Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2024
Ανατ: 06:03
Δύση: 20:49
Πρ. τέταρτο
165-201
16ος χρόνος, 5962η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31 (ΛΑ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ οἱ ἀλλόφυλοι ἐπολέμουν ἐπὶ ᾿Ισραήλ, καὶ ἔφυγον οἱ ἄνδρες ᾿Ισραὴλ ἐκ προσώπου τῶν ἀλλοφύλων, καὶ πίπτουσι τραυματίαι ἐν τῷ ὄρει τῷ Γελβουέ. 1 Οι αλλόφυλοι επολέμησαν εναντίον των Ισραηλιτών, οι Ισραηλίται ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν. Επεσαν δε πολλοί Ισραηλίται νεκροί, στο όρος Γελβουέ. 1
2 καὶ συνάπτουσιν οἱ ἀλλόφυλοι τῷ Σαοὺλ καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ, καὶ τύπτουσιν ἀλλόφυλοι τὸν ᾿Ιωνάθαν καὶ τὸν ᾿Αμιναδὰβ καὶ τὸν Μελχισᾶ υἱοὺς Σαούλ. 2 Οι Φιλισταίοι κατεδίωξαν τον Σαούλ και τους υιούς του και εφόνευσαν οι αλλόψυλοι τον Ιωνάθαν, τον Αμιναδάβ και τον Μελχισά, υιούς του Σαούλ. 2
3 καὶ βαρύνεται ὁ πόλεμος ἐπὶ Σαούλ, καὶ εὑρίσκουσιν αὐτὸν οἱ ἀκοντισταί, ἄνδρες τοξόται, καὶ ἐτραυματίσθη εἰς τά ὑποχόνδρια. 3 Ο πόλεμος διεξήγετο με ιδιαιτέραν σκληρότητα εις την περιοχήν, όπου ευρίσκετο ο Σαούλ. Ευρήκαν αυτόν οι Φιλισταίοι ακοντισταί, οι οποίοι και τον ετραυμάτισαν επάνω από τον ομφαλόν. 3
4 καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς τὸν αἴροντα τὰ σκεύη αὐτοῦ· σπάσαι τὴν ρομφαίαν σου καὶ ἀποκέντησόν με ἐν αὐτῇ, μὴ ἔλθωσιν οἱ ἀπερίτμητοι οὗτοι καὶ ἀποκεντήσωσί με καὶ ἐμπαίξωσί μοι. καὶ οὐκ ἐβούλετο ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβήθη σφόδρα· καὶ ἔλαβε Σαοὺλ τὴν ρομφαίαν καὶ ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτήν. 4 Ο Σαούλ είπε προς τον υπηρέτην, που εβάσταζε τα όπλα· “βγάλε την ρομφαίαν σου και φόνευσέ με με αυτήν, δια να μη έλθουν οι απερίτμητοι Φιλισταίοι και με διατρυπήσουν με τας λόγχας των και με εξευτελίσουν. Αλλά ο υπηρέτης, που εβάσταζε τα όπλα του Σαούλ, δεν ηθέλησε να τον φονεύση, διότι εφοβήθη πάρα πολύ. Επήρεν ο Σαούλ την ρομφαίαν του και έπεσεν επάνω εις αυτήν. 4
5 καὶ εἶδεν ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ ὅτι τέθνηκε Σαούλ, καὶ ἐπέπεσε καὶ αὐτὸς ἐπὶ τὴν ρομφαίαν αὐτοῦ καὶ ἀπέθανε μετ᾿ αὐτοῦ. 5 Ο υπηρέτης που εβάσταζε τα όπλα του Σαούλ, όταν είδεν ότι εκείνος απέθανεν, έπεσε και αυτός επάνω εις την ρομφαίαν του και απέθανε μαζή με τον Σαούλ. 5
6 καὶ ἀπέθανε Σαοὺλ καὶ οἱ τρεῖς υἱοὶ αὐτοῦ καὶ ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ κατὰ τὸ αὐτό. 6 Ετσι, κατά την ημέραν εκείνην, απέθανον μαζή ο Σαουλ, τα τρία του παιδιά και αυτός που εβάσταζε τα όπλα του. 6
