Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22 (ΚΒ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν Δαυὶδ καὶ διεσώθη καὶ ἔρχεται εἰς τὸ σπήλαιον τὸ ᾿Οδολλάμ. καὶ ἀκούουσιν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ ὁ οἶκος τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ καταβαίνουσι πρὸς αὐτὸν ἐκεῖ. 1 Ο Δαυίδ έφυγεν από την Γεθ και ήλθε σώος και αβλαβής στο σπήλαιον της Οδολλάμ. Οι αδελφοί του και όλοι οι άλλοι άνθρωποι του σπιτιού του, όταν επληροφορήθησαν αυτό, κατήλθον από την Βηθλεέμ στο σπήλαιον, πλησίον της πόλεως, προς αυτόν. 1
2 καὶ συνήγοντο πρὸς αὐτὸν πᾶς ἐν ἀνάγκῃ καὶ πᾶς ὑπόχρεως καὶ πᾶς κατώδυνος ψυχῇ, καὶ ἦν ἐπ᾿ αὐτῶν ἡγούμενος· καὶ ἦσαν μετ᾿ αὐτοῦ ὡς τετρακόσιοι ἄνδρες. 2 Συνεκεντρώθησαν γύρω από τον Δαυίδ και πολλοί ενδεείς χρεωφειλέται και καθένας, ο οποίος ήτο λυπημένος κατά την καρδίαν. Εις όλους αυτούς αρχηγός ήτο ο Δαυίδ. Ολοι αυτοί, οι οποίοι ήσαν μαζή του, ανήρχοντο εις τετρακοσίους περίπου άνδρας. 2
3 καὶ ἀπῆλθε Δαυὶδ ἐκεῖθεν εἰς Μασσηφὰθ τῆς Μωὰβ καὶ εἶπε πρὸς βασιλέα Μωάβ· γινέσθωσαν δὴ ὁ πατὴρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου παρὰ σοί, ἕως ὅτου γνῶ τί ποιήσει μοι ὁ Θεός. 3 Ο Δαυίδ έφυγεν από το σπήλαιον της Οδολλάμ και ήλθεν εις την πάλιν Μασσηφάθ της χώρας Μωάβ. Είπε δε προς τον βασιλέα των Μωαβιτών· “ας παραμείνουν, σε παρακαλώ, κοντά σου ο πατέρας μου και η μητέρα μου, μέχρις ότου ιδώ τι θα κάμη δι' εμέ ο Θεός”. 3
4 καὶ παρεκάλεσε τὸ πρόσωπον τοῦβασιλέως Μωάβ, καὶ κατῴκουν μετ᾿ αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας ὄντος τοῦ Δαυὶδ ἐν τῇ περιοχῇ. 4 Αυτά παρεκάλεσεν ο Δαυίδ τον βασιλέα των Μωαβιτών. Εκείνος εδέχθη την παράκλησιν του Δαυίδ και έτσι οι γονείς αυτού έμειναν εις την χώραν Μωάβ καθ' όλον το διάστημα, κατά το οποίον ο Δαυίδ ευρίσκετο εις την περιοχήν εκείνην. 4
5 καὶ εἶπε Γὰδ ὁ προφήτης πρὸς Δαυίδ· μὴ κάθου ἐν τῇ περιοχῇ, πορεύου καὶ ἥξεις εἰς γῆν ᾿Ιούδα. καὶ ἐπορεύθη Δαυὶδ καὶ ἦλθε καὶ ἐκάθισεν ἐν πόλει Σαρίχ. 5 Ο προφήτης Γαδ είπε προς τον Δαυίδ· “μη κάθεσαι εις την περιοχήν αυτήν, αλλά φύγε και πήγαινε εις την χώραν της Ιουδαίας”. Ο Δαυίδ πράγματι μετέβη και ήλθεν εις την χώραν της Ιουδαίας και εκάθισεν εις την πόλιν Σαρίχ. 5
