς Αἰγύπτου, ἐβάδισεν ἐναντίον τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ ὁ Ροβοὰμ καὶ ὁ λαός του ἁμάρτησαν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
3 ἐν χιλίοις καὶ διακοσίοις ἅρμασι καὶ ἑξήκοντα χιλιάσιν ἵππων, καὶ οὐκ ἦν ἀριθμὸς τοῦ πλήθους τοῦ ἐλθόντος μετ' αὐτοῦ ἐξ Αἰγύπτου, Λίβυες, Τρωγοδύται καὶ Αἰθίοπες. 3 με χίλια διακόσια πολεμικά άρματα και εξήντα χιλιάδες ιππείς. Αναρίθμητοι δε ήσαν αυτοί, που είχαν ακολουθήσει τον Σουσακίμ από την Αίγυπτον, Λιβυες, Τρωγλοδύται και Αιθίοπες. 3 Ὁ Σουσακὶμ ἐβάδισε κατὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ μὲ χίλια διακόσια (1.200) πολεμικὰ ἅρματα καὶ ἑξῆντα χιλιάδες (60.000) ἱππεῖς καὶ ἀναριθμήτους στρατιῶτες Αἰγυπτίους, Λίβυες, Τρωγοδύτες καὶ Αἰθίοπες.
4 καὶ κατεκράτησαν τῶν πόλεων τῶν ὀχυρῶν, αἳ ἦσαν ἐν ᾿Ιούδᾳ, καὶ ἦλθον εἰς ῾Ιερουσαλήμ. 4 Ολοι αυτοί υπερίσχυσαν και εκυρίευσαν τας οχυράς πόλεις, αι οποίαι ανήκον εις την Ιουδαίαν, και έφθασαν έως εις την Ιερουσαλήμ. 4 Ὁ Σουσακὶμ καὶ ὁ στρατός του ἐκυρίευσαν τὶς ὀχυρὲς πόλεις, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα, καὶ ἐπροχώρησαν καὶ ἔφθασαν μέχρι τῆς Ἱερουσαλήμ.
5 καὶ Σαμαίας ὁ προφήτης ἦλθε πρὸς Ροβοὰμ καὶ πρὸς τοὺς ἄρχοντας ᾿Ιούδα τοὺς συναχθέντας εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἀπὸ προσώπου Σουσακὶμ καὶ εἶπεν αὐτοῖς· οὕτως εἶπε Κύριος· ὑμεῖς ἐγκατελίπετέ με, καὶ ἐγὼ ἐγκαταλείψω ὑμᾶς ἐν χειρὶ Σουσακίμ. 5 Ο προφήτης Σαμαίας παρουσιάσθη ενώπιον του Ροβοάμ και των αρχόντων του βασιλείου Ιούδα, οι οποίοι φεύγοντες από τον Σουσακίμ είχαν συγκεντρωθή εις την Ιερουσαλήμ, και τους είπεν· “αυτά είπεν ο Κυριος· Σεις με εγκατελείψατε και εγώ θα σας εγκαταλείψω εις τα χέρια του Σουσακίμ”. 5 Τότε ὁ προφήτης Σαμαίας παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ Ροβοὰμ καὶ ἐνώπιον τῶν ἀρχόντων (ἀξιωματούχων) τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα, οἱ ὁποῖοι εἶχαν συγκεντρωθῆ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ διὰ νὰ γλυτώσουν ἀπὸ τὸν Σουσακίμ, καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς: «Αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα, ποὺ σᾶς στέλλει ὁ Κύριος· «σεῖς μὲ ἐγκατελείψατε, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἐγκαταλείψω τώρα εἰς τὰ ἁρπακτικὰ χέρια τοῦ Σουσακίμ».
6 καὶ ᾐσχύνθησαν οἱ ἄρχοντες ᾿Ισραὴλ καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπαν· δίκαιος ὁ Κύριος. 6 Οι άρχοντες του Ισραήλ και ο βασιλεύς κατελήφθησαν από εντροπήν και από το αίσθημα της ενοχής και είπαν εν μετανοία· “δίκαιος είναι ο Κυριος”. 6 Εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ μηνύματος αὐτοῦ οἱ ἄρχοντες (ἀξιωματοῦχοι) τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα καὶ ὁ βασιλιᾶς συνετρίβησαν ψυχικῶς καὶ εἶπαν: «Δίκαιος εἶναι ὁ Κύριος, καὶ ὅ,τι ἀποφασίζει, εἶναι δίκαιον».
