Σάββατο, 22 Ιουνίου 2024
Ανατ: 06:04
Δύση: 20:52
Σελ. 16 ημ.
174-192
16ος χρόνος, 5971η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἀνὴρ ἐξ υἱῶν Βενιαμίν, καὶ ὄνομα αὐτῷ Κίς, υἱὸς ᾿Αβιήλ, υἱοῦ ᾿Ιαρέδ, υἱοῦ Βαχίρ, υἱοῦ ᾿Αφέκ, υἱοῦ ἀνδρὸς ᾿Ιεμιναίου, ἀνὴρ δυνατός. 1 Εζούσε τότε ένας ανήρ από την φυλήν Βενιαμίν, ο οποίος ωνομάζετο Κις. Αυτός ήτο υιός του Αβιήλ, υιού του Ιαρέδ, ο οποίος Ιαρέδ ήτο υιός του Βαχίρ, ο δε Βαχίρ ήτο υιός του Αφέκ και ο Αφέκ ήτο υιός ανδρός Βενιαμίτου. Αυτός ο Κις ήτο πλούσιος και ισχυρός. 1 Εζοῦσε τότε ἔνας ἀνὴρ ἀπὸ τὴν φυλὴν Βενιαμίν, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Κίς. Αὐτὸς ἦτο υἱὸς τοῦ Ἀβιήλ, υἱοῦ τοῦ Ἰαρέδ, ὁ ὁποῖος Ἰαρὲδ ἦτο υἱὸς τοῦ Βαχίρ, ὁ δὲ Βαχὶρ ἦτο υἱὸς του Ἀφὲκ καὶ ὁ Ἀφὲκ ἦτο υἱὸς ἀνδρὸς Βενιαμίτου. Αὐτὸς ὁ Κὶς ἦτο πλούσιος καὶ ἰσχυρός.
2 καὶ τούτῳ υἱός, καὶ ὄνομα αὐτῷ Σαούλ, εὐμεγέθης, ἀνὴρ ἀγαθός, καὶ οὐκ ἦν ἐν υἱοῖς ᾿Ισραὴλ ἀγαθὸς ὑπὲρ αὐτόν, ὑπερωμίαν καὶ ἐπάνω ὑψηλὸς ὑπὲρ πᾶσαν τὴν γῆν. 2 Είχε δε υιόν ο οποίος ωνομάζετο Σαούλ. Αυτός ο Σαούλ ήτο άνδρας υψηλόσωμος και ωραίος. Κανείς άλλος μεταξύ των Ισραηλιτών δεν ήτο ωραιότερος από αυτόν. Ητο υψηλός, υψηλότερος από τους ανθρώπους όλης της χώρας του. 2 Εἶχε δὲ υἱὸν ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Σαούλ. Αὐτὸς ὁ Σαοὺλ ἧτο ἄνδρας ὑψηλόσωμος καὶ ὡραῖος. Κανεὶς ἄλλος μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν δὲν ἦτο ὡραιότερος ἀπὸ αὐτόν. Ἦτο ὑψηλός, ὑψηλότερος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ὅλης τῆς χώρας του.
3 καὶ ἀπώλοντο αἱ ὄνοι Κὶς πατρὸς Σαούλ, καὶ εἶπε Κὶς πρὸς Σαοὺλ τὸν υἱὸν αὐτοῦ· λαβὲ μετὰ σεαυτοῦ ἓν τῶν παιδαρίων καὶ ἀνάστητε καὶ πορεύθητε καὶ ζητήσατε τὰς ὄνους. 3 Μιαν ημέραν αι όνοι του πατρός του Κις εχάθησαν. Είπε δε ο Κις προς τον υιόν του, τον Σαούλ· “πάρε μαζή σου ένα από τους νεαρούς υπηρέτας και σηκωθήτε και πηγαίνετε εις αναζήτησιν των όνων”. Αυτό και εγινε. 3 Μίαν ἡμέραν αἱ ὄνοι τοῦ πατρός του Κὶς ἐχάθησαν. Εἶπε δὲ ὁ Κὶς πρὸς τὸν υἱόν του, τὸν Σαούλ· «πάρε μαζῆ σου ἕνα ἀπὸ τοὺς νεαροὺς ὑπηρέτας καὶ σηκωθῆτε καὶ πηγαίνετε εἰς ἀναζήτησιν τῶν ὄνων». Αὐτὸ καὶ ἔγινε.
