Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 (Κ)


 
 

 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἀμπελὼν εἷς ἦν τῷ Ναβουθαὶ τῷ ᾿Ιεζραηλίτῃ παρὰ τῇ ἅλῳ ᾿Αχαὰβ βασιλέως Σαμαρείας. 1 Ο Ναβουθαί, ο οποίος κατήγετο από την πόλιν Ιεζράελ, είχεν ένα αμπελώνα, που ευρίσκετο κοντά στο αλώνι του Αχαάβ, βασιλέως της Σαμαρείας. 1 Και ο Ναβουθαί, ὁ ὁποῖος κατήγετο ἀπὸ τὴν Ἰεζράελ, εἶχε ἕνα ἀμπέλι, ποὺ εὑρίσκετο κοντὰ εἰς τὸ ἁλῶνι τοῦ Ἀχαάβ, βασιλιᾶ τῆς Σαμαρείας.
2 καὶ ἐλάλησεν ᾿Αχαὰβ πρὸς Ναβουθαὶ λέγων· δός μοι τὸν ἀμπελῶνά σου καὶ ἔσται μοι εἰς κῆπον λαχάνων, ὅτι ἐγγίζων οὗτος τῷ οἴκῳ μου, καὶ δώσω σοι ἀμπελῶνα ἄλλον ἀγαθὸν ὑπὲρ αὐτόν· εἰ δὲ ἀρέσκει ἐνώπιόν σου, δώσω σοι ἀργύριον ἄλλαγμα ἀμπελῶνός σου τούτου, καὶ ἔσται μοι εἰς κῆπον λαχάνων. 2 Ο Αχαάβ ωμίλησε και είπε προς τον Ναβουθαί· “δος μου τον αμπελώνα σου, δια να μεταβάλω αυτόν εις λαχανόκηπόν μου, επειδή αυτός ευρίσκεται πολύ κοντά στο βασιλικόν μου ανάκτορον. Θα σου δώσω δε άλλον αμπελώνα, καλύτερον από αυτόν. Εάν δέ σου αρέση, θα σου δώσω αργύριον εις αντάλλαγμα αυτού του αμπελώνος σου. Και έτσι θα γίνη ο λαχανόκηπός μου. 2 Καὶ ὁ Ἀχαὰβ ἐμίλησε εἰς τὸν Ναβουθαὶ καὶ τοῦ εἶπε: «Δῶσέ μου τὸ ἀμπέλι σου, διὰ νὰ τὸ κάμω λαχανόκηπον, διότι αὐτὸ εἶναι κοντὰ εἰς τὸ παλάτι μου· ἐγὼ δὲ εἰς ἀντάλλαγμα θὰ σοῦ δώσω ἄλλο ἀμπέλι καλύτερον ἀπὸ αὐτό. Ἢ ἐὰν προτιμᾷς νὰ τὸ πωλήσῃς, θὰ σοῦ δώσω ὡς ἀντάλλαγμα τὴν ἀξίαν τοῦ ἀμπελιοῦ σου αὐτοῦ εἰς χρῆμα· ἔτσι θὰ γίνῃ τὸ ἀμπέλι σου ἰδικός μου λαχανόκηπος».
3 καὶ εἶπε Ναβουθαὶ πρὸς ᾿Αχαάβ· μὴ γένοιτό μοι παρὰ Θεοῦ μου δοῦναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί. 3 Ο Ναβουθαί απήντησε προς τον Αχαάβ· “να μη επιτρέψη ποτέ ο Θεός, να σου δώσω την προγονικήν μου κληρονομίαν”. 3 Ὁ Ναβουθαὶ ὅμως ἀπάντησε εἰς τὸν Ἀχααβ: «Θεὸς φυλάξοι, νὰ δώσω εἰς σὲ τὴν πατρικήν μου κληρονομίαν!»
4 καὶ ἐγένετο τὸ πνεῦμα ᾿Αχαὰβ τεταραγμένον, καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ καὶ συνεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔφαγεν ἄρτον. 4 Ο Αχαάβ εστενοχωρήθη πολύ με την απάντησιν αυτήν. Επεσε νηστικός στο κρεββάτι του και εσκέπασε το πρόσωπόν του. 4 Μόλις ὁ Ἀχαὰβ ἄκουσε τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν τοῦ Ναβουθαί, ἐταράχθη καὶ γεμᾶτος μελαγχολίαν ἔπεσεν εἰς τὸ κρεββάτι του καὶ ἐσκέπασε τὸ πρόσωπόν του καὶ δὲν ἔφαγε ψωμί (φαγητόν).
