Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΑΒΑΙΩΝ Δ' - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)


 
 

 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Τί μέλλεις, ὦ τύραννε; ἕτοιμοι γάρ ἐσμεν ἀποθνήσκειν ἢ παραβαίνειν τὰς πατρίους ἡμῶν ἐντολάς· 1 Διατί βραδύνεις, τύραννε; Είμεθα έτοιμοι να αποθάνωμεν, πάρα να παραβώμεν τας προγονικάς μας εντολάς. 1
2 αἰσχυνόμεθα γὰρ τοὺς προγόνους ἡμῶν εἰκότως, εἰ μὴ τῇ τοῦ νόμου εὐπειθείᾳ καὶ συμβούλῳ Μωσῇ χρησαίμεθα. 2 Διότι εντρεπόμεθα, ευλόγως, τους προγόνους μας, εάν δεν επιδείξωμεν υπακοήν στον Νομον και δεν έχωμεν σύμβουλόν μας τον Μωϋσέα. 2
3 σύμβουλε τύραννε παρανομίας, μὴ ἡμᾶς μισῶν ὑπὲρ αὐτοὺς ἡμᾶς ἐλέει. 3 Τυραννε, σύμβουλε της παρανομίας, ενώ εις την πραγματικότητα μας μισείς, μη δείχνης προς ημάς, ευσπλαγχνίαν περισσοτέραν, από όσην δείχνομεν ημείς στον εαυτόν μας. 3
4 χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νομίζομεν εἶναί σου τὸν ἐπὶ τῇ παρανόμῳ σωτηρίᾳ ἡμῶν ἔλεον. 4 Είναι περισσότερον επιβλαβής και από αυτόν τον θάνατον, ναμίζομεν, η συμπάθειά σου δια την παράνομον σωτηρίαν μας. 4
5 ἐκφοβεῖς δὲ ἡμᾶς τὸν διὰ τῶν βασάνων ἡμῖν θάνατον ἀπειλῶν, ὥσπερ οὐχὶ πρὸ βραχέος παρὰ ᾿Ελεαζάρου μαθών. 5 Θέλεις να μας εκφοβίσης απειλών ημάς με τον δια βασανιστηρίων θάνατον, ωσάν να μη έχης διδαχθή προ ολίγου από τον Ελεάζαρον. 5
6 εἰ δ' οἱ γέροντες τῶν ῾Εβραίων διὰ τὴν εὐσέβειαν καὶ βασανισμοὺς ὑπομείναντες εὐσέβησαν, ἀποθάνοιμεν ἂν δικαιότερον ἡμεῖς οἱ νέοι, τὰς βασάνους τῶν σῶν ἀναγκῶν ὑπεριδόντες, ἃς καὶ ὁ παιδευτὴς ἡμῶν γέρων ἐνίκησε. 6 Εάν δε οι γέροντες Εβραίοι υπέστησαν λόγω της ευσεβείας των καρτερικώς τα βασανιστήρια, θα ήτο πολύ περισσότερον δίκαιον ημείς οι νεώτεροι να αποθάνωμεν περιφρονούντες τα βασανιστήρια, που αναγκαστικώς μας επιβάλλεις και τα οποία και ο γέρων διδάσκαλός μας ενίκησε. 6
7 πείραζε τοιγαροῦν, τύραννε· καὶ τὰς ἡμῶν ψυχὰς εἰ θανατώσεις διὰ τὴν εὐσέβειαν, μὴ νομίσῃς ἡμᾶς βλάπτειν βασανίζων. 7 Ημπορείς, λοιπόν, να μας δοκιμάζης, τύραννε. Και αν αφαιρέσης την ζωήν μας εξ αιτίας της ευσεβείας μας, μη νομίσης, ότι μας βλάπτεις με το να μας βασανίζης. 7
