Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 (ΙΒ)


 
 

 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ πορεύεται βασιλεὺς Ροβοὰμ εἰς Σίκιμα, ὅτι εἰς Σίκιμα ἤρχοντο πᾶς Ἰσραὴλ βασιλεῦσαι αὐτόν. 1 Ο βασιλεύς Ροβοάμ μετέβη εις την πόλιν Σικιμα, διότι εκεί είχον έλθει όλοι οι Ισραηλίται, δια να τον ανακηρύξουν ως βασιλέα των δώδεκα φύλων. 1 Ο βασιλιᾶς Ροβοὰμ ἐπῆγε εἰς τὴν πόλιν Σικιμα (Συχέμ)· διότι εἰς τὴν πόλιν Σίκιμα ἐπῆγαν ὅλοι οἰ Ἰσραηλῖται διὰ νὰ τὸν ἀνακηρύξουν βασιλιᾶ ὅλου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.
2 [Καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἱεροβοὰμ υἱὸς Ναβὰτ καὶ αὐτοῦ ἔτι ὄντος ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἔφυγεν ἐκ προσώπου τοῦ βασιλέως Σαλωμὼν καὶ ἐπέστρεψεν Ἱεροβοὰμ ἐξ Αἰγύπτου, 2 Ο Ιεροβοάμ, ο υιός του Ναβάτ, ο οποίος ήτο ακόμη εις την Αίγυπτον, όπου είχε καταφύγει δια να διαφύγη την οργήν του Σολομώντος, όταν επληροφορήθη αυτά τα γεγονότα, επέστρεψεν από την Αίγυπτον και ήλθεν εις την πατρίδα του. 2 Τότε συνέβη τοῦτο: Μόλις ὁ Ἱεροβοάμ, ὁ υἱὸς τοῦ Ναβάτ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀκόμη εἰς τὴν Αἴγυπτον (διότι εἶχεν ἀποδράσει ἐκεῖ διὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ Σολομῶντος, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν φονεύσῃ), ἐπληροφορήθη τὸ γεγονὸς αὐτό, ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πατρίδα του.
3 καὶ ἀπέστειλαν καὶ ἐκάλεσαν αὐτὸν καὶ ἦλθεν Ἱεροβοὰμ καὶ πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰσραήλ.] καὶ ἐλάλησεν ὁ λαὸς πρὸς τὸν βασιλέα Ροβοὰμ λέγοντες· 3 Εστειλαν δε οι Ισραηλίται και προσεκάλεσαν αυτόν εις την συγκέντρωσίν των. Ο Ιεροβοάμ προσήλθε ποάγματι εκεί, όπου ήτο η συγκέντρωσις όλων των Ισραηλιτών. Αντιπρόσωποι δε όλου του λαού, και μάλιστα των δέκα φυλών, ωμίλησαν προς τον Ροβοάμ και του είπαν · 3 Τότε (ἀπεσταλμένοι τῶν δέκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ) ἐπῆγαν καὶ τὸν ἐκάλεσαν εἰς τὰ Σίκιμα. Ὁ Ἱεροβοὰμ ἦλθεν ἐκεῖ, ποὺ ἦσαν συγκεντρωμένοι ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται. Καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ (ἰδιαιτέρως δὲ τῶν δέκα φυλῶν) ἐμίλησαν εἰς τὸν βασιλιᾶ Ροβοὰμ καὶ τοῦ εἶπαν:
4 ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τὸν κλοιὸν ἡμῶν, καὶ σὺ νῦν κούφισον ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ πατρός σου τῆς σκληρᾶς καὶ ἀπὸ τοῦ κλοιοῦ αὐτοῦ τοῦ βαρέως, οὗ ἔδωκεν ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ δουλεύσομέν σοι. 4 “ο πατήρ σου κατεβάρυνεν ημάς με σκληρόν ζυγόν. Συ, σε παρακαλούμεν, ανακούφισέ μας τώρα από την σκληράν αυτήν δουλείαν, που μας είχεν επιβάλει ο πατήρ σου, και από τον βαρύν αυτόν ζυγόν, τον οποίον επέβαλεν εις ημάς. Ημείς δε προθύμως θα γίνωμεν δούλοι σου”. 4 «Ὁ πατέρας σου μᾶς μετεχειρίσθη με σκληρότητα καὶ ἔβαλεν εἰς τοὺς ὤμους μας βαριὰ καὶ δυσβάστακτα φορτία. Σὺ λοιπὸν τώρα ἀνακούφισέ μας ἀπὸ τὴν σκληρὴ δουλεία τοῦ πατέρα σου καὶ ἀπὸ τὸ βαρὺ φορτίον τῆς ἀγγαρείας καὶ τῆς δουλείας, τὸ ὁποῖον ἐφόρτωσεν εἰς τοὺς ὤμους μας, κάμε τὴν ζωήν μας εὐκολώτερη, καὶ τότε ἐμεῖς θὰ γίνωμεν εἰλικρινεῖς καὶ πιστοὶ δοῦλοι σου».
5 καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· ἀπέλθετε ἕως ἡμερῶν τριῶν καὶ ἀναστρέψατε πρός με· καὶ ἀπῆλθον. 5 Ο Ροβοάμ απάντησε προς αυτούς· “πηγαίνετε τώρα και μετά τρεις ημέρας επιστρέψατε προς εμέ”. Εκείνοι πράγματι απήλθον. 5 Ὁ Ροβοὰμ τοὺς ἀπάντησε: «Πηγαίνετε τώρα καὶ ὕστερα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἐλᾶτε πάλιν εἰς ἐμέ, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω». Καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἔφυγαν.
6 καὶ ἀπήγγειλεν ὁ βασιλεὺς τοῖς πρεσβυτέροις, οἳ ἦσαν παρεστῶτες ἐνώπιον Σαλωμὼν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἔτι ζῶντος αὐτοῦ λέγων· πῶς ὑμεῖς βουλεύεσθε καὶ ἀποκριθῶ τῷ λαῷ τούτῳ λόγον; 6 Ο βασιλεύς ηρώτησε τους πρεσβυτέρους, οι οποίοι ήσαν σύμβουλοι του πατρός του, καθ' ον χρόνον ακόμη εκείνος εζούσε, και τους είπε· “πως και τι με συμβουλεύετε σεις να απαντήσω στον λαόν αυτόν επί του ζητήματός των;” 6 Κατόπιν ὁ βασιλιᾶς Ροβοὰμ συνεσκέφθη μὲ τοὺς πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν σύμβουλοι τοῦ πατέρα του, τοῦ Σολομῶντος, ὅταν ἀκόμη ἐζοῦσε ἐκεῖνος, καὶ τοὺς εἶπε: «Πῶς (καὶ τί) μὲ συμβουλεύετε σεῖς νὰ δώσω ἀπάντησιν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸν λαὸν αὐτόν;»
7 καὶ ἐλάλησαν πρὸς αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἔσῃ δοῦλος τῷ λαῷ τούτῳ καὶ δουλεύσεις αὐτοῖς καὶ λαλήσεις πρὸς αὐτοὺς λόγους ἀγαθούς, καὶ ἔσονταί σοι δοῦλοι πάσας τὰς ἡμέρας. 7 Οι πρεσβύτεροι του απήντησαν και είπαν· “εάν κατά την ημέραν αυτήν προσφέρης αυτήν την εκδούλευσιν στον λαόν σου και εξυπηρετήσης αυτούς και ομιλήσης προς αυτούς λόγους καλωσύνης, αυτοί θα είναι δούλοι σου εις όλας τας ημέρας της ζωής σου”. 7 Οἱ πρεσβύτεροι ἀπάντησαν εἰς τὸν Ροβοὰμ καὶ τοῦ εἶπαν: «Ἐὰν κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ὑποχωρήσῃς καὶ ἐξυπηρετήσῃς τὸν λαὸν αὐτὸν καὶ φανῇς ἀπέναντί τους ὑποχωρητικὸς καὶ ἀπαντήσῃς εἰς τὸ αἴτημά των μὲ λόγια ἐπιδέξια, λόγια καλωσύνης, σωτηρία καὶ εὐνοϊκά, τότε αὐτοὶ θὰ εἶναι εἰλικρινεῖς καὶ πιστοὶ δοῦλοι σου ὅλες τις ἡμέρες τῆς ζωῆς σου».
8 καὶ ἐγκατέλιπε τὴν βουλὴν τῶν πρεσβυτέρων, ἃ συνεβουλεύσαντο αὐτῷ, καὶ συνεβουλεύσατο μετὰ τῶν παιδαρίων τῶν ἐκτραφέντων μετ᾿ αὐτοῦ τῶν παρεστηκότων πρὸς προσώπου αὐτοῦ 8 Ο Ροβοάμ όμως εγκατέλιπε την συμβουλήν των πρεσβυτέρων και δεν έδωσε καμμίαν σημασίαν εις αυτά, που εκείνοι τον είχαν συμβουλεύσει. Εζήτησε δε την συμβουλήν μερικών νεαρών, με τους οποίους είχεν ανατραφή και οι οποίοι συνεχώς τον περιεστοίχιζον, 8 Ὁ Ροβοὰμ ὅμως ἀγνόησε καὶ δὲν ἐδέχθη τὴν συμβουλὴν τῶν πρεσβυτέρων, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκαν, καὶ συνεσκέφθη μὲ τοὺς νεαρούς, ὁποῖοι ἐμεγάλωσαν μαζί του καὶ ἀποτελοῦσαν τώρα τὸ στενόν του περιβάλλον.