5 καὶ εἰσῆλθεν ᾿Ιεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτόν· τί τὸ πνεῦμά σου τεταραγμένον καὶ οὐκ εἶ σὺ ἐσθίων ἄρτον; 5 Η Ιεζάβελ, η σύζυγός του, εισήλθεν στο δωμάτιόν του και τον ηρώτησε· “διατί είσαι τόσον στενοχωρημένος και δεν έφαγες φαγητόν; 5 Ἀλλ' ἡ Ἰεζάβελ, ἡ γυναῖκα του, ἐμπῆκε εἰς τὴν κρεβατοκάμαρά του, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Διατὶ εἶσαι ταραγμένος καὶ μελαγχολικὸς καὶ δὲν ἔφαγες ψωμί (φαγητόν);»
6 καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν, ὅτι ἐλάλησα πρὸς Ναβουθαὶ τὸν ᾿Ιεζραηλίτην λέγων· δός μοι τὸν ἀμπελῶνά σου ἀργυρίου· εἰ δὲ βούλῃ, δώσω σοι ἀμπελῶνα ἄλλον ἀντ᾿ αὐτοῦ· καὶ εἶπεν· οὐ δώσω σοι κληρονομίαν πατέρων μου. 6 Ο Αχαάβ απήντησε προς αυτήν· “στενοχωρούμαι διότι ωμίλησα προς τον Ναβουθαί τον Ιεζραηλίτην και του είπα· Δος μου τον αμπελώνα σου αντί χρημάτων. Εάν όμως θέλης, θα σου δώσω άλλον αμπελώνα αντί αυτού. Εκείνος δε μου είπε· δεν θα σου δώσω την προγονικήν μου κληρονομίαν”. 6 Ὁ Ἀχαὰβ τῆς ἀπάντησε: «Εἶμαι ταραγμένος καὶ μελαγχολικὸς καὶ ἔπεσα νηστικός, διότι ἐμίλησα εἰς τὸν Ναβουθαί, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὴν Ἰεζράελ, καὶ τοῦ εἶπα: «Δῶσε μου τὸ ἀμπέλι σου καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ καταβάλω τὴν ἀξίαν του εἰς χρῆμα. Ἐὰν δὲ προτιμᾷς, θὰ σοῦ δώσω ἄλλο ἀμπέλι ἀντ’ αὐτοῦ». Αὐτὸς ὅμως μοῦ ἀπάντησε· «δὲν θὰ σοῦ δώσω τὴν πατρικήν μου κληρονομίαν».
7 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ᾿Ιεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· σὺ νῦν οὕτω ποιεῖς βασιλέα ἐπὶ ᾿Ισραήλ; ἀνάστηθι καὶ φάγε ἄρτον καὶ σαυτοῦ γενοῦ, ἐγὼ δὲ δώσω σοι τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ ᾿Ιεζραηλίτου. 7 Η σύζυγός του, η Ιεζάβελ, του είπε· “συ ως βασιλεύς έτσι ασκείς την βασιλικήν σου εξουσίαν; Σηκω, φάγε το φαγητόν σου, έλα στον εαυτόν σου, εγώ δε θα σου δώσω τον αμπελώνα του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου”. 7 Τότε ἡ Ἰεζάβελ, ἡ γυναῖκα του, τοῦ εἶπε: «Σὺ λοιπὸν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀσκεῖς τὴν βασιλικήν σου ἐξουσίαν εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν; Σήκω πάνω καὶ φάγε ψωμί (φαγητὸν) καὶ ἔλα εἰς τὸν ἑαυτόν σου· ἐγὼ δὲ θὰ σοῦ δώσω τὸ ἀμπέλι τοῦ Ναβουθαί, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὴν Ἰεζράελ».
