Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 (Ε)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 [Καὶ Σαλωμὼν ἦν ἐξουσιάζων ἐν πᾶσι τοῖς βασιλείοις ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ γῆς ἀλλοφύλων καὶ ἕως ὁρίου Αἰγύπτου προσεγγίζοντες δῶρα καὶ δουλεύοντες τῷ Σαλωμὼν πάσας ἡμέρας ζωῆς αὐτοῦ.] Καὶ ἐχορήγουν οἱ καθεσταμένοι οὕτως τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν καὶ πάντα τὰ διαγγέλματα ἐπὶ τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως, ἕκαστος μῆνα αὐτοῦ, οὐ παραλλάσσουσι λόγον· 1 Ο Σολομών εξουσίαζεν εις όλας τας βασιλείας εκείνας, αι οποίαι εξετείνοντο από τον ποταμόν Ευφράτην έως την χώραν των Φιλισταίων και έως εις τα σύνορα της Αιγύπτου. Οι βασιλείς αυτοί προσέφεραν δώρα στον Σολομώντα και ήσαν υποτελείς εις αυτόν όλας τας ημέρας της ζωής του. Οι δε προαναφερθέντες δώδεκα τοπάρχαι επρομήθευον στον βασιλέα Σολομώντα, σύμφωνα με τας εντολάς τας οποίας είχον λάβει, όλα όσα εχρειάζετο δια την βασιλικήν τράπεζαν. Καθε ενας από αυτούς δι' ένα μήνα ανελάμβανε την χορήγησιν, Ολοι δε αυτοί ετηρούσαν με ακρίβειαν την υποχρέωσίν των αυτήν. 1 Ο Σολομὼν ἦταν ἄρχων, ἡγεμὼν καὶ κυβερνήτης ὅλων τῶν βασιλειῶν καὶ κρατῶν ἀπὸ τὸν ποταμὸν Εὐφράτην (εἰς τὰ βορειοανατολικά) μέχρι τὴν χώραν τῶν Φιλισταίων (εἰς τὰ δυτικά) καὶ μέχρι τὰ σύνορα τῆς Αἰγύπτου (εἰς τὰ νοτιοδυτικά). Οἱ βασιλεῖς τῶν κρατῶν αὐτῶν προσέφεραν δῶρα εἰς τὸν Σολομῶντα καὶ ἦσαν δοῦλοι του (φόρου ὑποτελεῖς) καθ' ὅλην τὴν διαρκειαν τῆς ζωῆς του. Καὶ οἱ δώδεκα ἀξιωματοῦχοι (νομάρχαι) ἐπρομήθευαν εἰς τὸν βασιλιᾶ Σολομῶντα, σύμφωνα μὲ τὶς ὑποχρεώσεις, ποὺ ἀνέλαβεν ὁ καθένας τους, ὅλα ὅσα ἐχρειάζοντο εἰς εἶδος διὰ τὸ βασιλικὸν τραπέζι (τῶν ἀνακτόρων). Ὁ καθένας τὸν ὡρισμένον μῆνα, ποὺ τοῦ εἶχεν ὁρισθῇ, ἔστελλε τὴν χορηγίαν· ὅλοι τους ἐτηροῦσαν σταθερὰ καὶ μὲ συνέπειαν τὴν ὑποχρέωσιν, ποὺ ἀνέλαβαν.
2 καὶ τὰς κριθὰς καὶ τὸ ἄχυρον τοῖς ἵπποις καὶ τοῖς ἅρμασιν ᾖρον εἰς τὸν τόπον, οὗ ἂν ᾖ ὁ βασιλεύς, ἕκαστος κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ. καὶ ταῦτα τὰ δέοντα τῷ Σαλωμὼν ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ· τριάκοντα κόροι σεμιδάλεως καὶ ἑξήκοντα κόροι ἀλεύρου κεκοπανισμένου. 2 Οι τοπάρχαι αυτοί εφρόντιζαν να προμηθεύουν κριθήν και άχυρα δι' όλους τους ίππους και δι' εκείνους, που ήσαν ζευγμένοι εις τα βασιλικά πολεμικά άρματα. Αυτήν δε την τροφοδοσίαν των ίππων έφεραν στον τόπον, όπου εκάστοτε ευρίσκετο ο βασιλεύς. Καθένας από τους τοπάρχας αυτούς έφερε το μερίδιόν του. Τα δε προς διατροφήν απαιτούμενα δια την βασιλικήν τράπεζαν του Σολομώντος ήσαν εκάστην ημέραν τα εξής· Τριάκοντα κόροι σημιγδάλι, εξήκοντα κόροι αλεύρου κοπανισμένου, 2 Οἱ νομάρχαι αὐτοὶ ἐφρόντιζαν διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ κριθαριοῦ καὶ τοῦ ἀχύρου διὰ τὸ ἱππικὸν καὶ τοὺς ἵππους τῶν πολεμικῶν ἁρμάτων. Τίς τροφὲς δὲ αὐτὲς τὶς ἔφερναν εἰς τὸν τόπον, ὅπου εὑρίσκετο κάθε φορὰν ὁ βασιλιᾶς. Ὁ καθένας ἐπρομήθευεν ὅλα αὐτά, σύμφωνα μὲ τὴν ἀναλογίαν, ποὺ τοῦ εἶχεν ὁρισθῇ. Οἱ δὲ προμήθειες, ποὺ ἐχρειάζοντο διὰ τὸ βασιλικὸν τραπέζι τοῦ Σολομῶντος κάθε ἡμέραν, ἦσαν: Δώδεκα τόννοι καὶ διακόσια ἑξῆντα ἐννέα (12.268,8) κιλὰ σιμιγδάλι καὶ εἴκοσι τέσσερις τόννοι καὶ πεντακόσια τριάντα ὀκτὼ (24.537,6) κιλὰ (χονδρὸ) κοπανισμένο ἀλεῦρι (ἀλεῦρι ποὺ ἐγίνετο μὲ τὸ κοπάνισμα τοῦ σιταριοῦ).
