Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2024
Ανατ: 06:03
Δύση: 20:51
Σελ. 13 ημ.
171-195
16ος χρόνος, 5968η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΑΒΑΙΩΝ Δ' - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 (Δ)


 
 

 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Σίμων γάρ τις πρὸς ᾿Ονίαν ἀντιπολιτευόμενος τόν ποτε τὴν ἀρχιερωσύνην ἔχοντα διά βίου, καλὸν καὶ ἀγαθὸν ἄνδρα, ἐπειδὴ πάντα τρόπον διαβάλλων ὑπὲρ τοῦ ἔθνους οὐκ ἴσχυσε κακῶσαι, φυγὰς ᾤχετο τὴν πατρίδα προδώσων. 1 Εξηγούμαι· κάποιος Σιμων, ο οποίος αντεπολιτεύετο προς τον Ονίαν που είχε κάποτε ισόβιον την αρχιερωσύνην και ήτο άνθρωπος ενάρετος, επειδή δεν ημπόρεσε, καίτοι τον κατασυκοφαντούσε παντοιοτρόπως χάριν του συμφέροντος τάχα του έθνους, να επιτύχη κάτι κακόν εις βάρος του 'Ονιου, έφυγε, δια να προδώση την πατρίδα του. 1
2 ὅθεν ἥκων πρὸς ᾿Απολλώνιον, τὸν Συρίας τε καὶ Φοινίκης καὶ Κιλικίας στρατηγόν, ἔλεγεν· εὔνους ὢν τοῖς τοῦ βασιλέως πράγμασιν ἥκω 2 Προς τον σκοπόν αυτόν προσήλθεν στον Απολλώνιον, τον στρατιωτικόν διοικητήν της Συρίας, της Φοινίκης και της Κιλικίας και του είπε· “έρχομαι με φιλικάς διαθέσεις προς τον βασιλέα 2
3 μηνύσων πολλὰς ἰδιωτικῶν χρημάτων μυριάδας ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμων γαζοφυλακίοις τεθησαυρίσθαι τοῖς ἱεροῖς μὴ ἐπικοινωνούσας, καὶ προσήκειν ταῦτα Σελεύκῳ τῷ βασιλεῖ. 3 να καταγγείλω, ότι εις τα θησαυροφυλάκια των Ιεροσολύμων έχουν αποθησαυρισθή πολλαί μυριάδες ιδιωτικών χρημάτων, που δεν έχουν σχέσιν με τον ιερόν θησαυρόν του ναού, και ότι αυτά δικαιωματικώς ανήκουν στον βασιλέα Σέλευκον”. 3
4 τούτων δὲ ἕκαστα γνοὺς ὁ ᾿Απολλώνιος, τὸν μὲν Σίμωνα τῆς εἰς τὸν βασιλέα κηδεμονίας ἐπαινεῖ, πρὸς δὲ τὸν Σέλευκον ἀναβὰς κατεμήνυσε τὸν τῶν χρημάτων θησαυρόν. 4 Οταν δε έμαθεν εν λεπτομερείαις αυτά ο Απολλώνιος, επήνεσε τον Σιμωνα δια το ενδιαφέρον του υπέρ του βασιλέως, μετέβη στον Σέλευκον και κατέστησεν εις αυτόν γνωστόν τον θησαυρόν εκείνον των χρημάτων. 4
