Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 (ΙΕ)


 
 

 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐν τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ ἔτει βασιλεύοντος ῾Ιεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, βασιλεύει ᾿Αβιοὺ υἱὸς Ροβοὰμ ἐπὶ ᾿Ιούδαν. 1 Ο Αβιού, ο υιός του Ροβοάμ, έγινε βασιλεύς της Ιουδαίας κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ, του υιού του Ναβάτ. 1 Κατὰ τὸ δέκατον ὄγδοον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἱεροβοὰμ (βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ), υἱοῦ τοῦ Ναβάτ, ἀνακηρύσσεται βασιλιᾶς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ὁ Ἀβίου, ὁ υἱὸς τοῦ Ροβοάμ.
2 καὶ τρία ἔτη ἐβασίλευσεν ἐπὶ ῾Ιερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μααχά, θυγάτηρ ᾿Αβεσσαλώμ, 2 Αυτός εβασίλευσε τρία έτη επί της Ιουδαίας έχων πρωτεύουσάν του την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Μααχά και ήτο εγγονή του Αβεσσαλώμ. 2 Ὁ Ἀβιοὺ ἐβασίλευσεν ἐπὶ τρία ἔτη μὲ ἔδραν τὴν Ἱερουσαλήμ. Τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του ἦταν Μααχά, αὐτὴ δὲ ἦταν ἐγγονὴ τοῦ Ἀβεσσαλώμ.
3 καὶ ἐπορεύθη ἐν ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, αἷς ἐποίησεν ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἦν ἡ καρδία αὐτοῦ τελεία μετὰ Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ ὡς ἡ καρδία τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. 3 Αλλά και ο Αβιού επορεύθη εις τας αμαρτίας, τας οποίας είχε διαπράξει και ο πατήρ του προ αυτού. Ετσι δε η καρδία του δεν ήτο τελεία απέναντι του Θεού, όπως ήτο η καρδία του προπάτορός του Δαυίδ. 3 Ὁ Ἀβίου ἀκολούθησε καὶ ἐμιμήθη τὴν ἁμαρτωλὴν πολιτείαν τοῦ πατέρα του, τὴν ὁποίαν (ὁ πατέρας του) εἶχε παρουσιάσει πρὶν ἀπὸ αὐτόν. Ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀβιοὺ δὲν ἦταν ἄμεμπτη καὶ φοβουμένη εἰς ὅλα τὸν Θεόν, ὅπως ἦταν ἡ καρδιὰ τοῦ προπάτορός του Δαβίδ.
4 ὅτι διὰ Δαυὶδ ἔδωκεν αὐτῷ Κύριος κατάλειμμα, ἵνα στήσῃ τὰ τέκνα αὐτοῦ μετ᾿ αὐτὸν καὶ στήσῃ τὴν ῾Ιερουσαλήμ, 4 Προς χάριν όμως του Δαυίδ έδωκεν εις αυτόν ο Κυριος υιόν ως διάδοχον του βασιλικού θρόνου, δια να αναδείξη έτσι τέκνα ύστερα από αυτόν ως βασιλείς και να σταθεροποιήση την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσαν του βασιλείου του. 4 Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτὰ ὁ Κύριος, χάριν τοῦ Δαβίδ, ἔδωκεν εἰς τὸν Ἀβιοὺ ἀπόγονον, διὰ νὰ ἐδραιώσῃ τὴν βασιλικήν του διαδοχὴν καὶ νὰ ἰσχυροποιήσῃ καὶ ἀσφαλίσῃ τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς πρωτεύουσαν τοῦ βασιλείου του.
5 ὡς ἐποίησε Δαυὶδ τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐξέκλινεν ἀπὸ πάντων, ὧν ἐνετείλατο αὐτῷ, πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ. 5 Διότι ο Δαυίδ έπραξε το ορθόν ενώπιον του Κυρίου και όλας τας ημέρας της ζωής του δεν παρεξέκλινεν από όλα, όσα είχε διατάξει εις αυτόν ο Κυριος. 5 Τοῦτο τὸ ἔκαμεν ὁ Κύριος, διότι ὁ Δαβὶδ ἔζησε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ καθ' ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ζωῆς του δὲν παρεξέκλινεν ἀπὸ ὅλα, ὅσα τοῦ εἶχε παραγγείλει ὁ Θεός.