9 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί ὑμεῖς συμβουλεύετε, καὶ τί ἀποκριθῶ τῷ λαῷ τούτῳ τοῖς λέγουσι πρός με λεγόντων· κούφισον ἀπὸ τοῦ κλοιοῦ, οὗ ἔδωκεν ὁ πατήρ σου ἐφ᾿ ἡμᾶς; 9 και τους ηρώτησε· “σεις τι με συμβουλεύετε να απαντήσω στους εκπροσώπους του λαού, οι οποίοι ειπόν προς εμέ· Ανακούφισέ μας από τον ζυγόν, τον οποίον έχει επιβάλει ο πατήρ σου εις ημάς”. 9 Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς: «Τί μὲ συμβουλεύετε σεῖς νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν λαὸν αὐτόν, οἱ ὁποῖοι μου ἐμίλησαν καὶ μοῦ εἶπαν· «ἀνακούφισέ μας ἀπὸ τὸν βαρὺν καὶ δυσβάστακτον ζυγὸν τῶν ἀγγαρειῶν, τὸν ὁποῖον ὁ πατέρας σου ἐφόρτωσεν εἰς τοὺς ὤμους μας»;
10 καὶ ἐλάλησαν πρὸς αὐτὸν τὰ παιδάρια τὰ ἐκτραφέντα μετ᾿ αὐτοῦ, οἱ παρεστηκότες πρὸ προσώπου αὐτοῦ λέγοντες· τάδε λαλήσεις τῷ λαῷ τούτῳ τοῖς λαλήσασι πρός σε λέγοντες· ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τὸν κλοιὸν ἡμῶν καὶ σὺ νῦν κούφισον ἀφ᾿ ἡμῶν, τάδε λαλήσεις πρὸς αὐτούς· ἡ μικρότης μου παχυτέρα τῆς ὀσφύος τοῦ πατρός μου· 10 Οι νεαροί εκείνοι, που είχαν μεγαλώσει μαζή με αυτόν και τον περιεστοίχιζαν συνεχώς, του είπαν· “Αυτά θα απαντήσης στους αντιπροσώπους αυτούς του λαού, οι οποίοι σου είπαν· Ο πατέρας σου κατεβάρυνεν ημάς με σκληρόν ζυγόν και τώρα σε παρακαλούμεν ελάφρωσέ μας από αυτόν. Αυτά, λοιπόν, θα απαντήσης προς εκείνους. Το μικρότερόν μου δάκτυλον είναι παχύτερον και ισχυρότερον από την μέσην του πατρός μου. 10 Καὶ οἱ νεαροί, ποὺ ἐμεγάλωσαν μαζί του καὶ ἀποτελοῦσαν τώρα τὸ στενόν του περιβάλλον, τὸν ἐσυμβούλευσαν καὶ τοῦ εἶπαν: «Αὐτὰ νὰ εἰπῇς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ τούτου, οἱ ὁποῖοι σοῦ ἐμίλησαν καὶ σοῦ εἶπαν· «ὁ πατέρας σου μᾶς μετεχειρίσθη μὲ σκληρότητα καὶ ἔβαλεν εἰς τοὺς ὤμους μας βαριὰ καὶ δυσβάστακτα φορτία, σὺ λοιπὸν τώρα ἀνακούφισέ μας ἀπὸ αὐτὸ τὸ βαρὺ φορτίον τῆς ἀγγαρείας καὶ τῆς δουλείας»· αὐτὰ λοιπὸν σὲ συμβουλεύομεν νὰ ἀπαντήσῃς καὶ νὰ τοὺς εἰπῇς: « Τὸ μικρόν μου δάκτυλον εἶναι παχύτερον ἀπὸ τὴν μέσην τοῦ πατέρα μου! (=αὐτὸ ποὺ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ὁ πατέρας μου μὲ ὅλον τὸ σῶμα του, μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του, ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμω με τὸ δακτυλάκι μου!)»
11 καὶ νῦν ὁ πατήρ μου ἐπεσάσσετο ὑμᾶς κλοιῷ βαρεῖ, κἀγὼ προσθήσω ἐπὶ τὸν κλοιὸν ὑμῶν· ὁ πατήρ μου ἐπαίδευσεν ὑμᾶς ἐν μάστιξιν, ἐγὼ δὲ παιδεύσω ὑμᾶς ἐν σκορπίοις. 11 Και να το νόημα των λόγων μου· Ο πατήρ μου επέβαλλεν επάνω σας, σαν σαμάρι, βαρύν ζυγόν. Εγώ θα προσθέσω και θα κάμω βαρύτερον τον ζυγόν σας. Ο πατήρ μου σας ετιμωρούσε με απλά μαστίγια, εγώ θα σας τιμωρήσω με αγκαθωτά μαστίγια”. 11 Νὰ τοὺς εἰπῇς: «Καὶ τώρα, ἐνῷ ὁ πατέρας μου σᾶς ἐσαμάρωσε καὶ σᾶς ἐφόρτωσε μὲ βαρὺν καὶ δυσβάστακτον ζυγόν· ἐγὼ θὰ προσθέσω καὶ ἄλλο ἀκόμη βάρος εἰς τὸν ζυγόν σας ἐκεῖνον. Ὁ πατέρας μου σᾶς ἐτιμωροῦσε εἰς τὶς ἀγγαρεῖες μὲ ἁπλᾶ μαστίγια· ἐγὼ ὅμως θὰ σᾶς τιμωρῷ μὲ σκορπιούς, δηλαδὴ μὲ μαστίγια ὡπλισμένα μὲ μεταλλικὰ ἀγκίστρια, ποὺ προξενοῦν τρομερὲς πληγές».
12 καὶ παρεγένοντο πᾶς Ἰσραὴλ πρὸς τὸν βασιλέα Ροβοὰμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, καθότι ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς λέγων· ἀναστράφητε πρός με τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ. 12 Κατά την τρίτην ημέραν προσήλθον αντιπρόσωποι των δέκα φυλών προς τον βασιλέα Ροβοάμ, όπως είχε παραγγείλει εις αυτούς ο βασιλεύς λέγων· Να επανέλθετε εις εμέ κατά την τρίτην ημέραν. 12 Καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι (τῶν δέκα φυλῶν) τοῦ Ἰσραὴλ ἦλθαν εἰς τὸν βασιλιᾶ Ροβοὰμ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν, ὅπως εἶχεν ὁρίσει εἰς αὐτοὺς ὁ βασιλιᾶς, ὅταν τοὺς εἶπε: «Νὰ ἐπιστρέψετε εἰς ἐμὲ τὴν τρίτην ἡμέραν».
13 καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς πρὸς τὸν λαὸν σκληρά, καὶ ἐγκατέλιπε Ροβοὰμ τὴν βουλὴν τῶν πρεσβυτέρων, ἃ συνεβουλεύσαντο αὐτῷ, 13 Ο βασιλεύς Ροβοάμ απήντησε προς αυτούς με τρόπον σκληρόν. Κατεφρόνησεν ο Ροβοάμ την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, όσα εκείνοι τον είχαν συμβουλεύσει, 13 Ὁ βασιλιᾶς ἀπάντησε εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ μὲ τραχύτητα καὶ σκληρότητα· ὁ Ροβοὰμ ἁγνόησε καὶ δὲν ἐδέχθη τὴν συμβουλὴν τῶν πρεσβυτέρων, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκαν,
14 καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὴν βουλὴν τῶν παιδαρίων λέγων· ὁ πατήρ μου ἐβάρυνε τὸν κλοιὸν ὑμῶν, κἀγὼ προσθήσω ἐπὶ τὸν κλοιὸν ὑμῶν· ὁ πατήρ μου ἐπαίδευσεν ὑμᾶς ἐν μάστιξι, κἀγὼ παιδεύσω ὑμᾶς ἐν σκορπίοις. 14 και ωμίλησε προς αυτούς σύμφωνα με την βουλήν των νεαρών λέγων· “ο πατήρ μου σας εβάρυνε με σκληρόν ζυγόν, εγώ θα προσθέσω και θα κάμω βαρύτερον τον ζυγόν σας. Ο πατήρ μου σας ετιμωρούσε με μάστιγας, εγώ θα σας τιμωρώ με μάστιγας αγκαθωτάς”. 14 καὶ ἐμίλησε εἰς αὐτοὺς σύμφωνα μὲ τὴν συμβουλὴν τῶν νεαρῶν συμβούλων του. Τοὺς εἶπεν: «Ὁ πατέρας μου σᾶς μετεχειρίσθη μὲ σκληρότητα καὶ ἔβαλεν εἰς τοὺς ὤμους σας βαριὰ φορτία· ἐγὼ θὰ προσθέσω καὶ ἄλλο ἄκομη βάρος εἰς τὸν δυσβάστακτον ἐκεῖνον ζυγόν σας. Ὁ πατέρας μου σᾶς ἐτιμωροῦσε εἰς τὶς ἀγγαρεῖες μὲ ἁπλὰ μαστίγια· ἐγὼ θὰ σᾶς τιμωρῷ μὲ σκορπιούς, δηλαδὴ μὲ μαστίγια ὡπλισμένα μὲ μεταλλικὰ ἀγκίστρια, ποὺ προξενοῦν τρομερὲς πληγές».
15 καὶ οὐκ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς τοῦ λαοῦ, ὅτι ἦν μεταστροφὴ παρὰ Κυρίου, ὅπως στήσῃ τὸ ρῆμα αὐτοῦ, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἀχιὰ τοῦ Σηλωνίτου περὶ Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ. 15 Ετσι δε ο βασιλεύς δεν έδωσε προσοχήν, δεν εδέχθη την παράκλησιν του λαού, διότι τούτο ήτο και τροπή των πραγμάτων υπό του Κυρίου, ώστε να εκπληρωθή ο λόγος του, τον οποίον είπεν ο Κυριος δια του Αχιά του Σηλωνίτου προς τον Ιεροβοάμ, τον υιόν του Ναβάτ. 15 Ἔτσι ὁ βασιλιᾶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ δὲν ἐδέχθη τὸ αἴτημα τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δέκα φυλῶν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ· αὐτὸ δὲ ἦταν παραχώρησις καὶ τροπὴ τῶν γεγονότων ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε καὶ ἐσκλήρυνε τὴν καρδιὰ τοῦ Ροβοάμ, ὥστε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπε (ὁ Κύριος) διὰ τοῦ προφήτου Ἀχιά, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Σηλῶ, πρὸς τὸν Ἱεροβοάμ, τὸν υἱὸν τοῦ Ναβάτ.
16 καὶ εἶδον πᾶς Ἰσραήλ, ὅτι οὐκ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς αὐτῶν, καὶ ἀπεκρίθη ὁ λαὸς τῷ βασιλεῖ λέγων· τίς ἡμῖν μερὶς ἐν Δαυίδ; καὶ οὐκ ἔστιν ἡμῖν κληρονομία ἐν υἱῷ Ἰεσσαί· ἀπότρεχε, Ἰσραήλ, εἰς τὰ σκηνώματά σου· νῦν βόσκε τὸν οἶκόν σου, Δαυίδ. καὶ ἀπῆλθεν Ἰσραὴλ εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ. 16 Αι δέκα φυλαί του Ισραήλ, όταν επληροφορήθησαν, ότι ο βασιλεύς δεν εδέχθη την παράκλησίν των, απήντησαν προς τον βασιλέα και του είπον· “τι μερίδιον και ποίαν σχέσιν ημπορεί να έχωμεν ημείς με τους απογόνους του Δαυίδ; Καμμίαν κοινήν κληρονομίαν δεν έχομεν με τους απογόνους του Δαυίδ, του υιού Ιεσσαί. Και τώρα σεις, αι δέκα φυλαί του Ισραήλ, επανέλθετε εις τας κατοικίας σας. Συ δε Ροβοάμ, απόγονε του Δαυίδ, ποίμαινε μόνον την φυλήν σου”. Αι δέκα φυλαί του Ισραηλιτικού λαού επέστρεψαν εις τας κατοικίας των. 16 Οἱ δέκα φυλὲς τῶν Ἰσραηλιτῶν ἔμαθαν, ὅτι ὁ βασιλιᾶς δὲν ἐδέχθη τὸ αἴτημά των τότε ὅλος ὁ λαὸς ἐφώναξεν εἰς τὸν βασιλιᾶ καὶ εἶπε: «Ποῖον μερίδιον, ποίαν σχέσιν ἔχομεν ἐμεῖς οἱ δέκα φυλὲς μὲ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Δαβίδ; Ἀσφαλῶς δὲν ἔχομεν καμμίαν κοινὴν κληρονομίαν μὲ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Δαβίδ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἰεσσαί! Ἐμπρός, πηγαίνετε σεῖς, οἱ δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, εἰς τὶς κατοικίες σας· τώρα δέ, σὺ βασιλιᾶ Ροβοάμ, ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, κύτταξε καὶ φρόντισε μόνος σου τὸ σπίτι σου, τὴν φυλήν σου»! Ἔτσι οἱ δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ ἐχωρίσθησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὰ σπίτια των.