8 ἡμεῖς μὲν γὰρ διὰ τῆσδε τῆς κακοπαθείας καὶ ὑπομονῆς τὰ τῆς ἀρετῆς ἆθλα ἕξομεν καὶ ἐσόμεθα παρά Θεῷ, δι' ὃν καὶ πάσχομεν· 8 Διότι ημείς με μίαν τέτοιαν κακοπάθειαν και υπομονήν θα αποκτήσωμεν τα βραβεία της αρετής και θα ζήσωμεν πλησίον του Θεού, προς χάριν του οποίου και θα υποφέρωμεν. 8
9 σὺ δὲ διὰ τὴν ἡμῶν μιαιφονίαν αὐτάρκη καρτερήσεις ὑπὸ τῆς θείας δίκης αἰώνιον βάσανον διὰ πυρός. - 9 Συ όμως εξ αιτίας αυτού του αδίκου φόνου μας θα υποστής από ιδικήν σου υπαιτιότητα αιώνιον βασανιομόν δια πυρός εκ μέρους της θείας δίκης”. 9
10 Ταῦτα αὐτῶν εἰπόντων, οὐ μόνον ὡς κατὰ ἀπειθούντων ἐχαλέπαινεν ὁ τύραννος, ἀλλ' ὡς καὶ κατὰ ἀχαρίστων ὠργίσθη. 10 Οταν είπαν αυτά, ο τύραννος δεν εξέσπασεν απλώς εναντίον των δια την απείθειάν των, αλλά εξωργίσθη εναντίον αυτών ως αχαρίστων. 10
11 ὅθεν τὸν πρεσβύτατον αὐτῶν κελευθέντες παρήγαγον οἱ ὑπασπισταὶ καὶ διαρρήξαντες τὸν χιτῶνα διέδησαν τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ τοὺς βραχίονας ἱμᾶσιν ἑκατέρωθεν. 11 Δι' αυτό αμέσως οι στρατιώται λαβόντες διαταγήν έφεραν εμπρός τον μεγαλύτερον από αυτούς και αφού εξέσχισαν τον χιτώνα του, έδεσαν με λουριά τα χέρια και τους αγκώνας του από το ένα στο άλλο μέρος. 11
12 ὡς δὲ τύπτοντες ταῖς μάστιξιν ἐκοπίασαν μηδὲν ἀνύοντες, ἀνέβαλον αὐτὸν ἐπὶ τὸν τροχόν. 12 Αφού δε εκουράσθησαν να τον κτυπούν και να μη επιτυγχάνουν τίποτε, τον έδεσαν επάνω στον τροχόν. 12
13 περὶ ὃν κατατεινόμενος ὁ εὐγενὴς νεανίας ἔξαρθρος ἐγίνετο. 13 Εις αυτόν βασανιζόμενος ο ευγενής νέος υπέστη εξαρθρώσεις των μελών 13
14 καὶ κατὰ πᾶν μέλος κλώμενος ἐκακηγόρει λέγων· 14 και καθ' ον χρόνον συνετρίβετο κάθε μέλος του, δεν έπαυε να κατηγορή με θάρρος τον τύραννον. Ελεγε· 14
15 τύραννε μιαρώτατε καὶ τῆς οὐρανίου δίκης ἐχθρὲ καὶ ὠμόφρον, οὐκ ἀνδροφονήσαντά με τοῦτον καταικίζεις τὸν τρόπον, οὐδὲ ἀσεβήσαντα, ἀλλὰ θείου νόμου προασπίζοντα. 15 “Μιαρώτατε τύραννε, εχθρέ της θείας δικαιοσύνης και σκληρόψυχε, με τυραννείς κατ' αυτόν τον τρόπον, οχι διότι είμαι δολοφόνος η ασεβής, άλλα διότι είμαι υπερασπιστής του θείου Νομου”. 15
16 καὶ τῶν δορυφόρων λεγόντων· ὁμολόγησον φαγεῖν, ὅπως ἀπαλλαγῇς τῶν βασάνων, 16 Και στους δορυφόρους, που τον συνεβούλευαν, “παραδέξου, ότι θα φάγης, δια να απαλλαγής από τα βασανιστήρια”, 16
