Κυριακή, 23 Ιουνίου 2024
Ανατ: 06:04
Δύση: 20:52
Σελ. 17 ημ.
175-191
16ος χρόνος, 5972η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 (Η)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐγένετο ὡς ἐγήρασε Σαμουήλ, καὶ κατέστησε τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ δικαστὰς τῷ ᾿Ισραήλ. 1 Ο Σαμουήλ, επειδή πλέον είχε γηράσει, κατέστησεν ως δικαστάς του Ισραηλιτικού λαού τα παιδιά του. 1 Όταν λοιπὸν ἐγήρασεν ὁ Σαμουήλ, διώρισε δικαστὰς τῶν Ἰσραηλιτῶν τοὺς υἱούς του.
2 καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν υἱῶν αὐτοῦ· πρωτότοκος ᾿Ιωήλ, καὶ ὄνομα τοῦ δευτέρου ᾿Αβιά, δικασταὶ ἐν Βηρσαβεέ. 2 Τα δε ονόματα των υιών του είναι τα εξής· Ο πρωτότοκος ωνομάζετο Ιωήλ, ο δε δευτερότοκος ωνομάζετο Αβιά. Και οι δύο αυτοί ήσαν δικασταί των Ισραηλιτών και εδίκαζαν εις την πόλιν Βηρσαβεέ. 2 Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν υἱῶν του ἦσαν τὰ ἑξῆς: Ὁ πρωτότοκος ὠνομάζετο Ἰωὴλ καὶ ὁ δεύτερος ἐλέγετο Ἀβιά. Αὐτοὶ οἱ δύο ἐδίκαζαν τὰς ὑποθέσεις τῶν Ἰσραηλιτῶν εἰς τὴν πόλιν Βηρσαβεέ.
3 καὶ οὐκ ἐπορεύθησαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐν ὁδῷ αὐτοῦ καὶ ἐξέκλιναν ὀπίσω τῆς συντελείας καὶ ἐλάμβανον δῶρα καὶ ἐξέκλινον δικαιώματα. 3 Τα παιδιά όμως του Σαμουήλ δεν ηκολούθησαν το ευσεβές παράδειγμα του πατρός των, αλλά κυριευθέντες από φιλαργυρίαν παρεξέκλιναν από τον νόμον του Θεού, εδωροδοκούντο κατά την απονομήν της δικαιοσύνης και καταπατούσαν τοιουτοτρόπως την δικαιοσύνην του Θεού. 3 Οἱ υἱοί του ὅμως δὲν ἐμιμήθησαν τὴν συμπεριφοράν του, ἀλλὰ παρεξέκλιναν καὶ ἀκολούθησαν τὴν διαφθοράν. Παρεσύρθησαν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κέρδους καὶ ἔπαιρναν δῶρα καὶ δὲν ἐδίκαζαν μὲ τιμιότητα καὶ δικαιοσύνην.
4 καὶ συναθροίζονται ἄνδρες ᾿Ισραὴλ καὶ παραγίνονται εἰς ᾿Αρμαθαὶμ πρὸς Σαμουὴλ 4 Τοτε αντιπρόσωποι του Ισραηλιτικού λαού συνεκεντρώθησαν, ήλθον εις την πόλιν Αρμαθαίμ προς τον Σαμουήλ 4 Καὶ ἐπειδὴ ἔγινε γνωστὴ ἡ διαγωγή των, ἐμαζεύθηκαν ὡρισμένοι ἐκπρόσωποι τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν πόλιν Ἀρμαθαίμ, πρὸς τὸν Σαμουήλ,
5 καὶ εἶπαν αὐτῷ· ἰδοὺ σὺ γεγήρακας, καὶ οἱ υἱοί σου οὐ πορεύονται ἐν τῇ ὁδῷ σου· καὶ νῦν κατάστησον ἐφ᾿ ἡμᾶς βασιλέα δικάζειν ἡμᾶς, καθὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη. 5 και του είπαν· “ιδού, συ πλέον έχεις γηράσει, τα δε παιδιά σου δεν ακολουθούν το ιδικόν σου ευσεβές παράδειγμα. Δια τούτο ζητούμεν να εγκαταστήσης εις ημάς βασιλέα, δια να λύη αυτός τας διαφοράς μας, όπως ακριβώς βασιλέα έχουν και τα αλλά έθνη”. 5 καὶ τοῦ εἶπαν: «Εἶναι φανερὸν πλέον ὅτι σὺ ἔχεις γηράσει καὶ οἱ υἱοί σου δὲν ζοῦν συμφώνως πρὸς τὸ παράδειγμά σου. Τώρα λοιπὸν θέλομεν νὰ ἐγκαταστήσῃς εἰς τὴν χώραν μας ἕνα βασιλέα, διὰ νὰ μᾶς δικάζῃ καὶ νὰ μᾶς κυβερνᾷ, ὅπως γίνεται καὶ μὲ τοὺς ἄλλους λαούς».
