Κυριακή, 26 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:08
Δύση: 20:38
Σελ. 18 ημ.
147-219
16ος χρόνος, 5944η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Δ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐγενήθη ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ συναθροίζονται ἀλλόφυλοι ἐπὶ ᾿Ισραὴλ εἰς πόλεμον· καὶ ἐξῆλθεν ᾿Ισραὴλ εἰς ἀπάντησιν αὐτοῖς εἰς πόλεμον καὶ παρεμβάλλουσιν ἐπὶ ᾿Αβενέζερ, καὶ οἱ ἀλλόφυλοι παρεμβάλλουσιν ἐν ᾿Αφέκ. 1 Κατά τας ημέρας εκείνας οι Φιλισταίοι συνεκεντρώθησαν, δια να πολεμήσουν εναντίον των Ισραηλιτών. Οι Ισραηλίται εξήλθον από τας πόλεις των, δια να αντιπαραταχθούν και πολεμήσουν τους Φιλισταίους. Ηλθον και εστρατοπέδευσαν εις Αβενέζερ, ενώ οι Φιλισταίοι είχον στρατοπεδεύσει εις Αφέκ. 1 Κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνεκεντρώθησαν οἱ ἀλλόφυλοι Φιλισταῖοι, διὰ νὰ πολεμήσουν ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἐβγῆκαν δὲ οἱ Ἰσραηλῖται διὰ νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσουν καὶ νὰ πολεμήσουν. Καὶ ἐστρατοπέδευσαν εἰς τὴν πόλιν Ἀβενέζερ, ἐνῷ οἱ Φιλισταῖοι ἐστρατοπέδευσαν εἰς τὴν Ἀφέκ.
2 καὶ παρατάσσονται ἀλλόφυλοι εἰς πόλεμον ἐπὶ ᾿Ισραήλ· καὶ ἔκλινεν ὁ πόλεμος, καὶ ἔπταισεν ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ ἐνώπιον ἀλλοφύλων, καὶ ἐπλήγησαν ἐν τῇ παρατάξει ἐν ἀγρῷ τέσσαρες χιλιάδες ἀνδρῶν. 2 Παρετάχθησαν οι αλλόφυλοι, οι Φιλισταίοι, εις μάχην εναντίον των Ισραηλιτών. Κατά την μάχην οι Ισραηλίται ενικήθησαν από τους αλλοφύλους και κατά την σύγκρουσιν, η οποία έγινεν εις την πεδιάδα, εφονεύθησαν τέσσαρες χιλιάδες άνδρες από αυτούς. 2 Καὶ παρετάχθησαν οἱ Φιλισταῖοι εἰς θέσιν μάχης ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν. Καὶ ἐτελείωσεν ὁ πόλεμος μὲ νίκην τῶν Φιλισταῖων. Ἔκαναν σφάλματα ὁ Ἰσραηλῖται ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἐνικήθησαν καὶ ἐσκοτώθηκαν ἐκεῖ, ὅπως ἦσαν παρατεταγμένοι εἰς τὴν πεδιάδα, τέσσαρες χιλιάδες ἄνδρες των.
3 καὶ ἦλθεν ὁ λαὸς εἰς τὴν παρεμβολήν, καὶ εἶπαν οἱ πρεσβύτεροι ᾿Ισραήλ· κατὰ τί ἔπταισεν ἡμᾶς Κύριος σήμερον ἐνώπιον ἀλλοφύλων; λάβωμεν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐκ Σηλώμ, καὶ ἐξελθέτω ἐκ μέσου ἡμῶν, καὶ σώσει ἡμᾶς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν ἡμῶν. 3 Ο υπόλοιπος στρατός των Ισραηλιτών επανήλθεν στο στρατόπεδόν του. Οι γεροντότεροι Ισραηλίται διηρωτήθησαν αναμεταξύ των και είπαν· “διατί παρεχώρησεν ο Κυριος σήμερον να νικηθώμεν από τους Φιλισταίους; Ας παρώμεν από την Σηλώμ την ιεράν Κιβωτόν του Θεού μας και μαζή με ημάς και εν μέσω ημών ας εξέλθη και αυτή εις την μάχην κατά των Φιλισταίων. Αυτή θα μας σώση από τα χέρια των εχθρών μας”. 3 Ὅσοι δὲ στρατιῶται τοῦ Ἰσραὴλ διεσώθησαν, ἐπέστρεψαν εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἦτο ὁ καταυλισμός των. Καὶ εἶπαν μεταξύ των οἱ προεστοὶ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ: «Διατὶ ἄραγε μᾶς ἄφησε σήμερα ὁ Κύριος νὰ κάνωμεν σφάλματα ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀλλοφύλους καὶ νὰ νικηθῶμεν; Ἂς πάρωμεν τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ μας ἀπὸ τὴν Σηλὼμ καὶ ἂς βγῇ ἀνάμεσά μας εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης καὶ θὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν μας».