5 καὶ λαβὼν τὴν περὶ αὐτὸν ἐξουσίαν ταχὺ εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν μετὰ τοῦ καταράτου Σίμωνος καὶ βαρυτάτου στρατοῦ ἀνέβη 5 Αφού δε εν συνεχεία επήρε την σχετικήν εξουσίαν, ανήλθε ταχέως εις την πατρίδα μας, συνοδευόμενος από τον επικατάρατον Σιμωνα και οδηγών πολύν και βαρέως ωπλισμένον στρατόν. 5
6 καὶ προσελθὼν ταῖς τοῦ βασιλέως ἐντολαῖς ἥκειν ἔλεγεν, ὅπως τὰ ἰδιωτικὰ τοῦ γαζοφυλακίου λάβοι χρήματα. 6 Ελεγε δε ότι ήλθε κατόπιν εντολής του βασιλέως, δια να παραλάβη από το θησαυροφυλάκιον τα ιδιωτικά χρήματα. 6
7 καὶ τοῦ ἔθνους πρὸς τὸν λόγον σχετλιάζοντος ἀντιλέγοντός τε, πάνδεινον εἶναι νομίσαντες, εἰ οἱ τὰς παρακαταθήκας πιστεύσαντες τῷ ἱερῷ θησαυρῷ στερηθήσονται, ὡς οἷόν τε ἦν, ἐκώλυον. 7 Ολος ο λαός ηγανάκτησεν εξ αιτίας του γεγονότος αυτού και προέβαλλεν αντιρρήσεις· και επειδή εθεώρησαν μέγα δεινόν, εάν εστερούντο από τα χρήματά των, όσοι τα είχαν εμπιστευθή στο ιερόν θησαυροφυλάκιον, δια τούτο ημπόδιζαν όσον ημπορούσαν τον Απολλώνιον. 7
8 μετὰ ἀπειλῶν δὲ ὁ ᾿Απολλώνιος ἀπῄει εἰς τὸ ἱερόν. 8 Ο Απολλώνιος παρ' όλα αυτά κατηυθύνθη με απειλάς προς τον ναόν. 8
9 τῶν δέ ἱερέων μετά γυναικῶν καὶ παιδίων ἐν τῷ ἱερῷ ἱκετευσάντων τὸν Θεὸν ὑπερασπίσαι τοῦ ἱεροῦ καταφρονουμένου τόπου 9 Εις τον ναόν όμως οι ιερείς μαζή με τας γυναίκας και τα παιδιά ικέτευαν τον Θεόν να υπερασπίση τον καταφρονούμενον ιερόν τόπον. 9
10 ἀνιόντος τε μετά καθωπλισμένης τῆς στρατιᾶς τοῦ ᾿Απολλωνίου πρὸς τὴν τῶν χρημάτων ἁρπαγήν, οὐρανόθεν ἔφιπποι προὐφάνησαν ἄγγελοι περιαστράπτοντες τοῖς ὅπλοις καὶ πολὺν αὐτοῖς φόβον τε καὶ τρόμον ἐνιέντες. 10 Ενῷ δε ανέβαινεν ο Απολλώνιος με την πλήρως εξωπλισμένην στρατιάν του, προς τον σκοπόν να αρπάση τα χρήματα, εφάνησαν από τον ουρανόν κατέμπροσθεν των άγγελοι έφιπποι απαστράπτοντές με τα όπλα των, οι οποίοι ενέβαλον εις αυτούς πολύν φόβον και τρόμον. 10
11 καταπεσών γέ τοι ἡμιθανὴς ὁ ᾿Απολλώνιος ἐπὶ τὸν πάμφυλον τοῦ ἱεροῦ περίβολον τὰς χεῖρας ἐξέτεινεν εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ μετὰ δακρύων τοὺς ῾Εβραίους παρεκάλει, ὅπως περί αὐτοῦ εὐξάμενοι τὸν ἐπουράνιον ἐξευμενίσωνται στρατόν. 11 Αφού κατέπεσεν ημιθανής ο Απολλώνιος εις την αυλήν του ναού, την καλουμένην αυλήν όλων των εθνών, ήπλωσε τας χείρας στον ουρανόν και παρακάλει με δάκρυα τους Εβραίους να προσευχηθούν υπέρ αυτού και να εξευμενίσουν το ουράνιον στράτευμα. 11