4 καὶ διῆλθον δι᾿ ὄρους ᾿Εφραὶμ καὶ διῆλθον διὰ τῆς γῆς Σελχὰ καὶ οὐχ εὗρον· καὶ διῆλθον διὰ τῆς γῆς Σεγαλείμ, καὶ οὐκ ἦν· καὶ διῆλθον διὰ τῆς γῆς ᾿Ιαμὶν καὶ οὐχ εὗρον. 4 Ο Σαούλ με τον υπηρέτην επέρασαν την ορεινήν περιοχήν της φυλής Εφραίμ, έφθασαν εις την χώραν Σελχά, αλλά δεν εύρον τας όνους. Ηλθον επίσης εις την χώραν Σεγαλείμ και ούτε εκεί τας εύρον. Ηλθον εις την χώραν της φυλής Βενιαμίν και δεν τας ευρήκαν. 4 Ὁ Σαούλ μὲ τὸν ὑπηρέτην ἐπέρασαν τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς Ἐφραίμ, ἔφθασαν εἰς τὴν χώραν Σελχά, ἀλλὰ δὲν εὖρον τὰς ὄνους. Ἦλθον ἐπίσης εἰς τὴν χώραν Σεγαλεὶμ καὶ οὔτε ἐκεῖ τὰς εὖρον. Ἦλθον εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς Βενιαμὶν καὶ δὲν τὰς εὑρῆκαν.
5 αὐτῶν δὲ ἐλθόντων εἰς τὴν Σίφ, καὶ Σαοὺλ εἶπε τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ τῷ μετ᾿ αὐτοῦ· δεῦρο καὶ ἀποστρέψωμεν, μὴ ἀνεὶς ὁ πατήρ μου τὰς ὄνους φροντίζῃ τὰ περὶ ἡμῶν· 5 Οταν έφθασαν εις την χώραν Σιφ, είπεν ο Σαούλ στον δούλον του, τον οποίον είχε μαζή του· “έλα να επανέλθωμεν, μήπως ο πατήρ μου αφήση πλέον την φροντίδα δια τας όνους του και φροντίζη να εύρη ημάς”. 5 Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν χώραν Σίφ, εἶπεν ὁ Σαοὺλ εἰς τὸν δοῦλον του, τὸν ὁποῖον εἶχε μαζῆ του· «ἔλα νὰ ἐπανέλθωμεν, μήπως ὁ πατήρ μου ἀφήσῃ πλέον τὴν φροντίδα διὰ τὰς ὄνους του καὶ φροντίζῃ νὰ εὔρῃ ἡμᾶς».
6 καὶ εἶπεν αὐτῷ τὸ παιδάριον· ἰδοὺ δὴ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔνδοξος, πᾶν, ὃ ἐὰν λαλήσῃ, παραγινόμενον παρέσται· καὶ νῦν πορευθῶμεν, ὅπως ἀπαγγείλῃ ἡμῖν τὴν ὁδὸν ἡμῶν, ἐφ᾿ ἣν ἐπορεύθημεν ἐπ᾿ αὐτήν. 6 Ο δούλος εκείνος είπεν στον Σαούλ· “ιδού, εις την πόλιν αυτήν υπάρχει ενας άνθρωπος του Θεού. Ο άνθρωπος αυτός είναι ονομαστός. Καθε τι το οποίον θα προείπη, ασφαλώς θα γίνη. Ας πάμε λοιπόν προς αυτόν να μας πληροφορήση, ποίαν οδόν πρέπει να πάρωμεν, δια να εύρωμεν τας όνους μας”. 6 Ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εἶπεν εἰς τὸν Σαούλ· «ἰδού, εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν ὑπάρχει ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ὀνομαστός. Κάθε τι τὸ ὁποῖον θὰ προείπῃ, ἀσφαλῶς θὰ γίνῃ. Ἂς πᾶμε λοιπὸν πρὸς αὐτὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ποίαν ὁδὸν πρέπει νὰ πάρωμεν, διὰ νὰ εὕρωμεν τὰς ὄνους μας».