6 Καὶ ἤκουσε Σαούλ, ὅτι ἔγνωσται Δαυὶδ καὶ οἱ ἄνδρες οἱ μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ Σαοὺλ ἐκάθητο ἐν τῷ βουνῷ ὑπὸ τὴν ἄρουραν τὴν ἐν Ραμά, καὶ τὸ δόρυ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ παῖδες αὐτοῦ παρειστήκεισαν αὐτῷ. 6 Ο Σαούλ επληροφορήθη το γεγονός, διότι είχε γίνει πλέον γνωστός ο τόπος, όπου ευρίσκετο ο Δαυίδ και οι άνδρες, οι οποίοι ήσαν μαζή του. Ο Σαούλ εκάθισεν εις κάποιον ύψωμα επάνω από ένα χωράφι εις την Ραμά. Εις τα χέρια του δε εκρατούσε το δόρυ και όλοι οι δούλοι του ίσταντο όρθιοι πλησίον του. 6
7 καὶ εἶπε Σαοὺλ πρὸς τοὺς παῖδας αὐτοῦ τοὺς παρεστηκότας αὐτῷ· ἀκούσατε δὴ υἱοὶ Βενιαμίν· εἰ ἀληθῶς πᾶσιν ὑμῖν δώσει ὁ υἱὸς ᾿Ιεσσαὶ ἀγροὺς καὶ ἀμπελῶνας καὶ πάντας ὑμᾶς τάξει ἑκατοντάρχους καὶ χιλιάρχους; 7 Είπε ο Σαούλ προς τους δούλους του, οι οποίοι τον περιεστοίχιζαν· “ακούσατε, λοιπόν, σεις που ανήκετε εις την φυλήν Βενιαμίν. Ο υιός του Ιεσσαί θα σας δώση πράγματι αγρούς και αμπελώνας και θα διορίση όλους σας εκατοντάρχους και χιλιάρχους; Πιστεύετε εις τέτοιες υποσχέσεις; 7
8 ὅτι σύγκεισθε πάντες ὑμεῖς ἐπ᾿ ἐμέ, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἀποκαλύπτων τὸ ὠτίον μου ἐν τῷ διαθέσθαι τὸν υἱόν μου διαθήκην μετὰ τοῦ υἱοῦ ᾿Ιεσσαί, καὶ οὐκ ἔστι πονῶν περὶ ἐμοῦ ἐξ ὑμῶν καὶ ἀποκαλύπτων τὸ ὠτίον μου, ὅτι ἐπήγειρεν ὁ υἱός μου τὸν δοῦλόν μου ἐπ᾿ ἐμὲ εἰς ἐχθρόν, ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη. 8 Και όμως όλοι σεις, σαν να έχετε συνωμοτήσει εναντίον μου, διότι κανείς από σας δεν μου ανέφερεν ότι ο υιός μου έκαμε ένορκον συμφωνίαν φιλίας με τον υιόν του Ιεσσαί. Κανείς από σας δεν ενδιαφέρεται και δεν πονεί για μένα, διότι άλλως θα μου είχεν αναφέρει ότι το παιδί μου εξήγειρεν αυτόν τον δούλον μου και τον έκαμε εχθρόν εναντίον μου μέχρι της σημερινής ημέρας”. 8
9 καὶ ἀποκρίνεται Δωὴκ ὁ Σύρος ὁ καθεστηκὼς ἐπὶ τὰς ἡμιόνους Σαοὺλ καὶ εἶπεν· ἑώρακα τὸν υἱὸν ᾿Ιεσσαὶ παραγινόμενον εἰς Νομβὰ πρὸς ᾿Αβιμέλεχ υἱὸν ᾿Αχιτὼβ τὸν ἱερέα, 9 Ο Δωήκ, ο Συρος, ο οποίος ήτο αρχηγός επί των ανθρώπων που εφύλασσαν τας ημιόνους του Σαουλ, εσηκώθη και είπεν· “εγώ είδα τον υιόν του Ιεσσαί, ότι ήλθεν εις Νομβά προς τον αρχιερέα Αβιμέλεχ, τον υιούν του Αχιτώβ. 9
10 καὶ ἠρώτα αὐτῷ διά τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπισιτισμὸν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ τὴν ρομφαίαν Γολιὰθ τοῦ ἀλλοφύλου ἔδωκεν αὐτῷ. 10 Ο αρχιερεύς δε ηρώτησε χάριν αυτού τον Θεόν και έδωκεν εις αυτόν τροφάς. Και την ρομφαίαν του Γολιάθ του αλλοφύλου του έδωκεν”. 10
11 καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς καλέσαι τὸν ᾿Αβιμέλεχ υἱὸν ᾿Αχιτὼβ καὶ πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τοὺς ἱερεῖς τοὺς ἐν Νομβά, καὶ παρεγένοντο πάντες πρὸς τὸν βασιλέα. 11 Ο βασιλεύς έστειλε τότε ανθρώπους του και εκάλεσαν τον Αβιμέλεχ, τον υιόν του Αχιτώβ, και όλους τους υιούς του πατρός του, τους ιερείς που ευρίσκοντο εις Νομβά. Ολοι δε αυτοί ήλθον και παρουσιάσθησαν στον βασιλέα. 11