4 καὶ ἀπέστειλεν ὁ λαὸς εἰς Σηλώμ, καὶ αἴρουσιν ἐκεῖθεν τὴν κιβωτὸν Κυρίου καθημένου Χερουβίμ· καὶ ἀμφότεροι οἱ υἱοὶ ῾Ηλὶ μετὰ τῆς κιβωτοῦ, ᾿Οφνὶ καὶ Φινεές. 4 Απέστειλαν λοιπόν οι Ισροηλίται ανθρώπους εις Σηλώμ και μετέφεραν από εκεί την κιβωτόν του Κυρίου, ο οποίος εκάθητο επάνω εις τα Χερουβίμ τα ευρισκόμενα επί της Κιβωτού. Μαζή με την Κιβωτόν ηκολούθησαν και οι δύο υιοί του Ηλί, ο Οφνί και ο Φινεές. 4 Καὶ ἔστειλαν ἀμέσως οἱ Ἰσραηλῖται ἀνθρώπους των εἰς τὴν Σηλὼμ καὶ ἐπῆραν καὶ ἔφεραν ἀπὸ ἐκεῖ τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ἐκάθητο εἰς τὰ πτερὰ τῶν Χερουβίμ, ποὺ ἦσαν στερεωμένα εἰς τὰ δύο ἄκρα τοῦ καλύμματος τῆς Κιβωτοῦ. Μαζὶ μὲ τὴν Κιβωτόν, σὰν συνοδοί της, ἦλθαν ἀπὸ τὴν Σηλὼμ καὶ οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἡλί, ὁ Ὀφνὶ καὶ ὁ Φινεές.
5 καὶ ἐγενήθη ὡς ἦλθεν ἡ κιβωτὸς Κυρίου εἰς τὴν παρεμβολήν, καὶ ἀνέκραξε πᾶς ᾿Ισραὴλ φωνῇ μεγάλῃ, καὶ ἤχησεν ἡ γῆ. 5 Συνέβη δε τούτο το γεγονός. Οταν έφθασεν η Κιβωτός του Κυρίου στο στρατόπεδον των Ισραηλιτών, όλοι οι Ισραηλίται εκραύγασαν με φωνήν μεγάλην, από την οποίαν αντήχησεν όλη η γύρω περιοχή. 5 Μόλις λοιπὸν ἔφθασεν ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου εἰς τὸ στρατόπεδον, ἐνθουσιάσθηκαν καὶ ἐφώναξαν μὲ μεγάλην φωνὴν ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται καὶ ἀντήχησεν ὁ τόπος.
6 καὶ ἤκουσαν οἱ ἀλλόφυλοι τῆς κραυγῆς, καὶ εἶπον οἱ ἀλλόφυλοι· τίς ἡ κραυγὴ ἡ μεγάλη αὕτη ἐν τῇ παρεμβολῇ τῶν ῾Εβραίων; καὶ ἔγνωσαν ὅτι κιβωτὸς Κυρίου ἥκει εἰς τὴν παρεμβολήν. 6 Οι αλλόφυλοι, οι Φιλισταίοι, όταν ήκουσαν τους αλαλαγμούς εκείνους διηρωτήθησαν μεταξύ των λέγοντες· “που οφείλεται αυτή η μεγάλη κραυγή στο στρατόπεδον των Εβραίων; Εμαθον δε ότι η Κιβωτός του Κυρίου είχεν έλθει στο στρατόπεδον εκείνων. 6 Ἄκουσαν δὲ οἱ Φιλισταῖοι τὴν κραυγὴν καὶ εἶπαν μεταξύ των οἱ ἀλλόφυλοι: «Τί σημαίνει ἄραγε ἡ μεγάλη αὐτὴ κραυγή, ποὺ ἀκούεται εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Ἑβραίων;» Καὶ ἔμαθαν ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Ἰσραηλιτῶν ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης τὸν Κυρίου.