7 καὶ εἶπε Σαοὺλ τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ τῷ μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ ἰδοὺ πορευσόμεθα, καὶ τὶ οἴσομεν τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ; ὅτι οἱ ἄρτοι ἐκλελοίπασιν ἐκ τῶν ἀγγείων ἡμῶν, καὶ πλεῖον οὐκ ἔστι μεθ᾿ ἡμῶν εἰσενεγκεῖν τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ τὸ ὑπάρχον ἡμῖν. 7 Ο Σαούλ απήντησεν στον δούλον του· “ναι, να πάμε. Τι θα δώσωμεν όμως στον άνθρωπον αυτόν του Θεού; Οι άρτοι εις τα σακκίδιά μας έχουν εξαντληθή, ούτε και κανένα άλλο δώρον έχομεν μαζή μας, δια να προσφέρωμεν στον άνθρωπον αυτόν του Θεού”. 7 Ὁ Σαοὺλ ἀπήντησεν εἰς τὸν δοῦλον του· «ναί, νὰ πάμε. Τί θὰ δώσωμεν ὅμως εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν τοῦ Θεοῦ; Οἱ ἄρτοι εἰς τὰ σακκίδιά μας ἔχουν ἐξαντληθῆ, οὔτε καὶ κανένα ἄλλο δῶρον ἔχομεν μαζῆ μας, διὰ νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν τοῦ Θεοῦ».
8 καὶ προσέθετο τὸ παιδάριον ἀποκριθῆναι τῷ Σαοὺλ καὶ εἶπεν· ἰδοὺ εὕρηται ἐν τῇ χειρί μου τέταρτον σίκλου ἀργυρίου, καὶ δώσεις τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπαγγελεῖ ἡμῖν τὴν ὁδὸν ἡμῶν. 8 Ο νεαρός δούλος εκινήθη να απαντήση πάλιν και είπε· “ιδού, εις τα χέρια μου υπάρχει ένα τέταρτον αργυρού σίκλου. Αυτό θα δώσης στον άνθρωπον του Θεού, τον προφήτην τούτον, και θα μας είπη, ποίον δρόμον πρέπει να οκολουθήσωμεν δια να εύρωμεν τας όνους μας; 8 Ὁ νεαρὸς δοῦλος ἐκινήθη νὰ ἀπαντήσῃ πάλιν καὶ εἶπε· «ἰδού, εἰς τὰ χέρια μου ὑπάρχει ἕνα τέταρτον ἀργυροῦ σίκλου. Αὐτὸ θὰ δώσῃς εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, τὸν προφήτην τοῦτον, καὶ θὰ μας εἴπῃ, ποῖον δρόμον πρέπει νὰ ὀκολουθήσωμεν διὰ νὰ εὕρωμεν τὰς ὄνους μας;
9 καὶ ἔμπροσθεν ἐν ᾿Ισραὴλ τάδε ἔλεγεν ἕκαστος ἐν τῷ πορεύεσθαι ἐπερωτᾶν τὸν Θεόν· δεῦρο καὶ πορευθῶμεν πρὸς τὸν βλέποντα· ὅτι τὸν προφήτην ἐκάλει ὁ λαὸς ἔμπροσθεν ῾Ο βλέπων. 9 Αλλοτε οι Ισραηλίται, όταν επήγαιναν να ερωτήσουν τον Θεόν, έλεγαν μεταξύ των· “Ελα να πάμε προς τον βλέποντα. Ετσι ο λαός ωνόμαζε τον προφήτην του Θεού· “ο Βλέπων”. 9 Ἄλλοτε οἱ Ἰσραηλῖται, ὅταν ἐπήγαιναν νὰ ἐρωτήσουν τὸν Θεόν, ἔλεγαν μεταξύ των· «Ἔλα νὰ πάμε πρὸς τὸν βλέποντα. Ἔτσι ὁ λαὸς ὠνόμαζε τὸν προφήτην τοῦ Θεοῦ· «ὁ Βλέπων».
10 καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς τὸ παιδάριον αὐτοῦ· ἀγαθόν τὸ ρῆμα, δεῦρο καὶ πορευθῶμεν. καὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν πόλιν, οὗ ἦν ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ὁ τοῦ Θεοῦ. 10 Ο Σαούλ είπε προς τον νεαρόν υπηρέτην του· “καλά είπες, έλα να πάμε”. Επήγαν εις την πόλιν, όπου ευρίσκετο ο άνθρωπος αυτός του Θεού, ο προφήτης. 10 Ὁ Σαοὺλ εἶπε πρὸς τὸν νεαρὸν ὑπηρέτην του· «καλὰ εἶπες, ἔλα νὰ πᾶμε». Ἐπῆγαν εἰς τὴν πόλιν, ὅπου εὑρίσκετο ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ προφήτης.