12 καὶ εἶπε Σαούλ· ἄκουε δή, υἱὲ ᾿Αχιτώβ· καὶ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ, λάλει κύριε. 12 Είπεν ο Σαούλ· “άκουσε, λοιπόν, παιδί του Αχιτώβ”. Εκείνος απήντησεν· “ιδού εγώ, λαλεί, Κυριε”. 12
13 καὶ εἶπεν αὐτῷ Σαούλ· ἱνατί συνέθου κατ᾿ ἐμοῦ σὺ καὶ ὁ υἱὸς ᾿Ιεσσαὶ δοῦναί σε αὐτῷ ἄρτον καὶ ρομφαίαν καὶ ἐρωτᾶν αὐτῷ διὰ τοῦ Θεοῦ θέσθαι αὐτὸν ἐπ᾿ ἐμὲ εἰς ἐχθρόν, ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη; 13 Ο Σαούλ είπε· “διατί έχετε συνωμοτήσει εναντίον μου συ και ο υιός του Ιεσσαί, ώστε να δώσης εις αυτόν άρτον και να δώσης την ρομφαίαν του Γολιάθ και να συμβουλευθής δι' αυτόν τον Θεόν και έτσι να γίνη αυτός εχθρός μου μέχρι της ημέρας αυτής;” 13
14 καὶ ἀπεκρίθη τῷ βασιλεῖ καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐν πᾶσι τοῖς δούλοις σου ὡς Δαυὶδ πιστὸς καὶ γαμβρὸς τοῦ βασιλέως καὶ ἄρχων παντὸς παραγγέλματός σου καὶ ἔνδοξος ἐν τῷ οἴκῳ σου; 14 Ο αρχιερεύς απήντησεν στον βασιλέα και είπε· “ποιός άλλος από όλους τους δούλους σου είναι τόσον πιστός εις σέ, όσον ο Δαυίδ, ο γαμβρός του βασιλέως ο προεξάρχων πάντοτε εις την εκτέλεσιν κάθε εντολής σου, ένδοξος μεταξύ όλων των αυλικών σου; 14
15 ἦ σήμερον ἦργμαι ἐρωτᾶν αὐτῷ διὰ τοῦ Θεοῦ; μηδαμῶς. μὴ δότω ὁ βασιλεὺς κατὰ τοῦ δούλου αὐτοῦ λόγον καὶ ἐφ᾿ ὅλον τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου, ὅτι οὐκ ᾔδει ὁ δοῦλός σου ἐν πᾶσι τούτοις ρῆμα μικρὸν ἢ μέγα. 15 Μηπως, τάχα, σήμερον εκαμα αρχήν να ερωτώ δι' αυτόν τον Θεόν; Καθόλου. Μη θελήση ο βασιλεύς να καταλογίση ευθύνην εις εμέ και εις όλους τους ανθρώπους του σπιτιού μου δια την διαγωγήν μου προς τον Δαυίδ, διότι εγώ ο δούλος σου ούτε όλην την υπόθεσιν γνωρίζω ούτε καν μικράν γνώσιν αυτής έχω”. 15
16 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Σαούλ· θανάτῳ ἀποθανῇ, ᾿Αβιμέλεχ, σὺ καὶ πᾶς ὁ οἶκος τοῦ πατρός σου. 16 Είπεν ο βασιλεύς Σαούλ· “θα εκτελεσθής συ, Αβιμέλεχ, και όλη η οικογένεια του πατρός σου”. 16