3 καὶ δέκα μόσχοι ἐκλεκτοὶ καὶ εἴκοσι βόες νομάδες καὶ ἑκατὸν πρόβατα ἐκτὸς ἐλάφων καὶ δορκάδων ἐκλεκτῶν, σιτευτά· 3 δέκα εκλεκτά μοσχάρια καλοθρεμμένα, είκοσι βόδια από εκείνα που βόσκουν εις τα λειβάδια, εκατόν πρόβατα, εκτός βέβαια από τα ελάφια και τα ζαρκάδια, τα οποία ήσαν εκλεκτά και καλοθρεμμένα. 3 Ἐπίσης δέκα ἐκλεκτά, καλοθρεμμένα μοσχάρια καὶ εἴκοσι βόδια ἀπὸ ἀγέλην, ποὺ ἔβοσκεν εἰς τὰ λιβάδια, καὶ ἑκατὸν πρόβατα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἐλάφια καὶ τὶς μικρὲς δορκάδες (γαζέλλες), ποὺ ἦσαν (καὶ αὐτὰ) ἐκλεκτά, καλοθρεμμένα.
4 ὅτι ἦν ἄρχων πέραν ποταμοῦ, καὶ ἦν αὐτῷ εἰρήνη ἐκ πάντων τῶν μερῶν κυκλόθεν. 4 Ο Σολομών ήτο μέγας βασιλεύς, διότι εκυριαρχούσεν εις χώρας και πέραν του Ευφράτου ποταμού. Και μολονότι τοιαύτην έκτασιν είχεν η βασιλεία του, επικρατούσε εις όλην την περιοχήν εντός και γύρω της αυτοκρατορίας του ειρήνη. 4 Διότι ὁ Σολομὼν ἦταν ἄρχων, ἡγεμὼν καὶ κυβερνήτης ὅλων τῶν χωρῶν, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὰ δυτικὰ τοῦ ποταμοῦ Εὐφράτου. Καὶ παρ’ ὅλον ὅτι τὸ βασίλειόν του ἦταν τόσον ἐκτεταμένον, ἐν τούτοις εἶχεν εἰρήνην εἰς ὁλόκληρον τὴν ἀπέραντον χώραν του μὲ ὅλα τὰ γύρω του κράτη.
5 Καὶ ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σαλωμὼν καὶ σοφίαν πολλὴν σφόδρα καὶ χύμα καρδίας ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὴν θάλασσαν. 5 Ο Κυριος έδωκεν στον Σολομώντα σύνεσιν και σοφίαν πολλήν και μεγάλην ευρύτητα αντιλήψεως, όση είναι η άμμος, που ευρίσκεται πλησίον εις την θάλασσαν. 5 Ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς τὸν Σολομῶντα ἐξαιρετικὴν σύνεσιν καὶ φρόνησιν καὶ πάρα πολλὴν σοφίαν καὶ γνῶσιν καὶ εὐρύτητα διανοίας καὶ ἀντιλήψεως τόσον πολλήν, ὡσάν τὴν ἄμμον, ποὺ εἶναι εἰς τὴν ἀκροθαλασσιάν!