18 καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς τὸν Ἀδωνιρὰμ τὸν ἐπὶ τοῦ φόρου, καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν ἐν λίθοις καὶ ἀπέθανε· καὶ ὁ βασιλεὺς Ροβοὰμ ἔφθασεν ἀναβῆναι τοῦ φυγεῖν εἰς Ἱερουσαλήμ. 18 Επειτα από τα γεγονότα αυτά ο βασιλεύς Ροβοάμ έστειλε δια συμβιβασμόν προς τας δέκα φυλάς τον Αδωνιράμ, ο οποίος ήτο επόπτης των αχθοφορικών έργων. Αυτόν όμως οι Ισραηλίται τον ελιθοβόλησαν και τον εφόνευσαν. Μολις δε ο ίδιος ο βασιλεύς Ροβοάμ επρόλαβε να ανεβή στο άρμα του και να καταφύγη εις Ιερουσαλήμ. 17 Κατόπιν αὐτῶν ὁ βασιλιᾶς Ροβοὰμ ἔστειλε διὰ συμβιβασμὸν τὸν Ἀδωνιράμ, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπόπτης τῶν ἀγγαρειῶν (καταναγκαστικῶν ἔργων), οἱ Ἰσραηλῖται ὅμως τὸν ἐλιθοβόλησαν καὶ τὸν ἐσκότωσαν. Ὁ δὲ βασιλιᾶς Ροβοὰμ μόλις ἐπρόφθασε νὰ ἀνέβη εἰς τὸ ἅρμα του καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ διὰ νὰ σωθῇ.
19 καὶ ἠθέτησεν Ἰσραὴλ εἰς τὸν οἶκον Δαυὶδ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης. 19 Ετσι απεστάτησαν αι δέκα φυλαί του Ισραήλ από τον βασιλικόν οίκον του Δαυίδ έως την ημέραν αυτήν. 18 Ἔτσι οἱ δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἐπανεστάτησαν καὶ ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν (φυλήν) τοῦ Δαβὶδ μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ γράφονται οἱ γραμμὲς αὐτές.
20 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσε πᾶς Ἰσραὴλ ὅτι ἀνέκαμψεν Ἱεροβοὰμ ἐξ Αἰγύπτου, καὶ ἀπέστειλαν καὶ ἐκάλεσαν αὐτὸν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ ἐβασίλευσαν αὐτὸν ἐπὶ Ἰσραήλ· καὶ οὐκ ἦν ὀπίσω οἴκου Δαυὶδ πάρεξ σκήπτρου Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν μόνοι. 20 Οταν δε αι δέκα φυλαί του Ισραηλιτικού λαού επληροφορήθησαν, ότι επανήλθεν από την Αίγυπτον ο Ιεροβοάμ, έστειλαν και τον προσεκάλεσαν εις την συγκέντρωσίν των και τον ανεκήρυξαν βασιλέα επί των δέκα φυλών. Ετσι δε δεν απέμειναν με την οικογένειαν Δαυίδ υπό την βασιλείαν του Ροβοάμ, ει μη μόνον αι φυλαί του Ιούδα και του Βενιαμίν. 19 Τότε δὲ συνέβη τοῦτο: Ὅταν οἰ δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραὴλ ἐπληροφορήθησαν ὅτι ὁ Ἱεροβοὰμ ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ἔστειλαν ἀντιπροσώπους καὶ τὸν ἐκάλεσαν εἰς τὴν συγκέντρωσιν (εἰς τὴν Συχὲμ) καὶ τὸν ἀνεκήρυξαν βασιλιᾶ τῶν δέκα φυλῶν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ἔτσι μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Δαβίδ, ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ βασιλιᾶ Ροβοάμ, δὲν ἔμειναν πλέον παρὰ μόνον ἡ φυλὴ τοῦ Ἰούδα καὶ ἡ φυλὴ τοῦ Βενιαμίν.
21 καὶ Ροβοὰμ εἰσῆλθεν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐξεκκλησίασε τὴν συναγωγὴν Ἰούδα καὶ σκῆπτρον Βενιαμὶν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι χιλιάδας νεανιῶν ποιούντων πόλεμον, τοῦ πολεμεῖν πρὸς οἶκον Ἰσραήλ, ἐπιστρέψαι τὴν βασιλείαν Ροβοὰμ υἱῷ Σαλωμών. 21 Ο βασιλεύς Ροβοάμ εισήλθε κατόπιν αυτών εις την Ιερουσαλήμ και συνεκέντρωσε όλους τους άνδρας των φυλών Ιούδα και Βενιαμίν, οι οποίοι ήσαν ικανοί να πολεμήσουν, εκατόν είκοσιν χιλιάδας άνδρας, δια να πολεμήση εναντίον των δέκα φυλών του Ισραηλιτικού λαού, με τον σκοπόν να επιστραφή και αποδοθή η βασιλεία στον Ροβοάμ, τον υιόν του Σολομώντος. 20 Ὅταν ὁ Ροβοὰμ ἔφθασεν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, συνεκέντρωσεν ὅλους, ὅσοι ἀνῆκαν εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν, ὅσους ἦσαν πολεμισταί, ποὺ ἠμποροῦσαν νὰ φέρουν ὅπλα καὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδες (120.000) ἄνδρες, διὰ νὰ πολεμήσουν ἐναντίον τῶν δέκα φυλῶν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ φέρουν καὶ πάλι τὶς δέκα φυλὲς τοῦ Βορρᾶ ὑπὸ τὴν βασιλείαν τοῦ Ροβοάμ, υἱοῦ τοῦ Σολομῶντος.
22 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Σαμαίαν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ λέγων· 22 Τοτε ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Σαμαίαν άνθρωπον του Θεού και του είπε· 21 Τότε ὅμως κατέφθασε λόγος Κυρίου πρὸς τὸν Σαμαίαν, ποὺ ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος (λόγος) ἔλεγε:
23 εἰπὸν τῷ Ροβοὰμ υἱῷ Σαλωμὼν βασιλεῖ Ἰούδα καὶ πρὸς πάντα οἶκον Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ τῷ καταλοίπῳ τοῦ λαοῦ λέγων· 23 “Ειπέ εις τον βασιλέα Ροβοάμ, τον υιόν του Σολομώντος, και εις όλην την φυλήν του Ιούδα και του Βενιαμίν, όπως επίσης και προς όσους εκ των άλλων φυλών ευρίσκονται μαζή των, τα εξής· 22 «Νὰ ὁμιλήσῃς εἰς τὸν Ροβοάμ, τὸν υἱὸν τοῦ Σολομῶντος, τὸν βασιλιᾶ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ τῆς φυλῆς τοῦ Βενιαμίν, καὶ εἰς τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῶν φυλῶν τοῦ Βορρᾶ, ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμίν, καὶ νὰ τοὺς εἰπῇς:
24 τάδε λέγει Κύριος· οὐκ ἀναβήσεσθε οὐδὲ πολεμήσετε μετὰ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν υἱῶν Ἰσραήλ· ἀποστρεφέτω ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον ἑαυτοῦ, ὅτι παρ᾿ ἐμοῦ γέγονε τὸ ρῆμα τοῦτο. καὶ ἤκουσαν τοῦ λόγου Κυρίου καὶ κατέπαυσαν τοῦ πορευθῆναι κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου. 24α Καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν κοιμᾶται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ θάπτεται μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ. καὶ ἐβασίλευσε Ροβοὰμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἐν Ἱερουσαλὴμ υἱὸς ὢν ἑκκαίδεκα ἐτῶν ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτόν, καὶ δώδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ. καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ναανάν, θυγάτηρ Ἀνὰν υἱοῦ Ναὰς βασιλέως υἱῶν Ἀμμών· καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, καὶ οὐκ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. 24β καὶ ἦν ἄνθρωπος ἐξ ὄρους Ἐφραὶμ δοῦλος τῷ Σαλωμών, καὶ ὄνομα αὐτῷ Ἱεροβοάμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Σαριρά, γυνὴ πόρνη· καὶ ἔδωκεν αὐτὸν Σαλωμὼν εἰς ἄρχοντα σκυτάλης ἐπὶ ἄρσεις οἴκου Ἰωσήφ, καὶ ᾠκοδόμησε τῷ Σαλωμὼν τὴν Σαριρὰ τὴν ἐν ὄρει Ἐφραίμ, καὶ ἦσαν αὐτῶ τριακόσια ἅρματα ἵππων· οὗτος ᾠκοδόμησε τὴν ἄκραν ἐν ταῖς ἄρσεσιν οἴκου Ἐφραὶμ, οὗτος συνέκλεισε τὴν πόλιν Δαυὶδ καὶ ἦν ἐπαιρόμενος ἐπὶ τὴν βασιλείαν. 24γ καὶ ἐζήτει Σαλωμὼν θανατῶσαι αὐτόν, καὶ ἐφοβήθη καὶ ἀπέδρα αὐτὸς πρὸς Σουσακὶμ βασιλέα Αἰγύπτου καὶ ἦν μετ᾿ αὐτοῦ ἕως ἀπέθανε Σαλωμών. 24δ καὶ ἤκουσεν Ἱεροβοὰμ ἐν Αἰγύπτῳ ὅτι τέθνηκε Σαλωμών, καὶ ἐλάλησεν εἰς τὰ ὦτα Σουσακὶμ βασιλέως Αἰγύπτου λέγων· ἐξαπόστειλόν με καὶ ἀπελεύσομαι ἐγὼ εἰς τὴν γῆν μου· καὶ εἶπεν αὐτῷ Σουσακίμ· αἴτησαί τι αἴτημα καὶ δώσω σοι. 24ε καὶ Σουσακὶμ ἔδωκε τῷ Ἱεροβοὰμ τὴν Ἀνώ, ἀδελφὴν Θεκεμίνας τὴν πρεσβυτέραν τῆς γυναικὸς αὐτοῦ αὐτῷ εἰς γυναῖκα· αὕτη ἦν μεγάλη ἐν μέσῳ τῶν θυγατέρων τοῦ βασιλέως καὶ ἔτεκε τῷ Ἱεροβοὰμ τὸν Ἀβιὰ υἱὸν αὐτοῦ. 