8 καὶ ἔγραψε βιβλίον ἐπὶ τῷ ὀνόματι ᾿Αχαὰβ καὶ ἐσφραγίσατο τῇ σφραγίδι αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλε τὸ βιβλίον πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς ἐλευθέρους τοὺς κατοικοῦντας μετὰ Ναβουθαί. 8 Η Ιεζάβελ συνέταξεν ένα εγγράφον εξ ονόματος του Αχαάβ, το εσφράγισε με την σφραγίδα αυτού και το έστειλε προς τους πρεσβυτέρους και τους άρχοντας, οι οποίοι κατοικούσαν εις την ιδίαν πόλιν με τον Ναβουθαί. 8 Καὶ ἡ Ἰεζάβελ ἔγραψε διαταγὴν ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἀχαάβ, τὴν ἐσφράγισε μὲ τὴν σφραγῖδα του καὶ τὴν ἔστειλε πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους (δημοτικοὺς ἄρχοντες) καὶ τοὺς εὐγενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἑκατοικοῦσαν εἰς τὴν Ἰεζράελ, ὅπου ἑκατοικοῦσε καὶ ὁ Ναβουθαί.
9 καὶ ἐγέγραπτο ἐν τοῖς βιβλίοις λέγων· νηστεύσατε νηστείαν καὶ καθίσατε τὸν Ναβουθαὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λαοῦ· 9 Εις το έγγραφον αυτό εγράφετο· “Κηρύξατε νηστείαν και καθίσατε τον Ναβουθαί ως κατηγορούμενον ενώπιον του λαού. 9 Εἰς τὴν διαταγὴν ἐκείνην ἦσαν γραμμένα τὰ ἑξῆς: «Νὰ κηρύξετε ἡμέραν δημοσίας νηστείας καὶ νὰ ὁδηγήσετε καὶ νὰ καθίσετε εἰς ὑψηλὸν περίβλεπτον κάθισμα ὡς κατηγορούμενον τὸν Ναβουθαὶ ἐμπρὸς εἰς τὸν λαόν.
10 καὶ ἐγκαθίσατε δύο ἄνδρας υἱοὺς παρανόμων ἐξεναντίας αὐτοῦ, καὶ καταμαρτυρησάτωσαν αὐτοῦ λέγοντες· ηὐλόγησε Θεὸν καὶ βασιλέα· καὶ ἐξαγαγέτωσαν αὐτὸν καὶ λιθοβολησάτωσαν αὐτόν, καὶ ἀποθανέτω. 10 Κατόπιν παρουσιάσατε δύο παρανόμους άνδρας ενώπιόν του, δύο ψευδομάρτυρας, οι οποίοι ας καταθέσουν μαρτυρίαν ,ψευδή εναντίον του λέγοντες· Αυτός εβλασφήμησε τον Θεόν και τον βασιλέα. Ετσι θα καταδικασθή εις θάνατον. Κατόπιν ας οδηγηθή έξω από την πόλιν, ας τον λιθοβολήσουν εκεί και ας αποθάνη”. 10 Καὶ ἀπέναντί του νὰ στήσετε δύο ἄνδρες (ἀσυνειδήτους, φαύλους), οἱ ὁποῖοι ρέπουν πρὸς τὴν παρανομίαν, αὐτοὶ δὲ ἂς τὸν κατηγορήσουν ψευδῶς καὶ ἂς ποῦν: «Αὐτὸς ἐβλασφήμησε τὸν Θεὸν καὶ τὸν βασιλιᾶ». Κατόπιν ἂς ὁδηγήσουν τὸν Ναβουθαὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἂς τὸν λιθοβολήσουν διὰ τὸ ἁμάρτημα αὐτὸ τῆς βλασφημίας, ὥστε νὰ ἀποθάνῃ».
11 καὶ ἐποίησαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως αὐτοῦ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἐλεύθεροι οἱ κατοικοῆντες ἐν τῇ πόλει αὐτοῦ, καθὼς ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς ᾿Ιεζάβελ καὶ καθὰ ἐγέγραπτο ἐν τοῖς βιβλίοις, οἷς ἀπέστειλε πρὸς αὐτούς. 11 Οι άνδρες της πόλεως του Ναβουθαί, οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες οι οποίοι κατοικούσαν εις την πόλιν του, ενήργησαν, όπως παρήγγειλε προς αυτούς η Ιεζάβελ και όπως ήτο γραμμένον στο έγγραφον, το οποίον είχεν αποστείλει προς αυτούς. 11 Καὶ οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως Ἰεζράελ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατήγετο ὁ Ναβουθαί, οἱ πρεσβύτεροι (δημοτικοὶ ἄρχοντες) καὶ οἱ εὐγενεῖς, ποὺ ἐκατοικοῦσαν εἰς τὴν πόλιν του, ἔκαμαν ὅπως ἀκριβῶς τοὺς ἐμήνυσεν ἡ Ἰεζάβελ καὶ ὅπως ἀκριβῶς τοὺς ἔγραφεν εἰς τὴν διαταγήν, ποὺ τοὺς ἔστειλεν.