10 καὶ ἐπληθύνθη Σαλωμὼν σφόδρα ὑπὲρ τὴν φρόνησιν πάντων ἀρχαίων ἀνθρώπων καὶ ὑπὲρ πάντας φρονίμους Αἰγύπτου 10 Ο Σολομών απέκτησε πολύ μεγάλην σοφίαν και σύνεσιν, μεγαλυτέραν από την σοφίαν και σύνεσιν όλων των αρχαίων ανδρών και αυτών ακόμη των σοφών της Αιγύπτου. 6 Ἡ σύνεσις, ἡ φρόνησις καὶ ἡ σοφία τοῦ Σολομῶντος ἦσαν πολὺ μεγαλύτερες ἀπὸ τὴν σοφίαν καὶ τὶς γνώσεις ὅλων τῶν ἀρχαίων σοφῶν καὶ αὐτῶν (ὅλων) ἀκόμη τῶν σοφῶν τῆς Αἰγύπτου.
11 καὶ ἐσοφίσατο ὑπὲρ πάντας τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐσοφίσατο ὑπὲρ Γαιθὰν τὸν Ζαρείτην καὶ τὸν Αἰνὰν καὶ τὸν Χαλκὰλ καὶ Δαρδὰ υἱοὺς Μάλ. 11 Εγινε σοφώτερος από όλους τους ανθρώπους. Σοφώτερος από τον Γαιθάν τον Ζαρείτην, τον Αινάν, τον Χαλκάλ, τον Δαρδά, οι οποίοι ήσαν υιοί του Μαλ. 7 Ἔγινε σοφώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· σοφώτερος καὶ ἀπὸ τὸν Γαιθὰν τὸν Ζαρείτην καὶ τὸν Αἰνὰν καὶ τὸν Χαλκὰλ καὶ τὸν Δαρδά, τοὺς υἱοὺς τοῦ Μάλ.
12 καὶ ἐλάλησε Σαλωμὼν τρισχιλίας παραβολάς, καὶ ἦσαν ᾠδαὶ αὐτοῦ πεντακισχίλιαι. 12 Ο Σολομών έγραψε τρεις χιλιάδες αποφθέγματα και παροιμίας και πέντε χιλιάδας ωδάς. 8 Ὁ Σολομὼν ἔγραψεν ἐπίσης τρεῖς χιλιάδες γνωμικὰ ἀποφθέγματα (παροιμίες), τὰ δὲ λυρικὰ ποιήματα, ποὺ συνέθεσεν, ἦσαν πέντε χιλιάδες.
13 καὶ ἐλάλησεν ὑπὲρ τῶν ξύλων ἀπὸ τῆς κέδρου τῆς ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ ἕως τῆς ὑσσώπου τῆς ἐκπορευομένης διὰ τοῦ τοίχου καὶ ἐλάλησε περὶ τῶν κτηνῶν καὶ περὶ τῶν πετεινῶν καὶ περὶ τῶν ἑρπετῶν καὶ περὶ τῶν ἰχθύων. 13 Ωμίλησε δι' όλα τα δένδρα από τα μεγάλα κέδρα, που υπάρχουν στον Λιβανον, μέχρι του μικρού φυτού του υσσώπου, που φυτρώνει στους τοίχους. Ωμίλησε δια τα ζώα, δια τα πτηνά, δια τα ερπετά και δια τους ιχθύς. 9 Ἔκαμεν ἐπίσης λόγον διὰ τὰ δένδρα, ἀπὸ τὴν ὡραίαν καὶ μεγαλοπρεπῆ καὶ ὑπερήφανον κέδρον, ποὺ φυτρώνει εἰς τὸν Λίβανον, μέχρι τὸ ταπεινὸν καὶ μικρὸν ἀρωματικον φυτὸν ὕσσωπος, ποὺ φυτρώνει εἰς τοὺς τοίχους. Ἔκαμεν ἐπίσης λόγον διὰ τὰ ζῶα καὶ τὰ πτηνὰ καὶ τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ ψάρια.