11 αὐτῶν ἀναβαινόντων τὴν ἀνάβασιν τῆς πόλεως καὶ αὐτοὶ εὑρίσκουσι τὰ κοράσια ἐξεληλυθότα ὑδρεύεσθαι ὕδωρ καὶ λέγουσιν αὐταῖς· εἰ ἔστιν ἐνταῦθα ῾Ο βλέπων; 11 Ενώ αυτοί ανέβαιναν τον ανωφερή δρόμον προς την πόλιν, συνήντησαν τας νεάνιδας της πόλεως, αι οποίαι είχαν εξέλθει, δια να πάρουν νερό από κάποιαν εκεί πηγήν έξω από την πόλιν. Ο Σαούλ και ο υπηρέτης ηρώτησαν τας νεάνιδας αυτάς· “μήπως ευρίσκεται εδώ ο “βλέπων”, ο προφήτης;” 11 Ἐνῶ αὐτοὶ ἀνέβαιναν τὸν ἀνωφερῆ δρόμον πρὸς τὴν πόλιν, συνήντησαν τὰς νεάνιδας τῆς πόλεως, αἱ ὀποῖαι εἶχαν ἐξέλθει, διὰ νὰ πάρουν νερὸ ἀπὸ κάποιαν ἐκεῖ πηγὴν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν. Ὁ Σαοὺλ καὶ ὁ ὑπηρέτης ἠρώτησαν τὰς νεάνιδας αὐτάς· «μήπως εὑρίσκεται ἐδῶ ὁ «βλέπων», ὁ προφήτης;»
12 καὶ ἀπεκρίθη τὰ κοράσια αὐτοῖς καὶ λέγουσιν αὐτοῖς· ἔστιν, ἰδοὺ κατὰ πρόσωπον ὑμῶν· νῦν διὰ τὴν ἡμέραν ἥκει εἰς τὴν πόλιν, ὅτι θυσία σήμερον τῷ λαῷ ἐν Βαμᾷ· 12 Αι νεάνιδες απήντησαν εις αυτούς· “ναι, εδώ είναι, ιδού ευρίσκεται έμπροσθέν σας. Σημερα ακριβώς έχει έλθει εις την πόλιν λόγω της ημέρας, διότι πρόκειται κατά την ημέραν αυτήν να μεταβή και να προσφέρη θυσίαν υπέρ του λαού εις κάποιο υψωμα, στον λόφον. 12 Αἱ νεάνιδες ἀπήντησαν εἰς αὐτούς· «ναί, ἐδῶ εἶναι, ἰδού εὑρίσκεται ἔμπροσθέν σας. Σήμερα ἀκριβῶς ἔχει ἔλθει εἰς τὴν πόλιν λόγῳ τῆς ἡμέρας, διότι πρόκειται κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν νὰ μεταβῇ καὶ νὰ προσφέρῃ θυσίαν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ εἰς κάποιο ὑψωμα, εἰς τὸν λόφον.
13 ὡς ἂν εἰσέλθητε εἰς τὴν πόλιν, οὕτως εὑρήσετε αὐτὸν ἐν τῇ πόλει πρὶν ἀναβῆναι αὐτὸν εἰς Βαμᾶ τοῦ φαγεῖν· ὅτι οὐ μὴ φάγῃ ὁ λαὸς ἕως τοῦ εἰσελθεῖν αὐτόν, ὅτι οὗτος εὐλογεῖ τὴν θυσίαν, καὶ μετὰ ταῦτα ἐσθίουσιν οἱ ξένοι· καὶ νῦν ἀνάβητε, ὅτι διὰ τὴν ἡμέραν εὑρήσετε αὐτόν. 13 Αμέσως μόλις εισέλθετε εις την πόλιν θα τον συναντήσετε, πριν αυτός ανέβη στον λόφον, όπου θα παρακαθήση στο μετά την θυσίαν γεύμα. Ο λαός, άλλωστε, δεν πρόκειται να φάγη εκεί, αν αυτός προηγουμένως δεν μεταβή δια να ευλογήση την θυσίαν και κατόπιν θα φάγουν οι ξένοι, οι προσκυνηταί. Πηγαίνετε λοιπόν τώρα και θα τον ευρήτε εκεί λόγω ακριβώς της ημέρας αυτής”. 13 Ἀμέσως μόλις εἰσέλθετε εἰς τὴν πόλιν θὰ τὸν συναντήσετε, πρὶν αὐτὸς ἀνέβη εἰς τὸν λόφον, ὅπου θὰ παρακαθήσῃ εἰς τὸ μετὰ τὴν θυσίαν γεῦμα. Ὁ λαός, ἄλλωστε, δὲν πρόκειται νὰ φάγῃ ἐκεῖ, ἂν αὐτὸς προηγουμένως δὲν μεταβῇ διὰ νὰ εὐλογήσῃ τὴν θυσίαν καὶ κατόπιν θὰ φάγουν οἱ ξένοι, οἱ προσκυνηταί. Πηγαίνετε λοιπὸν τώρα καὶ θὰ τὸν εὑρῆτε ἐκεῖ λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἡμέρας αὐτῆς».