6 καὶ πονηρὸν τὸ ρῆμα ἐν ὀφθαλμοῖς Σαμουήλ, ὡς εἶπαν, δὸς ἡμῖν βασιλέα δικάζειν ἡμᾶς· καὶ προσηύξατο Σαμουὴλ πρὸς Κύριον. 6 Ο λόγος αυτός, τον οποίον είπαν οι Ισραηλίται “δος μας βασιλέα δια να μας διοική”, δεν εφάνη καλός στον Σαμουήλ. Δια τούτο ο Σαμουήλ προσηυχήθη προς τον Θεόν και εζήτησε να του φανερώση τι πρέπει να κάμη. 6 Τὸ αἴτημα αὐτὸ ὅμὼς ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν Σαμουὴλ πονηρὸν καὶ ἐφάμαρτον. Ἐλυπήθη μόλις τοῦ εἶπαν· «δός μας βασιλέα νὰ μᾶς δικάζῃ». Καὶ ἀμέσως κατέφυγεν ὁ Σαμουὴλ μὲ τὴν προσευχὴν εἰς τὸν Κύριον καὶ ἐζήτησε τὴν βοήθειάν του.
7 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Σαμουήλ· ἄκουε τῆς φωνῆς τοῦ λαοῦ, καθὰ ἂν λαλῶσί σοι· ὅτι οὐ σὲ ἐξουθενήκασιν, ἀλλ᾿ ἢ ἐμὲ ἐξουθενήκασι τοῦ μὴ βασιλεύειν ἐπ᾿ αὐτῶν. 7 Ο Κυριος απήντησε προς τον Σαμουήλ και του είπεν· “άκουσε το αίτημα του λαού, κάμε ο,τι αυτοί σου εζήτησαν, διότι με το αίτημά των αυτό δεν περιφρονούν σέ, αλλά εμέ περιφρονούν, επειδή δεν θέλουν να βασιλεύω εγώ εις αυτούς. 7 Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν Σαμουήλ: «Ἄκουσε αὐτό, ποὺ σοῦ λέγει ὁ λαός, καὶ ἰκανοποίησε τὸ αἴτημα, ποὺ σοῦ ἀνέφεραν. Μὴ νομίζῃς δὲ ὅτι περιφρονῆσαν ἐσὲ μὲ αὐτὸ ποὺ ἐζήτησαν. Ἐμὲ τὸν Ἴδιον ἔχουν περιφρονήσει καὶ δὲν θέλουν νὰ εἶμαι πλέον βασιλεύς των.
8 κατὰ πάντα τὰ ποιήματα, ἃ ἐποίησάν μοι ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἀνήγαγον αὐτοὺς ἐξ Αἰγύπτου ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης καὶ ἐγκατέλιπόν με καὶ ἐδούλευον θεοῖς ἑτέροις, οὕτως αὐτοὶ ποιοῦσι καὶ σοί. 8 Οπως στο παρελθόν εφέρθησαν προς εμέ από την ημέραν κατά την οποίαν τους έβγαλα από την Αίγυπτον, όπως δηλαδή εγκατέλιπον εμέ και ελάτρευσαν άλλους θεούς, έτσι συμπεριφέρονται και αυτοί τώρα προς σέ. 8 Δείχνουν καὶ ἀπέναντί σου τὴν ἰδίαν συμπεριφοράν, ποὺ ἔδειξαν ἀπέναντί μου, ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποὺ τοὺς ἐσήκωσα καὶ τοὺς ἐγλύτωσα ἀπὸ τὴν τυραννίαν τῆς Αἰγύπτου μέχρι σήμερα. Σὲ ἐγκαταλείπουν, ὅπως ἐγκατέλειψαν καὶ ἐμὲ καὶ ἐλάτρευαν κατὰ καιροὺς ἄλλους θεούς.