14 καὶ παρεγίνοντο πάντες οἱ λαοὶ ἀκοῦσαι τῆς σοφίας Σαλωμὼν καὶ ἐλάμβανε δῶρα παρὰ πάντων τῶν βασιλέων τῆς γῆς, ὅσοι ἤκουον τῆς σοφίας αὐτοῦ. 14α Καὶ ἔλαβε Σαλωμὼν τὴν θυγατέρα Φαραὼ αὐτῷ εἰς γυναῖκα καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν πόλιν Δαυὶδ ἕως συντελέσαι αὐτὸν τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον ἑαυτοῦ καὶ τὸ τεῖχος ῾Ιερουσαλήμ. 14β τότε ἀνέβη Φαραὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου καὶ προκατελάβετο τὴν Γαζὲρ καὶ ἐνεπύρισεν αὐτὴν καὶ τὸν Χανανίτην τὸν κατοικοῦντα ἐν Μεργάβ, καὶ ἔδωκεν αὐτὰς Φαραὼ ἀποστολὰς θυγατρὶ αὐτοῦ γυναικὶ Σαλωμών, καὶ Σαλωμὼν ᾠκοδόμησε τὴν Γαζέρ. 14 Ολοι οι άνθρωποι προσήρχρντο να ακούσουν την σοφίαν του Σολομώντος. Ο δε Σολομών ελάμβανε δώρα από όλους τους βασιλείς της γης, όσοι ήρχοντο να ακούσουν την σοφίαν του. 14α Ο Σολομών επήρεν ως σύζυγόν του την θυγατέρα του Φαραώ της Αιγύπτου, την οποίαν και έφερεν εις την πόλιν Δαυίδ και την εγκατέστησεν εκεί, μέχρις ότου ετελείωσε την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου και του ιδικού του ανακτόρου και του τείχους, το οποίον περιέβαλλε την Ιερουσαλήμ. 14β Τοτε δε ο Φαραώ ο βασιλεύς της Αιγύπτου εξεστράτευσε και κατέλαβε κατ' αρχάς την Γαζέρ, την οποίαν και επυρπόλησε. Κατόπιν υπέταξε τους Χαναναίους, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Μεργάβ. Αυτάς δε τας χώρας έδωκεν ο Φαραώ ως προίκα εις την θυγατέρα του, την σύζυγον του Σολομώντος. Ο Σολομών ανοικοδόμησε τότε την πυρποληθείσαν Γαζέρ. 10 Καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἤρχοντο νὰ ἀκούσουν τὴν σοφίαν τοῦ Σολομῶντος καὶ (ὁ Σολομών) ἐλάμβανε δῶρα ἀπὸ ὅλους τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς, ὅσοι ἐπληροφοροῦντο διὰ τὴν σοφίαν του καὶ ἤρχοντο νὰ τὸν ἀκούσουν. 14α Ὁ Σολομὼν ἐνυμφεύθη τὴν θυγατέρα τοῦ Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου καὶ τὴν ἔφερε καὶ τὴν ἐγκατέστησεν εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ, μέχρις ὅτου ὡλοκλήρωσε τὸ κτίσιμον τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνακτόρου του καὶ τοῦ τείχους τῆς Ἱερουσαλήμ. 14β Τότε ὁ Φαραώ, ὁ βασιλιᾶς τῆς Αἰγύπτον, ἐξεστράτευσεν εἰς τὴν Χαναὰν καὶ ἐκυρίευσε πρῶτα τὴν Γαζὲρ καὶ τὴν ἔκαυσε· κατόπιν ἐπετέθη καὶ ὑπέταξε τοὺς Χαναναίους, οἱ ὁποῖοι ἑκατοικοῦσαν εἰς τὴν Μεργάβ. Τὶς δύο αὐτὲς περιοχὲς ὁ Φαραὼ τὶς ἔδωκεν ὡς προῖκα εἰς τὴν θυγατέρα του, τὴν γυναῖκα τοῦ Σολομῶντος. Ὁ δὲ Σολομὼν ἔκτισε καὶ πάλιν τὴν Γαζέρ.
15 Καὶ ἀπέστειλε Χιρὰμ βασιλεὺς Τύρου τοὺς παῖδας αὐτοῦ χρῖσαι τὸν Σαλωμὼν ἀντὶ Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ὅτι ἀγαπῶν ἦν Χιρὰμ τὸν Δαυὶδ πάσας τὰς ἡμέρας. 15 Ο δε βασιλεύς της πόλεως Τυρου, ο Χιράμ, έστειλεν ανθρώπους, δια να συγχαρή τον Σολομώντα, ο οποίος ανεδείχθη βασιλεύς αντί του πατρός του, διότι ο Χιράμ ήτο φίλος του Δαυίδ όλας τας ημέρας της ζωής του. 11 Ὁ Χιράμ, ὁ βασιλιᾶς τῆς Τύρου, ἔστειλεν ἀπεσταλμένους νὰ συγχαρῇ τὸν Σολομῶντα διὰ τὴν ἀνάρρησίν του εἰς τὸν θρόνον, εἰς τὸν ὁποῖον διεδέχθη τὸν Δαβίδ, τὸν πατέρα του. Τοῦτο τὸ ἔκαμεν ὁ Χιράμ, διότι ἀγαποῦσε πάντοτε τὸν Δαβίδ, (ἦταν φίλος του) ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του.