14 καὶ ἀναβαίνουσι τὴν πόλιν. αὐτῶν εἰσπορευομένων εἰς μέσον τῆς πόλεως καὶ ἰδοὺ Σαμουὴλ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ἀπάντησιν αὐτῶν τοῦ ἀναβῆναι εἰς Βαμᾶ. 14 Πράγματι μετέβησαν ο Σαούλ και ο υπηρέτης εις την πόλιν. Καθώς δε αυτοί εισήρχοντο εντός της πόλεως, ιδού ο Σαμουήλ εξήλθεν εις συνάντησίν των, δια να αναβή κατόπιν στον λόφον δια την θυσίαν. 14 Πράγματι μετέβησαν ὁ Σαοὺλ καὶ ὁ ὑπηρέτης εἰς τὴν πόλιν. Καθὼς δὲ αὐτοὶ εἰσήρχοντο ἐντὸς τῆς πόλεως, ἰδοὺ ὁ Σαμουὴλ ἐξῆλθεν εἰς συνάντησίν των, διὰ νὰ ἀναβῇ κατόπιν εἰς τὸν λόφον διὰ τὴν θυσίαν.
15 καὶ Κύριος ἀπεκάλυψε τὸ ὠτίον Σαμουὴλ ἡμέρᾳ μιᾷ ἔμπροσθεν τοῦ ἐλθεῖν πρὸς αὐτὸν Σαοὺλ λέγων· 15 Ο Κυριος είχεν ομιλήσει προς τον Σαμουήλ και μίαν ημέραν πριν έλθη ο Σαούλ προς αυτόν είχεν αποκαλύψει τα εξής· 15 Ὁ Κύριος εἶχεν ὁμιλήσει πρὸς τὸν Σαμουὴλ καὶ μίαν ἡμέραν πρὶν ἔλθῃ ὁ Σαοὺλ πρὸς αὐτὸν εἶχεν ἀποκαλύψει τὰ ἐξῆς·
16 ὡς ὁ καιρός, αὔριον ἀποστελῶ πρός σε ἄνδρα ἐκ γῆς Βενιαμίν, καὶ χρίσεις αὐτὸν εἰς ἄρχοντα ἐπὶ τὸν λαόν μου ᾿Ισραήλ, καὶ σώσει τὸν λαόν μου ἐκ χειρὸς ἀλλοφύλων· ὅτι ἐπέβλεψα ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τοῦ λαοῦ μου, ὅτι ἦλθε βοὴ αὐτῶν πρός με. 16 “Αύριον, κατά την ώραν αυτήν, θα στείλω προς σε ένα άνδρα από την φυλήν Βενιαμίν, τον οποίον θα χρίσης βασιλέα δια τον λαόν μου τον ισραηλιτικόν. Αυτός θα απαλλάξη τον λαόν μου από τα χέρια των Φιλισταίων. Θα τους σώσω τους Ισραηλίτας, διότι είδα με ευσπλαγχνικόν βλέμμα την δυστυχίαν του λαού μου και διότι η βοή του στεναγμού των έφθασεν έως εις εμέ”. 16 «Αὔριον, κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν, θὰ στείλω πρός σὲ ἕνα ἄνδρα ἀπὸ τὴν φυλὴν Βενιαμίν, τὸν ὁποῖον θὰ χρίσῃς βασιλέα διὰ τὸν λαόν μου τὸν ἰσραηλιτικόν. Αὐτὸς θὰ ἀπαλλάξῃ τὸν λαόν μου ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Φιλισταίων. Θὰ τοὺς σώσω τοὺς Ἰσραηλίτας, διότι εἶδα μὲ εὐσπλαγχνικὸν βλέμμα τὴν δυστυχίαν τοῦ λαοῦ μου καὶ διότι ἡ βοὴ τοῦ στεναγμοῦ των ἔφθασεν ἕως εἰς ἐμέ».
