Τρίτη, 18 Ιουνίου 2024
Ανατ: 06:03
Δύση: 20:51
Σελ. 12 ημ.
170-196
16ος χρόνος, 5967η ημέρα
Έκδοση: 4η

ΜΑΚΑΒΑΙΩΝ Δ' - ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (Γ)


 
 

 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 Εστι δέ κομιδῆ γελοῖος ὁ λόγος· οὐ γὰρ τῶν ἑαυτοῦ παθῶν ὁ λογισμὸς ἐπικρατεῖν φαίνεται, ἀλλὰ τῶν σωματικῶν. 1 Είναι όλως διόλου γελοία η ερώτησις αυτή. Διότι φαίνεται ότι ο λογισμός δεν επικρατεί επί των ιδικών του παθών, αλλά επί των σωματικών. 1
2 οἷον ἐπιθυμίαν τις οὐ δύναται ἐκκόψαι ἡμῶν, ἀλλὰ μὴ δουλωθῆναι τῇ ἐπιθυμίᾳ δύναται ὁ λογισμὸς παρασχέσθαι. 2 Δεν ημπορεί κανείς π. χ. να κόψη από ημάς την επιθυμίαν από την ρίζαν. Είναι εις θέσιν όμως ο λογισμός, να μας παραχωρήση την δύναμιν, ώστε να μη υποδουλωθώμεν εις την επιθυμίαν. 2
3 θυμόν τις οὐ δύναται ἐκκόψαι ἡμῶν τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ τῷ θυμῷ δυνατὸν τὸν λογισμὸν βοηθῆσαι. 3 Τον θυμόν δεν ημπορεί κανείς να εκριζώση από την ψυχήν του, αλλά ημπορεί να έλθη ο σώφρων λογισμός βοηθός εναντίον του θυμού. 3
4 κακοήθειάν τις ἡμῶν οὐ δύναται ἐκκόψαι, ἀλλὰ τὸ μὴ καμφθῆναι τῇ κακοηθείᾳ δύναιτ' ἂν ὁ λογισμὸς συμμαχῆσαι. 4 Την κακοήθειαν δεν ημπορεί κανείς από ημάς να την εκριζώση, αλλά θα ήτο εις θέσιν ο λογισμός να συμμαχήση με ημάς, ώστε να μη καμφθώμεν από την κακοήθειαν. 4
5 οὐ γὰρ ἐκριζωτὴς τῶν παθῶν ὁ λογισμός ἐστιν, ἀλλ' ἀνταγωνιστής. - 5 Διότι ο λογισμός δεν είναι εκριζωτής των παθών, αλλά ανταγωνιστής. 5
6 ἔστι γοῦν τοῦτο διὰ τῆς Δαυὶδ τοῦ βασιλέως δίψης σαφέστερον ἐπιλογίσασθαι. 6 Ημπορούμεν να κατανοήσωμεν τούτο σαφέστερα ενθυμούμενοι, εις επιβεβίωσιν, την δίψαν του βασιλέως Δαβίδ. 6
7 ἐπεὶ γὰρ δι' ὅλης ἡμέρας προσβαλὼν τοῖς ἀλλοφύλοις ὁ Δαυὶδ πολλοὺς αὐτῶν ἀπέκτεινε μετὰ τῶν τοῦ ἔθνους στρατιωτῶν, 7 Αφού, δηλαδή, ο Δαβίδ κάποτε καθ' όλον το διάστημα της ημέρας επολέμησε τους αλλοφύλους και πολλούς από αυτούς εφόνευσε μαζή με τους στρατιώτας του κράτους του, 7
8 τότε δὲ γενομένης ἑσπέρας, ἱδρῶν καὶ σφόδρα κεκμηκώς, ἐπὶ τὴν βασίλειον σκηνὴν ἦλθε, περὶ ἣν ὁ πᾶς τῶν προγόνων στρατὸς ἐστρατοπεδεύκει. 8 όταν έπεσε το δειλινόν, ενώ ήτο πολύ ιδρωμένος και κατακουρασμένος, ήλθεν εις την βασιλικήν σκηνήν, γύρω από την οποίαν είχε στρατοπεδεύσει όλος ο στρατός της πατρίδος του. 8
9 οἱ μὲν οὖν ἄλλοι πάντες ἐπὶ τὸ δεῖπνον ἦσαν, 9 Ολοι οι άλλοι είχαν καθίσει, δια να δειπνήσουν, 9
10 ὁ δὲ βασιλεὺς ὡς μάλιστα διψῶν, καίπερ ἀφθόνους ἔχων πηγάς, οὐκ ἠδύνατο δι' αὐτῶν ἰάσασθαι τὴν δίψαν, 10 ο δε βασιλεύς αισθανόμενος υπερβολικήν δίψαν δεν ημπορούσε, μολονότι είχεν εις την διάθεσίν του αφθόνους πηγάς, να κατασβέση με αυτάς την δίψαν του. 10
11 ἀλλά τις αὐτῶν ἀλόγιστος ἐπιθυμία τοῦ παρὰ τοῖς πολεμίοις ὕδατος ἐπιτείνουσα συνέφρυγε καὶ λύουσα κατέφλεγεν. 11 Αλλα μία παράλογος επιθυμία, να πίη νερό από την πηγήν των αντιπάλων του, του εξήραινε τα χείλη, τον παρέλυε και τον κατέφλεγε. 11