7 καὶ ἐφοβήθησαν οἱ ἀλλόφυλοι καὶ εἶπον· οὗτοι οἱ θεοὶ ἥκασι πρὸς αὐτοὺς εἰς τὴν παρεμβολήν· οὐαὶ ἡμῖν· ἐξελοῦ ἡμᾶς, κύριε, σήμερον, ὅτι οὐ γέγονε τοιαύτη ἐχθὲς καὶ τρίτην. 7 Εφοβήθησαν οι αλλόφυλοι και είπον αναμεταξύ των· “αυτοί είναι οι θεοί, οι οποίοι ήλθον προς αυτούς στο στρατόπεδόν των. Αλλοίμονον εις ημάς. Γλύτωσέ μας, Κυριε, από την σημερινήν συμφοράν, όμοια της οποίας δεν έχει γίνει εις ημάς κατά τον προηγούμενον καιρόν ! 7 Καὶ ἐφοβήθησάν οἱ ἀλλόφυλοι Φιλισταῖοι καὶ εἶπαν: »Οἱ θεοὶ οἱ ἴδιοι ἦλθαν εἰς τὸ στρατόπεδον, διὰ νὰ πολεμήσουν εἰς τὸ πλευρόν των. Ἀλλοίμονό μας! Σῶσε μας, κύριε, σήμερον, διότι ποτὲ ἄλλοτε δὲν μᾶς συνέβη κάτι παρόμοιον.
8 οὐαὶ ἡμῖν· τίς ἐξελεῖται ἡμᾶς ἐκ χειρὸς τῶν θεῶν τῶν στερεῶν τούτων; οὗτοι οἱ θεοί, οἱ πατάξαντες τὴν Αἴγυπτον ἐν πάσῃ πληγῇ καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ. 8 Αλλοίμονον εις ημάς· ποιός θα μας απαλλάξη από τα παντοδύναμα χέρια των ισχυρών αυτών θεών; Αυτοί οι θεοί είναι εκείνοι, οι οποίοι εκτύπησαν με κάθε ειδός πληγής την Αίγυπτον και εβοήθησαν τους Ισραηλίτας εις την έρημον. 8 Ἀλλοίμονό μας! Ποῖος θὰ μᾶς γλυτώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια αὐτῶν τῶν δυνατῶν θεῶν; Οἱ θεοὶ αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐκτύπησαν μὲ κάθε εἴδους τιμωρίαν τοὺς Αἰγυπτίους καὶ ἔδειξαν τὴν δύναμίν των ὑπὲρ τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰς τὴν ἔρημον».
9 κραταιοῦσθε καὶ γίνεσθε εἰς ἄνδρας ἀλλόφυλοι, ὅπως μὴ δουλεύσητε τοῖς ῾Εβραίοις, καθὼς ἐδούλευσαν ἡμῖν, καὶ ἔσεσθε εἰς ἄνδρας καὶ πολεμήσατε αὐτούς. 9 Αλλά πάρετε θάρρος, ω Φιλισταίοι. Φανήτε πραγματικοί άνδρες, δια να μη νικηθήτε και υποδουλωθήτε στους Εβραίους, όπως εκείνοι είχον υποδουλωθή εις ημάς. Φανήτε άνδρες και πολεμήσατε γενναίως εναντίον αυτών” ! 9 Οἱ ἀξιωματικοί των ὅμως τοὺς ἔδωσαν θάρρος καὶ εἶπαν: «Μὴ τὰ χάνετε, Φιλισταῖοι! Σταθῆτε γενναῖοι καὶ φερθῆτε σὰν ἄνδρες, διὰ νὰ μὴ γίνετε δοῦλοι τῶν Ἑβραίων, ὅπως ἔγιναν ἐκεῖνοι ἄλλοτε δοῦλοι μας. Δείξατε ἀνδρείαν καὶ πολεμήσατε ἐναντίον των!»