7 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων ᾿Αβιοὺ τὰ πάντα, ἃ ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐπὶ βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν ᾿Ιούδα; καὶ πόλεμος ἦν ἀνὰ μέσον ᾿Αβιοὺ καὶ ἀνὰ μέσον ῾Ιεροβοάμ. 7 Ολα τα άλλα έργα του Αβιού, όλα όσα έκαμε δεν υπάρχουν αυτά γραμμένα στο βιβλίον “Εργα και ημέραι των βασιλέων του Ιούδα;» Πολεμος δε υπήρχε κατά το διάστημα της ζωής των μεταξύ Αβιού και μεταξύ Ιεροβοάμ. 6 Τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἔργα τοῦ βασιλιᾶ Ἀβιοὺ καὶ ὅλα, ὅσα ἄλλα ἔκαμε, δὲν εἶναι μήπως αὐτὰ γραμμένα εἰς τὸ βιβλίον τῶν «Χρονικῶν (ἢ Ἔργα καὶ Ἡμέραι) τῶν βασιλέων (τοῦ βασιλείου) τοῦ Ἰούδα»; Ὑπῆρχε δέ (ἢ ὀρθότερον, συνεχίζετο δὲ ὁ) πόλεμος μεταξὺ τοῦ Ἀβιοὺ καὶ τοῦ Ἱεροβοάμ.
8 καὶ ἐκοιμήθη ᾿Αβιοὺ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν τῷ εἰκοστῷ καὶ τετάρτῳ ἔτει τοῦ ῾Ιεροβοὰμ καὶ θάπτεται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ βασιλεύει ᾿Ασὰ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ. 8 Απέθανεν ο Αβιού και ετάφη μαζή με τους προγόνους αυτού κατά το εικοστόν τέταρτον έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ και ετάφη, όπου και οι πρόγονοί του εις την πόλιν Δαυίδ. Εβασίλευσε δε αντ' αυτού ο υιός του ο Ασά. 7 Καὶ ὁ Ἀβιοὺ ἀπέθανε καὶ προσετέθη εἰς τοὺς ἀποθαμένους προγόνους του κατὰ τὸ εἰκοστὸν τέταρτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἱεροβοάμ, καὶ ἐτάφη μὲ τοὺς προπάτορές του εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ. Ἐβασίλευσε δὲ ὡς διάδοχός του ὁ Ἀσά, ὁ υἱός του.
9 ᾿Εν τῷ ἐνιαυτῷ τετάρτῳ καὶ εἰκοστῷ τοῦ ῾Ιεροβοὰμ βασιλέως ᾿Ισραὴλ βασιλεύει ᾿Ασὰ ἐπὶ ᾿Ιούδαν 9 Κατά το εικοστόν τέταρτον έτος της βασιλείας του Ιεροβοάμ, βασιλέως του Ισραήλ, έγινε βασιλεύς στο βασίλειον του Ιούδα ο Ασά. 8 Κατὰ τὸ εἰκοστὸν τέταρτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἱεροβοάμ, βασιλιᾶ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ, ἀνακηρύσσεται βασιλιᾶς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ὁ Ἀσά.
10 καὶ τεσσαράκοντα καὶ ἓν ἔτος ἐβασίλευσεν ἐν ῾Ιερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ ᾿Ανὰ θυγάτηρ ᾿Αβεσσαλώμ. 10 Αυτός με πρωτεύουσαν την Ιερουσαλήμ εβασίλευσεν επί τεσσαράκοντα και εν έτη. Η μητέρα του ωνομάζετο Ανά, ήτο δε απόγονος του Αβεσσαλώμ. 9 Ὁ Ἀσὰ ἐβασίλευσε μὲ ἔδραν τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ σαράντα ἕνα χρόνια. Ἡ μητέρα (μᾶλλον ἢ μάμμη) του ὠνομάζετο Ἀνὰ καὶ ἦταν ἀπόγονος τοῦ Ἀβεσσαλώμ.
11 καὶ ἐποίησεν ᾿Ασὰ τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ. 11 Ο Ασά έπραξε το ορθόν ενώπιον του Κυρίου, όπως και ο προπάτωρ αυτού ο Δαυίδ. 10 Ὁ Ἀσὰ ἔζησε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, ὅπως ἔζησε καὶ ὁ Δαβίδ, ὁ προπάτοράς του.