12 καὶ ἐκάλεσαν νηστείαν καὶ ἐκάθισαν τὸν Ναβουθαὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λαοῦ, 12 Αυτοί εκάλεσαν εις νηστείαν τον λαόν και εκάθισαν τον Μαβουθαί ως κατηγορούμενον ενώπιον του λαού. 12 Ἐκήρυξαν ἡμέραν δημοσίας νηστείας καὶ ὠδήγησαν καὶ ἐκάθισαν εἰς ὑψηλὸν περίβλεπτον κάθισμα ὡς κατηγορούμενον τὸν Ναβουθαὶ ἐμπρὸς εἰς τὸν λαόν.
13 καὶ εἰσῆλθον δύο ἄνδρες υἱοὶ παρανόμων καὶ ἐκάθισαν ἐξεναντίας αὐτοῦ καὶ κατεμαρτύρησαν αὐτοῦ λέγοντες· ηὐλόγηκας Θεὸν καὶ βασιλέα· καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν ἐν λίθοις, καὶ ἀπέθανε. 13 Εισήλθον εις την αίθουσαν του δικαστηρίου δύο άνδρες παράνομοι, έλαβον θέσιν απέναντι του Ναουθαί και κατέθεσαν ψευδή κατηγορίαν εναντίον αυτού λέγοντες· “συ εβλασφήμησες τον Θεόν και τον βασιλέα”. Εξ αιτίας της καταθέσεως αυτής ο Ναβουθαί κατεδικάσθη εις θάνατον. Τον έβγαλαν έξω από την πόλιν, τον ελιθοβόλησαν και εκεί απέθανεν. 13 Τότε παρουσιάσθησαν δύο ἄνδρες ἀσυνείδητοι, φαῦλοι καὶ παράνομοι καὶ ἐστάθηκαν ἀπέναντι τοῦ Ναβουθαί, τὸν κατηγόρησαν ψευδῶς καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἐβλασφήμησες τὸν Θεὸν καὶ τὸν βασιλιᾶ». Μὲ βάσιν τὴν ψεύτικη αὐτὴν κατηγορίαν ὠδήγησαν τὸν Ναβουθαὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ τὸν ἐλιθοβόλησαν μὲ λίθους, καὶ ἀπέθανε.
14 καὶ ἀπέστειλαν πρὸς ᾿Ιεζάβελ λέγοντες· λελιθοβόληται Ναβουθαὶ καὶ τέθνηκε. 14 Οι άνθρωποι της πόλεως εκείνης έστειλαν αγγελιαφόρους προς την Ιεζάβελ και την επληροφόρησαν. “Ελιθοβολήθη ο Ναβουθαί και απέθανε”. 14 Ὕστερα οἱ πρεσβύτεροι (δημοτικοὶ ἄρχοντες) καὶ οἱ εὐγενεῖς ἔστειλαν μήνυμα πρὸς τὴν Ἰεζάβελ καὶ τῆς εἶπαν: «Ὁ Ναβουθαὶ ἔχει λιθοβοληθῇ καὶ ἔχει ἀποθάνει!».
15 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ᾿Ιεζάβελ, καὶ εἶπε πρὸς ᾿Αχαάβ· ἀνάστα, κληρονόμει τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ ᾿Ιεζραηλίτου, ὃς οὐκ ἔδωκέ σοι ἀργυρίου, ὅτι οὐκ ἔστι Ναβουθαὶ ζῶν, ὅτι τέθνηκε. 15 Οταν η Ιεζάβελ επληροφορήθη το γεγονός, είπε προς τον Αχαάβ· “σήκω και πήγαινε να κληρονομήσης τον αμπελώνα του Ναβουθαί, του Ιεζρατηλίτου, τον οποίον εκείνος δεν ήθελε να σου τον πωλήση αντί αργυρίου. Διότι δεν ζη πλέον ο Ναβουθαί, αλλ' έχει αποθάνει”. 15 Τότε συνέβη τοῦτο: Μόλις ἡ Ἰεζάβελ ἄκουσε ὅτι ὁ Ναβουθαὶ ἐλιθοβολήθη καὶ ἀπέθανεν, εἶπε πρὸς τὸν Ἀχαάβ: «Σήκω ἐπάνω, κληρονόμησε ὡς ἰδικόν σου τὸ ἀμπέλι τοῦ Ναβουθαί, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὴν Ἰεζράελ, τὸ ὁποῖον ἀρνήθηκε νὰ σοῦ πωλήσῃ· κληρονόμησέ το, διότι ὁ Ναβουθαὶ δὲν εἶναι πλέον ζωντανός· ἔχει ἀποθάνει!»