10 καὶ ἐπολέμησαν αὐτούς· καὶ πταίει ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ, καὶ ἔφυγεν ἕκαστος εἰς σκήνωμα αὐτοῦ· καὶ ἐγένετο πληγή μεγάλη σφόδρα, καὶ ἔπεσον ἐξ ᾿Ισραὴλ τριάκοντα χιλιάδες ταγμάτων. 10 Οι Φιλισταίοι επολέμησαν πράγματι με ανδρείαν εναντίον των Ισραηλιτών. Οι Ισραηλίται ενικήθησαν και ο καθένας από αυτούς ετράπη εις πανικόβλητον φυγήν δια το σπίτι του. Οι Ισραηλίται υπέστησαν πολύ μεγάλην συμφοράν, διότι στο πεδίον της μάχης έπεσαν τριάκοντα χιλιάδες πεζοί. 10 Καὶ ἐπολέμησαν πράγματι μὲ γενναιότητα ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν οἱ Φιλισταῖοι καὶ ἔσφαλε καὶ ἐνικήθη ὁ στρατὸς τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ ἔφυγε διὰ νὰ κρυβῇ καθένας εἰς τὸ σπίτι του. Καθὼς δὲ ἔφευγαν πανικόβλητοι, ἔγινε πολὺ μεγάλη συμφορά. Καὶ ἐσκοτώθηκαν ἀπὸ τὸ πεζικὸν τῶν Ἰσραηλιτῶν τριάντα χιλιάδες ἄνδρες.
11 καὶ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ ἐλήφθη, καὶ ἀμφότεροι οἱ υἱοὶ ῾Ηλὶ ἀπέθανον, ᾿Οφνὶ καὶ Φινεές. 11 Η δε Κιβωτός του Θεού έπεσεν εις τα χέρια των Φιλισταίων. Και οι δύο δε υιοί του Ηλί, ο Οφνί και ο Φινεές, εφονεύθησαν. 11 Ἡ δὲ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ ἡρπάγη σὰν λάφυρον ἀπὸ τοὺς Φιλισταίους. Ἐσκοτώθηκαν δὲ ἐκεῖ καὶ οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἡλί, ὁ Ὀφνὶ καὶ ὁ Φινεές.
12 Καὶ ἔδραμεν ἀνὴρ ᾿Ιεμιναῖος ἐκ τῆς παρατάξεως καὶ ἦλθεν εἰς Σηλὼμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ διερρωγότα, καὶ γῆ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ. 12 Ενας δε ανήρ Ισραηλίτης, ανήκων εις την φυλήν του Βενιαμίν, έτρεξεν από το πεδίον της μάχης και ήλθεν εις Σηλώμ κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν. Τα ενδύματά του ήσαν σχισμένα και χώμα ήτο επάνω εις την κεφαλήν αυτού. 12 Κάποιος δὲ ἄνδρας Ἰσραηλίτης Ἰεμιναῖος, δηλαδὴ μέλος τῆς φυλῆς Βενιαμίν, ἔτρεξεν ἀπὸ τὸν τόπον τῆς μάχης καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Σηλὼμ κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς μάχης. Σὰν ἔνδειξιν πένθους εἶχε σχισμένα τὰ ροῦχα του καὶ χῶμα ἐπάνω εἰς τὸ κεφάλι του.
13 καὶ ἦλθε, καὶ ἰδοὺ ῾Ηλὶ ἐπὶ τοῦ δίφρου παρὰ τὴν πύλη σκοπεύων τὴν ὁδόν, ὅτι ἦν καρδία αὐτοῦ ἐξεστηκυῖα περὶ τῆς κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ· καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν ἀπαγγεῖλαι, καὶ ἀνεβόησεν ἡ πόλις. 13 Οταν ο άνθρωπος αυτός έφθασε, την ώραν εκείνην ο Ηλί εκάθητο επάνω εις ένα κάθισμα πλησίον της πύλης της Σκηνής, παρατηρών την οδόν, από όπου επερίμενεν αγγελίαν δια την έκβασιν της μάχης. Τον κατείχεν αγωνία, διότι η καρδία του εφοβείτο δια την Κιβωτόν του Κυρίου. Ο άνθρωπος εκείνος εισήλθεν εις την πάλιν, δια να αναγγείλη τα γεγονότα· και ανήγγειλε την συμφοράν. Ολοι οι κάτοικοι εξέβαλον γοεράς κραυγάς. 13 Καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν Σηλώμ, ἐνῷ ὁ Ἡλὶ ἦτο καθισμένος εἰς τὸν δίφρον, δηλαδὴ εἰς τὸ εἰδικὸν κάθισμά του (σκαμνί), δίπλα εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου. Εἶχε δὲ τὸ βλέμμα του διαρκῶς προσηλωμένον πρὸς τὸν δρόμον, διότι ἡ καρδία του ἦτο γεμάτη ἀπὸ ἀνησυχίαν διὰ τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ. Ὁ δὲ ἀγγελιαφόρος ἐκεῖνος ἐμβῆκε εἰς τὴν πόλιν, διὰ νὰ ἀνακοινώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου. Ἀπὸ δὲ τὰ δυσάρεστα νέα, ποὺ ἔφερεν, ἀντήχησε πένθιμη κραυγὴ εἰς ὅλην τὴν πόλιν.