7 καὶ εἶδον οἱ ἄνδρες ᾿Ισραὴλ οἱ ἐν τῷ πέραν τῆς κοιλάδος καὶ οἱ ἐν τῷ πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου ὅτι ἔφυγον οἱ ἄνδρες ᾿Ισραὴλ καὶ ὅτι τέθνηκε Σαοὺλ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, καὶ καταλείπουσι τὰς πόλεις αὐτῶν καὶ φεύγουσι· καὶ ἔρχονται οἱ ἀλλόφυλοι καὶ κατοικοῦσιν ἐν αὐταῖς. 7 Οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρίσκοντο πέραν από την κοιλάδα και όσοι ήσαν πέραν από τον Ιορδάνην, όταν είδαν ότι οι άλλοι Ισραηλίται ετράπησαν εις φυγήν, ότι ο Σαούλ και οι υιοί του εφονεύθησαν, αφήκαν και αυτοί τας πόλεις των και έφυγαν. Ηλθον οι Φιλισταίοι και εγκατεστάθησαν εις τας πόλεις αυτάς. 7
8 καὶ ἐγενήθη τῇ ἐπαύριον ἔρχονται οἱ ἀλλόφυλοι ἐκδιδύσκειν τοὺς νεκροὺς καὶ εὑρίσκουσι τὸν Σαοὺλ καὶ τοὺς τρεῖς υἱοὺς αὐτοῦ πεπτωκότας ἐπὶ τὰ ὄρη Γελβουέ. 8 Την επομένην ημέραν οι αλλόφυλοι ήλθαν να λεηλατήσουν τους νεκρούς. Ευρήκαν τον Σαούλ και τα τρία του παιδιά να κατάκεινται νεκροί στο όρος Γελδουέ. 8
9 καί ἀποστρέφουσιν αὐτὸν καὶ ἐξέδυσαν τὰ σκεύη αὐτοῦ καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτὰ εἰς γῆν ἀλλοφύλων κύκλῳ εὐαγγελίζοντες τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν καὶ τῷ λαῷ. 9 Αναποδογύρισαν τον Σαούλ, τον εξέδυσαν, επήραν τα όπλα του ως τρόπαια της νίκης των και τα περιέφεραν εις τας χώρας των Φιλισταίων, εντός των ναών όπου υπήρχον τα είδωλα, εις όλον τον λαόν, διαλαλούντες την νίκην των. 9
10 καὶ ἀνέθηκαν τὰ σκεύη αὐτοῦ εἰς τὸ ᾿Ασταρτεῖον καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ κατέπηξαν ἐν τῷ τείχει Βαιθσάν. 10 Τα όπλα του Σαουλ τα αφιέρωσαν στον ναόν της Αστάρτης, το δε σώμα του το εκάρφωσαν στο τείχος της Βαιθσάν. 10
11 καὶ ἀκούουσιν οἱ κατοικοῦντες ᾿Ιαβὶς τῆς Γαλααδίτιδος ἃ ἐποίησαν οἱ ἀλλόφυλοι τῷ Σαούλ· 11 Οι κάτοικοι της Ιαβίς η οποία ανήκει εις την περιοχήν Γαλαάδ, επληροφορήθησαν τι εκαμαν οι Φιλισταίοι στον Σαούλ. 11
12 καὶ ἀνέστησαν πᾶς ἀνὴρ δυνάμεως καὶ ἐπορεύθησαν ὅλην τὴν νύκτα καὶ ἔλαβον τὸ σῶμα Σαοὺλ καὶ τὸ σῶμα ᾿Ιωνάθαν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ τείχους Βαιθσὰν καὶ φέρουσιν αὐτοὺς εἰς ᾿Ιαβὶς καὶ κατακαίουσιν αὐτοὺς ἐκεῖ. 12 Μερικοί δε γενναίοι άνδρες ηγέρθησαν, εβάδισαν όλην την νύκτα και επήραν το σώμα του Σαούλ και το σώμα του παιδιού του, του Ιωνάθαν, από το τείχος Βαιθσάν, τα έφεραν εις την Ιαβίς και τα έκαυσαν εκεί. 12
13 καὶ λαμβάνουσι τὰ ὀστᾶ αὐτῶν καὶ θάπτουσιν ὑπὸ τὴν ἄρουραν τὴν ἐν ᾿Ιαβὶς καὶ νηστεύουσιν ἑπτὰ ἡμέρας. 13 Επήραν τα απολειφθέντα από το πυρ οστά και τα έθαψαν κάτω από καλλιεργημένην γην εις την Ιαβίς. Εις ένδειξιν δε πένθους ενήστευσαν επί επτά ημέρας. 13