17 καὶ Σαμουὴλ εἶδε τὸν Σαούλ· καὶ Κύριος ἀπεκρίθη αὐτῷ· ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος, ὃν εἶπά σοι, οὗτος ἄρξει ἐν τῷ λαῷ μου. 17 Ο Σαμουήλ είδε τον Σαούλ και ο Κυριος είπε προς τον Σαμουήλ· “ιδού, αυτός είναι ο άνθρωπος, δια τον οποίον σου ωμίλησα. Αυτός θα γίνη βασιλεύς του λαού μου”. 17 Ὁ Σαμουὴλ εἶδε τὸν Σαοὺλ καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Σαμουήλ· «ἰδού, αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, διὰ τὸν ὁποῖον σοῦ ὡμίλησα. Αὐτὸς θὰ γίνῃ βασιλεὺς τοῦ λαοῦ μου».
18 καὶ προσήγαγε Σαοὺλ πρὸς Σαμουὴλ εἰς μέσον τῆς πόλεως καὶ εἶπεν· ἀπάγγειλον δὴ ποῖος ὁ οἶκος τοῦ βλέποντος. 18 Ο Σαούλ επλησίασε τον Σαμουήλ εντός της πόλεως και τον ηρώτησε· “ειπέ μου, σε παρακαλώ, ποιό είναι το σπίτι του βλέποντος, του προφήτου;” 18 Ὁ Σαοὺλ ἐπλησίασε τὸν Σαμουὴλ ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ τὸν ἠρώτησε· «εἰπέ μου, σὲ παρακαλῶ, ποιὸ εἶναι τὸ σπίτι τοῦ βλέποντος, τοῦ προφήτου;»
19 καὶ ἀπεκρίθη Σαμουὴλ τῷ Σαοὺλ καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι αὐτός· ἀνάβηθι ἔμπροσθέν μου εἰς Βαμᾶ καὶ φάγε μετ᾿ ἐμοῦ σήμερον, καὶ ἐξαποστελῶ σε πρωΐ καὶ πάντα τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀπαγγελῶ σοι· 19 Ο Σαμουήλ απήντησε προς τον Σαούλ· “είμαι εγώ ο ίδιος. Ανέβα μαζή μου στον λόφον και φάγε εκεί μαζή με εμέ σήμερον. Αύριον θα σε αφήσω ελεύθερον να αναχωρήσης, αφού προηγουμένως σου αποκαλύψω όλα όσα απασχολούν τον νουν σου. 19 Ὁ Σαμουὴλ ἀπήντησε πρὸς τὸν Σαούλ· «εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος. Ἀνέβα μαζῆ μου εἰς τὸν λόφον καὶ φάγε ἐκεῖ μαζῆ μὲ ἐμὲ σήμερον. Αὔριον θὰ σὲ ἀφήσω ἐλεύθερον νὰ ἀναχωρήσῃς, ἀφοῦ προηγουμένως σοῦ ἀποκαλύψω ὅλα ὅσα ἀπασχολοῦν τὸν νοῦν σου.
20 καὶ περὶ τῶν ὄνων σου τῶν ἀπολωλυιῶν σήμερον τριταίων μὴ θῇς τὴνκαρδίαν σου αὐταῖς, ὅτι εὕρηνται· καὶ τίνι τὰ ὡραῖα τοῦ ᾿Ισραήλ; οὐ σοὶ καὶ τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός σου; 20 Δια δε τας όνους τας οποίας εχάσατε προ τριών ημερών, μην ανησυχής, διότι ευρέθησαν. Εις ποίον, άλλωστε, άλλον ειμή στον οίκον του πατρός σου θα αποδοθούν όλα τα αγαθά του Ισραηλιτικού λαού;” 20 Διὰ δὲ τὰς ὄνους τὰς ὁποίας ἐχάσατε πρὸ τριῶν ἡμερῶν, μὴν ἀνησυχῇς, διότι εὑρέθησαν. Εἰς ποῖον, ἄλλωστε, ἄλλον εἰμὴ εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός σου θὰ ἀποδοθοῦν ὅλα τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ;»
21 καὶ ἀπεκρίθη Σαοὺλ καὶ εἶπεν· οὐχὶ ἀνδρὸς υἱὸς ᾿Ιεμιναίου ἐγώ εἰμι τοῦ μικροῦ σκήπτρου φυλῆς ᾿Ισραὴλ καὶ τῆς φυλῆς τῆς ἐλαχίστης ἐξ ὅλους σκήπτρου Βενιαμίν; καὶ ἱνατί ἐλάλησας πρὸς ἐμὲ κατὰ τὸ ρῆμα τοῦτο; 21 Ο Σαούλ απήντησεν· “αυτό δεν είναι δυνατόν, διότι εγώ είμαι υιός ανδρός, ο οποίος ανήκει εις την φυλήν Βενιαμίν, της μικροτέρας από όλας τας άλλας φυλάς του Ισραηλιτικού λαού. Η δε οικογένειά μου είναι μικροτέρα από όλας τας οικογενείας της φυλής του Βενιαμίν. Διατί