7 καὶ ἐν τῷ ἰδεῖν Κύριον ὅτι ἐνετράπησαν, καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Σαμαίαν λέγων· ἐνετράπησαν, οὐ καταφθερῶ αὐτούς· καὶ δώσω αὐτοὺς ὡς μικρὸς εἰς σωτηρίαν, καὶ οὐ μὴ στάξῃ ὁ θυμός μου ἐν ῾Ιερουσαλήμ, 7 Ο Κυριος, όταν είδεν ότι αυτοί εταπεινώθησαν ενώπιόν του, είπε προς τον Σαμαίαν και τα εξής· “αυτοί συνετρίβησαν και εταπεινώθησαν, δεν θα καταστρέψω αυτούς. Επί ολίγον χρονικόν διάστημα θα δώσω εις αυτούς την σωτηρίαν των και ο θυμός μου δεν θα εκσπάση εναντίον της Ιερουσαλήμ. 7 Ὅταν ὁ Κύριος εἶδεν ὅτι ἐταπεινώθησαν καὶ συνετρίβησαν, τότε κατέφθασε λόγος τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Σαμαίαν, ποὺ ἔλεγεν: «Ἐταπεινώθησαν καὶ συνετρίβησαν, δὲν θὰ τοὺς καταστρέψω· θὰ ἀναβάλω ἐπ’ ὀλίγον καὶ θὰ τοὺς δώσω κάποιο μικρὸν διάστημα πρὸς σωτηρίαν ἡ τιμωρητικὴ ὀργή μου δὲν θὰ κτυπήσῃ μὲ ὅλην τὴν δύναμίν της τὴν Ἱερουσαλὴμ μέσῳ τοῦ Σουσακίμ.
8 ὅτι ἔσονται εἰς παῖδας καὶ γνώσονται τὴν δουλείαν μου καὶ τὴν δουλείαν τῆς βασιλείας τῆς γῆς. 8 Θα υποταχθούν όμως και θα γίνουν δούλοι στον Σουσακίμ, δια να μάθουν ποία διαφορά υπάρχει μεταξύ της ιδικής μου δουλείας και της δουλείας των βασιλέων της γης”. 8 Διότι θὰ ὑποταχθοῦν εἰς τὸν Σουσακὶμ καὶ θὰ γίνουν δοῦλοι του, καὶ ἔτσι θὰ μάθουν τὴν διαφοράν, ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νὰ εἶναι δοῦλοι ἰδικοί μου καὶ τοῦ νὰ εἶναι δοῦλοι τῶν βασιλέων τῆς γῆς».
9 καὶ ἀνέβη Σουσακὶμ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἔλαβε τοὺς θησαυροὺς τοὺς ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ τοὺς θησαυροὺς τοὺς ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως, τὰ πάντα ἔλαβε· καὶ ἔλαβε τοὺς θυρεοὺς τοὺς χρυσοῦς, οὓς ἐποίησε Σαλωμών, 9 Ο Σουσακίμ ο βασιλεύς της Αιγύπτου εισήλθε νικητής εις την Ιερουσαλήμ, επήρεν όλους τους θησαυρούς, οι οποίοι υπήρχον στον ναόν του Κυρίου, και τους θησαυρούς που υπήρχον εις τα ανάκτορα του βασιλέως. Τα επήρεν όλα. Επήρεν επίσης τας χρυσάς μεγάλας ασπίδας, τας οποίας είχε κατασκευάσει ο Σολομών. 9 Ὁ Σουσακίμ, ὁ βασιλιᾶς τῆς Αἰγύπτου, ἐπροχώρησε καὶ εἰσέβαλεν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ὡς νικητὴς ἅρπαξε τοὺς θησαυρούς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, καὶ τοὺς θησαυρούς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τὸ βασιλικὸν παλάτι· ἅρπαξε τὰ πάντα. Ἅρπαξε ἐπίσης καί τὶς χρυσὲς μακρὲς ἀσπίδες, ποὺ ἐσκέπαζαν ὁλόκληρον τὸ σῶμα, τὶς ὁποῖες κατεσκεύασεν ὁ Σολομών.