17 αὐτὸς εἶπεν αὐτοῖς· οὐχ οὕτως ἰσχυρὸς ὑμῶν ἐστιν ὁ τροχός, ᾦ μιαροὶ διάκονοι, ὥστε μου τὸν λογισμὸν ἄγξαι· τέμνετέ μου τὰ μέλη καὶ πυροῦτε τὰς σάρκας καὶ στρεβλοῦτε τὰ ἄρθρα. 17 αυτός απήντησε· “δεν είναι τόσον σκληρός ο βασανιστικός τροχός σας, ρυπαροί υπηρέται, ώστε να συμπνίξη το λογικόν μου. Κομματιάσατε τα μέλη μου, καύσατε τας σάρκας μου, συοτρέψατε τας αρθρώσεις μου. 17
18 διὰ πασῶν γὰρ ὑμᾶς πείσω τῶν βασάνων, ὅτι μόνοι παῖδες ῾Εβραίων ὑπὲρ ἀρετῆς εἰσιν ἀνίκητοι. 18 Με όλα αυτά τα βασανιστήρια θα σας πείσω, ότι μόνον τα τέκνα των Εβραίων δεν νικώνται στον αγώνα υπέρ της αρετής”. 18
19 ταῦτα λέγοντι πῦρ ὑπέστρωσαν καὶ διηρέθισαν τὸν τροχὸν προσεπικατατείνοντες· 19 Ενῷ έλεγεν αυτά, έστρωσαν εκείνοι αναμμένους άνθρακας κάτω από αυτόν και έδωκαν περισσοτέραν έντασιν στον τροχόν, τεντώνοντες τον νέον επάνω εις αυτόν. 19
20 ἐμολύνετο δὲ πάντοθεν αἵματι ὁ τροχός, καὶ ὁ σωρὸς τῆς ἀνθρακιᾶς τῆς τῶν ἰχώρων ἐσβέννυτο σταλαγμοῖς, καὶ περὶ τοὺς ἄξονας τοῦ ὀργάνου περιέρρεον αἱ σάρκες. 20 Εγέμισεν ολόγυρα από το αίμα του ο τροχός και ο σωρός της ανθρακιάς έσβησεν από τους σταλαγμούς των ιχώρων. Ελυωναν και έπεφταν αι σάρκες του από τους άξονας του βασανιστικού οργάνου, 20
21 καὶ περιτετμημένον ἤδη ἔχων τὸ τῶν ὀστέων πῆγμα ὁ μεγαλόφρων καὶ ῾Αβραμιαῖος νεανίας οὐκ ἐστέναξεν. 21 και ενώ είχε πλέον αφαιρεθή από τα οστά το περίβλημα των σαρκών, ο μεγαλόψυχος και Αβραμιαίος εκείνος νέος δεν αφήκεν ούτε στεναγμόν. 21
22 ἀλλ' ὥσπερ ἐν πυρὶ μετασχηματιζόμενος εἰς ἀφθαρσίαν, ὑπέμεινεν εὐγενῶς τὰς στρέβλας· 22 Αλλά, ωσάν να μετεμορφώνετο εις άφθαρτον, υπέμεινε με γενναιότητα τας στρεβλώσεις. 22
23 μιμήσασθέ με, ἀδελφοί, λέγων, μή μου τὸν αἰῶνα λιποτακτήσητε μηδ' ἐξομόσησθέ μου τὴν τῆς εὐψυχίας ἀδελφότητα· ἱερὰν καὶ εὐγενῆ στρατείαν στρατεύσασθε ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας, 23 “Μιμηθήτε με, έλεγεν, αδελφοί μου· μη λιποτακτήσετε προδίδοντες τον αγώνα μου και μη καταπατήσετε τον όρκον της αδελφοσύνης μας, που εδώσαμεν δια την γενναιτητα. Αναλάβετε ιεράν και ευγενή εκστρατείαν χάριν της ευσεβείας, 23
24 δι' ἧς ἵλεως ἡ δικαία καὶ πάτριος ἡμῶν πρόνοια τῷ ἔθνει γενηθεῖσα τιμωρήσειεν τὸν ἀλάστορα τύραννον· 24 δια της οποίας, αφού φανή ευσπλαγχνική προς το έθνος μας η δικαία και πατροπαράδοτος πρόνοια, είθε να τιμωρήση τον υπερφίαλον τύραννον”. 24