16 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ᾿Αχαὰβ ὅτι τέθνηκε Ναβουθαὶ ὁ ᾿Ιεζραηλίτης, καὶ διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ περιεβάλετο σάκκον· καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἀνέστη καὶ κατέβη ᾿Αχαὰβ εἰς τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ ᾿Ιεζραηλίτου κληρονομῆσαι αὐτόν. 16 Ο Αχαάβ, όταν ήκουσε τον τρόπον της καταδίκης και του θανάτου του Ναβουθαί, έσχισεν εις ένδειξιν διαμαρτυρίας και πένθους τα ενδύματά του και περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα. Κατόπιν όμως κατέβη στον αμπελώνα του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου, δια να τον κληρονομήση. 16 Συνέβη δὲ τοῦτο: Μόλις ὁ Ἀχαὰβ ἄκουσε ὅτι ἀπέθανεν ὁ Ναβουθαί, ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὴν Ἰεζράελ, ἐκδηλώνων τὴν ἀποδοκιμασίαν διὰ τὸν τρόπον τῆς καταδίκης καὶ τὸ πένθος διὰ τὸν θάνατον τοῦ Ναβουθαί, ἔσχισε τὰ ροῦχα του καὶ ἐφόρεσε σάκκον (τρίχινο, χονδρό, μαῦρο καὶ μονοκόμματον ἔνδυμα, χωρὶς σχισμὲς καὶ πτυχές, ποὺ ἔδεναν μὲ σχοινία εἰς τὴν μέσην). Κατόπιν ὅμως ὁ Ἀχαὰβ ἐσηκώθη καὶ κατέβη ἀπὸ τὴν Σαμάρειαν εἰς τὴν Ἰεζράελ, εἰς τὸ ἀμπέλι τοῦ Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτη, διὰ νὰ τὸ κληρονομήσῃ καὶ νὰ τὸ κάμῃ ἰδικόν του.
17 Καὶ εἶπεν Κύριος πρὸς ᾿Ηλιοὺ τὸν Θεσβίτην λέγων· 17 Είπε τότε ο Θεός προς τον Ηλία, τον Θεσβίτην· 17 Καὶ ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην:
18 ἀνάστηθι καὶ κατάβηθι εἰς ἀπαντὴν ᾿Αχαὰβ βασιλέως ᾿Ισραὴλ τοῦ ἐν Σαμαρείᾳ, ὅτι οὗτος ἐν ἀμπελῶνι Ναβουθαί, ὅτι καταβέβηκεν ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτόν. 18 “σήκω και πήγαινε να συναντήσης τον Αχαάβ, τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού, που μένει εις την Σαμάρειαν, διότι αυτός κατέβηκε στον αμπελώνα του Ναδουθαί, δια να τον κληρονομήση. 18 «Σήκω καὶ πήγαινε εἰς συνάντησιν τοῦ Ἀχαάβ, βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὴν Σαμάρειαν· διότι αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τὸ ἀμπέλι τοῦ Ναβουθαί· ἔχει κατέβει ἐκεῖ διὰ νὰ τὸ κληρονομήσῃ.
