Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ανατ: 07:17
Δύση: 19:17
Σελ. 20 ημ.
269-96
13ος χρόνος, 4971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 (ΙΑ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἦλθε Ροβοὰμ εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐξεκκλησίασε τὸν ᾿Ιούδαν καὶ Βενιαμὶν ἑκατὸν ὀγδοήκοντα χιλιάδας νεανίσκων ποιούντων πόλεμον, καὶ ἐπολέμει πρὸς ᾿Ισραὴλ τοῦ ἐπιστρέψαι τὴν βασιλείαν τῷ Ροβοάμ. 1 Οταν ο Ροβοάμ ήλθεν εις την Ιερουσαλήμ, συνεκέντρωσεν όλους, όσοι ηδύναντο να λάβουν μέρος στον πόλεμον, νέους κατά την ηλικίαν, από την φυλήν του Ιούδα και του Βενιαμίν, εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδας εν όλω. Με αυτούς ανέλαβε πόλεμον εναντίον των Ισραηλιτών, δια να τους επαναφέρη και τους υποτάξη εις την βασιλείαν του. 1 Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀγαπήσῃς Κύριον τὸν Θεόν σου καὶ νὰ τηρήσῃς ὅσα ζητεῖ νὰ φυλάξῃς, τοὺς νόμους Του, τὰς ἐντολάς Του καὶ τὰ προστάγματά Του καθ' ὅλον τὸ διάστημα τῆς ζωῆς σου. Όταν ὁ Ροβοὰμ ἔφθασεν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, συνεκέντρωσεν ἑκατὸν ὀγδόντα χιλιάδες (180.000) νέων, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦσαν νὰ φέρουν ὅπλα, ἀπὸ τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν, διὰ νὰ πολεμήσῃ ἐναντίον τῶν δέκα φυλῶν ποὺ ἀπεσκίρτησαν, ὥστε νὰ τὶς ἐπαναφέρῃ πάλιν ὑπὸ τὴν βασιλείαν τοῦ Ροβοάμ.
2 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Σαμαίαν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ λέγων· 2 Λογος όμως του Κυρίου έγινε προς τον άνθρωπον του Θεού, τον προφήτην Σαμαίαν, και είπε προς αυτόν· 2 Τότε ὅμως κατέφθασε λόγος τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Σαμαίαν, ποὺ ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος (λόγος) ἔλεγε:
3 εἰπὸν πρὸς Ροβοὰμ τὸν τοῦ Σαλωμὼν καὶ πάντα ᾿Ιούδαν καὶ Βενιαμὶν λέγων· 3 “ειπέ στον Ροβοάμ τον υιόν του Σολομώντος και προς όλην την φυλήν Ιούδα και την φυλήν Βενιαμίν τα εξής· 3 «Νὰ ὁμιλήσῃς εἰς τὸν Ροβοάμ, τὸν υἱὸν τοῦ Σολομῶντος, καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἄνδρες τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμὶν καὶ νὰ τοὺς εἰπῆς:
4 τάδε λέγει Κύριος· οὐκ ἀναβήσεσθε καὶ οὐ πολεμήσεσθε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν· ἀποστρέφετε ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι παρ' ἐμοῦ ἐγένετο τὸ ρῆμα τοῦτο. καὶ ἐπήκουσαν τοῦ λόγου Κυρίου καὶ ἀπεστράφησαν τοῦ μὴ πορευθῆναι ἐπὶ ῾Ιεροβοάμ. 4 Αυτά διατάσσει ο Κυριος. Δεν θα εκστρατεύσετε και δεν θα πολεμήσετε τους αδελφούς σας τους Ισραηλίτας. Αλλά ο καθένας από σας ας επιστρέψη στον οίκον του, διότι κατόπιν ιδικής μου παραχωρήσεως επραγματοποιήθη το γεγονός αυτό, ο χωρισμός δηλαδή των Ισραηλιτών από σας. Εκείνοι υπήκουσαν στον λόγον του Κυρίου και απέφυγαν έτσι να εκστρατεύσουν εναντίον του Ιεροβοάμ. 4 «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: Δὲν θὰ προχωρήσετε καὶ δὲν θὰ πολεμήσετε ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν σας· ὁ καθένας σας ἂς ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι του, διότι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ διαίρεσις τοῦ βασιλείου τοῦ Σολομῶντος καὶ ὁ χωρισμὸς τῶν δέκα φυλῶν ἀπὸ σᾶς, τὶς δύο φυλές, ἔγινε μὲ ἔγκρισιν καὶ ἀπόφασιν ἰδικήν μου». Οἱ πολεμισταὶ τῶν δύο φυλῶν ὑπήκουσαν κὶς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὰ σπίτια των, ἀντὶ νὰ προχωρήσουν ἐναντίον τοῦ Ἱεροβοάμ,
5 καὶ κατῴκησε Ροβοὰμ εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ᾠκοδόμησε πόλεις τειχήρεις ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ. 5 Ο Ροβοάμ εγκατεστάθη εις την Ιερουσαλήμ και οικοδόμησεν οχυράς πόλεις εις την Ιουδαίαν. 5 Ὁ Ροβοὰμ ἐγκατεστάθη εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔκτισε πόλεις ὀχυρὲς εἰς τὴν Ἰουδαίαν.