9 καὶ νῦν ἄκουε τῆς φωνῆς αὐτῶν· πλὴν ὅτι διαμαρτυρόμενος διαμαρτύρῃ αὐτοῖς καὶ ἀπαγγελεῖς αὐτοῖς τὸ δικαίωμα τοῦ βασιλέως, ὃς βασιλεύσει ἐπ᾿ αὐτούς. 9 Και τώρα άκουσε το αίτημά των. Μονον θα διαμαρτυρηθής εντόνως προς αυτούς και θα προβάλης τα δικαιώματα, τα οποία θα έχη επάνω των ο βασιλεύς”. 9 Τώρα λοιπὸν νὰ δεχθῇς καὶ νὰ ἰκανοποιήσῃς τὸ αἴτημά των· πλὴν ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῇς ἐντόνως καὶ νὰ τοὺς ἐξηγήσῃς τὰ δικαιώματα καὶ τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν, ποὺ θὰ ἔχῃ ἐπάνω των ὁ βασιλεύς, ποὺ θὰ τοὺς κυβερνᾷ».
10 καὶ εἶπε Σαμουὴλ πᾶν τὸ ρῆμα τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν λαὸν τοὺς αἰτοῦντας παρ᾿ αὐτοῦ βασιλέα 10 Ο Σαμουήλ ανεκοίνωσε τον λόγον αυτόν του Κυρίου στον λαόν, εις αυτούς που εζητούσαν βασιλέα 10 Κατόπιν αὐτῶν ἀνεκοίνωσεν ὁ Σαμουὴλ ὅλα, ὅσα τοῦ εἶπεν ὁ Κύριος, πρὸς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, πρὸς αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ τοῦ ἐζητοῦσαν βασιλέα.
11 καὶ εἶπε· τοῦτο ἔσται τὸ δικαίωμα τοῦ βασιλέως, ὃςβασιλεύσει ἐφ᾿ ὑμᾶς· τοὺς υἱοὺς ὑμῶν λήψεται, καὶ θήσεται αὐτοὺς ἐν ἅρμασιν αὐτοῦ καὶ ἐν ἱππεῦσιν αὐτοῦ καὶ προτρέχοντας τῶν ἁρμάτων αὐτοῦ 11 και τους είπεν· “αυτά θα είναι τα δικαιώματα του βασιλέως, ο οποίος θα βασιλεύση εις σας· Θα πάρη τους υιούς σας και θα βάλη αυτούς οδηγούς εις τα άρματά του, ιππείς στο ιππικόν του, προπορευόμενους εμπρός από τα άρματά του. 11 Τοὺς εἶπε τὰ ἑξῆς: «Αὐτὰ θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ κάνῃ ὁ βασιλεύς, ποὺ θὰ βασιλεύῃ ἐπάνω σας: Θὰ πάρῃ τοὺς υἱούς σας καὶ θὰ τοὺς κάνῃ ὁδηγοὺς εἰς τὰ ἅρματά του καὶ ἱππεῖς εἰς τὸ ἱππικόν του καὶ θὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ νὰ τρέχουν ἐμπρὸς ἀπὸ τὰ ἅρματά του.
12 καὶ θέσθαι αὐτοὺς ἑαυτῷ ἑκατοντάρχους καὶ χιλιάρχους καὶ θερίζειν θερισμὸν αὐτοῦ καὶ τρυγᾶν τρυγητὸν αὐτοῦ καὶ ποιεῖν σκεύη πολεμικὰ αὐτοῦ καὶ σκεύη ἁρμάτων αὐτοῦ· 12 Θα πάρη από αυτούς και θα τοποθετήση προς εξυπηρέτησίν του άλλους μεν εκατοντάρχους και χιλιάρχους, άλλους δε εργάτας δια να θερίζουν τα σπαρτά του, να τρυγούν τα αμπέλια του, να κατασκευάζουν τα πολεμικά του όπλα και τα εξαρτήματα δια τα άρματά του. 12 Θὰ τοὺς τοποθετήσῃ ἐπίσης ἐπὶ κεφαλῆς ἑκατὸν καὶ χιλίων ὑπηκόων του διὰ τὴν ἰδικήν του ἀσφάλειαν καὶ θὰ τοὺς βάλῃ νὰ θερίζουν τὰ σιτηρά του καὶ νὰ τρυγοῦν τὰ ἀμπέλια του καὶ νὰ φτιάχνουν ὅπλα καὶ μηχανὰς πολεμικὰς καὶ ἐξαρτήματα διὰ τὰ ἅρματά του.
13 καὶ τὰς θυγατέρας ὑμῶν λήψεται εἰς μυρεψοὺς καὶ εἰς μαγειρίσσας καὶ εἰς πεσσούσας· 13 Θα πάρη τας θυγατέρας σας, τας οποίας θα κάμη μυροποιούς, μαγείρισσας και αρτοποιούς. 13 Θὰ πάρῃ καὶ τὰς θυγατέρας σας καὶ θὰ τὰς χρησιμοποιῇ διὰ νὰ φτιάχνουν τὰ μύρα του, νὰ τοῦ μαγειρεύουν καὶ νὰ ζυμώνουν καὶ νὰ ψήνουν τὸ ψωμί του.