19 καὶ λαλήσεις πρὸς αὐτὸν λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ὡς σὺ ἐφόνευσας καὶ ἐκληρονόμησας, διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἐν παντὶ τόπῳ, ᾧ ἔλειξαν αἱ ὕες καὶ οἱ κύνες τὸ αἷμα Ναβουθαί, ἐκεῖ λείξουσιν οἱ κύνες τὸ αἷμα σου, καὶ αἱ πόρναι λούσονται ἐν τῷ αἵματί σου. 19 Θα πης δε προς αυτόν τα εξής· Αυτά λέγει ο Κυριος. Επειδή συ εφόνευσες τον Ναβουθαί και κατέλαβες τον αμπελώνα του, δια τούτο ο Κυριος λέγει· Εις τους τόπους, στους οποίους οι χοίροι και τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα του Ναβουθαί, εκεί τα σκυλιά θα γλείψουν και το ιδικόν σου αίμα, αι δε πόρναι θα λουσθούν στο αίμα σου”. 19 Θὰ μιλήσῃς εἰς αὐτὸν καὶ θὰ τοῦ εἰπῇς: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· Ἐπειδὴ σὺ ἐφόνευσες τὸν Ναβουθαὶ καὶ ἐπειδὴ ἐκληρονόμησες τὸ ἀμπέλι του, διὰ τοῦτο αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· εἰς τοὺς τόπους, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ χοῖροι καὶ τὰ σκυλιὰ ἔγλειψαν τὸ αἷμα τοῦ Ναβουθαί, εἰς τοὺς ἰδίους αὐτοὺς τόπους θὰ γλείψουν τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ ἰδικόν σου αἷμα, καὶ οἱ πόρνες γυναῖκες θὰ λουσθοῦν εἰς τὸ αἷμά σου!»
20 καὶ εἶπεν ᾿Αχαὰβ πρὸς ᾿Ηλιού· εἰ εὕρηκάς με, ὁ ἐχθρός μου; καὶ εἶπεν· εὕρηκα, διότι μάτην πέπρασαι ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου παροργίσαι αὐτόν. 20 Ο Αχαάβ είπε προς τον Ηλίαν· “αλήθεια, συ ο εχθρός μου με ευρήκες πάλιν;” Ο Ηλίας απήντησε· “σε ευρήκα, διότι έχεις πωληθή και έγινες δούλος στο πονηρόν, ώστε να εξοργίσης τον Κυριον, ο οποίος και λέγει· 20 Καὶ ὁ Ἄχαὰβ εἶπε πρὸς τὸν Ἠλίαν: «Πάλιν ἐμπρός μου εἶσαι! Πάλιν λοιπὸν μὲ ηὗρες, ἐχθρέ μου;» Ὁ Ἠλίας ἀπάντησε: «Σὲ εὑρῆκα, διότι μάταια ἔχεις πωλήσει τὸν ἑαυτόν σου καὶ τὸν ἔκαμες κυριολεκτικὰ δοῦλον καὶ σκλάβον τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ ἐργασθῇ τὸ κακόν, ποὺ εἶναι πονηρὸν εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔτσι τὸν ἐξώργισες.
21 ἰδοὺ ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ σὲ κακὰ καὶ ἐκκαύσω ὀπίσω σου καὶ ἐξολοθρεύσω τοῦ ᾿Αχαὰβ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον καὶ συνεχόμενον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν ᾿Ισραήλ· 21 Ιδού εγώ θα επιφέρω εναντίον σου συμφοράς, θα ανάψω όπισθέν σου φωτιές και θα εξολοθρεύσω από την οικογένειαν του Αχαάβ κάθε αρσενικόν άνθρωπον, ακόμη δε δούλον και ελεύθερον μεταξύ του Ισραηλιτικού λαού. 21 Διὰ τοῦτο, νά· ἐγὼ ὁ Κύριος θὰ ἐπιφέρω εἰς σὲ μεγάλες συμφορές, τὶς ὁποῖες θὰ ἀνάψω ὡσὰν ἄλλην φοβερὴ φωτιὰ πίσω σου, καὶ θὰ ἐξολοθρεύσω ἀπὸ τὴν δυναστείαν τοῦ Ἀχαὰβ ὅλους τοὺς ἀρσενικοὺς ἀπογόνους, ὅλους, ὅσοι εἶναι δοῦλοι ἢ ἐλεύθεροι καὶ κατοικοῦν μεταξὺ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ·
22 καὶ δώσω τὸν οἶκόν σου ὡς τὸν οἶκον ῾Ιεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ὡς τὸν οἶκον Βαασὰ υἱοῦ ᾿Αχιὰ περὶ τῶν παροργισμάτων, ὧν παρώργισας καὶ ἐξήμαρτες τὸν ᾿Ισραήλ. 22 Θα παραδώσω εις όλεθρον την οικογένειάν σου, όπως παρέδωκα την οικογένειαν Ιεροβοάμ του υιού Ναβάτ, όπως παρέδωσα εις καταστροφήν την οικογένειαν του Βαασά, υιού του Αχιά. Τούτο δέ, διότι συ με τας εξοργιστικάς αμαρτίας σου έγινες αιτία να οργισθή εναντίον σου ο Θεός και να παρασυρθή εις αμαρτίας ο ισραηλιτικός λαός”. 22 καὶ θὰ κάμω εἰς τὴν οἰκογένειάν σου ὅ,τι ἔκαμα εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἱεροβοάμ, υἱοῦ τοῦ Ναβάτ, καὶ ὅ,τι ἔκαμα εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Βαασά, υἱοῦ τοῦ Ἀχιά, ἐξ αἰτίας τῶν ἐξοργιστικῶν ἁμαρτιῶν, μὲ τὶς ὁποῖες ἐξώργισες τὸν Κύριον καὶ ὠδήγησες τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν εἰς τὴν μεγάλην ἁμαρτίαν τῆς εἰδωλολατρίας».