25 καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ ἱεροπρεπὴς νεανίας ἀπέρρηξε τὴν ψυχήν. - 25 Με τους λόγους αυτούς ο ιεροπρεπής νέος παρέδωκε την ψυχήν του. 25
26 Θαυμασάντων δὲ πάντων τὴν καρτεροψυχίαν αὐτοῦ, ἦγον οἱ δορυφόροι τὸν καθ' ἡλικίαν τοῦ προτέρου δεύτερον καὶ σιδηρᾶς ἐναρμοσάμενοι χεῖρας ὀξέσι τοῖς ὄνυξιν ὀργάνῳ καὶ καταπέλτῃ προσέδησαν αὐτόν. 26 Προεκάλεσε τον θαυμασμόν όλων η δύναμις της ψυχής του. Εφεραν εν συνεχεία οι στρατιώται τον δεύτερον κατά την ηλικίαν και, αφού προσήρμοσαν σιδηράς χείρας με οξείς όνυχας, τον προσέθεσαν εις καταπέλτην. 26
27 ὡς δὲ εἰ φαγεῖν βούλοιτο πρὶν βασανίζεσθαι πυνθανόμενοι τὴν εὐγενῆ γνώμην ἤκουσαν, 27 Οταν δε τον ηρώτησαν, εάν θέλη πριν βασανισθή να φάγη από τα μολυσμένα φαγητά και έμαθαν την ευγενή γνώμην του, 27
28 ἀπὸ τῶν τενόντων ταῖς σιδηραῖς χερσὶν ἐπισπασάμενοι μέχρι γε τῶν γενείων τὴν σάρκα πᾶσαν καὶ τὴν τῆς κεφαλῆς δορὰν οἱ παρδάλειοι θῆρες ἀπέσυραν. 28 αμέσως αι αιμοδιψείς παρδάλστον εξέσχισαν, αρχίζοντες από τους τένοντας, με τα σιδηρά χέρια και αφήρεσαν την σάρκα του μέχρι των γενείων και της κεφαλής. 28
29 ὁ δὲ ταύτην βαρέως τὴν ἀλγηδόνα καρτερῶν ἔλεγεν· ὡς ἡδὺς πᾶς τρόπος θανάτου διὰ τὴν πάτριον ἡμῶν εὐσέβειαν· ἔφη τε πρὸς τὸν τύραννον· 29 Ο δε νέος υπομένων την οξύτητα τόσου μεγάλου πόνου έλεγε μετά καρτερίας· “πόσον γλυκύς είναι κάθε τρόπος θανάτου δια την πίστιν των προγόνων μας!” Προσέθεσε δε απευθυνθείς προς τον τύραννον· 29
30 οὐ δοκεῖς πάντων ὠμότατε τύραννε, πλεῖον ἐμοῦ σε νῦν βασανίζεσθαι ὁρῶν σου νικώμενον τὸν τῆς τυρανίδος ὑπερήφανον λογισμὸν ὑπὸ τῆς διὰ τὴν εὐσέβειαν ἡμῶν ὑπομονῆς; 30 “δεν νομίζεις, τύραννε ωμότατε περισσότερον από όλους, ότι την στιγμήν αυτήν υποφέρεις περισσότερον από εμέ βλέπων ότι νικάται το υπερήφανον φρόνημα του τυραννικού αξιώματός σου υπό της υπομονής, που εμπνέει εις ημάς η θρησκεία μας; 30
31 ἐγὼ μὲν γὰρ ταῖς διὰ τὴν ἀρετὴν ἡδοναῖς τὸν πόνον ἐπικουφίζομαι, 31 Διότι εγώ μεν αισθάνομαι ελαφρότερον τον πόνον μου εξ αιτίας της ευχαριστήσεως, που απολαμβάνω αγωνιζόμενος δια την αρετήν. 31
32 σὺ δὲ ἐν ταῖς τῆς ἀσεβείας ἀπειλαῖς βασανίζῃ. οὐκ ἐκφεύξῃ δέ, μιαρώτατε τύραννε, τὰς τῆς θείας ὀργῆς δίκας. 32 Συ όμως βασανίζεσαι μέσα εις τας απειλάς, που περικλείει η ασέβειά σου, και βεβαίως δεν θα διαφύγης, μιαρώτατε τύραννε, την δικαίαν τιμωρίαν της θείας οργής”. 32