14 καὶ ἤκουσεν ῾Ηλὶ τὴν φωνὴν τῆς βοῆς καὶ εἶπε· τίς ἡ φωνὴ τῆς βοῆς ταύτης; καὶ ὁ ἄνθρωπος σπεύσας εἰσῆλθε καὶ ἀπήγγειλε τῷ ῾Ηλί. 14 Ο Ηλί ήκουσε την βοήν των κραυγών και ηρώτησεν· εις ποίαν αιτίαν οφείλεται ο θόρυβος αυτός των κραυγών”; Αμέσως ο άνθρωπος εκείνος έσπευσεν, ήλθε και ανεκοίνωσεν στον Ηλί τα συμβάντα. 14 Καὶ ἄκουσε ὁ Ἡλὶ τὸν θόρυβον ἀπὸ τὰς κραυγὰς τῶν κατοίκων καὶ διερωτήθη: «Τί νὰ σημαίνῃ ἄραγε ὁ θόρυβος αὐτός;» Καὶ ὁ ἀγγελιαφόρος ἦλθε βιαστικὸς καὶ ἐμβῆκε εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου καὶ ἀνεκοίνωσε τὰ καθέκαστα εἰς τὸν Ἡλί.
15 καὶ ῾Ηλὶ υἱὸς ἐνενήκοντα ἐτῶν, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐπανέστησαν καὶ οὐκ ἐπέβλεπε· 15 Ητο τότε ο Ηλί ενενήκοντα ετών. Οι οφθαλμοί του ήσαν απλανείς· είχεν άκαμπτον το βλέμμα και δεν έβλεπε. 15 Ὁ δὲ Ἡλὶ ἦτο τότε γέρων ἡλικίας ἐνενήντα ἐτῶν. Τὰ μάτια του δὲν ἐκινοῦντο πλέον καὶ δὲν ἔβλεπε σχεδὸν καθόλου.
16 καὶ εἶπεν ῾Ηλὶ τοῖς ἀνδράσι τοῖς περιεστηκόσιν αὐτῷ· τίς ἡ φωνὴ τοῦ ἤχου τούτου; καὶ ὁ ἀνὴρ σπεύσας προσῆλθε πρὸς ῾Ηλὶ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐγώ εἰμι ὁ ἥκων ἐκ τῆς παρεμβολῆς, κἀγὼ πέφευγα ἐκ τῆς παρατάξεως σήμερον. καὶ εἶπεν ῾Ηλί· τί τὸ γεγονὸς ρῆμα, τέκνον; 16 Ηρώτησε λοιπόν ο Ηλί πάλιν τους άνδρας, οι οποίοι ήσαν γύρω του· “που οφείλεται ο θόρυβος αυτών των κραυγών;” Ο αγγελιαφόρος εκείνος έσπευσεν, επλησίασε τον Ηλί και του είπε· “εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος έχω έλθει από το στρατόπεδον, και εγώ κατώρθωσα να φύγω σήμερον από την μάχην”. Τον ηρώτησεν ο Ηλί· “τι λοιπόν συνέβη, παιδί μου;” 16 Καὶ ἐρώτησε ὁ Ἡλὶ τοὺς ἄνδρας, ποὺ ἔστεκαν γύρω του: «Τί σημαίνει αὐτὸς ὁ θόρυβος;» Καὶ ὁ ἄνδρας, ποὺ ἔφερε τὸ δυσάρεστον νέον, ἔσπευσε καὶ ἐπλησίασε τὸν Ἤλι καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀγγελιαφόρος, ποὺ ἦλθα ἀπὸ τὸ μέτωπον καὶ διέφυγα ἀπὸ τὸ πεδίον τῆς μάχης σήμερα». Καὶ εἶπεν ὁ Ἡλί: «Τί ἀκριβῶς συνέβη, παιδί μου;»