24ζ καὶ εἶπεν Ἱεροβοὰμ πρὸς Σουσακίμ· ὄντως ἐξαπόστειλόν με καὶ ἀπελεύσομαι. καὶ ἐξῆλθεν Ἱεροβοὰμ ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἦλθεν εἰς γῆν Σαριρὰ τὴν ἐν ὄρει Ἐφραίμ· καὶ συνάγεται ἐκεῖ πᾶν σκῆπτρον Ἐφραίμ· καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Ἱεροβοὰμ χάρακα. 24η Καὶ ἠρώστησε τὸ παιδάριον αὐτοῦ ἀρρωστίαν κραταιὰν σφόδρα, καὶ ἐπορεύθη Ἱεροβοὰμ ἐρωτῆσαι περὶ τοῦ παιδαρίου· καὶ εἶπε πρὸς Ἀνὼ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἀνάστηθι καὶ πορεύου, ἐπερώτησον τὸν Θεὸν περὶ τοῦ παιδαρίου, εἰ ζήσεται ἐκ τῆς ἀρρωστίας αὐτοῦ. 24θ καὶ ἄνθρωπος ἦν ἐν Σηλὼμ καὶ ὄνομα αὐτῷ Ἀχιά, καὶ οὗτος ἦν υἱὸς ἑξήκοντα ἐτῶν, καὶ ρῆμα Κυρίου μετ᾿ αὐτοῦ. καὶ εἶπεν Ἱεροβοὰμ πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἀνάστηθι καὶ λαβὲ εἰς τὴν χεῖρά σου τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ ἄρτους καὶ κολλύρια τοῖς τέκνοις αὐτοῦ καὶ σταφυλὴν καὶ στάμνον μέλιτος. καὶ ἀνέστη ἡ γυνὴ 24ι καὶ ἔλαβεν εἰς τὴν χεῖρα αὐτῆς ἄρτους καὶ δύο κολλύρια καὶ σταφυλὴν καὶ στάμνον μέλιτος τῷ Ἀχιά· καὶ ὁ ἄνθρωπος πρεσβύτερος, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἠμβλυώπουν τοῦ ἰδεῖν, 24κ καὶ ἀνέστη ἐκ Σαριρὰ καὶ πορεύεται, καὶ ἐγένετο ἐλθούσης αὐτῆς εἰς τὴν πόλιν πρὸς Ἀχιὰ τὸν Σηλωνίτην καὶ εἶπεν Ἀχιὰ τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ· ἔξελθε δὴ εἰς ἀπαντὴν Ἀνὼ τῇ γυναικὶ Ἱεροβοὰμ καὶ ἐρεῖς αὐτῇ· εἴσελθε καὶ μὴ στῇς, ὅτι τάδε λέγει Κύριος· σκληρὰ ἐγὼ ἐπαποστέλλω ἐπὶ σέ. 24λ καὶ εἰσῆλθεν Ἀνὼ πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν αὐτῇ Ἀχιά· ἱνατί ἐνήνοχάς μοι ἄρτους καὶ σταφυλὴν καὶ κολλύρια καὶ στάμνον μέλιτος; τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ σὺ ἀπελεύσῃ ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ἔσται εἰσελθούσης σου τὴν πόλιν εἰς Σαριρὰ καὶ τὰ κοράσιά σου ἐξελεύσονταί σοι εἰς συνάντησιν καὶ ἐροῦσί σοι· τὸ παιδάριον τέθνηκεν. 24μ ὅτι τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐξολοθρεύσω τοῦ Ἱεροβοὰμ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον, καὶ ἔσονται οἱ τεθνηκότες τοῦ Ἱεροβοὰμ ἐν τῇ πόλει καταφάγονται οἱ κύνες, καὶ τὸν τεθνηκότα ἐν τῷ ἀγρῷ καταφάγεται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ τὸ παιδάριον κόψονται· οὐαὶ Κύριε, ὅτι εὑρέθη ἐν αὐτῷ ρῆμα καλὸν περὶ τοῦ Κυρίου. 24ν καὶ ἀπῆλθεν ἡ γυνή, ὡς ἤκουσε, καὶ ἐγένετο ὡς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Σαριρά, καὶ τὸ παιδάριον ἀπέθανε, καὶ ἐξῆλθεν ἡ κραυγὴ εἰς ἀπαντήν. 24ξ Καὶ ἐπορεύθη Ἱεροβοὰμ εἰς Σίκιμα τὴν ἐν ὄρει Ἐφραὶμ καὶ συνήθροισεν ἐκεῖ τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἀνέβη ἐκεῖ Ροβοὰμ υἱὸς Σαλωμών. καὶ λόγος Κυρίου ἐγένετο πρὸς Σαμαίαν τὸν Ἐλαμὶ λέγων· λαβὲ σεαυτῷ ἱμάτιον καινὸν τὸ οὐκ εἰσεληλυθὸς εἰς ὕδωρ καὶ ρῆξον αὐτὸ δώδεκα ρήγματα καὶ δώσεις τῷ Ἱεροβοὰμ καὶ ἐρεῖς αὐτῷ· τάδε λέγει Κύριος· λάβε σεαυτῷ δέκα ρήγματα τοῦ περιβαλέσθαι σε. καὶ ἔλαβεν Ἱεροβοάμ· καὶ εἶπε Σαμαίας· τάδε λέγει Κύριος ἐπὶ τὰς δέκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 24ο Καὶ εἶπεν ὁ λαὸς πρὸς Ροβοὰμ υἱὸν Σαλωμών· ὁ πατήρ σου ἐβάρυνε τὸν κλοιὸν αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐβάρυνε τὰ βρώματα τῆς τραπέζης αὐτοῦ· καὶ νῦν εἰ κουφιεῖς ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ δουλεύσομέν σοι. καὶ εἶπε Ροβοὰμ πρὸς τὸν λαόν· ἔτι τριῶν ἡμερῶν καὶ ἀποκριθήσομαι ὑμῖν ρῆμα. 24π καὶ εἶπε Ροβοάμ· εἰσαγάγετέ μοι τοὺς πρεσβυτέρους καὶ συμβουλεύσομαι μετ᾿ αὐτῶν τί ἀποκριθῶ τῷ λαῷ ρῆμα ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ. καὶ ἐλάλησε Ροβοὰμ εἰς τὰ ὦτα αὐτῶν καθὼς ἀπέστειλεν ὁ λαὸς πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπον οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ· οὕτως ἐλάλησε πρός σε ὁ λαός. 24ρ καὶ διεσκέδασε Ροβοὰμ τὴν βουλὴν αὐτῶν, καὶ οὐκ ἤρεσεν ἐνώπιον αὐτοῦ· καὶ ἀπέστειλε καὶ εἰσήγαγε τοὺς συντρόφους αὐτοῦ καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς· ταῦτα καὶ ταῦτα ἀπέσταλκεν ὁ λαὸς πρός με λέγων. καὶ εἶπαν οἱ σύντροφοι αὐτοῦ· οὕτως λαλήσεις πρὸς τὸν λαὸν λέγων· ἡ μικρότης μου παχυτέρα ὑπὲρ τὴν ὀσφὺν τοῦ πατρός μου· ὁ πατήρ μου ἐμαστίγου ὑμᾶς μάστιξιν, ἐγὼ δὲ κατάρξω ὑμᾶς ἐν σκορπίοις. 24σ καὶ ἤρεσε τὸ ρῆμα ἐνώπιον Ροβοάμ, καὶ ἀπεκρίθη τῷ λαῷ καθὼς συνεβούλευσαν αὐτῷ οἱ σύντροφοι αὐτοῦ τά παιδάρια. 24τ καὶ εἶπε πᾶς ὁ λαὸς ὡς ἀνὴρ εἷς, ἕκαστος τῷ πλησίον αὐτοῦ, καὶ ἀνέκραξαν ἅπαντες λέγοντες· οὐ μερὶς ἡμῖν ἐν Δαυὶδ οὐδὲ κληρονομία ἐν υἱῷ Ἰεσσαί· ἕκαστος εἰς τὰ σκηνώματά σου Ἰσραήλ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος οὐκ εἰς ἄρχοντα οὐδὲ εἰς ἡγούμενον. 24υ καὶ διεσπάρη πᾶς ὁ λαὸς ἐκ Σικίμων, καὶ ἀπῆλθον ἕκαστος εἰς τὸ σκήνωμα αὐτοῦ. καὶ κατεκράτησε Ροβοὰμ καὶ ἀπῆλθε καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ ἅρμα αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθεν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ πορεύονται ὀπίσω αὐτοῦ πᾶν σκῆπτρον Ἰούδα καὶ πᾶν σκῆπτρον Βενιαμίν. 24φ καὶ ἐγένετο ἐνισταμένου τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ συνήθροισε Ροβοὰμ πάντα ἄνδρα Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ ἀνέβη τοῦ πολεμεῖν πρὸς Ἱεροβοὰμ εἰς Σίκιμα. 24χ καὶ ἐγένετο ρῆμα Κυρίου πρὸς Σαμαίαν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ λέγων· εἰπὸν τῷ Ροβοὰμ βασιλεῖ Ἰούδα καὶ πρὸς πάντα οἶκον Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ πρὸς τὸ κατάλειμμα τοῦ λαοῦ λέγων· τάδε λέγει Κύριος· οὐκ ἀναβήσεσθε οὐδὲ πολεμήσετε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ὑμῶν υἱοὺς Ἰσραήλ· ἀναστρέφετε ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι παρ᾿ ἐμοῦ γέγονε τὸ ρῆμα τοῦτο. 24ψ καὶ ἤκουσαν τοῦ λόγου Κυρίου καὶ ἀνέσχον μὴ πορευθῆναι κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου. 24 Αυτά διατάσσει ο Κυριος. Δεν θα κάμετε εκστρατείαν και δεν θα πολεμήσετε εναντίον των αδελφών σας, των δέκα φυλών του Ισραήλ. Ο καθένας σας να επανέλθη στον οίκον του, διότι κατόπιν ιδικής μου αποφάσεως επραγματοποίηθη το γεγονός της αποσπάσεως των δέκα φυλών”. Αι δύο φυλαί Ιούδα και Βενιαμίν υπήκουσαν εις την εντολήν του Κυρίου και σύμφωνα με αυτήν εματαίωσαν την εκστρατείαν των εναντίον των δέκα φυλών. 24α Ο βασιλεύς Σολομών εκοιμήθη με τους προπάτορας αυτού και ετάφη στους προγονικούς τάφους εις την πόλιν Δαυίδ. Εγινε δε αντ' αυτού βασιλεύς της Ιερουσαλήμ ο υιός του Ροβοάμ εις ηλικίαν δέκα εξ ετών. Επί δώδεκα έτη εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Ναανάν, ήτο θυγάτηρ του Ανάν, υιού του Ναάς βασιλέως των Αμωνιτών. Ο Ροβοάμ διέπραξε πονηρίας ενώπιον του Κυρίου και δεν επορεύθη κατά την οδόν του Δαυίδ, του πατρός του. 24β Εζούσε τότε κάποιος άνθρωπος καταγόμενος από την ορεινήν περιοχήν της φυλής του Εφραίμ, δούλος του Σολομώντος. Αυτός ωνομάζετο Ιεροβοάμ, η δε μητέρα του ωνομάζετο Σαριρά και ήτο γυνή πόρνη. Αυτόν ο Σολομών είχε διορίσει επόπτην επί των μεταφορών, δια να επιβλέπη εις τας αγγαρείας των ανδρών της φυλής του Ιωσήφ. Ανοικοδόμησεν αυτός τότε, τη εντολή του Σολομώντος, την πόλιν Σαριρά εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής Εφραίμ και είχεν υπό την δικαιοδοσίαν του τριακόσια πολεμικά άρματα. Αυτός επίσης ανοικοδόμησε και το φρούριον της Ιερουσαλήμ με αγγαρείας των ανδρών της φυλής Εφραίμ. Επέβλεψε δε και απεπεράτωσε και την οχύρωσιν της πόλεως Δαυίδ. Αυτός, λοιπόν, υπερηφανεύετο δια τα έργα του και εφιλοδοξούσε να γίνη βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού. 24γ Ο Σολομών, όταν επληροφορήθη τας επιδιώξεις και φιλοδοξίας αυτάς του Ιεροβοάμ, εζήτησε να τον συλλάβη και να τον θανατώση. Αυτός δε φοβηθείς εδραπέτευσε και κατέφυγεν στον Σουσακίμ βασιλέα της Αιγύπτου, κοντά στον οποίον παρέμεινεν, έως ότου απέθανεν ο Σολομών. 