12 ἔλεγε γὰρ ἡμαρτηκὼς ὥστε καὶ ἀποθανεῖν ἄξιος ὑπάρχειν πᾶσί τε ἀνθρώποις ὑμνήσειν σωθεὶς τὴν τοῦ ἱεροῦ τόπου μακαριότητα. 12 Ωμολογούσε δέ, ότι είχεν αμαρτήσει τόσον, ώστε θα ήτο άξιος ακόμη και να αποθάνη, και ότι εάν εσώζετο, θα διαλαλούσε εις όλους τους ανθρώπους την αγιότητα του ιερού χώρου. 12
13 τούτοις ὑπαχθεὶς τοῖς λόγοις ᾿Ονίας ὁ ἀρχιερεύς, καίπερ ἄλλως εὐλαβηθείς, μήποτε νομίσειεν ὁ βασιλεὺς Σέλευκος ἐξ ἀνθρωπίνης ἐπιβουλῆς καὶ μὴ θείας δίκης ἀνῃρῆσθαι τὸν ᾿Απολλώνιον, ηὔξατο περὶ αὐτοῦ. 13 Πεισθείς στους λόγους τούτους ο αρχιερεύς Ονίας, φοβηθείς δε εξ άλλου μήπως ο βασιλεύς Σέλευκος νομίση ότι ο Απολλώνιος δεν εφονεύθη από την θείαν δίκην αλλά από επιβουλήν ανθρώπων, προσηυχήθη δι' αυτόν. 13
14 καὶ ὁ μὲν παραδόξως διασωθεὶς ᾤχετο δηλώσων τῷ βασιλεῖ τὰ συμβάντα αὐτῷ. - 14 Και ο στρατηγός, ο κατά παράδοξον τρόπον διασωθείς, έσπευσε να καταστήση γνωστά στον βασιλέα τα συμβάντα εις αυτόν. 14
15 Τελευτήσαντος δὲ Σελεύκου τοῦ βασιλέως διαδέχεται τὴν ἀρχὴν ὁ υἱὸς αὐτοῦ ᾿Αντίοχος ᾿Επιφανής, ἀνὴρ ὑπερήφανος καὶ δεινός, 15 Οταν απέθανεν ο βασιλεύς Σέλευκος, τον διεδέχθη εις την αρχήν ο υιός του Αντίοχος ο Επιφανής, άνθρωπος υπερήφανος και σκληρός. 15
16 ὃς καταλύσας τὸν ᾿Ονίαν τῆς ἀρχιερωσύνης, ᾿Ιάσονα τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ κατέστησεν ἀρχιερέα, συνθέμενον δώσειν, 16 Αυτός καθήρεσε τον Ονίαν από το αξίωμα της αρχιερωσύνης και εγκατέστησεν ως αρχιερέα τον αδελφόν του Ιάσωνα, ο οποίος συνεφώνησεν 16
17 εἰ ἐπιτρέψειεν αὐτῷ τὴν ἀρχήν, κατ' ἐνιαυτὸν τρισχίλια ἑξακόσια ἑξήκοντα τάλαντα. 17 ότι, εάν του ανέθετε την αρχιερωσύνην, θα του έδιδε κάθε έτος τρεις χιλιάδας εξακόσια εξήκοντα τάλαντα. 17
18 ὁ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτῷ καὶ ἀρχιερᾶσθαι καὶ τοῦ ἔθνους ἀφηγεῖσθαι. 18 Εκείνος του ανέθεσε την αρχιερωσύνην και την αρχηγίαν του έθνους. 18
19 ὃς καὶ ἐξεδιῄτησε τῶν ᾿Ιουδαίων τὸ ἔθνος καὶ ἐξεπολίτευσεν ἐπὶ πᾶσαν παρανομίαν 19 Αυτός έβγαλε τότε το ιουδαϊκόν έθνος από τον προηγούμενον τρόπον της ζωής και έγινε προαγωγός εις κάθε παρανομίαν, 19