10 καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς Ροβοὰμ θυρεοὺς χαλκοῦς ἀντ' αὐτῶν. καὶ κατέστησεν ἐπ' αὐτὸν Σουσακὶμ ἄρχοντας παρατρεχόντων, τοὺς φυλάσσοντας τὸν πυλῶνα τοῦ βασιλέως. 10 Ο δε βασιλεύς Ροβοάμ αντί των χρυσών ασπίδων κατεσκεύασε χαλκίνας ασπίδας. Ο Σουσακίμ εγκατέστησε κοντά στον Ροβοάμ άρχοντας της σωματοφυλακής του, οι οποίοι εφύλασσαν την πύλην των βασιλικών ανακτόρων. 10 Ὁ βασιλιᾶς Ροβοὰμ εἰς ἀντικατάστασιν τῶν χρυσῶν ἐκείνων ἀσπίδων κατεσκεύασεν ἀσπίδες χάλκινες. Ὁ δὲ Σουσακὶμ ἐγκατέστησεν εἰς τὸν Ναόν (ἢ πλησίον τοῦ Ροβοάμ) ἀρχηγοὺς τῶν βασιλικῶν σωματοφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ἐφρουροῦσαν τὴν πύλην (εἴσοδον) τοῦ βασιλικοῦ παλατιοῦ.
11 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἰσελθεῖν τὸν βασιλέα εἰς οἶκον Κυρίου. εἰσεπορεύοντο οἱ φυλάσσοντες καὶ οἱ παρατρέχοντες καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες εἰς ἀπάντησιν τῶν παρατρεχόντων. 11 Καθε δε φοράν, που ο βασιλεύς επρόκειτο να εισέλθη από το ανακτορόν του στον ναόν του Κυρίου, τον συνώδευεν εμπρός και οπίσω η βασιλική φρουρά, η οποία ηνούτο με την οπισθοφυλακήν. 11 Καὶ συνέβαινε τοῦτο: Κάθε φοράν, ποὺ ὁ βασιλιᾶς ἔμπαινε ἐπισήμως ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, τὸν συνώδευαν ἡ βασιλικὴ φρουρὰ καὶ οἱ σωματοφύλακες· ἡ δὲ βασιλικὴ φρουρά, ποὺ ἦταν πίσω ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ, ἔτρεχαν καὶ ἑνώνοντο μὲ τοὺς φύλακες, ποὺ ἦσαν πλάϊ ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ· ἔτσι ὅλοι οἱ φρουροὶ ἀποτελοθῦσαν ἕνα ἰσχυρὸν προστατευτικὸν σῶμα διὰ τὸν βασιλιᾶ.
12 καὶ ἐν τῷ ἐντραπῆναι αὐτὸν ἀπεστράφη ἀπ' αὐτοῦ ὀργὴ Κυρίου καὶ οὐκ εἰς καταφθορὰν εἰς τέλος· καὶ γὰρ ἐν ᾿Ιούδᾳ ἦσαν λόγοι ἀγαθοί. 12 Χαρις εις την ταπείνωσιν αυτήν του Ροβοάμ απετράπη η οργή του Κυρίου από αυτόν και δεν ετιμωρήθη με τελείαν καταστροφήν. Τούτο έγινεν ακόμη, διότι συνέβησαν στο βασίλειον του Ιούδα και μερικά αγαθά γεγονότα. 12 Ἐπειδὴ ὁ Ροβοὰμ ἐταπεινώθη καὶ συνετρίβη, διὰ τοῦτο ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτὸν ἡ ὀργὴ τοῦ Κυρίου καὶ ἔτσι ὁ Ροβοὰμ δὲν κατεστράφη ὁλοκληρωτικῶς. Διότι εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα συνέχιζαν ἀκόμη νὰ ὑπάρχουν κάποια ἀγαθὰ στοιχεῖα καὶ συνθῆκες· (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Καὶ τὰ πράγματα εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα ἐπροχωροῦσαν ὁμαλά).