24δ Ο Ιεροβοάμ επληροφορήθη εις την Αίγυπτον, όπου παρέμενε, τον θάνατον του Σολομώντος. Ηλθε τότε και ωμίλησε προς τον Σουσακίμ βασιλέα της Αιγύπτου λέγων· “δος μου την άδειαν να φύγω, δια να επανέλθω και εγώ εκ την πατρίδα μου”. Είπε προς αυτόν ο Σουσακίμ· “ζήτησέ μου ως δώρον κάτι, δια να σου το προσφέρω και να μη αναχωρήσης”. 24ε Ο Σουσακίμ εδωσε στον Ιεροβοάμ ως σύζυγον την Ανώ, αδελφήν πρεσβυτέραν της Θεκεμίνας, συζύγου του βασιλέως. Αυτή εθεωρείτο επίσημος μεταξύ των θυγατέρων του Φαραώ. Εγέννησε δε στον Ιεροβοάμ υιόν, ο οποίος ωνομάσθη Αβιά. 24ζ Ο Ιεροβοάμ παρεκάλεσεν επιμόνως τον Σουσακίμ λέγων· “είναι ανάγκη οπωσδήποτε να μου δώσης την άδειαν να φύγω”. Ο Ιεροβοάμ ανεχώρησεν από την Αίγυπτον, και ήλθεν εις την πόλιν Σαριρά, η οποία ευρίσκετο στο όρος Εφραίμ. Εκεί δε συνηθροίσθη προς υποδοχήν του όλη η φυλή του Εφραίμ. Ο Ιεροβοάμ κατεσκεύασεν εκεί ένα οχυρωματικόν έργον. 24η Το μικρό παιδί του Ιεροβοάμ ησθένησεν από μίαν επικίνδυνον και βαρείαν ασθένειαν. Ο Ιεροβοάμ απεφάσισε να ερωτήση τον Θεόν δια την υγείαν του παιδιού του. Και ειπέ προς την Ανώ την γυναίκα του· “σήκω, πήγαινε και ερώτησε τον Θεόν δια το παιδί μας, εάν θα ζήση από την ασθένειάν του αυτήν”. 24θ Εις την Σηλώμ εζούσεν ενας άνθρωπος, ο οποίος ωνομάζετο Αχιά. Ητο δε ηλικίας εξήκοντα ετών και ο Θεός ωμιλούσε μαζή του. Είπεν ο Ιεροβοάμ εις την γυναίκα του· “σήκω, πάρε μαζή σου δια τον άνθρωπον αυτόν του Θεού άρτους και κουλλούρια. Δια δε τα τέκνα του πάρε ξηράν σταφίδα και μία στάμνα μέλι”. 24ι Η σύζυγος εσηκώθη, επήρε μαζή της άρτους, δύο κουλλούρες, σταφίδα και μίαν στάμναν μέλι δια τον Αχιά. Ο άνθρωπος αυτός ήτο γέρων και οι οφθαλμοί του έβλεπαν θαμπά. 24κ Η γυνή του Ιεροβοάμ ανεχώρησεν από την Σαριρά και ήλθε προς αυτόν. Οταν δε η γυνή αυτή εισήρχετο εις την Σηλώ προς τον Αχιά, αυτός είπε προς τον υπηρέτην του· “έβγα από την οικίαν και θα συναντήσης την Ανώ, την σύζυγον του Ιεροβοάμ, και ειπέ εις αυτήν· Πηγαινε στον Αχιά και να μη χασομερήσης εκεί, διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Θα στείλω εναντίον σου σκληράς θλίψεις”. 24λ Η Ανώ παρουσιάσθη εν τούτοις στον άνθρωπον του Θεού και ο Αχιά είπε προς αυτήν· “προς ποίον σκοπόν μου έφερες άρτους, σταφίδα, κουλλούρας και στάμναν με μέλι; Αυτά δεν θα αλλάξουν την βουλήν του Θεού. Διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, συ θα φύγης από εμέ και όταν θα εισέρχεσαι εις την πόλιν Σαριρά, αι δούλαι σου θα εξέλθουν προς συνάντησίν σου και θα σου είπουν· Το παιδί απέθανε. 24μ Διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, εγώ θα εξολοθρεύσω από την οικογένειαν του Ιεροβοάμ κάθε αρσενικόν. Οσοι δε εκ της οικογενείας του Ιεροβοάμ θα αποθάνουν εις την πόλιν, θα φαγωθούν από τα σκυλιά. Οσοι δε θα αποθάνουν στους αγρούς, θα φαγωθούν από τα πτηνά του ουρανού. Δια δε το παιδίον θα πενθήσουν και θα ολολύξουν λέγοντες· Αλλοίμονον, Κυριε. Δια το παιδίον όμως αυτό κάτι καλόν θα γίνη εκ μέρους του Κυρίου, ότι δηλαδή δεν θα φαγωθή το σώμα του από τα σκυλιά”. 24ν Η γυναίκα ανεχώρησεν από τον Αχιά, όταν ήκουσεν αυτά. Μολις δε εισήλθεν εις Σαριρά, το παιδίον απέθανε και εξήλθαν αι δούλαι προς προϋπάντησίν της ολολύζουσαι με μεγάλην φωνήν. 24ξ Ο Ιεροβοάμ επήγεν εις τα Σικιμα στο όρος Εφραίμ. Εκεί δε συνεκέντρωσε τας δέκα φυλάς του Ισραήλ. Αλλά εκεί επορεύθη και ο Ροβοάμ, ο υιός του Σολομώντος. Εδόθη όμως εκ μέρους του Κυρίου στον Σαμαίαν τον Ελαμίτην η εξής εντολή· Παρε μαζή σου ένα καινούργιο ιμάτιον, το οποίον ακόμη δεν έχει μπη στο νερό, σχίσε το εις δώδεκα κομμάτια και θα δώσης στον Ιεροβοάμ τα δέκα κομμάτια και θα του ειπής· Αυτά λέγει ο Κυριος. Παρε δια τον εαυτόν σου δέκα κομμάτια, δια να τα φορέσης”. Ο Ιεροβοάμ τα επήρε. Ο Σαμαίας προσέθεσε· “Αυτά λέγει ο Κυριος δια τας δέκα φυλάς του Ισραηλιτικού λαού”. 24ο Αι δέκα φυλαί του Ισραηλιτικού λαού είπαν προς τον Ροβοάμ, τον υιόν του Σολομώντος. Ο πατέρας σου κατέστησε βαρύν τον ζυγόν του επάνω μας, διότι επλήθυνε τας πολυδάπανους τροφάς της τραπέζης του. Τωρα εάν συ ελαφρύνης τον ζυγόν αυτόν εις ημάς, ημείς θα είμεθα δούλοι σου. Ο Ροβοάμ είπε προς τον λαόν· Επειτα από τρεις ημέρας θα σας δώσω απάντησιν. 24π Ο Ροβοάμ έστειλε τους δούλους του και είπε· «φέρετε ενώπιόν μου τους πρεσβυτέρους, δια να ζητήσω την γνώμην των, ώστε να γνωρίζω, τι να αποκριθώ στον λαόν κατά την τρίτην ημέραν”. Οι πρεσβύτεροι ήλθον, ο δε Ροβοάμ εγνωστοποίησεν εις αυτούς, τι του είχε προτείνει ο λαός. Οι πρεσβύτεροι του λαού του απήντησαν· “Ορθώς ωμίλησε προς σε ο λαός”. 24ρ Ο Ροβοάμ όμως απέρριψε την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, διότι δεν του εφάνη αρεστή, και έστειλεν ανθρώπους, οι οποίοι έφεραν ενώπιόν του τους νεαρούς, που είχαν ανατραφή μαζή του, και τους είπε· “Αυτά και αυτά μου είπεν ο λαός των δέκα φυλών δια των απεσταλμένων του”. Οι νεαροί σύντροφοί του του είπαν· “Ετσι θα απαντήσης προς τους απεσταλμένους του λαού· Το μικρό μου δάκτυλο είναι παχύτερο από την μέσην του πατρός μου. Ο πατέρας μου σας εμαστίγωνε με απλά μαστίγια, εγώ όμως θα κατεξουσιάσω επάνω σας μαστιγώνων με μαστίγια, που θα έχουν αγκάθια”. 24σ Αυτή η συμβουλή ήρεσεν στον Ροβοάμ, ο οποίος έτσι και απήντησεν στον λαόν, όπως τον συνεβούλευσαν οι νεαροί σύντροφοι του. 24τ Τοτε αι δέκα φυλαί του Ισραηλιτικού λαού, ωσάν να ήσαν ενας άνθρωπος, είπαν ο ένας στον άλλον με κραυγήν μεγάλην· “Δεν υπάρχει καμμία σχέσις και κανένα μερίδιον κληρονομίας μας με τον Δαυίδ, τον υιόν του Ιεσσαί. Εκαστος, λοιπόν, από τους Ισραηλίτας ας επανέλθη στο σπίτι του, διότι ο άνθρωπος αυτός, ο Ροβοάμ, δεν πρέπει να είναι ούτε βασιλεύς μας ούτε αρχηγός μας”. 24υ Ο λαός των δέκα φυλών του Ισραήλ διεσκορπίσθη από τα Σικιμα και ο καθένας ήλθεν στο σπίτι του. Ο δε Ροβοάμ επρόλαβε και ανεχώρησεν από εκεί, ανέβη εις τα άρμα του και επανήλθεν εις την Ιερουσαλήμ. Ηκολούθησαν δε αυτόν όλη η φυλή του Ιούδα και όλη η φυλή του Βενιαμίν. 24φ Κατά το έτος αυτό ο Ροβοάμ συνεκέντρωσεν όλους τους άνδρας πολεμιστάς της φυλής του Ιούδα και της φυλής του Βενιαμίν και απεφάσισε να εκστρατεύση εναντίον του Ιεροβοάμ εις την πόλιν Σικιμα. 