λοιπόν ωμίλησες προς εμέ και είπες αυτά τα λόγια;” 21 Ὁ Σαοὺλ ἀπήντησεν· «αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ἐγὼ ειμαι υἱὸς ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν φυλὴν Βενιαμίν, τῆς μικροτέρας ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας φυλὰς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ἡ δὲ οἰκογένειά μου εἶναι μικροτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς οἰκογενείας τῆς φυλῆς τοῦ Βενιαμίν. Διατὶ λοιπὸν ὠμίλησες πρὸς ἐμὲ καὶ εἶπες αὐτὰ τὰ λόγια;»
22 καὶ ἔλαβε Σαμουὴλ τὸν Σαοὺλ καὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ καὶ εἰσήγαγεν αὐτοὺς εἰς τὸ κατάλυμα καὶ ἔθετο αὐτοῖς ἐκεῖ τόπον ἐν πρώτοις τῶν κεκλημένων ὡσεὶ ἑβδομήκοντα ἀνδρῶν. 22 Ο Σαμουήλ επήρε τον Σαούλ και τον νεαρόν υπηρέτην του, τους ωδήγησε στον οίκον του και τους έβαλε να καθίσουν εις τιμητικήν θέσιν μεταξύ των άλλων εβδομήκοντα περίπου προσκεκλημένων επισήμων ανδρών. 22 Ὁ Σαμουὴλ ἐπῆρε τὸν Σαοὺλ καὶ τὸν νεαρὸν ὑπηρέτην του, τοὺς ὠδήγησε εἰς τὸν οἶκον του καὶ τοὺς ἔβαλε νὰ καθίσουν εἰς τιμητικὴν θέσιν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἑβδομήκοντα περίπου προσκεκλημένων ἐπισήμων ἀνδρῶν.
23 καὶ εἶπε Σαμουὴλ τῷ μαγείρῳ· δός μοι τὴν μερίδα, ἣν ἔδωκά σοι, ἣν εἶπά σοι θεῖναι αὐτὴν παρά σοι. 23 Είπε δε ο Σαμουήλ στον μάγειρον· “δος μου την μερίδα του κρέατος, την οποίαν σου έδωκα και δια την οποίαν σου είπα να την θέσης κατά μέρος”. 23 Εἶπε δὲ ὁ Σαμουὴλ εἰς τὸν μάγειρον· «δός μου τὴν μερίδα τοῦ κρέατος, τὴν ὁποίαν σοῦ ἔδωκα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν σοῦ εἶπα νὰ τὴν θέσῃς κατὰ μέρος».
24 καὶ ἥψησεν ὁ μάγειρος τὴν κωλέαν, καὶ παρέθηκεν αὐτὴν ἐνώπιον Σαούλ· καὶ εἶπε Σαμουὴλ τῷ Σαούλ· ἰδοὺ ὑπόλειμμα, παράθες αὐτὸ ἐνώπιόν σου καὶ φάγε, ὅτι μαρτύριον τέθειταί σοι παρὰ τοὺς ἄλλους· ἀπόκνιζε. καὶ ἔφαγε Σαοὺλ μετὰ Σαμουὴλ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. 24 Ο μάγειρος είχε ψήσει την μερίδα αυτήν, η οποία ήτο το παχύ σαρκώδες μέρος του μηρού, και την παρέθεσε πλησίον του Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ είπεν στον Σαούλ· “ιδού, αυτή η μερίς έχει φυλαχθή δια σέ. Παρε την εμπρός σου και φάγε, διότι αυτή είναι δείγμα, που μαρτυρεί την ιδιαιτέραν μου προτίμησιν προς σέ, και τίθεται εμπρός σου επί παρουσία όλων των άλλων. Φαγε λοιπόν”. Και έφαγε πράγματι ο Σαούλ κατά την ημέραν εκείνην μαζή με τον Σαμουήλ. 24 Ὁ μάγειρος εἶχε ψήσει τὴν μερίδα αὐτήν, ἡ ὁποία ἦτο τὸ παχὺ σαρκῶδες μέρος τοῦ μηροῦ, καὶ τὴν παρέθεσε πλησίον τοῦ Σαμουήλ. Ὁ Σαμουὴλ εἶπεν εἰς τὸν Σαούλ· «ἰδού, αὐτὴ ἡ μερὶς ἔχει φυλαχθῇ διὰ σέ. Πάρε την ἐμπρός σου καὶ φάγε, διότι αὐτὴ εἶναι δεῖγμα, ποὺ μαρτυρεῖ τὴν ἰδιαιτέραν μου προτίμησιν πρὸς σέ, καὶ τίθεται ἐμπρός σου ἐπὶ παρουσία ὅλων τῶν ἄλλων. Φάγε λοιπόν». Καὶ ἔφαγε πράγματι ὁ Σαοὺλ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην μαζῆ μὲ τὸν Σαμουήλ.