6 καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Βηθλεὲμ καὶ Αἰτὰν καὶ Θεκωὲ 6 Ωχύρωσε την Βηθλεέμ, την Αιτάν, την Θεκωέ, 6 Ἔκτισε τὴν Βηθλεέμ, τὴν Λιτάν, τὴν Θεκωέ,
7 καὶ Βαιθσουρὰ καὶ τὴν Σοχὼθ καὶ τὴν ᾿Οδολλὰμ 7 την Βαιθσουρά, την Σοχώθ, την Οδολλάμ, 7 τὴν Βαιθσουρά, τὴν Σοχώθ, τὴν Ὀδολλάμ,
8 καὶ τὴν Γὲθ καὶ τὴν Μαρισὰν καὶ τὴν Ζὶφ 8 την Γέθ, την Μαρισάν, την Ζιφ, 8 τὴν Γέθ, τὴν Μαρισάν, τὴν Ζίφ,
9 καὶ τὴν ᾿Αδωραὶμ καὶ Λαχίς, καὶ τὴν ᾿Αζηκὰ 9 την Αδωραίμ, την Λαχίς, την Αζηκά, 9 τὴν Ἀδωραίμ, τὴν Λαχίς, τὴν Ἀζηκά,
10 καὶ τὴν Σαραὰ καὶ τὴν Αἰλὼμ καὶ τὴν Χεβρών, ἥ ἐστι τοῦ ᾿Ιούδα καὶ Βενιαμίν, πόλεις τειχήρεις. 10 την Σαραά, την Αιλώμ και την Χεβρών, πόλεις οχυράς, αι οποίαι ευρίσκοντο στο βασίλειον της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν. 10 τὴν Σαραά, τὴν Αἰλὼμ καὶ τὴν Χεβρών, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν· ὅλες αὐτές ὠχυρώθησαν μὲ τεῖχος.
11 καὶ ὠχύρωσεν αὐτὰς τείχεσι καὶ ἔδωκεν ἐν αὐταῖς ἡγουμένους καὶ παραθέσεις βρωμάτων, ἔλαιον καὶ οἶνον, 11 Αφού ωχύρωσεν αυτάς με τείχη, εγκατέστησεν εις αυτάς αρχηγούς και τας εφωδίασε με παρακαταθήκας τροφίμων, ελαίου και οίνου. 11 Ὅταν δὲ τὶς ὠχύρωσε μὲ τείχη, ἐγκατέστησεν εἰς αὐτὲς ἀρχηγοὺς (διοικητάς) καὶ τὶς ἐφωδίασε μὲ τρόφιμα, μὲ λάδι καὶ κρασί·
12 κατὰ πόλιν καὶ κατὰ πόλιν θυρεοὺς καὶ δόρατα, καὶ κατίσχυσεν αὐτὰς εἰς πλῆθος σφόδρα· καὶ ἦσαν αὐτῷ ᾿Ιούδα καὶ Βενιαμίν. 12 Καθε μίαν από τας πόλεις αυτάς εφωδίασε με ασπίδας και δόρατα. Ετσι δε τας κατέστησε πάρα πολύ ισχυράς. Αι φυλαί του Ιούδα και του Βενιαμίν ανήκον στον βασιλέα τον Ροβοάμ. 12 ἐπίσης εἰς κάθε μίαν ἀπὸ αὐτὲς τὶς πόλεις ἀποθήκευσε ἀσπίδες μακρές, ποὺ σκεπάζουν ὁλόκληρον τὸ σῶμα, καὶ δόρατα· μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον κατέστησε τὶς ὀχυρὲς αὐτὲς πόλεις πολὺ ἰσχυρές. Ἔτσι διατηροῦσε ὑπὸ τὸν ἔλεγχόν του τις φυλὲς τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν.