17 καὶ ἀπεκρίθη τὸ παιδάριον καὶ εἶπε· πέφευγεν ἀνὴρ ᾿Ισραὴλ ἐκ προσώπου ἀλλοφύλων, καὶ ἐγένετο πληγὴ μεγάλη ἐν τῷ λαῷ, καὶ ἀμφότεροι οἱ υἱοὶ σου τεθνήκασι, καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ ἐλήφθη. 17 Ο νεαρός εκείνος Ισραηλίτης απήντησεν· “οι Ισραηλίται ενικήθησαν, κατελήφθησαν από πανικόν και ετράπησαν εις φυγήν ενώπιον των αλλοφύλων. Εγινε μεγάλη συμφορά στον στρατόν, οι δύο υιοί σου απέθανον, η δε Κιβωτός περιήλθεν εις χείρας των εχθρών”. 17 Καὶ ἀπεκρίθη ὁ νεαρὸς καὶ εἶπε: «Οἱ Ἰσραηλῖται τὸ ἔβαλαν εἰς τὰ πόδια ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀλλοφύλους καὶ ἔγινε μεγάλη συμφορὰ εἰς τὸν στρατόν μας. Ἐσκοτώθηκαν δὲ καὶ οἱ δύο υἱοί σου, ἡ δὲ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου ἡρπάγη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς».
18 καὶ ἐγένετο ὡς ἐμνήσθη τῆς κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔπεσεν ἀπὸ τοῦ δίφρου ὀπισθίως ἐχόμενος τῆς πύλης, καὶ συνετρίβη ὁ νῶτος αὐτοῦ καὶ ἀπέθανεν, ὅτι πρεσβύτης ὁ ἄνθρωπος καὶ βαρύς· καὶ αὐτὸς ἔκρινε τὸν ᾿Ισραὴλ εἴκοσιν ἔτη. 18 Αμέσως μόλις ο άνθρωπος εκείνος ανέφερε την απώλειαν της Κιβωτού του Θεού, ο Ηλί κατελήφθη από τοιαύτην οδύνην, ώστε έπεσεν από το κάθισμά του προς τα οπίσω πλησίον της πύλης και συνετρίβη ο νώτος του και απέθανε, διότι ο Ηλί ήτο γέρων πλέον και βαρύς. Αυτός υπήρξε Κριτής του Ισραηλιτικού λαού επί είκοσιν έτη. 18 Μόλις ἀνέφερεν ὁ ἀγγελιαφόρος τὴν εἴδησιν αὐτὴν διὰ τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου, ἔπεσεν ὁ Ἡλὶ ἀπὸ τὸ κάθισμά του πρὸς τὰ πίσω, πλησίον τῆς πύλης τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου, καὶ ἔσπασεν ἡ ράχη του καὶ πέθανε ἀμέσως, διότι ὁ ἄνθρωπος ἦτο ἠλικιωμένος καὶ βαρύς. Ἦτο δὲ ὁ Ἡλὶ Κριτὴς τοῦ Ἰσραὴλ ἐπὶ εἴκοσι χρόνια.