12 ὅθεν τῶν ὑπασπιστῶν ἐπὶ τῇ τοῦ βασιλέως ἐπιθυμία σχετλιαζόντων, δύο νεανίσκοι στρατιῶται καρτεροὶ καταιδεσθέντες τὴν τοῦ βασιλέως ἐπιθυμίαν, τὰς παντευχίας καθωπλίσαντο καὶ κάλπην λαβόντες ὑπερέβησαν τοὺς τῶν πολεμίων χάρακας, 12 Κατόπιν τούτου, επειδή οι υπασπισταί του βασιλέως εξεδήλωσαν λύπην δια την δίψαν του, δύο νεαροί στρατιώται ατρόμητοι σεβασθέντες την επιθυμίαν του βασιλέως, αψού εφόρεσαν τας πανοπλίας των, επήραν μίαν υδρίαν, διέβησαν τα χαρακώματα των εχθρών, 12
13 καὶ λαθόντες τοὺς τῶν πυλῶν ἀκροφύλακας, διεξῄεσαν ἀνερευνώμενοι κατὰ πᾶν τὸ τῶν πολεμίων στρατόπεδον. 13 διέφυγαν την προσοχήν των φρουρών των πυλών και διέσχισαν όλον το στρατόπεδον των εχθρών ερευνώντες δια την πηγήν. 13
14 καὶ ἀνευράμενοι τὴν πηγήν, ἐξ αὐτῆς θαρραλέως ἐγέμισαν τῷ βασιλεῖ τὸ ποτόν. 14 Αφού δε την ανεκάλυψαν, εγέμισαν από το νερό αυτής με θάρρος την υδρίαν χάριν του βασιλέως. 14
15 ὁ δὲ καίπερ τῷ δίψει διαπυρούμενος, ἐλογίσατο πάνδεινον εἶναι κίνδυνον τῇ ψυχῇ λογισθὲν ἰσοδύναμον ποτὸν αἵματι· 15 Εκείνος όμώς, αν και κατεκαίετο από την δίψαν, εθεώρησεν ότι απετέλει φοβερώτατον κίνδυνον δια την ψυχήν του το νερό εκείνο, διότι εσκέφθη ότι ισοδυναμούσε με ίσην ποσότητα αίματος. 15
16 ὅθεν ἀντιθεὶς τῇ ἐπιθυμίᾳ τὸν λογισμὸν ἔσπεισε τὸ πόμα τῷ Θεῷ, 16 Δια τούτο αντιπαραθέσας τον ορθόν λογισμόν εις την επιθυμίαν, έχυσε το νερό σπονδήν στον Θεόν. 16
17 δυνατὸς γὰρ ὁ σώφρων νοῦς, ὡς ἔφην, νικῆσαι τὰς τῶν παθῶν ἀνάγκας 17 Διότι, όπως είπα, έχει την δύναμιν ο σώφρων νους, να νικήση την βίαν των παθών, 17
18 καὶ σβέσαι τὰς τῶν οἴστρων φλεγμονὰς καὶ τὰς τῶν σωμάτων ἀλγηδόνας καθ' ὑπερβολὴν οὔσας καταπαλαῖσαι καὶ τῇ καλοκαγαθίᾳ τοῦ λογισμοῦ ἀποπτύσαι πάσας τὰς τῶν παθῶν ἐπικρατείας. - 18 και να σβήση τον ερεθισμόν, που προκαλούν αι μανίαι· να κατανικήση ακόμη και τας υπερμέτρους του σώματος αλγηδόνας, να αποτινάξη και οιασδήποτε κυριαρχίας των παθών με τον ωραίον και δυνατόν λογισμόν. 18
19 ῎Ηδη δὲ καὶ ὁ καιρὸς ἡμᾶς καλεῖ ἐπὶ τὴν ἀπόδειξιν τῆς θεωρίας τοῦ σώφρονος λογισμοῦ. - 19 Αλλά ο καιρός τώρα μας καλεί, να αποδείξωμεν την θεωρίαν του σώφρονος λογισμού 19
20 ᾿Επειδὴ γὰρ βαθεῖαν εἰρήνην διὰ τὴν εὐνομίαν οἱ πατέρες ἡμῶν εἶχον καὶ ἔπραττον καλῶς, ὥστε καὶ τὸν τῆς ᾿Ασίας βασιλέα Σέλευκον καὶ τὸν Νικάνορα καὶ χρήματα εἰς τὴν ἱερουργίαν αὐτοῖς ἀφορίσαι καὶ τὴν πολιτείαν αὐτῶν ἀποδέχεσθαι, 20 Οταν οι πατέρες ημών είχαν αδιατάρακτον ειρήνην λόγω της φιλονομίας των και εζούσαν εν ευτυχία, ώστε και ο βασιλεύς της Ασίας Σέλευκος και ο Νικάνωρ και χρήματα να ξεχωρίσουν προς χάριν των δια την υπηρεσίαν του ναού και την ανεξαρτησίαν των να αποδεχθούν, 20
21 τότε δή τινες πρὸς τὴν κοινὴν νεωτερίσαντες ὁμόνοιαν πολυτρόποις ἐχρήσαντο συμφοραῖς. 21 κατά την περίοδον αυτήν μερικοί διαταράξαντες την ομόνοιαν όλων προεκάλεσαν πολλάς και διαφόρους συμφοράς. 21