12 καὶ ἀφεῖλε τὰς τελετὰς ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐξαπέστειλε πάντα τὰ ἐπιτηδεύματα, ἃ ἐποίησαν οἱ πατέρες αὐτοῦ. 12 Κατήργησε τας ειδωλολατρικάς τελετάς από την χώραν του και απεμάκρυνε όλα τα είδωλα και τας ειδωλολατρικάς συνηθείας, τας οποίας είχαν εισαγάγει οι πρόγονοί του. 11 Κατήργησε καὶ ἀπηγόρευσε τὶς εἰδωλολατρικὲς καὶ ὀργιαστικὲς τελετὲς ἀπὸ ὅλην τὴν χώραν του καὶ ἀπεμάκρυνε (ἀπήλλαξε τὴν χώραν ἀπό) τὰ εἴδωλα, ποὺ κατεσκεύασαν, καὶ τὶς εἰδωλολατρικὲς συνήθειες, ποὺ εἶχαν ἐπιβάλει οἱ προκάτοχοί του.
13 καὶ τὴν ᾿Ανὰ τὴν μητέρα ἑαυτοῦ μετέστησε τοῦ μὴ εἶναι ἡγουμένην, καθὼς ἐποίησε σύνοδον ἐν τῷ ἄλσει αὐτῆς, καὶ ἐξέκοψεν ᾿Ασὰ τὰς καταδύσεις αὐτῆς καὶ ἐνέπρησε πυρὶ ἐν τῷ χειμάρρῳ Κέδρων. 13 Από δε την μητέρα του την Ανά αφήρεσε κάθε εξουσίαν, ώστε να μη κατέχη αυτή κααμίαν εξέχουσαν θέσιν και τούτο διότι κατεσκεύασεν αύτη ευκτήριον οίκον στο άλσος και ετοποθέτησεν ειδωλικόν θεόν. Ο Ασά κατέστρεψε τα μυστικά σπήλαια της λατρείας των ειδώλων και παρέδωσεν στο πυρ τα είδωλα στον χείμαρρον των Κέδρων. 12 Ἐπὶ πλέον ἀπὸ τὴν Ἀνά, τὴν μητέρα (μᾶλλον μάμμην) του, ἀφήρεσε κάθε ἐξουσίαν καὶ τὴν καθήρεσεν ἀπὸ βασιλομήτορα, διότι εἶχε κατασκευάσει καὶ στήσει εἰς τὸ ἄλσος βδελυκτὸν εἴδωλον τῆς θεὰς Ἀστάρτης. Ὁ Ἀσὰ κατέστρεψε τὰ σπήλαια, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Ἀνὰ εἶχε κρυμμένα καὶ στημένα τὰ εἴδωλά της, ἔκαυσε δὲ ὅλα τὰ εἴδωλα εἰς τὸν χείμαρρον τῶν Κέδρων.
14 τὰ δὲ ὑψηλὰ οὐκ ἐξῇρε· πλὴν ἡ καρδία ᾿Ασὰ ἦν τελεία μετὰ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας αὐτοῦ. 14 Τους υψηλούς όμως ειδωλολατρικούς τόπους δεν κατέστρεψεν. Εν τούτοις η καρδία του Ασά ήτο καθ' όλον τον χρόνον της ζωής του αφιερωμένη στον Κυριον. 13 Δὲν κατέστρεψεν ὅμως ὁ Ἀσὰ τὰ εἰδωλολατρικὰ ἱερά, ποὺ ἦσαν εἰς τὰ ὑψώματα τῆς χώρας του. Παρ’ ὅλον τοῦτο ἡ καρδιὰ τοῦ Ἀσὰ ἦταν ἄμεμπτη καὶ φοβουμένη εἰς ὅλα τὸν Κύριον, καθ' ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ζωῆς του.
15 καὶ εἰσήνεγκε τοὺς κίονας τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ τοὺς κίονας αὐτοῦ εἰσήνεγκεν εἰς τὸν οἶκον Κυρίου, ἀργυροῦς καὶ χρυσοῦς καὶ σκεύη. 15 Ο Ασά επανέφερεν στον ναόν του Κυρίου τους κίονας του πατρός του και τους ιδικούς του αργυρούς και χρυσούς κίονας, όπως και τα ιερά σκεύη. 14 Καὶ ἔφερε πάλιν τοὺς κίονες, ποὺ εἶχεν ἀφιερώσει ὁ πατέρας του, καθὼς ἐπίσης καὶ τοὺς ἰδικούς του καὶ τοὺς ἔβαλεν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου· τοὺς κίονες τοὺς ἀργυροῦς καὶ χρυσοῦς καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη, ποὺ εἶχαν ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν Ναόν.