13 καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται, οἳ ἦσαν ἐν παντὶ ᾿Ισραὴλ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ἐκ πάντων τῶν ὁρίων· 13 Οι ιερείς και οι Λευίται, οι οποίοι ήσαν εγκατεστημένοι μεταξύ όλων των Ισραηλιτών, ήλθον από τας περιοχάς των και συνεκεντρώθησαν προς τον βασιλέα Ροβοάμ. 13 Οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται, οἱ ὁποῖοι ἦσαν διασκορπισμένοι εἰς ὅλην τὴν χώραν τοῦ Ἰσραήλ, ἐγκατέλειψαν ὅλες τὶς περιοχές των, κατέφυγαν εἰς τὸ νότιον βασίλειον τοῦ Ἰούδα καὶ συνεκεντρώθησαν περὶ τὸν βασιλιᾶ Ροβοάμ.
14 ὅτι ἐγκατέλιπον οἱ Λευῖται τὰ σκηνώματα τῆς κατασχέσεως αὐτῶν καὶ ἐπορεύθησαν πρὸς ᾿Ιούδα εἰς ῾Ιερουσαλήμ, ὅτι ἐξέβαλεν αὐτοὺς ῾Ιεροβοὰμ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ μὴ λειτουργεῖν Κυρίῳ 14 Τούτο δε έγινε, διότι οι Λευίται εγκατέλειψαν τας πόλεις, αι οποίαι τους είχον δοθή ως ιδιοκτησία των και αι οποίαι ευρίσκοντο εις την περιοχήν του βασιλείου του Ισραήλ, και ήλθον εις την φυλήν Ιούδα εις Ιερουσαλήμ, διότι ο Ιεροβοάμ και οι υιοί του είχαν απαγορεύσει εις αυτούς να λατρεύουν τον Κυριον. 14 Οἱ Λευῖται, ποὺ ἦσαν εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ, ἐγκατέλειψαν τὶς πόλεις καὶ τὶς περιοχές (τὰ βοσκοτόπια), ποὺ τοὺς εἶχαν δοθῇ ὡς ἰδιοκτησία, καὶ μετενάστευσαν εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα (καί) εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, διότι ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραὴλ Ἱεροβοὰμ καὶ οἱ υἱοί (διάδοχοί) του τοὺς ἔδιωξαν καὶ τοὺς ἀπηγόρευσαν νὰ λατρεύουν τὸν Κύριον.
15 καὶ κατέστησεν ἑαυτῷ ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν καὶ τοῖς εἰδώλοις καὶ τοῖς ματαίοις καὶ τοῖς μόσχοις, ἃ ἐποίησεν ῾Ιεροβοάμ, 15 Ο Ιεροβοάμ εξέλεξε δια τον εαυτόν του ιερείς, που δεν ανήκαν εις την φυλήν Λευι, και τους εγκατέστησεν στους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, εις τα ψευδή είδωλα και στους ειδωλολατρικούς μόσχους, τους οποίους ο ίδιος ο Ιεροβοάμ είχε κατασκευάσει. 15 Ὁ Ἱεροβοὰμ διώρισε καὶ ἐγκατέστησε διὰ τὸν ἑαυτόν του ἱερεῖς (οἱ ὁποῖοι δὲν προήρχοντο ἀπὸ τὴν ἱερατικὴν φυλὴν τοῦ Λευΐ, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ στρώματα τοῦ λαοῦ) διὰ τὰ θυσιαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔκτισεν εἰς ὑψηλοὺς τόπους, διὰ νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα καὶ τὰ μηδαμινὰ καὶ τιποτένια ἀγάλματα τῶν ψευδοθεῶν καὶ τὰ εἴδωλα ὑπὸ μορφὴν μόσχων, ποὺ κατεσκεύασεν ὁ Ἱεροβοάμ.
16 καὶ ἐξέβαλεν αὐτοὺς ἀπὸ φυλῶν ᾿Ισραήλ, οἳ ἔδωκαν καρδίαν αὐτῶν τοῦ ζητῆσαι Κύριον Θεὸν ᾿Ισραὴλ καὶ ἦλθον εἰς ῾Ιερουσαλὴμ θῦσαι Κυρίῳ Θεῷ τῶν πατέρων αὐτῶν 16 Εδίωξε δε από τας ισραηλιτικάς φυλάς όλους εκείνους, οι οποίοι είχαν δώσει την καρδίαν των εις την λατρείαν Κυρίου του Θεού του ισραηλιτικού λαού. Δια τούτο και οι Λευίται αυτοί ήλθον εις την Ιερουσαλήμ, να προσφέρουν θυσίας εις Κυριον τον Θεόν των πατέρων των. 16 Ὁ Ἱεροβοὰμ ἐξώρισεν ἀπὸ ὅλες τίς (δέκα) φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς εὐσεβεῖς Ἰσραηλίτες, οἱ ὁποῖοι μὲ εἰλικρινῆ ἀγάπην ἀφιέρωσαν τὴν καρδιά των εἰς τὸ νὰ λατρεύουν τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ· αὐτοὶ ὅλοι ἀκολούθησαν τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς Λευῖτες καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, διὰ νὰ προσφέρουν θυσίαν εἰς τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τῶν πατέρων των.