24χ Εδόθη όμως προς τον Σαμαίαν, τον άνθρωπον του Θεού, εντολή εκ μέρους του Κυρίου, ο οποίος του είπε· “στον Ροβοάμ, τον βασιλέα του Ιούδα, και προς όλην την φυλήν του Ιούδα και την φυλήν του Βενιαμίν και προς όσους άλλους από τας δέκα φυλάς έμειναν μαζή του ειπέ τούτο· Αυτά λέγει ο Κυριος· δεν θα εκστρατεύσετε και δεν θα πολεμήσετε τους αδελφούς σας τους Ισραηλίτας. Ο καθένας να επιστρέψη στο σπίτι του. Διότι εγώ επέτρεψα να πραγματοποιηθή το γεγονός αυτό”. 24ψ Αυτοί ήκουσαν και υπήκουσαν εις την εντολήν του Κυρίου και συνεκρατήθησαν, ώστε να μη εκστρατεύσουν, όπως τους είχεν είπει ο Κυριος, εναντίον των δέκα φυλών. 23 «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: Δὲν θὰ προχωρήσετε οὔτε θὰ πολεμήσετε μὲ τοὺς ἀδελφούς σας, ποὺ ἀνήκουν εἰς τὶς δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ὁ καθένας σας ἂς ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι του, διότι ἡ πολιτικὴ διαίρεσις τοῦ βασιλείου τοῦ Σολομῶντος καὶ ὁ χωρισμὸς τῶν δέκα φυλῶν ἀπὸ σᾶς, τὶς δύο φυλές, ἔγινε μὲ ἔγκρισιν καὶ ἀπόφασιν ἰδικήν μου». Οἱ πολεμισταὶ τῶν δύο φυλῶν ὑπήκουσαν εἰς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ ἐσταμάτησαν ἀπὸ τοῦ νὰ βαδίσουν κατὰ τῶν δέκα φυλῶν, σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου. 24α Ὁ βασιλιᾶς Σολομὼν ἀπέθανε καὶ προσετέθη εἰς τοὺς ἀποθαμένους προγόνους του καὶ ἐτάφη μὲ τοὺς προπάτορές του εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ. Μετὰ δὲ ἀπὸ αὐτὸν ἐβασίλευσεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὁ Ροβοάμ, ὁ υἱὸς του, εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Ὅταν (ὁ Ῥοβοάμ) ἔγινε βασιλιᾶς, ἦταν δεκαέξι (16) ἐτῶν, ἐβασίλευσε δὲ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐπὶ δώδεκα ἔτη. Τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του ἦταν Ναανὰν αὐτὴ δὲ ἦταν κόρη τοῦ Ἀνάν, υἱοῦ τοῦ Ναάς, βασιλιᾶ τῶν Ἀμμωνιτῶν. Ὁ Ροβοὰμ παρεσύρθη εἰς παρεκτροπὲς καὶ ἁμαρτωλὲς πράξεις καὶ ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι πονηρὸν εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ· κατήντησεν εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν καὶ δὲν ἀκολούθησε τὸν δρόμον τῆς πίστεως καὶ εὐσεβείας, ποὺ ἐβάδισεν ὁ πάππος του Δαβίδ. 24β Ὑπῆρχε δὲ τότε κάποιος ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς τοῦ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἦταν δοῦλος εἰς τὸν Σολομῶντα· τὸ ὄνομά του ἦταν Ἱεροβοάμ, τὸ δὲ ὄνομα τῆς μητέρας τοῦ ἦταν Σαριρά, ἡ ὁποία ἦταν γυναῖκα πόρνη. Ὁ Σολομὼν ὥρισε τὸν Ἱεροβοὰμ ἐπόπτην εἰς τὶς ἀγγαρεῖες (τὰ καταναγκαστικὰ ἔργα), ποὺ ἔκαμναν οἱ ἄνδρες τῆς φυλῆς τοῦ Ἰωσήφ. Κάτω ἀπὸ τὴν ἐποπτείαν του ἐκτίσθη μὲ ἐντολὴν τοῦ Σολομῶντος ἡ πόλις Σαριρὰ εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τοῦ Ἐφραίμ, διέθετε δὲ αὐτός (ὁ Ἱεροβοάμ) καὶ τριακόσια (300) πολεμικὰ ἅρματα. Κάτω ἀπὸ τὴν ἐποπτείαν του ἐπίσης ἐκτίσθη, μὲ τὴν ἐργασίαν τῶν ἀγγαρειῶν τῆς φυλῆς τοῦ Ἐφραίμ, τὸ φρούριον εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Κάτω ἀπὸ τὴν ἐποπτείαν του ἐκτίσθησαν καὶ ἐτελείωσαν καὶ τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα εἰς τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ. Δι' ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα ὁ Ἱεροβοὰμ ὑπερηφανεύετο καὶ ἀπαιτοῦσε νὰ γίνῃ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. 24γ Ἕνεκα τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῆς τοῦ Ἱεροβοὰμ ὁ Σολομών (ποὺ ἐπληροφορήθη ἐν τῷ μεταξὺ τὴν φιλοδοξίαν του) ἐζητοῦσε νὰ τὸν συλλάβη καὶ νὰ τὸν θανατώσῃ. Αὐτὸς ἐφοβήθη καὶ ἐδραπέτευσε κρυφὰ καὶ κατέφυγεν εἰς τὸν Σουσακίμ, τὸν βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου. Παρέμεινε δὲ κοντά του μέχρις ὅτου ἀπέθανεν ὁ Σολομών. 24δ Ὅταν ὁ Ἱεροβοὰμ ἐπληροφορήθη εἰς τὴν Αἴγυπτον ὅτι ἀπέθανεν ὁ Σολομών, παρουσιάσθη εἰς τὸν Σουσακίμ, τὸν βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου, καὶ τοῦ εἶπε: «Δῶσε μου τὴν ἄδειαν νὰ ἀναχωρήσω καὶ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν πατρίδα μου». Ὁ Σουσακὶμ τοῦ ἀπάντησε: «Ζήτησέ μου, πρὶν ἀναχωρήσῃς, κάτι ὡς δῶρον, καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ τὸ δώσω». 24ε (Μετὰ ἀπὸ τὴν σχετικὴν αἴτησιν) ὁ Σουσακὶμ ἔδωκεν εἰς τὸν Ἱεροβοὰμ ὡς σύζυγον τὴν Ἀνώ, τὴν μεγαλυτέραν ἀδελφὴν τῆς βασιλίσσης Θεκεμίνας, τῆς γυναίκας του. Ἡ Ἀνὼ ἔχαιρε μεγάλης τιμῆς καὶ ὑπολήψεως μεταξὺ τῶν θυγατέρων τοῦ Φαραώ· αὐτὴ δὲ ἐγέννησεν εἰς τὸν Ἱεροβοὰμ τὸν Ἀβιά, τὸν υἱόν του. 24ζ Ὁ Ἱεροβοὰμ εἶπε πάλιν εἰς τὸν Σουσακίμ: «Πρέπει ἐξάπαντος νὰ μοῦ δώσῃς τὴν ἄδειαν νὰ ἀναχωρήσω». Ἔτσι ἔφυγεν ὁ Ἱεροβοὰμ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πόλιν Σαριρά, ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς Ἐφραίμ. Ἐκεῖ δὲ ἐμαζεύθη διὰ νὰ τὸν ὑποδεχθῇ ὅλος ὁ λαὸς τῆς φυλῆς Ἐφραίμ. Ἐκεῖ ἔκτισεν ὁ Ἱεροβοὰμ καὶ ὀχυρωματικὸν ἔργον. 24η Τότε ἀρρώστησε τὸ μικρὸ παιδί του μὲ πολὺ σοβαρὰν ἀρρώστιαν καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Ἱεροβοὰμ ἐπῆγε νὰ ἐρωτήσῃ καὶ μάθῃ διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ μικροῦ παιδιοῦ. Καὶ εἶπε πρὸς τὴν γυναῖκα του τὴν Ἀνώ: «Σήκω καὶ πήγαινε καὶ ἐρώτησε τὸν Θεὸν διὰ νὰ μάθῃς διὰ τὸ μικρὸν παιδί, ἐὰν θὰ ἐπιζήσῃ ἀπὸ τὴν ἐπικίνδυνον αὐτὴν ἀρρώστιαν του. 24θ Ἐζοῦσε δὲ τότε εἰς τὴν Σηλὼμ κάποιος ἄνθρωπος, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἦταν ἈχιΆ· αὐτὸς ἦταν ἡλικίας ἑξῆντα ἐτῶν καὶ ὁ Κύριος συνωμιλοῦσε μαζί του. Ὁ Ἱεροβοὰμ εἶπεν εἰς τὴν γυναῖκα του: «Σήκω καὶ πάρε μαζί σου διὰ τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ ψωμιά, καὶ κουλούρια διὰ τὰ παιδιά του καὶ ξηρὴ σταφίδα καὶ ἕνα σταμνὶ μὲ μέλι». Καὶ ἡ γυναῖκα ἐσηκώθη 24ι καὶ ἐπῆρε μαζί της ψωμιὰ καὶ δύο κουλούρια καὶ ξηρὴ σταφίδα καὶ ἕνα σταμνὶ μὲ μέλι διὰ τὸν Ἀχιά. Ὁ δὲ Ἀχιὰ ἦταν γέροντας, καὶ τὰ μάτια του δὲν ἠμποροῦσαν νὰ βλέπουν καθαρά. 24κ Ἡ γυναῖκα τοῦ Ἱεροβοὰμ ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν πόλιν Σαριρὰ καὶ ἦλθεν εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ. Συνέβη δὲ τοῦτο ὅταν αὐτὴ ἔφθασεν εἰς τὴν πόλιν (Σηλῶ) πρὸς τὸν Ἀχιά, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Σηλῶ, ὁ Ἀχιὰ εἶπεν εἰς τὸν ὑπηρέτήν του: «Ἔβγα, σὲ παρακαλῶ, ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι διὰ νὰ συναντήσῃς τὴν γυναῖκα τοῦ Ἱεροβοὰμ καὶ νὰ τῆς πῇς· «Ἔμπα μέσα, πλησίασε τὸν Ἀχιὰ καὶ μὴ καθυστερήσῃς καθόλου, διότι αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: Δυσάρεστα, θλιβερὰ γεγονότα ἐγὼ θὰ σοῦ ἀναγγείλω», 24λ Ἡ Ἀνὼ ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι καὶ παρουσιάσθη ἐμπρὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ Ἀχιὰ τῆς εἶπε: «Διατὶ μοῦ ἔφερες ψωμιὰ καὶ σταφίδα καὶ κουλούρια καὶ σταμνὶ μὲ μέλι; (Μήπως διὰ νὰ μὲ καλοπιάσῃς;) Λοιπόν, ἄκουσε· αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: «Νά· σὺ θὰ φύγῃς ἀπὸ κοντά μου καὶ ὅταν θὰ μπαίνῃς εἰς τὴν πόλιν Σαριρά, οἱ δοῦλες σου θὰ βγοῦν νὰ σὲ συναντήσουν καὶ θὰ σοῦ εἰποῦν· τὸ μικρὸ παιδὶ ἀπέθανε!» 24μ Διότι αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος: «Νά· ἐγὼ θὰ καταστρέψω ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἱεροβοὰμ ὅλα τὰ ἀρσενικὰ παιδιά. Ἐκεῖνοι δὲ ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἱεροβοάμ, ποὺ θὰ ἀποθάνουν εἰς τὴν πόλιν, θὰ καταφαγωθοῦν ἀπὸ τὰ σκυλιά, ὅσοι δὲ ἀποθάνουν ἔξω εἰς τὰ χωράφια, θὰ καταφαγωθοῦν ἀπὸ τὰ ὅρνια. Καὶ διὰ τὸ μικρὸν παιδὶ θὰ θρηνήσουν καὶ ἐπάνω εἰς τὸν κοπετὸν καὶ τὸ μοιρολόγημά των θὰ εἴπουν: «Ἀλλοίμονον, Κύριε!», διότι διὰ τὸ μικρὸν αὐτὸ παιδί, ἐπειδὴ ἦταν ἀθῶον, εὑρέθη εὐχάριστος προφητεία· θὰ πενθήσουν διὰ τὸ παιδὶ αὐτό, ἀλλὰ τὸ σῶμα τοῦ ἀθώου αὐτοῦ πλάσματος δὲν θὰ φαγωθῇ ἀπὸ τὰ σκυλιά!». 24ν Ὅταν ἡ γυναῖκα ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἀχιά, ἀνεχώρησε. Μόλις δὲ ἐμπῆκε εἰς τὴν πόλιν Σαριρά, τὸ μικρὸ παιδί της ἀπέθανε καὶ ἐβγῆκαν οἱ δοῦλες της μὲ φωνὲς καὶ θρήνους διὰ νὰ τὴν προϋπαντήσουν. 24ξ Ὁ Ἱεροβοὰμ ἐπῆγε εἰς τὴν πόλιν Σίκιμα (Συχέμ), ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τοῦ Ἐφραίμ, καὶ συνεκέντρωσεν ἐκεῖ τὶς δέκα φυλὲς τῶν Ἰσραηλιτῶν· ἀνέβη ὅμως ἐκεῖ καὶ ὁ Ροβοάμ, ὁ υἱὸς τοῦ Σολομῶντος. Τότε ὅμως κατέφθασε λόγος Κυρίου πρὸς τὸν Σαμαίαν τὸν Ἐλαμίτην, ποὺ τὸν διέτασσε: «Πάρε μαζί σου ἕνα καινούργιο ἐξωτερικὸν φόρεμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀκόμη βουτηχθῇ εἰς τὸ νερὸν διὰ νὰ πλυθῇ, καὶ σχίσε το εἰς δώδεκα κομμάτια. Ἀπὸ τὰ κομμάτια αὐτὰ θὰ δώσῃς (δέκα κομμάτια) εἰς τὸν Ἱεροβοὰμ καὶ θὰ τοῦ εἰπῇς: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· πάρε διὰ τὸν ἑαυτόν σου δέκα κομμάτια καὶ μὲ αὐτὰ νὰ περιβάλῃς καὶ νὰ σκεπάσῃς τὸν ἑαυτόν σου». Καὶ ὁ Ἱεροβοὰμ ἔλαβε τὰ δέκα κομμάτια. Τότε εἶπεν ὁ Σαμαίας: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος διὰ τὶς δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ». 24ο Ἀπεσταλμένοι τοῦ λαοῦ τῶν δέκα φυλῶν τοῦ Ἰσραὴλ εἶπαν εἰς τὸν Ροβοάμ, τὸν υἱὸν τοῦ Σολομῶντος: «Ὁ πατέρας σου μᾶς μετεχειρίσθη μὲ σκληρότητα καὶ ἔβαλεν εἰς τοὺς ὤμους μας βαριὰ καὶ δυσβάστακτα φορτία, διότι ἐπλήθυνε τὶς τροφὲς τοῦ βασιλικοῦ τοῦ τραπεζιοῦ. Τώρα λοιπὸν σύ, ἐὰν μᾶς ἀνακουφίσῃς ἀπὸ τὰ βαριὰ αὐτὰ φορτία καὶ κάμῃς τὴν ζωήν μας εὐκολώτερη, ἐμεῖς θὰ γίνωμεν εἰλικρινεῖς καὶ πιστοὶ δοῦλοι σου». Ὁ Ροβοὰμ ἀπάντησε πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ λαοῦ: «Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες θὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸ αἴτημά σας». 24π Κατόπιν διέταξεν ὁ Ροβοάμ: «Φέρτε μου ἐδῶ τοὺς πρεσβυτέρους, διὰ νὰ συσκεφθῶ μαζί των καὶ τοὺς συμβουλευθῶ τὶ θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν λαὸν κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν». Ὅταν ἦλθαν οἱ πρεσβύτεροι, ὁ Ροβοὰμ τοὺς ἀνεκοίνωσε τὸ αἴτημα, τὸ ὁποῖον τοῦ ὑπέβαλεν ὁ λαός, καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ τοῦ ἀπάντησαν: «Σωστὰ ἐμίλησε ὁ λαὸς πρὸς σέ (διὰ τῶν ἐκπροσώπων του)». 24ρ Ὅμως ὁ Ροβοὰμ ἀγνόησε καὶ ἀπέρριψε τὴν συμβουλήν των, διότι δὲν τοῦ ἄρεσε. Δι' αὐτὸ ἔστειλε καὶ ἐκάλεσαν ἐμπρός του τοὺς νεαρούς, μὲ τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀνατραφῇ, καὶ τοὺς εἶπεν: «Αὐτὰ καὶ αὐτὰ μοῦ ἐζήτησε καὶ μοῦ εἶπεν ὁ λαὸς δι' ἀπεσταλμένων του». Οἱ νεαροί, μὲ τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀνατραφῇ ὁ Ροβοάμ, τοῦ εἶπαν: «Ἔτσι νὰ ἀπαντήσῃς εἰς τὸν λαὸν καὶ νὰ τοῦ εἰπῇς: «Τὸ μικρόν μου δάκτυλον εἶναι παχύτερον ἀπὸ τὴν μέσην τοῦ πατέρα μου! (=αὐτὸ ποὺ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ὁ πατέρας μου μὲ ὅλον τὸ σῶμα του, μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του, ἐγὼ ἠμπορῶ να τὸ κάμω μὲ τὸ δακτυλάκι μου!) Ὁ πατέρας μου σᾶς ἐμαστίγωνε κατὰ τὶς ἀγγαρεῖες μὲ ἁπλᾶ μαστίγια· ἐγὼ ὅμως θὰ σᾶς ἐξουσιάζω τιμωρῶντας σας μὲ σκορπιούς, δηλαδὴ μὲ μαστίγια ὡπλισμένα μὲ μεταλλικὰ ἀγκίστρια, ποὺ προξενοῦν τρομερὲς πληγές». 24σ Ἡ συμβουλὴ αὐτὴ ἄρεσε εἰς τὸν Ροβοάμ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπάντησε εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ λαοῦ, ὅπως τὸν εἶχαν συμβουλεύσει οἱ νεαροὶ ποὺ εἶχαν ἀνατραφῇ μαζί του. 24τ Ὅταν οἰ δέκα φυλὲς τῶν Ἰσραηλιτῶν ἔμαθαν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ροβοὰμ εἰς τὸ αἴτημά των, ὡς ἕνας ἄνθρωπος εἶπαν ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον καὶ ὅλοι ἐφώναζαν δυνατὰ καὶ εἶπαν: «Ἐμεῖς οἱ δέκα φυλὲς δὲν ἔχομεν πλέον μερίδιον καὶ σχέσιν μὲ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Δαβὶδ· οὔτε ἔχομεν καμμίαν κοινὴν κληρονομίαν μὲ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Δαβίδ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἰεσσαί! Ἐμπρός, Ἰσραηλῖται, πηγαίνετε ὁ καθένας εἰς τὴν κατοικίαν σας· διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός (ὁ Ῥοβοάμ) δὲν ἀξίζει να εἶναι οὔτε βασιλιᾶς οὔτε ἀρχηγός μας». 24υ Κατόπιν αὐτῶν ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς τῶν δέκα φυλῶν διεσκορπίσθη ἀπὸ τὴν πόλιν Σίκιμα (ὅπου ἦταν συγκεντρωμένος) καὶ ὁ καθένας ἐπῆγε εἰς τὸ σπίτι του. Ὁ Ροβοὰμ κατώρθωσε νὰ ὑπερισχύσῃ καὶ ἐπρόλαβε νὰ φύγῃ· ἀνέβη εἰς τὸ ἅρμα του καὶ ἐμπῆκε εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Τὸν ἀκολούθησαν δὲ ὅλη ἡ φυλὴ τοῦ Ἰούδα καὶ ὅλη ἡ φυλὴ τοῦ Βενιαμίν. 24φ Συνέβη δὲ τοῦτο: Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἰδίου ἐκείνου ἔτους ὁ Ροβοὰμ συνεκέντρωσεν ὅλους τοὺς ἄνδρες τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ τῆς φυλῆς τοῦ Βενιαμὶν καὶ ἐπροχώρησε διὰ νὰ πολεμήσῃ ἐναντίον τοῦ Ἱεροβοὰμ εἰς τὴν πόλιν Σίκιμα (Συχέμ). 24χ Τότε ὅμως κατέφθασε λόγος Κυρίου πρὸς τὸν Σαμαίαν, ποὺ ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος (λόγος) ἔλεγε: «Νὰ ὁμιλήσῃς εἰς τὸν Ροβοάμ, τὸν βασιλιᾶ τοῦ Ἰούδα, καὶ εἰς ὅλην τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα καὶ τοῦ Βενιαμὶν καὶ εἰς τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῶν ἄλλων φυλῶν, ποὺ ἔμειναν μαζί των εἰς τὴν περιοχήν των, καὶ νὰ τοὺς εἰπῇς: «Αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος· Δὲν θὰ προχωρήσετε οὔτε θὰ πολεμήσετε μὲ τοὺς ἀδελφούς σας, ποὺ ἀνήκουν εἰς τὶς δέκα φυλὲς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ὁ καθένας σας ἂς ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ σπίτι του, διότι ἡ πολιτικὴ διαίρεσις τοῦ βασιλείου τοῦ Σολομῶντος καὶ ὁ χωρισμὸς τῶν δέκα φυλῶν ἀπὸ σᾶς, τὶς δύο φυλές, ἔγινε μὲ ἔγκρισιν καὶ ἀπόφασιν ἰδικήν μου». 24ψ Οἱ πολεμισταὶ τῶν δύο φυλῶν ὑπήκουσαν εἰς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ ἐσταμάτησαν ἀπὸ τοῦ νὰ βαδίσουν κατὰ τῶν δέκα φυλῶν, σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου.
25 Καὶ ᾠκοδόμησεν Ἱεροβοὰμ τὴν Σίκιμα τὴν ἐν ὄρει Ἐφραὶμ καὶ κατῴκει ἐν αὐτῇ· καὶ ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ ᾠκοδόμησε τὴν Φανουήλ. 25 Ο Ιεροβοάμ ωχύρωσε την πόλιν Σικιμα, που ευρίσκετο στο όρος Εφραίμ, και κατοικούσε εις αυτήν. Από εκεί εξήλθε και ωχύρωσε και την πόλιν Φανουήλ. 24 Τότε ὁ Ἱεροβοὰμ ἔκτισε καὶ ὠχύρωσε τὴν πόλιν Σίκιμα (Συχὲμ) εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τοῦ Ἐφραὶμ καὶ ἐκατοικοῦσε ἐκεῖ. Ἐβγῆκε δὲ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἔκτισε καὶ ὠχύρωσε τὴν πόλιν Φανουήλ.