14 καὶ τοὺς ἀγροὺς ὑμῶν καὶ τοὺς ἀμπελῶνας ὑμῶν καὶ τοὺς ἐλαιῶνας ὑμῶν τοὺς ἀγαθοὺς λήψεται καὶ δώσει τοῖς δούλοις ἑαυτοῦ. 14 Θα πάρη τους αγρούς σας και τα αμπέλια σας και τους καρποφόρους ελαιώνας σας, και θα τα δώση στους δούλους του. 14 Θὰ πάρῃ καὶ τὰ καλύτερα χωράφια σας καὶ τὰ ἀμπέλια σας καὶ τὰ ἐλαιοχώραφά σας καὶ θὰ τὰ δώσῃ εἰς τοὺς δούλους του.
15 καὶ τὰ σπέρματα ὑμῶν καὶ τοὺς ἀμπελῶνας ὑμῶν ἀποδεκατώσει καὶ δώσει τοῖς εὐνούχοις αὐτοῦ καὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ· 15 Θα πάρη το δέκατον από την εσοδείαν των σπαρτών σας και των αμπελιών σας, και θα τα δώση στους ευνούχους και τους δούλους του. 15 Ἀπὸ δὲ τὰ κτήματα, ποὺ θὰ σᾶς ἀπομείνουν, θὰ παίρνῃ ἐκεῖνος τὸ ἓν δέκατον τῶν προϊόντων, ποὺ θὰ μαζεύετε εἰς τὰς ἀποθήκας σας, καὶ ἀπὸ τὰ σταφύλια, ποὺ θὰ μαζεύετε ἀπὸ τὰ ἀμπέλια σας, καὶ θὰ τὸ δίνῃ εἰς τοὺς εὐνούχους του καὶ εἰς τοὺς δούλους του.
16 καὶ τοὺς δούλους ὑμῶν καὶ τὰς δούλας ὑμῶν καὶ τὰ βουκόλια ὑμῶν τὰ ἀγαθὰ καὶ τοὺς ὄνους ὑμῶν λήψεται, καὶ ἀποδεκατώσει εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ 16 Ακόμη δε θα πάρη τους δούλους σας και τας δούλας σας, τα παχειά βόδια σας και τους όνους σας και το δέκατον από τα εισοδήματά σας δια τα έργα του. 16 Θὰ ἠμπορῇ ἐπίσης νὰ πάρῃ καὶ τὸ ἓν δέκατον ἀπὸ τοὺς δούλους ποὺ ἔχετε καὶ ἀπὸ τὰς δούλας σας καὶ ἀπὸ τὰ καλὰ βόδια σᾶς καὶ ἀπὸ τοὺς ὄνους σας διὰ νὰ δουλεύουν διὰ λογαριασμόν του εἰς τὰ ἔργα του.
17 καὶ τὰ ποίμνια ὑμῶν ἀποδεκατώσει· καὶ ὑμεῖς ἔσεσθε αὐτῷ δοῦλοι. 17 Και από τα ποίμνιά σας θα πάρη το δέκατον. Και επί πλέον σεις θα είσθε δούλοι του. 17 Θὰ παίρνη ἀκόμη καὶ τὸ ἓν δέκατον ἀπὸ τὰ κοπάδια τῶν προβάτων σας. Καὶ θὰ γίνετε ὅλοι σας δοῦλοι του.
18 καὶ βοήσεσθε ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐκ προσώπου βασιλέως ὑμῶν, οὗ ἐξελέξασθε ἑαυτοῖς, καὶ οὐκ ἐπακούσεται Κύριος ὑμῶν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ὅτι ὑμεῖς ἐξελέξασθε ἑαυτοῖς βασιλέα. 18 Κατά την εποχήν δε εκείνην καταπικραμμένοι σεις από την καταθλιπτικήν αυτήν μεταχείρισιν εκ μέρους του βασιλέως, τον οποίον οι ιδιοι δια τον εαυτόν σας έχετε εκλέξει, θα φωνάξετε προς τον Κυριον. Αλλά ο Κυριος δεν θα σας ακούση τότε, επειδή σεις αυτοβούλως εξελέξατε δια τον εαυτόν σας βασιλέα”. 18 Ἐξ αἰτίας δὲ τῆς καταπιέσεως, ποὺ θὰ ὑφίστασθε ἀπὸ τὸν βασιλέα, ποὺ τὸν ἐδιαλέξατε μόνοι σας διὰ τοὺς ἑαυτούς σας, θὰ κραυγάζετε κατὰ τὸν καιρὸν ποὺ θὰ ὑποφέρετε. Ἀλλ’ ὅμως δὲν θὰ σᾶς ἀκούῃ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκεῖνας ὁ Κύριος, διότι μόνοι σας ἐδιαλέξατε νὰ ἔχετε βασιλέα».