20 ὥστε μὴ μόνον ἐπ' αὐτῇ τῇ ἄκρᾳ τῆς πατρίδος ἡμῶν γυμνάσιον κατασκευάσαι, ἀλλὰ καὶ καταλῦσαι τὴν τοῦ ἱεροῦ κηδεμονίαν. 20 ώστε οχι μόνον εις την ακρόπολιν της πατρίδος μας να κατασκευάσουν γυμναστήρια, αλλά και να καταργήση την καθιερωμένην φροντίδα δια τον ναόν. 20
21 ἐφ' οἷς ἀγανακτήσασα ἡ θεία δίκη αὐτὸν αὐτοῖς τὸν ᾿Αντίοχον ἐπολέμωσεν. 21 Εξ αιτίας αυτών ηγανάκτησεν η θεία δίκη και έκαμεν εχθρόν των τον ίδιον τον 'Αντιοχον. 21
22 ἐπειδὴ γὰρ πολεμῶν ἦν κατ' Αἴγυπτον Πτολεμαίῳ, ἤκουσέ τε ὅτι φήμης διαδοθείσης περὶ τοῦ τεθνᾶναι αὐτόν, ὡς ἔνι μάλιστα χαίροιεν οἱ ῾Ιεροσολυμῖται, ταχέως ἐπ' αὐτοὺς ἀνέζευξεν, 22 Ενῷ, δηλαδή, ο Αντίοχος επαλεμούσε κατά του Πτολεμαίου εις την Αίγυπτον και επληροφορήθη ότι Ιεροσολυμίται κατόπιν διαδόσεως φήμης περί του θανάτου του εχαίροντο καθ' υπερβολήν, μετέβαλε πορείαν και εστράφη εναντίον αυτών. 22
23 καὶ ὡς ἐπόρθησεν αὐτούς, δόγμα ἔθετο ὅπως, εἴ τινες αὐτῶν φάνοιεν τῷ πατρίῳ πολιτευόμενοι νόμῳ, θάνοιεν. 23 Αμέσως μόλις τους υπέταξεν εξέδωκε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίον ετιμωρούντο με θάνατον όσοι από αυτούς θα ετολμούσαν να φανούν ότι έζούσαν σύμφωνα με τον προγονικόν των Νομον. 23
24 καὶ ἐπεὶ κατὰ μηδένα τρόπον ἴσχυε καταλῦσαι διὰ τῶν δογμάτων τὴν τοῦ ἔθνους εὔνοιαν, 24 Και αφού δεν ημπόρεσε με κανένα τρόπον να εξάλείψη την αγάπην των προς την πατρίδα, 24
25 ἀλλὰ πάσας τὰς ἑαυτοῦ ἀπειλὰς καὶ τιμωρίας ἑώρα καταλυομένας, ὥστε καὶ γυναῖκας, ὅτι περιέτεμον τὰ παιδία, μετὰ τῶν βρεφῶν κατακρημνισθῆναι προειδυίας ὅτι τοῦτο πείσονται· 25 αλλά αντιθέτως έβλεπε να καταφρονούνται όλαι αι εξαγγελλόμενοι υπ' αυτού απειλαί και τιμωρίαι εις βαθμόν, ώστε και γυναίκες ακόμη να κατακρημνισθούν μαζή με τα βρέφη των, επειδή εφήρμοζαν εις τα τέκνα των την περιτομήν, αν και εγνώριζαν ότι αυτό θα πάθουν. 25
26 ἐπεὶ οὖν τὰ δόγματα αὐτοῦ κατεφρονεῖτο ὑπὸ τοῦ λαοῦ, αὐτὸς διά βασάνων ἕνα ἕκαστον τοῦ ἔθνους ἠνάγκαζε μιαρῶν ἀπογευομένους τροφῶν ἐξόμνυσθαι τὸν ᾿Ιουδαϊσμόν. 26 Επειδή, λοιπόν αι διαταγαί του κατεφρονούντο υπό του λαού, ηνάγκαζε με βασανιστήρια κάθε ένα Ιουδαίον να γίνη εξωμότης, να απαρνηθή τον Ιουδαϊσμόν τρώγων απηγορευμένας τροφάς. 26