17 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς παρατρέχουσι τοῖς ἐφεστηκόσι πρὸς αὐτόν· προσαγάγετε καὶ θανατοῦτε τοὺς ἱερεῖς τοῦ Κυρίου, ὅτι ἡ χεὶρ αὐτῶν μετὰ Δαυίδ, καὶ ὅτι ἔγνωσαν ὅτι φεύγει αὐτός, καὶ οὐκ ἀπεκάλυψαν τὸ ὠτίον μου. καὶ οὐκ ἐβουλήθησαν οἱ παῖδες τοῦ βασιλέως ἐπενεγκεῖν τὰς χεῖρας αὐτῶν ἀπαντῆσαι εἰς τοὺς ἱερεῖς Κυρίου. 17 Διέταξεν ο βασιλεύς αμέσως τους άνδρας της σωματοφυλακής του, που ίσταντο πλησίον του, και είπε· “φέρετε εδώ και εκτελέσατε τους ιερείς του Κυρίου, διότι αυτοί έχουν συμμαχήσει με τον Δαυίδ. Ενώ δε εγνώριζαν ότι ο Δαυίδ είχε δραπετεύσει από εμέ δια να μη τιμωρηθή, δεν μου απεκάλυψαν το γεγονός”. Οι άνδρες της σωματοφυλακής του βασιλέως, δεν ετόλμησαν να σηκώσουν τα χέρια των και να φονεύσουν τους ιερείς του Κυρίου. 17
18 καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ Δωήκ· ἐπιστρέφου σὺ καὶ ἀπάντα εἰς τοὺς ἱερεῖς. καὶ ἐπεστράφη Δωὴκ ὁ Σύρος καὶ ἐθανάτωσε τοὺς ἱερεῖς τοῦ Κυρίου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, τριακοσίους καὶ πέντε ἄνδρας, πάντας αἴροντας ἐφούδ. 18 Είπε τότε ο βασιλεύς προς τον Δωήκ· “γύρισε συ και κτύπα τους ιερείς”. Ο Δωήκ ο Συρος εγύρισε πράγματι και εθανάτωσε τους ιερείς του Κυρίου κατά την ημέραν εκείνην. Τριακοσίους και πέντε άνδρας εφόνευσε, όλους έχοντας το ιερατικόν ένδυμα εφούδ. 18
19 καὶ τὴν Νομβὰ τὴν πόλιν τῶν ἱερέων ἐπάταξεν ἐν στόματι ρομφαίας ἀπ᾿ ἀνδρὸς ἕως γυναικός, ἀπὸ νηπίου ἕως θηλάζοντος καὶ μόσχου καὶ ὄνου καὶ προβάτου. 19 Ο δε Σαούλ εν στόματι μαχαίρας επέρασε την πόλιν Νομβά, όλους τους κατοίκους της πόλεως αυτής των ιερέων από ανδρός έως γυναικός, από νηπίου μέχρι θηλάζοντος, από μόσχου μέχρι όνου και προβάτου. 19
20 καὶ διασώζεται υἱὸς εἷς τῷ ᾿Αβιμέλεχ υἱῷ ᾿Αχιτώβ, καὶ ὄνομα αὐτῷ ᾿Αβιάθαρ, καὶ ἔφυγεν ὀπίσω Δαυίδ. 20 Από δε την σφαγήν αυτήν διεσώθη ένας μόνον υιός του Αβιμέλεχ, υιού του Αχιτώβ. Το όνομα του διασωθέντος ήτο Αβιάθαρ. Αυτός έσπευσε και κατέφυγε πλησίον του Δαυίδ. 20
21 καὶ ἀπήγγειλεν ᾿Αβιάθαρ τῷ Δαυίδ, ὅτι ἐθανάτωσε Σαοὺλ πάντας τοὺς ἱερεῖς τοῦ Κυρίου. 21 Ο Αβιάθαρ ανήγγειλεν στον Δαυίδ ότι ο Σαούλ εθανάτωσεν όλους τους ιερείς του Κυρίου. 21
22 καὶ εἶπε Δαυὶδ τῷ ᾿Αβιάθαρ· ᾔδειν ὅτι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ὅτι Δωὴκ ὁ Σύρος ὅτι ἀπαγγέλλων ἀπαγγελεῖ τῷ Σαούλ· ἐγώ εἰμι αἴτιος τῶν ψυχῶν οἴκου τοῦ πατρός σου· 22 Ο δε Δαυίδ απήντησεν στον Αβιάθαρ· “καλά το είχα αντιληφθή κατά την ημέραν εκείνην ότι ο Δωήκ ο Συρος θα έσπευδε να αναγγείλη όλα στον Σαούλ. Εγώ είμαι η αιτία του φόνου των ανθρώπων της πατρικής σου οικογενείας. 22
23 κάθου μετ᾿ ἐμοῦ, μὴ φοβοῦ, ὅτι οὗ ἐὰν ζητῶ τῇ ψυχῇ μου τόπον, ζητήσω καὶ τῇ ψυχῇ σου, ὅτι πεφύλαξαι σὺ παρ᾿ ἐμοί. 23 Καθισε μαζή μου και μη φοβήσαι. Διότι εγώ, όπως φροντίζω δια τον εαυτόν μου, θα φροντίσω και δια την ιδικήν σου ζωήν. Μεινε πλησίον μου και θα ευρίσκεσαι εν ασφαλεία”. 23