16 καὶ ἀπέστειλε Σαλωμὼν πρὸς Χιρὰμ λέγων· 16 Ο Σολομών έστειλεν ανθρώπους και παρεκάλεσε τον Χιράμ λέγων· 12 Καὶ ὁ Σολομὼν ἔστειλε πίσω μήνυμα πρὸς τὸν Χιράμ, εἰς τὸ ὁποῖον τοῦ ἔλεγε:
17 σὺ οἶδας τὸν πατέρα μου Δαυὶδ ὅτι οὐκ ἠδύνατο οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ μου ἀπὸ προσώπου τῶν πολέμων τῶν κυκλωσάντων αὐτὸν ἕως τοῦ δοῦναι Κύριον αὐτοὺς ὑπὸ τὰ ἴχνη τῶν ποδῶν αὐτοῦ. 17 “συ γνωρίζεις ότι ο πατήρ μου ο Δαυίδ δεν ημπορούσε να ανοικοδομήση ναόν προς δόξαν και τιμήν του ονόματος του Κυρίου του Θεού μου εξ αιτίας των πολέμων, τους οποίους είχε διεξαγάγει ολόγυρα, μέχρις ότου ο Κυριος υπέταξεν υπό τους πόδας του Δαυίδ όλους αυτούς τους εχθρούς του. 13 «Σὺ ὁ ἴδιος γνωρίζεις ὅτι ὁ πατέρας μου, ὁ Δαβίδ, δὲν ἠμποροῦσε νὰ οἰκοδομήσῃ ναὸν εἰς τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου, ἕνεκα τῶν συνεχῶν πολέμων, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχε περιπλακῇ μὲ τοὺς γύρω ἐχθρούς του, μέχρις ὅτου ὁ Κύριος ὑπέταξεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἐχθρούς του καὶ τοὺς ἔβαλεν ἡττημένους κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του.
18 καὶ νῦν ἀνέπαυσε Κύριος ὁ Θεός μου ἐμοὶ κυκλόθεν· οὐκ ἔστιν ἐπίβουλος καὶ οὐκ ἔστιν ἁμάρτημα πονηρόν. 18 Και τώρα Κυριος ο Θεός έδωσεν εις εμέ ειρήνην και ησυχίαν από τους γύρω μου εχθρούς. Κανείς πλέον εχθρός δεν υπάρχει, ούτε και υφίσταται κανένα θέμα επικίνδυνον και πονηρόν, ικανόν να διαταράξη την ειρήνην. 14 Τώρα ὅμως ὁ Κύριος καὶ Θεός μου ἔδωκεν εἰς ἐμὲ ἡσυχίαν καὶ εἰρήνην καὶ κατέπαυσε κάθε πόλεμον εἰς ὅλα τὰ γύρω - γύρω σύνορά μου· τώρα δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀντίπαλος καὶ ἐχθρός, ἀλλ’ οὔτε καὶ ζήτημα ἀντίξοον καὶ ὑπόθεσις ἐπικίνδυνος, ποὺ νὰ προκαλέσῃ ἐπίθεσιν καὶ πόλεμον.
19 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ λέγω οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ μου, καθὼς ἐλάλησε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Δαυὶδ τὸν πατέρα μου, λέγων· ὁ υἱός σου, ὃν δώσω ἀντὶ σοῦ ἐπὶ τὸν θρόνον σου, οὗτος οἰκοδομήσει τὸν οἴκον τῷ ὀνόματί μου. 19 Και έτσι εγώ λέγω και επήρα την απόφασιν, να οικοδομήσω ναόν στο όνομα Κυρίου του Θεού μου, όπως είπε Κυριος ο Θεός προς τον πατέρα μου τον Δαυίδ λέγων· Ο υιός σου, τον οποίον εγώ προορίζω να σε διαδεχθή στον βασιλικόν σου θρόνον, αυτός θα οικοδομήση τον ναόν επ' ονόματί μου. 15 Καὶ διὰ τοῦτο, νά· ἀπεφάσισα νὰ οἰκοδομήσω ναὸν εἰς τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου, ὅπως ὁ Κύριος ὑπεσχέθη εἰς τὸν Δαβίδ, τὸν πατέρα μου, καὶ τοῦ εἶπεν· «ὁ υἱός σου, τὸν ὁποῖον θὰ ἀνεβάσω ὡς διάδοχον εἰς τὸν θρόνον σου, αὐτὸς θὰ οἰκοδομήσῃ τὸν ναὸν εἰς τὸ ὄνομά μου».