17 καὶ κατίσχυσαν τὴν βασιλείαν ᾿Ιούδα καὶ κατίσχυσαν Ροβοὰμ τὸν τοῦ Σαλωμὼν εἰς ἔτη τρία, ὅτι ἐπορεύθη ἐν ταῖς ὁδοῖς Δαυὶδ καὶ Σαλωμὼν ἔτη τρία. 17 Ετσι δε αυτοί με την παρουσίαν των ενίσχυσαν την βασιλείαν της φυλής του Ιούδα, ενίσχυσαν και τον Ροβοάμ τον υιόν του Σολομώντος επί τρία έτη, διότι επί τρία έτη ο Ροβοάμ επορεύετο τον δρόμον, που ηκολούθησεν ο πάππος του ο Δαυίδ και ο πατήρ του ο Σολομών. 17 Ἔτσι ὅλοι αὐτοὶ ἐνίσχυσαν μὲ τὸν ἀριθμόν των τὸ βασίλειον τοῦ Ἰούδα, ὑπεστήριξαν καὶ ἐνίσχυσαν μὲ τὴν παρουσίαν των τὸν βασιλιᾶ Ροβοάμ, τὸν υἱὸν τοῦ Σολομῶντος, ἐπὶ τρία χρόνια· διότι ὁ Ροβοὰμ ἀκολούθησε τὸ εὐσεβὲς παράδειγμα τῆς ζωῆς τοῦ πάππου του Δαβὶδ καὶ τοῦ πατέρα του Σολομῶντος ἐπὶ τρία χρόνια.
18 καὶ ἔλαβεν ἑαυτῷ Ροβοὰμ γυναῖκα τὴν Μολλὰθ θυγατέρα ῾Ιεριμοὺθ υἱοῦ Δαυὶδ καὶ ᾿Αβιγαίαν θυγατέρα ῾Ελιὰβ τοῦ ᾿Ιεσσαί, 18 Ο Ροβοάμ επήρεν ως σύζυγόν του την Μολλάθ θυγατέρα του Ιεριμούθ, υιού του Δαυίδ, και την Αβιγαίαν θυγατέρα του Ελιάβ, υιού του Ιεσσαί. 18 Ὁ ροβοὰμ ἐνυμφεύθη ὡς σύζυγον τὴν Μολλάθ, κόρην τοῦ Ἱεριμούθ, υἱοῦ τοῦ Δαβίδ, καὶ τὴν Ἀβιγαίαν, κόρην τοῦ Ἐλιάβ, υἱοῦ τοῦ Ἰεσσαί,
19 καὶ ἔτεκεν αὐτῷ υἱοὺς τὸν ᾿Ιαοὺς καὶ τὸν Σαμαρίαν καὶ τὸν Ζαάμ. 19 Αυτή εγέννησεν εις αυτόν υιούς τον Ιαούς, τον Σαμαρίαν και τον Ζαάμ. 19 ἡ ὁποία ἐγέννησεν εἰς αὐτὸν τρεῖς υἱούς: Τὸν Ἰαούς, τὸν Σαμαρίαν καὶ τὸν Ζαάμ.
20 καὶ μετὰ ταῦτα ἔλαβεν ἑαυτῷ τὴν Μααχὰ θυγατέρα ᾿Αβεσσαλώμ, καὶ ἔτεκεν αὐτῷ τὸν ᾿Αβιὰ καὶ τὸν ᾿Ιετθὶ καὶ τὸν Ζηζὰ καὶ τὸν Σαλημώθ. 20 Μετά ταύτα ο Ροβοάμ επήρεν ως σύζυγόν του την Μααχά, θυγατέρα του Αβεσσαλώμ. Αυτή του εγέννησε τον Αβιά, τον Ιετθί, τον Ζηζά και τον Σαλημώθ. 20 Κατόπιν ὁ Ροβοὰμ ἐνυμφεύθη ὡς σύζυγον τὴν Μααχά, κόρην τοῦ Ἀβεσσαλώμ, ἡ ὁποία ἐγέννησεν εἰς αὐτὸν τέσσερις υἱούς: Τὸν Ἀβιά, τὸν Ἰετθί, τὸν Ζηζὰ καὶ τὸν Σαλημώθ.
