Δευτέρα, 04 Μαρτίου 2024
Ανατ: 06:53
Δύση: 18:22
Σελ. 24 ημ.
64-302
16ος χρόνος, 5861η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΑΒΑΙΩΝ Δ' - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 (ΙΓ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εἰ δὲ τοίνυν τῶν μέχρι θανάτου πόνων ὑπερεφρόνησαν οἱ ἑπτὰ ἀδελφοί, συνομολογεῖται πανταχόθεν ὅτι αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισμός. 1 Αν λοιπόν οι επτά αδελφοί περιεφρόνησαν τους θανασίμους αυτούς αγώνας, συνάγεται αυτό όλα αυτά τα στοιχεία ότι ο ευσεβής λογισμός είναι κυρίαρχος επί των παθών. 1
2 εἰ γὰρ τοῖς πάθεσι δουλωθέντες ἐμιαροφάγησαν, ἐλέγομεν ἂν τούτοις αὐτοὺς νενικῆσθαι· 2 Διότι, εάν έτρωγαν ακαθάρτους τροφάς υποδουλούμενοι εις τα πάθη, θα ελέγαμεν ότι αυτοί είχαν νικηθή από αυτά. 2
3 νυνὶ δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ τῷ ἐπαινουμένῳ παρὰ Θεῷ λογισμῷ περιεγένετο τῶν παθῶν. 3 Εις την πραγματικόττα όμως δεν συμβαίνει αυτό, αλλά με τον λογισμόν, τον οποίον επαινεί ο Θεός ενίκησαν τα πάθη. 3
4 ὧν οὐκ ἔστι παριδεῖν τὴν ἡγεμονίαν τῆς διανοίας· ἐπεκράτησαν γὰρ καὶ πάθους καὶ πόνων. 4 Εις την περίπτωσι των επτά αδελφών είναι αδύνατον να παραβλέψωμεν την ηγεμονίαν της διανοίας. Ανεδείχθησαν αυτοί νικηταί και του πάθους και των βασάνων. 4
5 πῶς οὖν οὐκ ἔστι τούτοις τὴν τῆς εὐλογιστίας παθοκρατορίαν ὁμολογεῖν, οἳ τῶν μὲν διὰ πυρὸς ἀλγηδόνων οὐκ ἐπεστράφησαν; 5 Πως, λοιπόν είναι δυνατόν να μη αναγναρίσωμεν ει αυτούς κυριαρχίαν του ορθού λογισμού επί των παθών, εις αυτούς, οι οποίοι δε απέφυγον τους πόνους, που προκαλεί το πυρ; 5
6 καθάπερ γὰρ προβλῆτες λιμένων πύργοι τὰς τῶν κυμάτων ἀπειλὰς ἀνακόπτοντες γαληνὸν παρέχουσι τοῖς εἰσπλέουσι τὸν ὅρμον, 6 Οπως οι κυματοθραύσται στους λιμένας ανακόπτουν τας απειλάς της θαλάσσης και εξασφαλίζουν γαλήνιον προσόρμησιν εις όσους εισέρχονται, 6
7 οὕτως ἡ ἑπτάπυργος τῶν νεανίσκων εὐλογιστία τὸν τῆς εὐσεβείας ὀχυρώσασα λιμένα τὴν τῶν παθῶν ἐνίκησεν ἀκολασίαν. 7 έτσι και ο επτάπυργος καλός λογισμός αυτών των νέων, αφού εξησφάλισε τον λιμένα της ευσεβείας, ενίκησε την αχολασίαν των παθών. 7
8 ἱερὸν γὰρ εὐσεβείας στήσαντες χορὸν παρεθάρσυνον ἀλλήλους λέγοντες· 8 Αφού, δηλαδή, έστησαν τον ιερόν χορόν της πίστεως, ενεθάρρυναν ο ένας τον άλλον λέγοντες· 8
9 ἀδελφικῶς ἀποθάνοιμεν ἀδελφοὶ περὶ τοῦ νόμου· μιμησώμεθα τοὺς τρεῖς τοὺς ἐπὶ τῆς ᾿Ασσυρίας νεανίσκους, οἳ τῆς ἰσοπάλιδος καμίνου κατεφρόνησαν. 9 “Ας αποθάνωμεν, αδελφοί, αδελφικώς, προς χάριν του Νομου, ας μιμηθώμεν τους τρεις παίδας, που ήθλησαν εις την Ασσυρίαν. Εκείνοι περιεφρόνησαν την ιδίαν φοβεράν κάμινον. 9