23 καὶ τῇ ᾿Ιεζάβελ ἐλάλησε Κύριος λέγων· οἱ κύνες καταφάγονται αὐτὴν ἐν τῷ προτειχίσματι ᾿Ιεζράελ. 23 Και δια την Ιεζάβελ ωμίλησεν ο Κυριος και είπε· “τα σκυλιά θα καταφάγουν και αυτήν στο τείχος το εμπρός της πόλεως Ιεζράελ. 23 Καὶ διὰ τὴν Ἰεζάβελ ἐμίλησε ὁ Κύριος καὶ εἶπε: «Τὰ σκυλιὰ θὰ τὴν καταφάγουν κοντὰ εἰς τὰ τείχη τῆς Ἰεζράελ.
24 τὸν τεθνηκότα τοῦ ᾿Αχαὰβ ἐν τῇ πόλει φάγονται οἱ κύνες καὶ τὸν τεθνηκότα αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ φάγονται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. 24 Τους νεκρούς της οικογενείας του Αχαάβ εις την πόλιν θα καταφάγουν οι κύνες. Και τους νεκρούς της οικογενείας του εις την πεδιάδα θα καταφάγουν τα όρνεα του ουρανού”. 24 Ὅσοι ἀποθνήσκουν ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τοθυ Ἀχαὰβ μέσα εἰς τὴν πόλιν, (δὲν θὰ τοὺς ἐνταφιάζῃ κανείς, ἀλλά) θὰ κατατρώγωνται ἀπὸ τὰ σκυλιά· καὶ ὅσοι ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν του ἀποθνήσκουν ἔξω εἰς τὰ χωράφια, θὰ κατατρώγωνται ἀπὸ τὰ ὄρνια».
25 πλὴν ματαίως ᾿Αχαάβ, ὃς ἐπράθη ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, ὡς μετέθηκεν αὐτὸν ᾿Ιεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· 25 Εις μάτην όμως ελέχθησαν αι απειλαί αυταί του Κυρίου. Ο Αχαάβ είχε πωληθή στο να πράττη το πονηρόν αναισχύντως ενώπιον του Κυρίου, όπως τον παρακινούσεν η σύζυγός του η Ιεζάβελ. 25 Δὲν ὠφελήθη ὅμως καθόλου ὁ Ἀχαάβ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν παρακίνησιν καὶ τὴν ἐξερέθισιν τῆς Ἰεζάβελ, τῆς γυναίκας τοῦ, ἐπώλησε τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν ἔκαμε κυριολεκτικὰ δοῦλον καὶ σκλάβον τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νὰ ἐργασθῇ τὸ κακόν, ποὺ εἶναι πονηρὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
26 καὶ ἐβδελύχθη σφόδρα πορεύεσθαι ὀπίσω τῶν βδελυγμάτων κατὰ πάντα, ἃ ἐποίησεν ὁ ᾿Αμορραῖος, ὃν ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν ᾿Ισραήλ. 26 Εγινε συχαμερός και μισητός πάρα πολύ ενώπιον του Κυρίου, διότι εδέχθη και ηκολούθησε την λατρείαν των ειδωλικών θεών, όπως οι Αμορραίοι, τους οποίους ο Κυριος είχε καταστρέψει ενώπιον του Ισραηλιτικού λαού. 26 Ὁ Ἀχαὰβ κατήντησε φοβερὰ σιχαμερὸς καὶ ἀηδιαστικοὸς ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ λατρεύσῃ τὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα, σύμφωνα μὲ ὅλα, ὅσα ἒκαμναν οἱ Ἀμορραῖοι, τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος εἶχεν ἐξαφανίσει, καθὼς οἱ Ἰσραηλῖται εἰσέβαλαν εἰς τὴν Παλαιστίνην.