21 καὶ ἠγάπησε Ροβοὰμ τὴν Μααχὰ θυγατέρα ᾿Αβεσσαλὼμ ὑπὲρ πάσας τὰς γυναῖκας αὐτοῦ καὶ τὰς παλλακὰς αὐτοῦ, ὅτι γυναῖκας δεκαοκτὼ εἶχε καὶ παλλακὰς τριάκοντα· καὶ ἐγέννησεν υἱοὺς εἴκοσι καὶ ὀκτὼ καὶ θυγατέρας ἑξήκοντα. 21 Ο Ροβοάμ ηγάπησε την σύζυγόν του Μααχά, την θυγατέρα του Αβεσσαλώμ, περισσότερον από όλας τας άλλας συζύγους και παλλακάς του. Είχε δε δεκαοκτώ γυναίκας και τριάκοντα παλλακάς. Από αυτάς απέκτησεν εικοσιοκτώ υιούς και εξήκοντα θυγατέρας. 21 Ἀγάπησε δὲ ὁ Ροβοὰμ τὴν Μααχά, τὴν κόρην τοῦ Ἀβεσσαλώμ, περισσότερον ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες συζύγους του καὶ τὶς παλλακίδες του (συζύγους δευτέρας τάξεως). Διότι εἶχε δεκαοκτὼ συζύγους καὶ τριάντα παλλακίδες· ἀπὸ αὐτὲς δὲ ἀπέκτησεν εἴκοσι ὀκτὼ υἱοὺς καὶ ἑξῆντα θυγατέρες.
22 καὶ κατέστησεν εἰς ἄρχοντα ᾿Αβιὰ τὸν τῆς Μααχὰ εἰς ἡγούμενον ἐν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ, ὅτι βασιλεῦσαι διενοεῖτο αὐτόν· 22 Ο Ροβοάμ ανέδειξεν άρχοντα τον Αβιά, τον υιόν της Μααχά, αρχηγόν μεταξύ των αδελφών του, διότι είχε κατά νουν να τον ανακηρύξη διάδοχόν του εις την βασιλείαν. 22 Ὁ Ροβοὰμ ἀνέδειξε καὶ ὥρισε τὸν Ἀβιά, τὸν υἱὸν τῆς Μααχά, ἀρχηγὸν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀδελφῶν του, διότι εἶχε βάλει κατὰ νοῦν αὐτὸν νὰ ἀναδείξῃ ὡς βασιλιᾶ (διάδοχόν του).
23 καὶ ηὐξήθη παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις ᾿Ιούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ ἐν ταῖς πόλεσι ταῖς ὀχυραῖς καὶ ἔδωκεν αὐταῖς τροφὰς πλῆθος πολὺ καὶ ᾐτήσατο πλῆθος γυναικῶν. 23 Αυτός ο Αβιά ανεδείχθη περισσότερον από όλους τους άλλους υιούς του Ροβοάμ, οι οποίοι ευρίσκοντο διεσκορπισμένοι καθ' όλα τα όρια της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν μέσα εις οχυράς πόλεις. Ο Αβιά εφωδίασεν αυτάς τας οχυράς πόλεις με πολλά τρόφιμα. Εζήτησε δε και έλαβε δια τον εαυτόν του πολυαρίθμους γυναίκας. 23 Ὁ Ἀβιὰ ἀνεδείχθη καὶ προώδευσε περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους υἱοὺς τοῦ Ροβοάμ, οἱ ὁποῖοι εἶχαν σκορπισθῆ εἰς ὅλην τὴν περιοχὴν τῶν φυλῶν τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν (καί) εἰς τὶς ὀχυρὲς πόλεις ὡς διοικηταί. Ἐφωδίασε δὲ τὶς πόλεις αὐτές, ὅπου ἔμεναν οἱ πρίγκιπες ἀδελφοί του, μὲ πολλὰ τρόφιμα· ἐπίσης ἐφρόντισε καὶ τοὺς ἔστειλε πλῆθος γυναικῶν (κατ’ ἄλλην ἑρμηνείαν: Ἐπεθύμησεν ὁ Ἀβιὰ [ἢ ὁ Ροβοάμ] καὶ ἔλαβε διὰ τὸν ἑαυτόν του πλῆθος γυναικῶν).