16 καὶ πόλεμος ἦν ἀνὰ μέσον ᾿Ασὰ καὶ ἀνὰ μέσον Βαασὰ βασιλέως ᾿Ισραὴλ πάσας τὰς ἡμέρας αὐτῶν. 16 Αλλά μεταξύ του Ασά και του Βαασά, βασιλέως του βασιλείου Ισραήλ, εσυνεχίζετο πόλεμος όλας τας ημέρας της ζωής των. 15 Ὑπῆρχε δὲ πόλεμος μεταξὺ τοῦ Ἀσὰ καὶ τοῦ Βαασά, βασιλιᾶ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ, ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς βασιλείας των.
17 καὶ ἀνέβη Βαασὰ βασιλεὺς ᾿Ισραὴλ ἐπὶ ᾿Ιούδαν καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Ραμὰ τοῦ μὴ εἶναι ἐκπορευόμενον καὶ εἰσπορευόμενον τῷ ᾿Ασὰ βασιλεῖ ᾿Ιούδα. 17 Ο Βαασά, ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού βασιλείου, εξεστράτευσεν εναντίον του βασιλείου Ιούδα και ωχύρωσε την Ραμά, ώστε να μη ημπορή κανείς άνθρωπος του Ασά, του βασιλέως Ιούδα, να εισέρχεται και να εξέρχεται εις την χώραν του. 16 Καὶ ὁ Βαασά, ὁ βασιλιᾶς τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ, ἐξεστρέτευσεν ἐναντίον τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα καὶ ὠχύρωσε τὴν πόλιν Ραμά, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ κανεὶς νὰ πηγαίνῃ εἰς τὴν χώραν τοῦ Ἀσά, τοῦ βασιλιᾶ του Ἰούδα, ἀλλ’ οὔτε καὶ κανεὶς νὰ ἔρχεται ἀπὸ ἐκεῖ.
18 καὶ ἔλαβεν ᾿Ασὰ σύμπαν τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον τὸ εὑρεθὲν ἐν τοῖς θησαυροῖς οἴκου Κυρίου καὶ ἐν τοῖς θησαυροῖς τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν αὐτὰ εἰς χεῖρας παίδων αὐτοῦ, καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτοὺς ὁ βασιλεὺς ᾿Ασὰ πρὸς υἱὸν ῎Αδερ υἱὸν Ταβερεμμὰν υἱοῦ ᾿Αζὶν βασιλέως Συρίας τοῦ κατοικοῦντος ἐν Δαμασκῷ λέγων· 18 Επήρε τότε ο Ασά όλον το αργύριον και το χρυσίον, που υπήρχεν στο θησαυροφυλάκιον του ναού του Κυρίου και στο θησαυροφυλάκιον του βασιλικού του ανακτόρου, παρέδωσεν αυτά εις τα χέρια εμπίστων δούλων του και τα έστειλεν ο βασιλεύς Ασά προς τον υιόν Αδερ, υιόν του Ταβερεμμάν, υιού του Αζίν βασιλέως της Συρίας, ο οποίος κατοικούσεν εις την Δαμασκόν και του παρήγγειλε· 17 Τότε ὁ Ἀσὰ ἐπῆρε ὅλον τὸ ἀσῆμι καὶ τὸ χρυσάφι, ποὺ εἶχεν ἀπομείνει εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ βασιλικοῦ παλατιοῦ, καὶ τὰ παρέδωκεν εἰς τὰ χέρια τῶν δούλων του· καὶ ὁ βασιλιᾶς Ἀσὰ ἔστειλε τοὺς θησαυροὺς αὐτοὺς πρὸς τὸν υἱὸν Ἄδερ, τὸν υἱὸν τοῦ Ταβερεμμὰν καὶ ἔγγονον τοῦ Ἀζίν, βασιλιᾶ τῆς Συρίας, ὁ ὁποῖος ἑκατοικοῦσε εἰς τὴν Δαμασκόν· τοὺς ἔστειλε καὶ τοῦ ἐμήνυσε:
19 διάθου διαθήκην ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ πατρός μου καὶ τοῦ πατρός σου· ἰδοὺ ἐξαπέσταλκά σοι δῶρα ἀργύριον καὶ χρυσίον, δεῦρο διασκέδασον τὴν διαθήκην σου τὴν πρὸς Βαασὰ βασιλέα ᾿Ισραήλ, καὶ ἀναβήσεται ἀπ᾿ ἐμοῦ. 19 “ας συνάψωμεν συμφωνίαν φιλίας μεταξύ μας ομοίαν προς εκείνην, η οποία υπήρχε μεταξύ του ιδικού μου πατρός και του ιδικού σου πατρός. Ιδού, σου έστειλα ως δώρα αργύριον και χρυσίον. Εμπρός, λοιπόν, διάλυσε την συμφωνίαν σου με τον Βαασά, τον βασιλέα Ισραήλ, δια να απομακρυνθή έτσι αυτός από την χώραν μου”. 18 «Ἂς κάμωμεν συνθήκην συμμαχίας μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ, ὅπως ὑπῆρχε συμμαχία μεταξὺ τοῦ πατέρα μου καὶ τοῦ πατέρα σου. Νά· σοῦ ἔχω στείλει ὡς δῶρα ἀσῆμι καὶ χρυσάφι. Ἐμπρός, διάλυσε τώρα τὴν συνθήκην συμμαχίας, ποὺ ἔχεις μὲ τὸν Βαασά, τὸν βασιλιᾶ του Ἰσραήλ, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀποσύρῃ τὸν στρατόν του ἀπὸ ἐμέ».
20 καὶ ἤκουσεν υἱὸς ῎Αδερ τοῦ βασιλέως ᾿Ασὰ καὶ ἀπέστειλε τοὺς ἄρχοντας τῶν δυνάμεων αὐτοῦ ταῖς πόλεσι τοῦ ᾿Ισραὴλ καὶ ἐπάταξαν τὴν ᾿Αΐν, τὴν Δὰν καὶ τὴν ᾿Αβελμαὰ καὶ πᾶσαν τὴν Χεννερὲθ ἕως πάσης τῆς γῆς Νεφθαλί. 20 Ο υιός Αδερ ήκουσε και εδέχθη την πρότασιν του βασιλέως Ασά και απέστειλε τους αρχηγούς των στρατιωτικών του δυνάμεων εναντίον των πόλεων του βασιλείου Ισραήλ. Εκείνοι δε προσέβαλαν και κατέλαβαν την πόλιν Αΐν, την Δαν, την Αβελμαά και όλην την περιοχήν της Γεννησαρέτ μέχρι και όλης της χώρας, η οποία ανήκεν εις την φυλήν Νεφθαλί. 19 Ὁ υἱὸς Ἄδερ ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ βασιλιᾶ Ἀσὰ καὶ ἔστειλε τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ του ἐναντίον τῶν πόλεων τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ αὐτοὶ ἐπετέθησαν καὶ κατέλαβαν τὴν Ἀΐν, τὴν Δὰν καὶ τὴν Ἀβελμαὰ καὶ ὅλην τὴν περιοχὴν τῆς Γεννησαρὲτ μέχρι καὶ ὁλοκλήρου τῆς χώρας, ποὺ ἀνῆκεν εἰς τὴν φυλὴν Νεφθαλί.
21 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσε Βαασά, καὶ διέλιπε τοῦ οἰκοδομεῖν τὴν Ραμὰ καὶ ἀνέστρεψεν εἰς Θερσά. 21 Ο Βαασά όταν ήκουσε τα γεγονότα αυτά, εσταμάτησε πλέον να οχυρώνη την Ραμά και επέστρεψεν εις την πόλιν Θερσά. 20 Τότε συνέβη τοῦτο: Μόλις ὁ βασιλιᾶς Βαασὰ ἄκουσε τὰ ὅσα συνέβησαν, ἐσταμάτησε νὰ ὀχυρώνῃ τὴν Ραμὰ καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν πόλιν Θερσά.