27 καὶ ὑπὲρ τοῦ λόγου, ὡς κατενύγη ᾿Αχαὰβ ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἐπορεύετο κλαίων καὶ διέρρηξε τὸν χιτῶνα αὐτοῦ καὶ ἐζώσατο σάκκον ἐπὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ ἐνήστευσε καὶ περιεβάλετο σάκκον ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐπάταξε Ναβουθαὶ τὸν ᾿Ιεζραηλίτην, καὶ ἐπορεύθη, 27 Επειδή όμως ο Αχαάβ ακούσας τον λόγον του Ηλία συνετρίβη ενώπιον του Κυρίου, εβάδιζε δε κλαίων και διέρρηξε τον χιτώνα αυτού και εζώσθη σάκκινον ένδυμα, επειδή δε κατά την ημέραν, κατά την οποίαν εφονεύθη ο Ναβουθαί, ενήστευσε και περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα και με αυτό επορεύετο, 27 Μόλις ὅμως ὁ Ἀχαὰβ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἠλία, ἦλθεν εἰς συντριβὴν καὶ κατάνυξιν. Ἐπειδὴ δὲ μετενόησεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Κύριον καὶ ἐβάδιζε κλαίγοντας καὶ εἰς ἔνδειξιν ἀποδοκιμασίας τῶν ὅσων ἔκαμεν, ἔσχισε τὸν χιτῶνα τοῦ καὶ ἐζώσθη σάκκον (τρίχινο, χονδρό, μαῦρο καὶ μονοκόμματον ἔνδυμα, χωρὶς σχισμὲς καὶ πτυχές, ποὺ ἔδεναν μὲ σχοινιὰ εἰς τὴν μέσην)· καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ ἐσκοτωσε τὸν Ναβουθαὶ τὸν Ἰεζραηλίτην, ἐνήστευσε καὶ ἐφόρεσε σάκκον καὶ ντυμένος μὲ αὐτὸν ἐβάδιζε μελαγχολικὸς καὶ σκυθρωπός,
28 καὶ ἐγένετο ρῆμα Κυρίου ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ ᾿Ηλιοὺ περὶ ᾿Αχαάβ, καὶ εἶπε Κύριος· 28 έγινε πάλιν λόγος Κυρίου δια του Ηλιού, του δούλου του, προς τον Αχαάβ. Είπε δηλαδή ο Κυριος προς τον Ηλίαν· 28 κατέφθασε λόγος Κυρίου, διὰ τοῦ δούλου τοῦ Ἠλία τοῦ προφήτου, περὶ τοῦ Ἀχαάβ. Ὁ Κύριος εἶπε πρὸς τὸν Ἠλίαν:
29 ἑώρακας ὡς κατενύγη ᾿Αχαὰβ ἀπὸ προσώπου μου; οὐκ ἐπάξω τὴν κακίαν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ἐπάξω τὴν κακίαν. 29 “είδες πως συνετρίβη ο Αχαάβ ενώπιόν μου; Δια τούτο δεν θα αποστείλω την τιμωρίαν κατά τας ημέρας, κατά τας οποίας αυτός ζη. Αλλά θα στείλω αυτήν την τιμωρίαν εις τας ημέρας του υιού του”. 29 «Ἐπρόσεξες πῶς ὁ Ἀχαὰβ ἦλθεν εἰς συντριβήν, κατάνυξιν καὶ μετάνοιαν ἐμπρός μου; Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐταπεινώθη καὶ συνετρίβη ἐμπρός μου, δὲν θὰ ἐπιφέρω τὴν τιμωρίαν καὶ συμφορὰν εἰς τὰ χρόνια, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ ζῇ· ἀναβάλλω τὴν τιμωρίαν καὶ θὰ ἐπιφέρω τὴν συμφορὰν εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀχαὰβ κατὰ τὶς ἡμέρες, ποὺ θὰ ζῇ ὁ υἱός του (ὁ Ἰωράμ)».