10 μὴ δειλανδρήσωμεν πρὸς τὴν τῆς εὐσεβείας ἀπόδειξιν. 10 Ας μη φανώμεν άνδρες δειλοί εις την διακήρυξιν της ευσεβείας”! 10
11 καὶ ὁ μέν, θάρρει, ἀδελφέ, ἔλεγεν· ὁ δέ, εὐγενῶς καρτέρησον, 11 Ο ένας έλεγε· “θάρρος, αδελφέ”· ο άλλος υπόμενεν ως γενναίος. 11
12 ὁ δέ, καταμνησθεὶς ἔλεγε· μνήσθητε πόθεν ἐστὲ ἢ τίνος πατρὸς χειρὶ σφαγιασθῆναι διὰ τὴν εὐσέβειαν ὑπέμεινεν ᾿Ισαάκ. 12 Ο τρίτος έφερε ζωηρά εις την μνήμην του προγονικά άθλα και έλεγεν· “ενθυμηθήτε από ποίους κατάγεσθε και από ποίου πατρός χέρι είχε δεχθή, δια λόγους ευσεβείας να σφαγιασθή ο Ισαάκ”! 12
13 εἷς δὲ ἕκαστος καὶ ἀλλήλους ὁμοῦ πάντες ἐφορῶντες φαιδροὶ καὶ μάλα θαρραλέοι, ἑαυτούς, ἔλεγον, τῷ Θεῷ ἀφιερώσωμεν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας τῷ δόντι τὰς ψυχὰς καὶ χρήσωμεν τῇ περὶ τὸν νόμον φυλακῇ τὰ σώματα. 13 Ο καθένας δε και όλοι μαζή παρατηρούντες τους αδελφούς των, χαρούμενοι και γεμάτοι θάρρος έλεγαν· “ας αφιερώσωμεν τας ψυχάς μας στον Θεόν, που μας τας έδωσε. Και ας διαθέσωμεν τα σώματά μας δια την τήρησιν του Νομου. 13
14 μὴ φοβηθῶμεν τὸν δοκοῦντα ἀποκτέννειν τὸ σῶμα· 14 Ας μη φοβηθώμεν εκείνον, που έχει πάρει την απόφασιν να θανατώση το σώμα. 14
15 μέγας γὰρ ψυχῆς ἀγὼν καὶ κίνδυνος ἐν αἰωνίῳ βασάνῳ κείμενος τοῖς παραβᾶσι τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ. 15 Διότι είναι μέγας ο αγών δια την ψυχήν, όπως επίσης μέγας είναι και ο κίνδυνος, που αναμένει εις τα αιώνια βασανιστήρια αυτούς, που παραβαίνουν την εντολήν του Θεού. 15
16 καθοπλισώμεθα τοιγαροῦν τῇ τοῦ θείου λογισμοῦ παθοκρατορίᾳ. 16 Ας οπλισθώμεν, λοιπόν, με την κυριαρχίαν του θείου λογισμού επάνω εις τα πάθη. 16
17 οὕτως γὰρ θανόντας ἡμᾶς ῾Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ὑποδέξονται εἰς τοὺς κόλπους αὐτῶν καὶ πάντες οἱ πατέρες ἐπαινέσουσι. 17 Διότι όταν αποθάνωμεν κατ' αυτόν τον τρόπον, θα μας υποδεχθούν στους κόλπους των ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και το Ιακώβ και θα μας επαινέσουν όλοι οι πρόγονοί μας”. 17
18 καὶ ἑνὶ ἑκάστῳ τῶν ἀποσπωμένων αὐτῶν ἀδελφῶν ἔλεγον οἱ περιλειπόμενοι· μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς, ἀδελφέ, μηδὲ ψεύσῃ τοὺς προαποθανόντας ἡμῶν ἀδελφούς. 18 Εις τον καθένα δε από τους αδελφούς, ο οποίος απεσπάτο από το σύμπλεγμά των, έλεγαν όσοι απέμεναν ζωντανοί· “αδελφέ μας, μη μας ,εντροπιάσθης, μήτε να αρνηθής τους αδελφούς μας, που απέθανον προ ολίγου”. 18
19 οὐκ ἀγνοεῖτε δὲ τὰ τῆς ἀδελφότητος φίλτρα, ἅπερ ἡ θεία καὶ πάνσοφος πρόνοια διὰ τῶν πατέρων τοῖς γενομένοις ἐμέρισε καὶ διὰ τῆς μητρῴας φυτεύσασα γαστρός, 19 Δεν σας είναι βεβαίως άγνωστον το αδελφικόν φίλτρον, το οποίον η θεία και πάνσοφος πρόνοια εμοίρασε δια των πατέρων εις τα τέκνα και εφύτευσεν έντος των ψυχών των δια μέσου των μητρικών σπλάγχνων. 19
20 ἐν ᾗ τὸν ἴσον ἀδελφοὶ κατοικήσαντες χρόνον καὶ ἐν τῷ αὐτῷ χρόνῳ πλασθέντες καὶ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ αἵματος αὐξηθέντες καὶ διὰ τῆς αὐτῆς ψυχῆς τελεσφορηθέντες 20 Εις αυτά οι επτά αδελφοί είχον αλληλοδιαδόχως κατανοήσει επί ίσον χρονικόν διάστημα και εμορφοποιήθησαν και ηυξήθησαν από το ίδιον αίμα και ετελειοποιήθησαν, αφού έλαβαν την ιδίαν ψυχήν. 20
21 καὶ διὰ τῶν ἴσων ἀποτεχθέντες χρόνων καὶ ἀπὸ τῶν αὐτῶν γαλακτοποτοῦντες πηγῶν, ἀφ' ὧν συστρέφονται ἐναγκαλισμάτων φιλάδελφοι ψυχαί· 21 Εγεννήθησαν έπειτα από ίσον χρόνον κυοφορίας και εθήλασαν το γάλα από τας αυτάς πηγάς, από τας οποίας τρέφονται σφικταγκαλιασμέναι φιλάδελφοι υπάρξεις. 21
22 καὶ αὔξοντες σφοδρότερον διὰ τῆς συντροφίας καὶ τῆς καθ' ἡμέραν συνηθείας καὶ τῆς ἄλλης παιδείας καὶ τῆς ἡμετέρας ἐν νόμῳ Θεοῦ ἀσκήσεως. 22 Και ακόμη περισσότερον εμεγάλωσαν και εμορφώθησαν με την συντροφιάν, με την καθημερινήν συναναστροφήν, με την άλλην αγωγήν και μόρφωσιν, όπως και με την ιδιαιτέραν γνωστή εις ημάς άσκησιν στον Νομον του Θεού 22
23 οὕτως δὴ τοίνυν καθεστηκυίας συμπαθοῦς τῆς φιλαδελφίας, οἱ ἑπτὰ ἀδελφοὶ συμπαθέστερον ἔσχον τὴν πρὸς ἀλλήλους ὁμόνοιαν. 23 Αφού κατ' αυτόν τον τρόπον εδέθη ακόμη στενώτερον η αγάπη των ως αδελφών, οι επτά αδελφοί ησθάνθησαν περισσότερον αλληλέγγυον την μεταξύ των ομόνοιαν. 23
24 νόμῳ γὰρ τῷ αὐτῷ παιδευθέντες καὶ τὰς αὐτὰς ἐξασκήσαντες ἀρετὰς καὶ τῷ δικαίῳ συντραφέντες βίῳ, μᾶλλον ἑαυτοὺς ἠγάπων. 24 Επειδή επαιδαγωγήθησαν δηλαδή, με τον αυτόν Νομον και ήσκησαν τας αυτάς αρετάς και ανετράφησα μαζή εις ατμόσφαιραν δικαίου βίου, αγαπούσαν περισσότερον ο ένας τον άλλον 24
25 ἡ γὰρ ὁμοζηλία τῆς καλοκἀγαθίας ἐπέτεινεν αὐτῶν τὴν πρὸς ἀλλήλους εὔνοιαν καὶ ὁμόνοιαν. 25 Ο κοινός ζήλος δια την αρετήν ενίσχυε την μεταξύ των αγάπην και ομόνοιαν 25
26 σὺν γὰρ τῇ εὐσεβείᾳ ποθεινοτέραν αὐτοῖς κατεσκεύαζον τὴν φιλαδελφίαν. 26 Διότι μαζή με την ευσέβεια η περισσότερον ποθητή αρετή δι' αυτούς ήτο η αδελφική αγάπη. 26
27 ἀλλ' ὅμως καὶ περὶ τῆς φύσεως καὶ τῆς συνηθείας καὶ τῶν τῆς ἀρετῆς ἠθῶν τὰ τῆς ἀδελφότητος αὐτοῖς φίλτρα συναυξόντων, ἀνέσχοντο διὰ τὴν εὐσέβειαν τοὺς ἀδελφοὺς οἱ ὑπολελειμμένοι, τοὺς καταικιζομένους ὁρῶντες μέχρι θανάτου βασανιζομένους. 27 Αλλά, μολονότι η φύσις και η συναναστροφή και ο ενάρετος βίος ενίσχυαν τα φίλτρα της αδελφοσύνης των, εύρισκαν την δύναμιν, ώστε όσοι κάθε φοράν απέμεναν να βλέπουν με εγκαρτέρησιν τους ακρωτηριασμένους αδελφούς των να βασανίζωνται μέχρι θανάτου. 27