25 καὶ κατέβη ἐκ τῆς Βαμᾶ εἰς τὴν πόλιν· καὶ διέστρωσαν τῷ Σαοὺλ ἐπὶ τῷ δώματι, καὶ ἐκοιμήθη. 25 Ο Σαμουήλ κατέβη από το ύψωμα του λόφου μαζή με τον Σαούλ και τον δούλον του εις την πόλιν. Διέταξε δε να στρώσουν δια τον Σαούλ στο επάνω διαμέρισμα του σπιτιού. Του έστρωσαν και εκεί εκοιμήθη. 25 Ὁ Σαμουὴλ κατέβη ἀπὸ τὸ ὕψωμα τοῦ λόφου μαζῆ μὲ τὸν Σαοὺλ καὶ τὸν δοῦλον του εἰς τὴν πόλιν. Διέταξε δὲ νὰ στρώσουν διὰ τὸν Σαοὺλ εἰς τὸ ἐπάνω διαμέρισμα τοῦ σπιτιοῦ. Τοῦ ἔστρωσαν καὶ ἐκεῖ ἐκοιμήθη.
26 καὶ ἐγένετο ὡς ἀνέβαινεν ὁ ὄρθρος, καὶ ἐκάλεσε Σαμουὴλ τὸν Σαοὺλ ἐπὶ τῷ δώματι λέγων· ἀνάστα, καὶ ἐξαποστελῶ σε· καὶ ἀνέστη Σαούλ, καὶ ἐξῆλθεν αὐτὸς καὶ Σαμουὴλ ἕως ἔξω. 26 Οταν εξημέρωσεν, ο Σαμουήλ εκάλεσε τον Σαούλ από το δώμα, στο οποίον εκοιμάτο, και του είπε· “σήκω, θα σε αφήσω τώρα ελεύθερον να φύγης”. Ο Σαούλ εσηκώθη και εξήλθον μαζή με τον Σαμουήλ έξω από την πόλιν. 26 Ὅταν ἐξημέρωσεν, ὁ Σαμουὴλ ἐκάλεσε τὸν Σαοὺλ ἀπὸ τὸ δῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκοιμᾶτο, καὶ τοῦ εἶπε· «σήκω, θὰ σὲ ἀφήσω τώρα ἐλεύθερον νὰ φύγῃς». Ὁ Σαοὺλ ἐσηκώθη καὶ ἐξῆλθον μαζῆ μὲ τὸν Σαμουὴλ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν.
27 αὐτῶν καταβαινόντων εἰς μέρος τῆς πόλεως καὶ Σαμουὴλ εἶπε τῷ Σαούλ· εἰπὸν τῷ νεανίσκῳ καὶ διελθέτω ἔμπροσθεν ἡμῶν, καὶ σὺ στῆθι ὡς σήμερον καὶ ἄκουσον ρῆμα Θεοῦ. 27 Οταν κατέβαιναν στο άκρον της πόλεως, ο Σαμουήλ είπεν στον Σαούλ· “πες στον νεαρόν δούλον σου να προχωρήση εμπρός από ημάς, συ δε στάσου τώρα εδώ, και πρόσεξε να ακούσης τον λόγον του Κυρίου”. 27 Ὅταν κατέβαιναν εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως, ὁ Σαμουὴλ εἶπεν εἰς τὸν Σαούλ· «πὲς εἰς τὸν νεαρὸν δοῦλον σου νὰ προχωρήσῃ ἐμπρὸς ἀπὸ ἡμᾶς, σὺ δὲ στάσου τώρα ἐδῶ, καὶ πρόσεξε νὰ ἀκούσῃς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου».