Κυριακή, 14 Ιουλίου 2024
Ανατ: 06:15
Δύση: 20:48
Σελ. 8 ημ.
196-170
16ος χρόνος, 5993η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΑΒΑΙΩΝ Δ' - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 (ΙΗ)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Ω τῶν ῾Αβραμιαίων σπερμάτων ἀπόγονοι παῖδες ᾿Ισραηλῖται, πείθεσθε τῷ νόμῳ τούτῳ καὶ πάντα τρόπον εὐσεβεῖτε, 1 Ω υιοί των απογόνων του Αβραάμ! Τέκνα του Ισραήλ, υπακούετε στον Νομον αυτόν των πατέρων μας και με κάθε τρόπον να εκδηλώνετε την ευσέβειάν σας, 1
2 γινώσκοντες ὅτι τῶν παθῶν δεσπότης ἐστὶν ὁ εὐσεβὴς λογισμὸς καὶ οὐ μόνον τῶν ἔνδοθεν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἔξωθεν πόνων· 2 γνωρίζοντες ότι ο ευσεβής λογισμός είναι κυρίαρχος των παθών και οχι μόνον των ψυχικών οδυνών άλλα και των σωματικών αλγηδόνων. 2
3 ἀνθ' ὧν διὰ τὴν εὐσέβειαν προέμενοι τὰ σώματα τοῖς πόνοις ἐκεῖνοι, οὐ μόνον ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐθαυμάσθησαν, ἀλλὰ καὶ θείας μερίδος κατηξιώθησαν. 3 Δια τούτο, επειδή παρέδωσαν εκείνοι τα σώματά των χάριν της ευσεβείας εις τας οδύνας, οχι μόνον εθαυμάσθησαν από τους ανθρώπους, αλλά χαι έγιναν άξιοι θείας αμοιβής. 3
4 καὶ δι' αὐτοὺς εἰρήνευσε τὸ ἔθνος, καὶ τὴν εὐνομίαν τὴν ἐπὶ τῆς πατρίδος ἀνανεωσάμενοι ἐκπεπολιορκήκασιν τοὺς πολεμίους. 4 Εξ αιτίας αυτών ειρήνευσε το έθνος και αφού αποκατέστησαν την ευνομίαν εις την πατρίδα κατενίκησαν τους εχθρούς. 4
5 καὶ ὁ τύραννος ᾿Αντίοχος καὶ ἐπὶ γῆς τετιμώρηται καὶ ἀποθανὼν κολάζεται· ὡς γὰρ οὐδὲν οὐδαμῶς ἴσχυσεν ἀναγκάσαι τοὺς ῾Ιεροσολυμίτας ἀλλοφυλῆσαι καὶ τῶν πατρίων ἐθῶν ἐκδιαιτηθῆναι, τότε δὴ ἀπάρας ἀπὸ τῶν ῾Ιεροσολύμων ἐστρατοπέδευσεν ἐπὶ Πέρσας. 5 Ο τύραννος Αντίοχος και εδώ επάνω εις την γην έχει τιμωρηθή και αποθανών βασανίζεται. Οταν δεν κατώρθωσε να αναγκάση τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, να αρνηθούν το έθνος των και να απομακρυνθούν από τα ήθη των πατέρων των, τότε πλέον αφού εσήκωσε το στρατόπεδόν του από την Ιερουσαλήμ, το μετέφερεν εις την χώρα των Περσών. 5
6 ἔλεγε δὲ ἡ μήτηρ τῶν ἑπτὰ παίδων καὶ ταῦτα τὰ δικαιώματα τοῖς τέκνοις· 6 Ελεγε δε η μητέρα τω επτά παιδιών εις τα τέκνα της, εκτός των άλλων, και αυτάς τας αρετάς της· 6
7 ὅτι ἐγὼ ἐγεννήθην παρθένος ἁγνὴ καὶ οὐχ ὑπερέβην τὸν πατρικὸν οἶκον, ἐφύλασσον δὲ τὴν ᾠκοδομημένην πλευράν. 7 “εγώ έζησα παρθένος αγνή και δεν επέρασα τα όρια της πατρικής οικίας. Εφύλασσα δε την γυναικείαν ιδιότητά μου, 7
8 οὐδὲ ἔφθειρέ με λυμεὼν ἐρημίας φθορεὺς ἐν πεδίῳ, οὐδὲ ἐλυμήνατό μου τὰ ἁγνὰ τῆς παρθενίας λυμεὼν ἀπατηλὸς ὄφις· ἔμεινα δὲ χρόνον ἀκμῆς σὺν ἀνδρί. 8 δεν με διέφθειρε διαφθορεύς, που πραμονεύει εις ερημίας και εις πεδιάδας δια να διαφθείρη. Ούτε κατέστρεψε την παρθενικήν αγνότητά μου δόλιος οφς, πονηρός ανήρ. Εμεινα δε πιστή ως σύζυγος του ανδρός μου καθ' όλον τον χονον της ακμής μου. 8
9 τούτων δὲ ἐνηλίκων γενομένων ἐτελεύτησεν ὁ πατὴρ αὐτῶν, μακάριος μὲν ἐκεῖνος, τὸν γὰρ τῆς εὐτεκνίας βίον ἐπιζήσας τὸν τῆς ἀτεκνίας οὐκ ὠδυνήθη καιρόν. 9 Οταν οι παίδες μου ενηλικιώθησαν, απέθανεν ο πατήρ των· και ήτο μακάριος, αφού έζησε, δια να απολαύση την χαράν της ευτεκνίας τα και δεν ησθάνθη τας οδύνας ατεκνιας. 9
10 ὃς ἐδίδασκεν ὑμᾶς, ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας. 10 Εκείνος, εν όσω ήτο ακόμη μαζή σας, σας εξηγούσε τον Νομον και τους προφήτας 10
11 τὸν ἀναιρεθέντα ῎Αβελ ὑπὸ Κάϊν, ἀνεγίνωσκε τε ὑμῖν καὶ τὸν ὁλοκαρπούμενον ᾿Ισαὰκ καὶ τὸν ἐν φυλακῇ ᾿Ιωσήφ. 11 Εδιάδαζεν εις σας από την Ιεράν Βιβλον, δια τον Αβελ τον φονευθέντα από τον Καϊν, δια τον προσφερθέντα Ισαάκ ως θυσίαν ολοκαυτώσεως και δια τον φυλακισμένον Ιωσήφ. 11
12 ἔλεγε δὲ ὑμῖν τὸν ζηλωτὴν Φινεές, ἐδίδασκέ τε ὑμᾶς τοὺς ἐν πυρὶ ᾿Ανανίαν καὶ ᾿Αζαρίαν καὶ Μισαήλ. 12 Σας ωμιλούσε δια τον ζηλωτήν Φινεές και σας ανέφερε τους ριφθέντας στο πυρ Ανανίαν, Αζαριαν και Μισαήλ. 12
13 ἐδόξαζε δὲ καὶ τὸν ἐν λάκκῳ λεόντων Δανιήλ, ὃν καὶ ἐμακάριζεν. 13 Δεν παρέλειπε να απονέμη επαίνους και στον ριφθέντα στον λάκκον των λεόντων Δανιήλ. Τον οποίον και εθεωρούσε μακάριον. 13
14 ὑπεμίμνησκε δὲ ὑμᾶς καὶ τὴν ῾Ησαΐου γραφὴν τὴν λέγουσαν· κἂν διὰ πυρὸς διέλθῃς, φλὸξ οὐ κατακαύσει σε. 14 Υπενθύμιζεν ακόμη εις σας και την πρφητείαν του Ησαΐου, που λέγει· “καν δια πυρός διέλθης, φλοξ δεν θα σε καταύκαση”. 14
15 τὸν ὑμνογράφον ἐμελῴδει ὑμῖν Δαυὶδ τὸν λέγοντα· πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ρύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος. 15 Εψαλλεν εις σας τους στίχους του Δαβίδ, ο οποίος έλεγε· “πολλαί αι θλίψεις των δικαίων και εκ πασών αυτών ρύσεται αυτούς ο Κυριος”. 15
16 τὸν Σαλομῶντα ἐπαροιμίαζεν ὑμῖν τὸν λέγοντα· ξύλον ζωῆς ἐστι πᾶσι τοῖς ποιοῦσιν αὐτοῦ τὸ θέλημα. 16 Ανέφερεν εις σας την παροιμίαν του Σολομώντος που λέγει· “ξύλον ζωής εστι πάσι τοις ποιούσιν αυτού το θέλημα”. 16
17 τὸν ᾿Ιεζεκιὴλ ἐπιστοποιεῖτο τὸν λέγοντα· εἰ ζήσεται τὰ ὀστᾶ τὰ ξηρὰ ταῦτα; 17 Εφερεν εις επιβεβαίωσιν τον Ιεζεκιήλ, ο οποίος λέγει· “ει ζήσεται τα οστά τα ξηρά ταύτα;” 17
18 ᾠδὴν μὲν γάρ, ἣν ἐδίδαξε Μωϋσῆς, οὐκ ἐπελάθετο τὴν διδάσκουσαν καὶ λέγουσαν· ἐγὼ ἀποκτενῶ καὶ ζῆν ποιήσω· 18 Δεν ελησμόνησεν επίσης την ωδήν, που εδίδαξεν ο Μωϋσής και η οποία συμβουλεύει και λέγει· “εγώ αποκτενώ και ζην ποιήσω”. 18
19 αὕτη ἡ ζωὴ ὑμῶν καὶ ἡ μακρότης τῶν ἡμερῶν. 19 Αυτή είναι η ιδική σας ζωή και το ατελεύτητον μήκος των ημερών”. 19
20 ῏Ω πικρᾶς τῆς τότε ἡμέρας καὶ οὐ πικρᾶς, ὅτε ὁ πικρὸς ῾Ελλήνων τύραννος πῦρ φλέξας λέβησιν ὠμοῖς καὶ ζέουσι θυμοῖς ἀγαγὼν ἐπὶ τὸν καταπέλτην καὶ πάσας τὰς βασάνους αὐτοῦ τοὺς ἑπτὰ παῖδας τῆς ῾Αβρααμίτιδος 20 Ω της πικράς εκείνης ημέρας, που δεν ήτο εν τούτοις πικρά, όταν ο σκληρός Ελλην τύραννος, άφού ήναψε πυρ κάτω από τους λέβητας, και αφού με σκληρόν και φλογερόν θυμόν ωδήγησεν στον καταπέλτην και εις όλα τα βασανιστήριά του τα επτά παιδιά της θυγατρός του Αβραάμ, 20
21 καὶ τὰς τῶν ὀμμάτων κόρας ἐπήρωσε καὶ γλώσσας ἐξέτεμε καὶ βασάνοις ποικίλαις ἀπέκτεινεν. 21 κατέστρεψε τας κόρας των οφθαλμών των, έκοψε τας γλώσσας των και με πολυειδή βασανιστήρια τα εθανάτωσε! 21
22 ὑπὲρ ὧν ἡ θεία δίκη μετῆλθε καὶ μετελεύσεται τὸν ἀλάστορα τύραννον. 22 Δι' όλα αυτά η θεία δίκη κατεδίωξε και θα καταδιώξη ακόμη τον αλαζόνα τύραννον. 22
23 οἱ δὲ ῾Αβραμιαῖοι παῖδες σὺν τῇ ἀθλοφόρῳ μητρὶ εἰς πατέρων χορὸν συναγελάζονται ψυχὰς ἁγνὰς καὶ ἀθανάτους ἀπειληφότες παρὰ τοῦ Θεοῦ, 23 Οι Αβραμιαίοι όμως νέοι όλοι μαζή με την αθλοφόρον μητέρα των, συγκαταλέγονται μεταξύ των χορών των πατέρων, αφού έλαβαν πάρα του Θεού ψυχάς καθαράς και αθανάτους. 23
24 ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν. 24 Εις αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 24