20 καὶ νῦν ἔντειλαι καὶ κοψάτωσάν μοι ξύλα ἐκ τοῦ Λιβάνου, καὶ ἰδοὺ οἱ δοῦλοί μου μετὰ τῶν δούλων σου· καὶ τὸν μισθὸν δουλείας σου δώσω σοι κατὰ πάντα, ὅσα ἂν εἴπῃς, ὅτι σὺ οἶδας ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν εἰδὼς ξύλα κόπτειν καθὼς οἱ Σιδώνιοι. 20 Και τώρα δώσε εντολήν να κόψουν δι' εμέ ξύλα από τα δένδρα του όρους Λιβάνου. Ιδού οι δούλοι μου είναι εις την διάθεσίν σου, δια να συνεργασθούν με τους ιδικούς σου δούλους. Εγώ δε θα δώσω ως μισθόν δια τους δούλους σου ο,τι συ μου ζητήσης. Ας αναλάβουν οι δούλοι σου το κόψιμο των δένδρων, διότι, όπως και συ γνωρίζεις, δεν υπάρχουν εις την περιοχήν μας ξυλοκόποι ικανοί, όπως είναι οι Σιδώνιοι”. 16 Τώρα λοιπὸν δῶσε ἐντολήν, ὥστε νὰ κόψουν διὰ λογαριασμόν μου κέδρους ἀπὸ τὰ δάση τοῦ Λιβάνου. Καὶ νά· οἱ δοῦλοι μου θὰ συνεργασθοῦν μαζὶ μὲ τοὺς δούλους σου· ἐγὼ δὲ θὰ πληρώσω εἰς σὲ τοὺς μισθοὺς τῶν δούλων σου, σύμφωνα μὲ ὅσα θὰ μοῦ ὁρίσῃς. Σοῦ ζητῶ τοῦτο, διότι σὺ γνωρίζεις καλά, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεταξύ μας κανεὶς ξυλοκόπος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ κόβη ἀπὸ δάση δένδρα διὰ οἰκοδομικὴν ξυλείαν, ὅπως οἱ ἰδικοί σου ἔμποροι Σιδώνιοι».
21 καὶ ἐγενήθη καθὼς ἤκουσε Χιρὰμ τῶν λόγων Σαλωμών, ἐχάρη σφόδρα καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς ὁ Θεὸς σήμερον, ὃς ἔδωκε τῷ Δαυὶδ υἱὸν φρόνιμον ἐπὶ τὸν λαὸν τὸν πολὺν τοῦτον 21 Οταν ο Χιράμ ήκουσε τα λόγια αυτά του Σολομώντος εχάρη πάρα πολύ και είπε· “δοξασμένος ας είναι σήμερον ο Θεός, ο οποίος έδωσεν στον Δαυίδ υιόν τόσον συνετόν ως κυβερνήτην δια τον πολυάριθμον αυτόν λαόν του Ισραήλ”. 17 Ὅταν ὁ Χιρὰμ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ (ἔλαβε τὸ μήνυμα) τοῦ Σολομῶντος, ἐχάρη πάρα πολὺ καὶ εἶπεν: «Ἂς εἶναι σήμερα εὐλογημένος καὶ δοξασμένος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς τὸν Δαβὶδ υἱὸν σοφὸν καὶ συνετόν, ὡς βασιλιᾶ τοῦ πολυπληθοῦς αὐτοῦ (Ἰσραηλιτικοῦ) λαοῦ!»
22 καὶ ἀπέστειλε πρὸς Σαλωμὼν λέγων· ἀκήκοα περὶ πάντων, ὧν ἀπέσταλκας πρός με· ἐγὼ ποιήσω πᾶν θέλημά σου, ξύλα κέδρινα καὶ πεύκινα· 22 Ο Χιράμ απήντησε προς τον Σολομώντα και του είπε· “ήκουσα με προσοχήν όλα εκείνα, τα οποία μου παρήγγειλες. Εγώ θα κάμω κάθε τι, που μου εζήτησες, δηλαδή να προμηθεύσω εις σε ξύλα από κέδρον και πεύκην. 18 Κατόπιν ὁ Χιρὰμ ἔστειλεν εἰς τὸν Σολομῶντα τὸ ἀκόλουθον μήνυμα: «Ἐπληροφορήθηκα καὶ ἐπρόσεξα ὅλα, ὅσα μοῦ διεμήνυσες· εἶμαι ἔτοιμος νὰ ἰκανοποιήσω ὅλες τὶς ἐπιθυμίες σου σχετικὰ μὲ τὴν οἰκοδομικὴν ξυλείαν ἀπὸ κέδρους καὶ πεύκα.