26 καὶ εἶπεν Ἱεροβοὰμ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· ἰδοὺ νῦν ἐπιστρέψει ἡ βασιλεία εἰς οἶκον Δαυίδ· 26 Ο Ιεροβοάμ εσκέφθη και είπε καθ' εαυτόν· “ιδού, υπάρχει τώρα φόβος να επανέλθη η βασιλεία εις την οικογένειαν του Δαυίδ. 25 Καὶ ὁ Ἱεροβοὰμ εἶπεν εἰς τὸ βάθος τοῦ ἐσωτερικοῦ του: «Νά· τώρα, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα, ὑπάρχει φόβος νὰ ἐπιστρέψῃ ἡ βασιλεία μου καὶ πάλιν εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Δαβίδ.
27 ἐὰν ἀναβῇ ὁ λαὸς οὗτος ἀναφέρειν θυσίαν ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐπιστραφήσεται καρδία τοῦ λαοῦ πρὸς Κύριον καὶ κύριον αὐτῶν, πρὸς Ροβοὰμ βασιλέα Ἰούδα, καὶ ἀποκτενοῦσί με. 27 Αυτό θα γίνη, εάν μεταβή αυτός ο λαός των Ισραηλιτών εις Ιερουσαλήμ, δια να προσφέρη θυσίαν στον ναόν του Κυρίου. Εκεί υπάρχει φόβος να επιστραφή η καρδία του λαού προς τον Κυριον τον Θεόν και προς τον βασιλέα αυτών, τον Ροβοάμ, βασιλέα Ιούδα, οπότε εμέ θα θανατώσουν”. 26 Τοῦτο θὰ συμβῇ, ἐὰν ὁ λαὸς αὐτὸς ἀνέβη διὰ νὰ προσφέρῃ θυσίαν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ. Τότε ἡ καρδία τοῦ λαοῦ θὰ ἐπιστρέψῃ πάλιν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν κύριόν των τὸν Ροβοάμ, τὸν βασιλιᾶ του βασιλείου τοῦ Ἰούδα, καὶ τότε ἐμὲ θὰ μὲ φονεύσουν».
28 καὶ ἐβουλεύσατο ὁ βασιλεὺς καὶ ἐπορεύθη καὶ ἐποίησε δύο δαμάλεις χρυσᾶς· καὶ εἶπε πρὸς τὸν λαόν· ἱκανούσθω ὑμῖν ἀναβαίνειν εἰς Ἱερουσαλήμ· ἰδοὺ θεοί σου, Ἰσραήλ, οἱ ἀναγαγόντες σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου. 28 Ο βασιλεύς Ιεροβοάμ, δια να προλάβη αυτό το ενδεχόμενον, επορεύθη και κατεσκεύασε δύο δαμάλεις χρυσάς και είπε προς τον λαόν· “επί αρκετόν χρόνον επηγαίνατε έως τώρα εις την Ιερουσαλήμ, δια να λατρεύσετε τον Θεόν. Ιδού όμως οι θεοί σου, ισραηλιτικέ λαέ, οι οποίοι σε έβγαλαν από την Αίγυπτον”. 27 Ἐνώπιον τοῦ ἐνδεχομένου αὐτοῦ κινδύνου ὁ βασιλιᾶς Ἱεροβοὰμ ἐσκέφθη καὶ ἐνήργησεν ὡς ἐξῇς· κατεσκεύασε δύο χρυσὲς δαμαλίδες καὶ εἶπε πρὸς τὸν λαόν: «Ἀρκετὲς φορὲς ἔχετε ἀνέβη μέχρι τώρα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, διὰ νὰ λατρεύσετε τὸν Θεόν. Νά, λοιπόν οἰ θεοί σου, Ἰσραηλιτικὲ λαέ, οἱ ὁποῖοι σὲ ἔβγαλαν ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου!»
29 καὶ ἔθετο τὴν μίαν ἐν Βαιθὴλ καὶ τὴν μίαν ἔδωκεν ἐν Δάν. 29 Την μίαν από τας χρυσάς δαμάλεις έθεσεν εις την πόλιν Βαιθήλ, την δε άλλην έδωσεν εις πόλιν Δαν. 28 Ὁ Ἱεροβοὰμ ἔστησε τὴν μίαν χρυσὴν δαμαλίδα εἰς τὴν Βαιθὴλ καὶ τὴν ἄλλην ἔστησεν εἰς τὴν Δάν.
30 καὶ ἐγένετο ὁ λόγος οὗτος εἰς ἁμαρτίαν· καὶ ἐπορεύετο ὁ λαὸς πρὸ προσώπου τῆς μιᾶς ἕως Δάν. καὶ εἴασαν τὸν οἶκον Κυρίου. 30 Η πράξις αυτή του Ιεροβοάμ έγινεν αφορμή να παρασυρθή ο λαός εις μεγάλην αμαρτίαν. Διότι ο λαός μετέβαινε να προσκυνήση την μίαν χρυσήν δάμαλιν, η οποία ευρίσκετο εις την Βαιθήλ, και την άλλην, η οποία ευρίσκετο εις Δαν. Ετσι δε εγκατέλειψαν τον ναόν του Κυρίου. 29 Τὰ λόγια αὐτὰ καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἱεροβοὰμ ἔγιναν ἀφορμὴ τῆς μεγάλης ἁμαρτίας, δηλαδὴ τῆς εἰδωλολατρίας. Διότι ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἐπήγαινε καὶ ἐλάτρευε τὴν μίαν χρυσὴν δαμαλίδα, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὴν Βαιθήλ, καὶ τὴν ἄλλην ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὴν Δάν. Ἔτσι ἐγκατέλειψαν τὴν λατρείαν εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα.
31 καὶ ἐποίησεν οἴκους ἐφ᾿ ὑψηλῶν καὶ ἐποίησεν ἱερεῖς μέρος τι ἐκ τοῦ λαοῦ, οἳ οὐκ ἦσαν ἐκ τῶν υἱῶν Λευί. 31 Ο Ιεροβοάμ κατεσκεύασεν επί πλέον ναούς στους υψηλούς τόπους και καθιέρωσεν ως ιερείς μερικούς από τον λαόν, οι οποίοι δεν κατήγοντο από την φυλήν Λευϊ. 30 Ὁ Ἱεροβοὰμ ἔκτισεν ἐπίσης εὐκτηρίους οἴκους εἰς τόπους ὑψηλοὺς καὶ εἰς τὰ ἱερὰ αὐτὰ ἐγκατέστησεν ἱερεῖς ἀπὸ τὰ στρώματα τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν προήρχοντο ἀπὸ τὴν ἱερατικὴν φυλὴν τοῦ Λευΐ.
32 καὶ ἐποίησεν Ἱεροβοὰμ ἑορτὴν ἐν τῷ μηνὶ τῷ ὀγδόῳ ἐν τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς κατὰ τὴν ἑορτὴν τὴν ἐν γῇ Ἰούδα καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὃ ἐποίησεν ἐν Βαιθήλ, τοῦ θύειν ταῖς δαμάλεσιν, αἷς ἐποίησε, καὶ παρέστησεν ἐν Βαιθὴλ τοὺς ἱερεῖς τῶν ὑψηλῶν, ὧν ἐποίησε. 32 Ο Ιεροβοάμ καθιέρωσεν επίσης και μίαν εορτήν κατά την δεκάτην πέμπτην ημέραν του ογδόου μηνός, ομοίαν με την εορτήν της Σκηνοπηγίας, που εωρτάζετο στο βασίλειον του Ιούδα εις την Ιερουσαλήμ. Κατά την ημέραν αυτήν ο Ιεροβοάμ ανέβη στο θυσιαστήριον, που είχε κάμει εις την Βαιθήλ, δια να προσφέρη θυσίαν εις τας δαμάλεις, τας οποίας είχε κατασκευάσει. Εις τους ευκτηρίους δε εκεί οίκους εγκατέστησε και τους ιερείς, τους οποίους ο ίδιος είχεν αναδείξει. 31 Ἐπίσης ὁ Ἱεροβοὰμ καθιέρωσε θρησκευτικὴν ἑορτὴν κατὰ τὴν δεκάτην πέμπτην ἡμέραν τοῦ ὀγδόου μηνός, ὁμοίαν μὲ τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῆς Σκηνοπηγίας, ποὺ ἐωρτάζετο εἰς τὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Καὶ ὁ Ἱεροβοὰμ ἀνέβη εἰς τὸ θυσιαστήριον, ποὺ ἔκτισεν εἰς τὴν Βαιθήλ, διὰ νὰ θυσιάσῃ εἰς τὶς χρυσὲς δαμαλίδες, ποὺ κατεσκεύασεν. Εἰς τὴν Βαιθὴλ ἐγκατέστησεν ἐπίσης τοὺς ἱερεῖς τῶν θυσιαστηρίων, ποὺ ἔκτισεν εἰς τοὺς ὑψηλοὺς τόπους.
33 καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὃ ἐποίησε, τῇ πεντεκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ ἐν τῷ μηνὶ τῷ ὀγδόῳ ἐν τῇ ἑορτῇ, ᾗ ἐπλάσατο ἀπὸ καρδίας αὐτοῦ, καὶ ἐποίησεν ἑορτὴν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἀνέβη ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τοῦ ἐπιθῦσαι. 33 Ο Ιεροβοάμ, λοιπόν, ανέβη στο θυσιαστήριον, που είχε κατασκευάσει, κατά την δεκάτην πέμπτην ημέραν του ογδόου μηνός, την εορτήν της Σκηνοπηγίας, την οποίαν αυτός διεμόρφωσεν, όπως ήθελε. Ωρισε, λοιπόν, αυτήν την εορτήν δια τους Ισραηλίτας και ετόλμησε να ανέλθη ο ίδιος στο θυσιαστήριον, δια να προσφέρη θυσίαν. 32 Ἔτσι ὁ Ἱεροβοὰμ ἀνέβη εἰς τὸ θυσιαστήριον, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασεν εἰς τὴν Βαιθήλ, κατὰ τὴν δεκάτην πέμπτην ἡμέραν τοῦ ὀγδόου μηνός, κατὰ τὴν ἑορτήν, τὴν ὁποίαν ἐπενόησε καὶ ὥρισε μόνος του. Ἀνέβη καὶ καθιέρωσεν ἑορτὴν διὰ τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, ἐνῷ δὲ ὁ ἴδιος δὲν ἦταν ἱερεὺς καὶ δὲν εἶχε τέτοιο δικαίωμα, ἐν τούτοις ἀνέβηκε εἰς τὸ θυσιαστήριον, διὰ νὰ προσφέρῃ θυσίαν!