19 καὶ οὐκ ἐβούλετο ὁ λαὸς ἀκοῦσαι τοῦ Σαμουὴλ καὶ εἶπαν αὐτῷ· οὐχί, ἀλλ᾿ ἢ βασιλεὺς ἔσται ἐφ᾿ ἡμᾶς, 19 Ο λαός όμως δεν ήθελε να υπακούση στον Σαμουήλ και απήντησαν εις αυτόν· “οχι ! Ημείς θέλομεν οπωσδήποτε να έχωμεν βασιλέα. 19 Παρὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὅμως τοῦ Σαμουὴλ οἱ Ἰσραηλῖται δὲν ἤθελαν νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ τοῦ εἶπαν: «Ὄχι! Δὲν συμφωνοῦμεν μαζί σου. Θέλομεν ὁπωσδήποτε νὰ ἀποκτήσωμεν βασιλέα, ποὺ νὰ μᾶς κυβερνᾷ.
20 καὶ ἐσόμεθα καὶ ἡμεῖς καθὰ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ δικάσει ἡμᾶς βασιλεὺς ἡμῶν καὶ ἐξελεύσεται ἔμπροσθεν ἡμῶν καὶ πολεμήσει τὸν πόλεμον ἡμῶν. 20 Θέλομεν και ημείς να είμεθα και να διοικούμεθα, όπως και τα άλλα έθνη. Ο βασιλεύς θα μας κυβερνά και θα δικάζη τας διαφοράς μας. Εις περίπτωσιν δε πολέμου αυτός θα εξέρχεται και θα προπορεύεται εμπρός από ημάς και θα διεξάγη τον πόλεμόν μας”. 20 Ἔτσι θὰ γίνωμεν καὶ ἐμεῖς ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοί. Καὶ θὰ δικάζῃ ὁ βασιλεύς μας τὰς ὑποθέσεις μας καὶ θὰ βγαίνῃ ἐπὶ κεφαλῆς μας καὶ θὰ πολεμῇ, ὅταν ἔχωμεν πόλεμον».
21 καὶ ἤκουσε Σαμουὴλ πάντας τοὺς λόγους τοῦ λαοῦ καὶ ἐλάλησεν αὐτοὺς εἰς τὰ ὦτα Κυρίου. 21 Ο Σαμουήλ ήκουσε τα λόγια αυτά του Ισραηλιτικού λαού και τα ανέφερεν ενώπιον του Κυρίου. 21 Καὶ ἀφοῦ ἄκουσε ὁ Σαμουὴλ ὅλα τὰ λόγια τοῦ λαοῦ, τὰ διεβίβασε μὲ τὴν προσευχήν του εἰς τὸν Κύριον.
22 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Σαμουήλ· ἄκουε τῆς φωνῆς αὐτῶν καὶ βασίλευσον αὐτοῖς βασιλέα. καὶ εἶπε Σαμουὴλ πρὸς ἄνδρας ᾿Ισραήλ· ἀποτρεχέτω ἕκαστος εἰς τὴν πόλιν αὐτοῦ. 22 Ο Κυριος απήντησεν στον Σαμουήλ· “να υπακούσης εις την απαίτησιν αυτών και να αναδείξης εις αυτούς βασιλέα”. Ο Σαμουήλ είπε τότε προς τους αντιπροσώπους του λαού· “πηγαίνετε ο καθένας σας εις την πόλιν του και το αίτημά σας θα πραγματοποιηθή. 22 Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος εἰς τὸν Σαμουήλ: «Κάνε δεκτὸν τὸ αἴτημά των καὶ ἐγκατάστησε εἰς αὐτούς βασιλέα». Καὶ εἶπεν ὁ Σαμουὴλ πρὸς τοὺς ἄνδρας τοῦ Ἰσραήλ: «Πηγαίνετε ἀμέσως εἰς τὴν πόλιν, ποὺ διαμένει ὁ καθένας σας, καὶ περιμένετε τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ αἰτήματός σας».