22 καὶ ὁ βασιλεὺς ᾿Ασὰ παρήγγειλε παντὶ ᾿Ιούδα εἰς Αἰνακίμ, καὶ αἴρουσι τοὺς λίθους τῆς Ραμὰ καὶ τὰ ξύλα αὐτῆς, ἃ ᾠκοδόμησε Βαασά, καὶ ᾠκοδόμησεν ἐν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς ᾿Ασὰ πᾶν βουνὸν Βενιαμὶν καὶ τὴν σκοπιάν. 22 Τοτε δε ο βασιλεύς Ασά έδωσεν εντολήν εις όλους τους άνδρας της φυλής Ιούδα εις Αινακίμ, να σηκώσουν και να μεταφέρουν τους λίθους της Ραμά και τα ξύλα αυτής, τα οποία είχε χρησιμοποιήσει προς οχύρωσίν της ο Βαασά. Δι' αυτών δε ωχύρωσεν ο βασιλεύς Ασά όλους τους λόφους και τα υψώματα της φυλής Βενιαμίν και την σκοπιάν. 21 Κατόπιν ὁ βασιλιᾶς Ἀσὰ διεκήρυξεν εἰς ὅλους τοὺς ἄνδρας τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα εἰς Αἰνακίμ, νὰ πάρουν καὶ νὰ μεταφέρουν τὶς πέτρες τῆς Ραμὰ καὶ τὴν ξυλείαν της, τὰ ὑλικὰ μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Βαασὰ τὴν ὠχύρωσέ· μὲ τὰ ὑλικὰ αὐτὰ ὁ βασιλιᾶς Ἀσὰ ὠχύρωσε κάθε ὕψωμα τῆς φυλῆς Βενιαμὶν καὶ τὴν σκοπιάν.
23 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων ᾿Ασὰ καὶ πᾶσα ἡ δυναστεία αὐτοῦ, ἣν ἐποίησε, καὶ τὰς πόλεις, ἃς ᾠκοδόμησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐστὶν ἐπὶ βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν ᾿Ιούδα; πλὴν ἐν τῷ καιρῷ τοῦ γήρως αὐτοῦ ἐπόνεσε τοὺς πόδας αὐτοῦ. 23 Τα δε αλλά έργα του Ασά και όλα τα μεγάλα αυτού κατορθώματα, που είχε πράξει, και αι πόλεις τας οποίας ωχύρωσε, όλα αυτά δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των λόγων και των έργων των βασιλέων Ιούδα; Αλλά κατά τον καιρόν των γηρατείων του υπέφερεν αυτός από πόνους των ποδών του. 22 Τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἔργα τοῦ Ἀσὰ καὶ ὅλα τὰ σπουδαῖα ἐπιτεύγματα, ποὺ κατόρθωσε, καὶ οἱ πόλεις, τὶς ὁποῖες ἔκτισε, δὲν εἶναι μήπως αὐτὰ γραμμένα εἰς τὸ βιβλίον τῶν «Χρονικῶν (ἢ Ἔργα καὶ Ἡμέραι) τῶν βασιλέων (τοῦ βασιλείου) τοῦ Ἰούδα»; Ὅμως εἰς τὰ χρόνια τῶν γηρατειῶν του ὑπέφερεν ἀπὸ πόνους εἰς τὰ πόδια του.
24 καὶ ἐκοιμήθη ᾿Ασὰ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ θάπτεται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυὶδ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύει ᾿Ιωσαφὰτ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ. 24 Ο Ασά εκοιμήθη και προσετέθη στους προγόνους του και ετάφη στους τάφους των προγόνων του εις την πόλιν Δαυίδ, του προπάτορός του. Αντ' αυτού δε εβασίλευσεν στο βασίλειον του Ιούδα ο υιός του ο Ιωσαφάτ. 23 Καὶ ὁ Ἀσὰ ἀπέθανε καὶ προσετέθη εἰς τοὺς ἀποθαμένους προγόνους του καὶ ἐτάφη μὲ τοὺς προπάτορές του εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ, τοῦ προπάτορός του. Ἐβασίλευα δὲ ὡς διάδοχός του ὁ Ἰωσαφάτ, ὁ υἱός του.
25 Καὶ Ναδὰβ υἱὸς ῾Ιεροβοὰμ βασιλεύει ἐπὶ ᾿Ισραήλ ἐν ἔτει δευτέρῳ τοῦ ᾿Ασὰ βασιλέως ᾿Ιούδα καὶ ἐβασίλευσεν ἐν ᾿Ισραὴλ ἔτη δύο. 25 Ο Ναδάβ, ο υιός του Ιεροβοάμ, εβασίλευσεν στο βασίλειον του Ισραήλ κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του Ασά, βασιλέως του βασιλείου Ιούδα. Εβασίλευσε δε δύο έτη στο βασίλειον του Ισραήλ. 24 Ὁ Ναδάβ, ὁ υἱὸς τοῦ Ἱεροβοάμ, ἄρχισε νὰ βασιλεύῃ εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἀσά, βασιλιᾶ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα. Ἐβασίλευσε δὲ ὁ Ναδὰβ εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ ἐπὶ δύο χρόνια.