13 Καὶ κατίσχυσεν ὁ βασιλεὺς Ροβοὰμ ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐβασίλευσε. καὶ τεσσαράκοντα καὶ ἑνὸς ἐτῶν Ροβοὰμ ἐν τῷβασιλεῦσαι αὐτὸν καὶ ἑπτακαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν ῾Ιερουσαλήμ, ἐν τῇ πόλει, ᾗ ἐξελέξατο Κύριος ἐπονομάσαι τό ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ ἐκ πασῶν φυλῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ· καὶ τὸ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Νοομμὰ ἡ ᾿Αμανῖτις. 13 Ο βασιλεύς Ροβοάμ εστερεώθη εις την Ιερουσαλήμ και εβασίλευσεν εκεί. Οταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον, ήτο ηλικίας τεσσαράκοντα και ενός ετών. Εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί δέκα επτά έτη εις την πόλιν αυτήν, την οποίαν από όλας τας πόλεις των άλλων φυλών του ισραηλιτικού λαού είχεν εκλέξει ο Κυριος, δια να λατρεύεται και να υμνήται εκεί το Ονομά του. Το όνομα της μητρός του Ροβοάμ ήτο Νοομμά η οποία κατήγετο από τους Αμμωνίτας. 13 Ἔτσι ὁ βασιλιᾶς Ροβοὰμ ἐσταθεροποίησε τὴν θέσιν του καὶ ἐνίσχυσε τὴν δύναμίν του εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐβασίλευσεν. Ὁ Ροβοὰμ ἦταν σαράντα ἐνὸς ἐτῶν, ὅταν ἀνέβη εἰς τὸν βασιλικὸν Θρόνον. Ἐβασίλευσε δὲ δεκαεπτὰ ἔτη εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, εἰς τὴν πόλιν, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος ἐδιάλεξε ἀπὸ τὶς ἄλλες πόλεις ὅλων τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ὥστε να λατρεύεται καὶ νὰ ὑμνῆται ἐκεῖ τὸ ὄνομά του. Τὸ ὄνομα τῆς μητέρας τοῦ Ροβοὰμ ἦταν Νοομμά, κατήγετο δὲ αὐτὴ ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Ἀμμωνιτῶν.
14 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρόν, ὅτι οὐ κατεύθυνε τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐκζητῆσαι τὸν Κύριον. 14 Και ο Ροβοάμ διέπραξε το πονηρόν της ειδωλολατρείας και έτσι δεν κατηύθυνε την καρδίαν του προς τον Κυριον, δια να λατρεύση αυτόν. 14 Ἀλλ’ ὁ Ροβοὰμ παρεσύρθη εἰς παρεκτροπὲς καὶ ἁμαρτωλὲς πράξεις καὶ ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι πονηρόν· κατήντησεν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν, διότι δὲν κατηύθυνε τὴν καρδία του, ὥστε νὰ ζητήσῃ μὲ πόθον πολὺν τὴν βοήθειαν καὶ προστασίαν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὸν λατρεύσῃ.
15 καὶ λόγοι Ροβοὰμ οἱ πρῶτοι καὶ ἔσχατοι οὐκ ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐν τοῖς λόγοις Σαμαία τοῦ προφήτου καὶ ᾿Αδδὼ τοῦ ὁρῶντος καὶ πράξεις αὐτοῦ; καὶ ἐπολέμησε Ροβοὰμ τὸν ῾Ιεροβοὰμ πάσας τὰς ἡμέρας. 15 Αι πρώται και αι τελευταίαι πράξστου Ροβοάμ έχουν καταχωρηθή εις τα γραπτά του προφήτου Σαμαίου και του προφήτου Αδδώ· όλαι αι πράξεις αυτού. Ο Ροβοάμ ευρίσκετο εις εμπόλεμον κατάστασιν εναντίον του Ιεροβοάμ όλας τας ημέρας της ζωής του. 15 Τὰ δὲ ἔργα τοῦ Ροβοάμ, τὰ πρῶτα μέχρι τὰ τελευταῖα (ἡ ἱστορία του ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους), δὲν εἶναι μήπως γραμμένα εἰς τὸ βιβλίον «Ἱστορία τοῦ προφήτου Σαμαία καὶ τοῦ προφήτου Ἀδδώ», ὅπως ὅλες οἱ πράξεις του; (κατὰ τὸ Ἑβραικόν: Ὅπως ἐπίσης καὶ ὅλη ἡ οἰκογενειακή του γενεαλογία· ἢ, κατὰ γενεαλογικὴν καταγραφήν). Ὁ Ροβοὰμ ἐπολέμησε τὸν Ἱεροβοὰμ συνεχῶς ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς βασιλείας του.
16 καὶ ἀπέθανε Ροβοὰμ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν ᾿Αβιὰ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ' αὐτοῦ. 16 Ο Ροβοάμ απέθανε και ετάφη μαζή με τους προγόνους του εις την πόλιν Δαυΐδ, εις την Ιερουσαλήμ. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του, ο Αβιά. 16 Ἀπέθανε δὲ ὁ Ροβοὰμ καὶ προσετέθη εἰς τοὺς ἀποθαμένους προγόνους του καὶ ἐτάφη εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ. Ἐβασίλευσε δὲ ὡς διάδοχός του ὁ Ἀβιά, ὁ υἱός του.