23 οἱ δοῦλοί μου κατάξουσιν αὐτὰ ἐκ τοῦ Λιβάνου εἰς τὴν θάλασσαν, ἐγὼ θήσομαι αὐτὰ σχεδίας ἕως τοῦ τόπου, οὗ ἐὰν ἀποστείλῃς πρός με, καὶ ἐκτινάξω αὐτὰ ἐκεῖ, καὶ σὺ ἀρεῖς· καὶ ποιήσεις τὸ θέλημά μου, τοῦ δοῦναι ἄρτους τῷ οἴκῳ μου. 23 Οι δούλοι μου θα κόψουν και θα καταβιβάσουν αυτά από το όρος Λιβανον εις την θάλασσαν, θα τα τοποθετήσω επάνω εις σχεδίας και θα τα μεταφέρω δια θαλάσσης έως εις την παράλιον περιοχήν, την οποίαν συ θα μου ορίσης. Εκεί εγώ θα τα αποθέσω, και από εκεί εσύ θα τα πάρης. Συ δε θα εκπληρώσης και το ιδικόν μου θέλημα θα δώσης δηλαδή τρόφιμα στον οίκον μου”. 19 Οἱ δοῦλοι μου θὰ κόψουν τὴν ξυλείαν αὐτὴν καὶ θὰ κατεβάσουν τὰ ξύλα (τοὺς κορμούς) ἀπὸ τὸ ὅρος Λίβανον εἰς τὴν θάλασσαν ἐγὼ δὲ θὰ δώσω ἐντολὴν νὰ δένουν πολλὰ μαζὶ εἰς σχεδίαν, καὶ ὡς σχεδίες πλέον νὰ τὰ μεταφέρουν διὰ θαλάσσης εἰς τὴν παραλίαν, τὴν ὁποίαν θὰ μου ὑποδείξῃς, καὶ θὰ τὰ ξεφορτώσω ἐκεῖ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ τὰ παραλάβῃς ἐσύ. Σὺ δὲ θὰ ἐκπληρώσῃς τὴν ἐπιθυμίαν μου, μὲ τὸ νὰ ἀποστείλῃς τρόφιμα εἰς τὸν βασιλικὸν οἶκον μου».
24 καὶ ἦν Χιρὰμ διδοὺς τῷ Σαλωμὼν κέδρους καὶ πεύκας καὶ πᾶν θέλημα αὐτοῦ. 24 Πράγματι ο Χιράμ εχορηγούσε στον Σολομώντα κέδρα και πεύκα και ο,τι άλλο εκείνος ήθελε. 20 Ἔτσι ὁ Χιρὰμ ἐπρομήθευσεν εἰς τὸν Σολομῶντα κορμοὺς κέδρων καὶ πεύκων καὶ ὅ,τι ἄλλο ἤθελεν ὁ Σολομών.
25 καὶ Σαλωμὼν ἔδωκε τῷ Χιρὰμ εἴκοσι χιλιάδας κόρους πυροῦ καὶ μαχεὶρ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ εἴκοσι χιλιάδας βαὶθ ἐλαίου κεκομμένου· κατὰ τοῦτο ἐδίδου Σαλωμὼν τῷ Χιρὰμ κατ᾿ ἐνιαυτόν. 25 Ο δε Σολομών έδιδε τακτικώς στον Χιράμ τέσσαρα και πλέον εκατομμύρια κιλά σίτου και τροφάς δια τον βασιλικόν του οίκον. Ακόμη δε τετρακοσίας είκοσι χιλιάδας και πλέον κιλά ελαίου από τα ελαιοπιεστήρια. Αυτό το ποσόν έδιδε κάθε έτος ο Σολομών στον Χιράμ. 21 Ὁ δὲ Σολομὼν ἔδωκεν εἰς τὸν Χιρὰμ ὀκτὼ χιλιάδες ἑκατὸν ὄγδοντα τόννους (ἢ 8.180.000 κιλὰ) σιτάρι καὶ τροφὲς διὰ τὸν βασιλικόν του οἶκον καὶ ὀκτακοσίους δεκαοκτὼ τόννους (ἢ 817.920 κιλὰ) λάδι καθαρόν, ἐξαιρετικόν (ποὺ προήρχετο ἀπὸ κοπάνισμα καὶ ὄχι ἀπὸ πίεσιν τοῦ ἐλαιοκάρπου). Τὶς ποσότητες αὐτὲς ἔδιδεν ὁ Σολομὼν εἰς τὸν Χιρὰμ κάθε χρόνον.
26 καὶ Κύριος ἔδωκε σοφίαν τῷ Σαλωμών, καθὼς ἐλάλησεν αὐτῷ· καὶ ἦν εἰρήνη ἀνὰ μέσον Χιρὰμ καὶ ἀνὰ μέσον Σαλωμών, καὶ διέθεντο διαθήκην ἀνὰ μέσον αὐτῶν. 26 Ο Κυριος έδωσε σοφίαν στον Σολομώντα, όπως είχεν υποσχεθή εις αυτόν. Και επικρατούσε ειρήνη μεταξύ του Χιράμ και του Σολομώντος. Αυτοί συνήψαν συμφωνίαν μεταξύ των. 22 Καὶ ὁ Κύριος ἔδωκεν εἰς τὸν Σολομῶντα σοφίαν, ὅπως τοῦ εἶχεν ὑποσχεθῇ. Ὑπῆρχε δὲ εἰρήνη μεταξὺ τοῦ Χιρὰμ καὶ τοῦ Σολομῶντος. Αὐτοὶ οἱ δύο εἶχαν συνάψει συμφωνίαν καὶ συνθήκην φιλίας μεταξύ των.