26 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, αἷς ἐξήμαρτε τὸν ᾿Ισραὴλ. 26 Αυτός όμως διέπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου και επορεύθη τον δρόμον των αμαρτιών του πατρός του, δια των οποίων εκείνος είχε παρασύρει τους Ισραηλίτας προς την αμαρτίαν. 25 Παρεσύρθη δὲ εἰς παρεκτροπὲς καὶ ἁμαρτωλὲς πράξεις καὶ ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι πονηρὸν εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀκολούθησε τὸ παράδειγμα τοῦ πατέρα του καὶ ἐμιμήθη τὴν ἁμαρτωλὴν πολιτείαν του καὶ τὶς ἁμαρτίες, μὲ τὶς ὁποῖες παρέσυρε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν εἰς τὴν ἀποστασίαν καὶ εἰδωλολατρίαν.
27 καὶ περιεκάθισεν αὐτὸν Βαασὰ υἱὸς ᾿Αχιὰ ἐπὶ τὸν οἶκον Βελαὰν καὶ ἐχάραξεν αὐτὸν ἐν Γαβαθὼν τῇ τῶν ἀλλοφύλων, καὶ Ναδὰβ καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ περιεκάθητο ἐπὶ Γαβαθών. 27 Ο Βαασά, υιός του Αχιά, περιεκύκλωσε τον Ναδάβ ευρισκόμενον στον ειδωλολατρικόν ναόν Βεελάν και δι' οχυρώματος περιέκλεισεν αυτόν εις την Γαβαθών, την πόλιν των αλλοφύλων. Ο δε Ναδάβ και όλος ο ισραηλιτικός λαός είχον τότε περικυκλώσει την Γαβαθών. 26 Καὶ ὁ Βαασά, ὁ υἱὸς τοῦ Ἀχιά, τὸν περιεκύκλωσεν εἰς τὸν εἰδωλολατρικὸν ναὸν τοῦ Βελαὰν καὶ τὸν ἔκλεισε γύρω - γύρω μὲ ὀχύρωμα (κατὰ τὸ Ἑβραϊκόν: Τὸν ἐφόνευσεν) εἰς τὴν πόλιν Γαβαθὼν τῶν Φιλισταίων· διότι ὁ Ναδὰβ καὶ ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἐπολιορκοῦσαν τότε τὴν Γαβαθών.
28 καὶ ἐθανάτωσεν αὐτὸν Βαασὰ ἐν ἔτει τρίτῳ τοῦ ᾿Ασὰ υἱοῦ ᾿Αβιοὺ βασιλέως ᾿Ιούδα καὶ ἐβασίλευσεν ἀντ᾿ αὐτοῦ. 28 Ο Βαασά εθανάτωσε τον Ναδάβ κατά το τρίτον έτος της βασιλείας του Ασά, υιού Αβιού του βασιλέως Ιούδα και εβασίλευσεν αυτός αντί εκείνου. 27 Ὁ Βαασὰ ἐσκότωσε τὸν Ναδὰβ κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἀσά, υἱοῦ τοῦ Ἀβιού, βασιλιᾶ τοῦ Ἰούδα, καὶ ἐβασίλευσεν ὡς διάδοχός του εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραήλ.
29 καὶ ἐγένετο ὡς ἐβασίλευσε, καὶ ἐπάταξεν ὅλον τὸν οἶκον ῾Ιεροβοὰμ καὶ οὐχ ὑπελίπετο πᾶσαν πνοὴν τοῦ ῾Ιεροβοὰμ ἕως τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτὸν κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ ᾿Αχιὰ τοῦ Σηλωνίτου 29 Οταν δε αυτός έγινε βασιλεύς, εξωλόθρευσεν όλην την οικογένειαν του Ιεροβοάμ. Δεν αφήκε κανένα μέλος της οικογενείας του Ιεροβοάμ εις την ζωήν. Τους εξωλόθρευσεν όλους σύμφωνα με την προφητείαν του Κυρίου, την οποίαν είχεν είπει δια μέσου του δούλου του, του προφήτου Αχιά του Σηλωνίτου. 28 Τότε συνέβη τοῦτο: Μόλις ἔγινε βασιλιᾶς ὁ Βαασά, ἐσκότωσεν ἀμέσως ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ Ἱεροβοάμ. Καὶ δὲν ἀφῆκε κανένα ζωντανὸν ἀπόγονον τοῦ Ἱεροβοάμ, μέχρις ὅτου τοὺς ἐξωλόθρευσεν ὅλους, σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖον εἶπε διὰ τοῦ δούλου τοῦ προφήτου Ἀχιά, ὁ ὁποῖος κατήγετο ἀπὸ τὴν Σηλώ.