19 Καὶ νύμφη αὐτοῦ γυνὴ Φινεὲς συνειληφυῖα τοῦ τεκεῖν· καὶ ἤκουσε τὴν ἀγγελίαν ὅτι ἐλήφθη ἡ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι τέθνηκεν ὁ πενθερὸς αὐτῆς καὶ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, καὶ ἔκλαυσε καὶ ἔτεκεν, ὅτι ἐπεστράφησαν ἐπ᾿ αὐτὴν ὠδῖνες αὐτῆς. 19 Η νύμφη του Ηλί, η σύζυγος του Φινεές, ήτο έγκυος, έτοιμη να γεννήση. Οταν ήκουσε την αγγελίαν, ότι η Κιβωτός είχε κυριευθή από τους εχθρούς και ότι ο πενθερός της απέθανεν, ο δε σύζυγός της εφονεύθη, έκλαυσε και εγέννησε, διότι τότε της ήλθαν απότομα αι ωδίνες του τοκετού. 19 Ἡ δὲ νύφη τοῦ Ἡλί, ἡ γυναῖκα τοῦ Φινεές, ἦτο ἔγκυος καὶ ἐπλησίαζεν ὁ καιρὸς νὰ γεννήσῃ. Μόλις λοιπὸν ἄκουσε τὴν εἴδησιν ὅτι ἔχει ἁρπαγὴ ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι πέθανε ὁ πεθερός της καὶ ὁ ἄνδρας της, ἔκλαυσε καὶ ἐγέννησε, διότι τὴν ἔπιασαν ξαφνικὰ οἱ πόνοι τοῦ τοκετοῦ.
20 καὶ ἐν τῷ καιρῷ αὐτῆς ἀποθνήσκει, καὶ εἶπον αὐτῇ αἱ γυναῖκες αἱ παρεστηκυῖαι αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, ὅτι υἱὸν τέτοκας· καὶ οὐκ ἀπεκρίθη, καὶ οὐκ ἐνόησεν ἡ καρδία αὐτῆς. 20 Οταν δε εγέννησε περιήλθεν εις κατάστασιν θανάτου. Αι παρευρισκόμενοι εκεί γυναίκες είπαν εις αυτήν· “μη φοβήσαι διότι εγέννησες υιόν”. Εκείνη δεν απήντησε, διότι ευρίσκετο εις την επιθανάτιον αγωνίαν. Δεν εκατάλαβε τίποτε. 20 Καὶ μόλις ἐγέννησεν, ἔγινε ὅπως ὁ ἐτοιμοθάνατος ἄνθρωπος. Τῆς εἶπαν τότε οἱ γυναῖκες, ποὺ ἦσαν δίπλα της: «Μὴ φοβᾶσαι, διότι ἐγέννησες ἀγόρι». Ἐκείνη ὅμως δὲν ἔδωσεν ἀπάντησιν καὶ οὔτε ἔνοιωσε τίποτε.
21 καὶ ἐκάλεσε τὸ παιδάριον Οὐαὶ Βαρχαβὼθ ὑπὲρ τῆς κιβωτοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ πενθεροῦ αὐτῆς καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς. 21 Επρόλαβεν όμως και ωνόμασε το νεογέννητον παιδί “Ουαί Βαρχαβώθ”, δηλαδή “έχάθη η δόξα” ! Του έδωσε δε αυτό το όνομα δια την αιχμαλωσίαν της Κιβωτού, δια τον θάνατον του πενθερού της και δια τον φόνον του συζύγου της. 21 Πρὶν ξεψυχήσῃ ὅμως ἐπρόλαβε καὶ ὠνόμασε τὸ βρέφος της: «Οὐαὶ Βαρχαβώθ», δηλαδή «Ἀλλοίμονον, ἐχάθη ἡ δόξα». Τὸ ὠνόμασε δὲ ἔτσι ἐξ αἰτίας τῆς ἁρπαγῆς τῆς Κιβωτοῦ τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ θανάτου τοῦ πεθεροῦ της καὶ τοῦ ἀνδρός της.
22 καὶ εἶπαν· ἀπῴκισται δόξα ᾿Ισραὴλ ἐν τῷ ληφθῆναι τὴν κιβωτὸν Κυρίου. 22 Οι Ισραηλίται κατόπιν αυτών των συμφορών είπαν· “η δόξα του Ισραηλιτικού λαού έφυγε πλέον λόγω της αιχμαλωσίας της Κιβωτού του Κυρίου !” 22 Καὶ ὅσοι ἔμαθαν τὰ συμβάντα εἶπαν: «Ἔχει ἐγκαταλείψει πλέον ἡ δόξα τὸν Ἰσραήλ, ἐφ’ ὅσον ἔφυγεν ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀνεπαύετο εἰς τὴν Κιβωτόν, ἀφ' ὅτου ἔπεσεν αὐτὴ εἰς τὰ χέρια τῶν ἀλλοφύλων».