27 καὶ ἀνήνεγκεν ὁ βασιλεὺς φόρον ἐκ παντὸς ᾿Ισραήλ, καὶ ἦν ὁ φόρος τριάκοντα χιλιάδες ἀνδρῶν. 27 Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Σολομών, ώρισεν ως αχθοφόρους από όλους τους Ισραηλίτας τριάντα χιλιάδες άνδρας. 23 Καὶ ὁ βασιλιᾶς Σολομὼν ἐστρατολόγησεν ἐργάτες ἀχθοφόρους ἀπὸ ὅλον τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν· καὶ οἱ ἀχθοφόροι αὐτοὶ (διὰ τὶς διάφορες ἀγγαρεῖες) ἦσαν τριάντα χιλιάδες (30.000) ἄνδρες.
28 καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν Λίβανον, δέκα χιλιάδες ἐν τῷ μηνί, ἀλλασσόμενοι, μῆνα ἦσαν ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ δύο μῆνας ἐν οἴκῳ αὐτῶν· καὶ ᾿Αδωνιρὰμ ἐπὶ τοῦ φόρου. 28 Εστειλε δε αυτούς εις τα όρος Λιβανον, δια να εργάζωνται ανά δέκα χιλιάδες κατά μήνα. Αυτοί ενηλλάσσοντο, ώστε ένα μήνα ήσαν στον Λιβανον και δύο μήνας ευρίσκοντο εις τα σπίτια των. Επόπτης δε αυτών ήτο ο Αδωνιράμ. 24 Ἔστειλε δὲ ὅλους αὐτοὺς εἰς τὸ ὄρος Λίβανον, διὰ νὰ ἐργάζωνται ἐκεῖ ἀνὰ δέκα χιλιάδες (10.000) κάθε μῆνα. Οἱ ἀχθοφόροι αὐτοὶ ἐνηλλάσσοντο ἔτσι, ὥστε ἕνα μῆνα εἰργάζοντο εἰς τὸν Λίβανον καὶ δύο μῆνες ἦσαν πίσω εἰς τὰ σπίτια των. Ἐπόπτης τῶν ἐργατῶν αὐτῶν τῶν καταναγκαστικῶν ἔργων ἦταν ὁ Ἀδωνιράμ.
29 καὶ ἦν τῷ Σαλωμὼν ἑβδομήκοντα χιλιάδες αἴροντες ἄρσιν καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδες λατόμων ἐν τῷ ὄρει, 29 Υπήρχον ακόμη εις την υπηρεσίαν του Σολομώντος εβδομήκοντα χιλιάδες αχθοφόροι και ογδοήκοντα χιλιάδες λατόμοι στο όρος. 25 Ὁ Σολομὼν εἶχεν ἐπίσης ἑβδομῆντα χιλιάδες (70.000) ἀχθοφόρους καὶ ὄγδοντα χιλιάδες (80.000) λατόμους εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχήν.
30 χωρὶς τῶν ἀρχόντων τῶν καθεσταμένων ἐπὶ τῶν ἔργων τῷ Σαλωμών, τρεῖς χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι ἐπιστάται οἱ ποιοῦντες τὰ ἔργα. 30 Εις αυτούς δεν συμπεριελαμβάνοντο οι επόπται των έργων, τους οποίους είχε διορίσει ο Σολομών και των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις τρεις χιλιάδας εξακοσίους. 26 Ἐκτὸς αὐτῶν ὁ Σολομὼν διώρισεν ἐπόπτας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο τὰ διάφορα αὐτὰ ἔργα· οἱ ἐπόπται αὐτοὶ ἦσαν τρεῖς χιλιάδες ἑξακόσιοι (3.600).
32 καὶ ἡτοίμασαν τοὺς λίθους καὶ τὰ ξύλα τρία ἔτη. 32 Αυτοί εργαζόμενοι επί τρία κατά συνέχειαν έτη ητοίμασαν όλους τους λίθους και τα ξύλα. 27 Ὅλοι αὐτοὶ ἐτοίμασαν τὶς πέτρες καὶ τὴν ξυλείαν ἐργαζόμενοι συνεχῶς ἐπὶ τρία χρόνια.