30 περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ῾Ιεροβοάμ, ὡς ἐξήμαρτε τὸν ᾿Ισραήλ, καὶ ἐν τῷ παροργισμῷ αὐτοῦ, ᾧ παρώργισε τὸν Κύριον Θεὸν τοῦ ᾿Ισραήλ. 30 Η φοβερά αυτή τιμωρία είχε προφητευθή τότε εξ αιτίας των αμαρτιών του Ιεροβοάμ και διότι αυτός είχε παροργίσει τον Κυριον τον Θεόν του Ισραηλιτικού λαού, με το να παρακινήση και να εξωθήση τον λαόν εις την ειδωλολατρείαν. 29 Τοῦτο ἔγινε διὰ τὴν ἀποστασίαν καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ Ἱεροβοάμ, διότι παρέσυρε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν εἰς τὴν ἀποστασίαν καὶ διότι μὲ τὴν εἰδωλολατρίαν του ἐξώργισε τὸν Κύριον, τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ.
31 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ναδὰβ καὶ πάντα, ἃ ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐστὶν ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν ᾿Ισραήλ; 31 Τα υπόλοιπα έργα του Ναδάβ, όλα όσα έκαμε, ιδού, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον “έργα και ημέραι των βασιλέων του Ισραήλ”; 30 Τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἔργα τοῦ βασιλιᾶ Ναδὰβ καὶ ὅλα, ὅσα ἄλλα ἔκαμε, δὲν εἶναι μήπως αὐτὰ γραμμένα εἰς τὸ βιβλίον τῶν «Χρονικῶν (ἢ Ἔργα καὶ Ἡμέραι) τῶν βασιλέων (τοῦ βασιλείου) τοῦ Ἰσραήλ»;
33 Καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ τρίτῳ τοῦ ᾿Ασὰ βασιλέως ᾿Ιούδα βασιλεύει Βαασὰ υἱὸς ᾿Αχιὰ ἐπὶ ᾿Ισραὴλ ἐν Θερσὰ εἴκοσι καὶ τέσσαρα ἔτη. 33 Κατά δε το τρίτον έτος της βασιλείας του Ασά, βασιλέως του βασιλείου του Ιούδα, εβασίλευσεν ο Βαασά, ο υιός του Αχιά, στο βασίλειον του Ισραήλ με πρωτεύουσαν την Θερσά επί είκοσι τέσσαρα έτη. 31 Καὶ κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἀσά, βασιλιᾶ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα, ἄρχισε νὰ βασιλεύῃ ὁ Βαασά, ὁ υἱὸς τοῦ Ἀχιά, εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Ἰσραὴλ μὲ ἕδραν τὴν πόλιν Θερσά· ἡ βασιλεία τοῦ διήρκεσεν εἴκοσι τέσσερα χρόνια.
34 καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ ῾Ιεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτοῦ, ὡς ἐξήμαρτε τὸν ᾿Ισραήλ. 34 Και αυτός όμως έπραξε το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου. Παρεσύρθη εις την ειδωλολατρείαν και εβάδισε τον δρόμον του Ιεροβοάμ, του υιού του Ναβάτ, υποπεσών εις τας ιδίας αμαρτίας, δια των οποίων εκείνος είχεν οδηγήσει τον ισραηλιτικόν λαόν εις την ειδωλολατρείαν. 32 Παρεσύρθη δὲ καὶ αὐτὸς εἰς παρεκτροπὲς καὶ ἁμαρτωλὲς πράξεις καὶ ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι πονηρὸν εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀκολούθησε τὸ παράδειγμα τοῦ Ἱεροβοάμ, υἱοῦ τοῦ Ναβάτ, καὶ ἐμιμήθη τὴν ἁμαρτωλὴν πολιτείαν ἐκείνου καὶ τὶς ἁμαρτίες, μὲ τὶς ὁποῖες παρέσυρε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν εἰς τὴν ἀποστασίαν καὶ εἰδωλολατρίαν.