Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 (Η)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐγένετο ὡς συνετέλεσε Σαλωμὼν τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ μετὰ εἴκοσιν ἔτη, τότε ἐξεκκλησίασεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν πάντας τοὺς πρεσβυτέρους ᾿Ισραὴλ ἐν Σιὼν τοῦ ἀνενεγκεῖν τὴν κιβωτὸν διαθήκης Κυρίου ἐκ πόλεως Δαυὶδ (αὕτη ἐστὶ Σιὼν) 1 Οταν δε ο Σολομών ετελείωσε την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου και του ιδικού του ανακτόρου εις χρονικόν διάστημα είκοσι ετών, εκάλεσεν όλους τους πρεσβυτέρους του Ισραηλιτικού λαού εις την Σιών, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου από την πόλιν Δαυίδ (αυτή είναι η Σιών). 1 Όταν πλέον ὁ Σολομὼν ἐτελείωσε τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ Ναοῦ τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ἀνακτόρων του εἰς διάστημα εἴκοσι ἐτῶν, ἐκάλεσε καὶ συνεκέντρωσεν ὅλους τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ εἰς τὴν Σιών, διὰ νὰ μεταφέρουν τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Δαβίδ (αὐτὴ εἶναι ἡ Σιὼν) εἰς τὸν Ναόν, τὸν ὁποῖον ἔκτισε.
2 ἐν μηνὶ ᾿Αθανίν. 2 Αυτό έγινε κατά τον μήνα Αθανίν. 2 Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη τὸν μῆνα Ἀθανίν (τὸν ἕβδομον μῆνα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ ἔτους, δηλαδὴ τὸν ἰδικόν μας Σεπτέμβριον - Ὀκτώβριον).
3 καὶ ᾖραν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν 3 Οι ιερείς εσήκωσαν και μετέφεραν την Κιβωτόν της Διαθήκης 3 Καὶ οἱ ἱερεῖς ἐσήκωσαν καὶ μετέφεραν τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης
4 καὶ τὸ σκήνωμα τοῦ μαρτυρίου καὶ τὰ σκεύη τὰ ἅγια τὰ ἐν τῷ σκηνώματι τοῦ μαρτυρίου, 4 και την Σκηνήν του Μαρτυρίου και τα άγια σκεύη, τα οποία υπήρχον εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου. 4 καὶ τὴν Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου (ποὺ ἦταν εἰς τὴν Γαβαὼν) καὶ ὅλα τὰ ἱερὰ σκεύη, ποὺ εὑρίσκοντο εἰς τὴν Σκηνὴν τοῦ Μαρτυρίου.
5 καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ ἔμπροσθεν τῆς κιβωτοῦ θύοντες πρόβατα καὶ βόας ἀναρίθμητα. 5 Κατά την επίσημον εκείνην πομπήν επροπορεύετο της Κιβωτού ο βασιλεύς και όλος ο Ισραηλιτικός λαός. Καθ' οδόν δε εθυσίαζον αναρίθμητα πρόβατα και βόδια. 5 Ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν ἱερὰν καὶ ἐπίσημον πομπὴν ἐβάδιζεν ὁ βασιλιᾶς καὶ κατόπιν ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται· μετὰ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκολουθοῦσαν ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης. Ὁ δὲ βασιλιᾶς καὶ οἱ Ἰσραηλῖται ἐθυσίαζαν εἰς τὸν Θεὸν πρόβατα καὶ βόδια ἀναρίθμητα.
6 καὶ εἰσφέρουσιν οἱ ἱερεῖς τὴν κιβωτὸν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς εἰς τὸ δαβὶρ τοῦ οἴκου, εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῶν Χερουβίμ· 6 Οταν η πομπή έφθασεν στον ναόν, οι ιερείς έφεραν και ετοποθέτησαν την Κιβωτόν εις την θέσιν της, στο άδυτον του ναού, εις τα Αγια των Αγίων, κάτω από τας πτέρυγας των Χερουβίμ. 6 Ὅταν ἡ πομπὴ ἔφθασεν εἰς τὸν Ναόν, οἱ ἱερεῖς ἔφεραν τὴν Κιβωτὸν τῆς Διαθήκης καὶ τὴν ἐτοποθέτησαν εἰς τὴν θέσιν της, εἰς τὸ ἱερὸν Ἄδυτον τοῦ Ναοῦ, δηλαδὴ εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, κάτω ἀπὸ τὰ μεγάλα χρυσὰ πτερὰ τῶν Χερουβίμ.
7 ὅτι τὰ Χερουβὶμ διαπεπετασμένα ταῖς πτέρυξιν ἐπὶ τὸν τόπον τῆς κιβωτοῦ, καὶ περιεκάλυπτον τὰ Χερουβὶμ ἐπὶ τὴν κιβωτὸν καὶ ἐπὶ τὰ ἅγια αὐτῆς ἐπάνωθεν, 7 Διότι τα Χερουβίμ είχαν τας πτέρυγάς των ανοιγμένας επάνω από τον τόπον, όπου ευρίσκετρ η Κιβωτός, και εσκέπαζαν με τας πτέρυγάς των την Κιβωτόν και τα άγια, τα οποία υπήρχαν εις αυτήν. 7 Διότι τὰ Χερουβὶμ εἶχαν ἀνοιγμένα τὰ μεγάλα πτερά των ἐπάνω ἀπὸ τὸν τόπον, ποὺ ἦταν τοποθετημένη ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης· ἔτσι ἐσκέπαζαν μὲ τὰ πτερά των τὴν Κιβωτὸν καὶ ὅλα τὰ ἱερὰ ἀντικείμενα, ποὺ ὑπῆρχαν εἰς αὐτήν.
8 καὶ ὑπερεῖχον τὰ ἡγιασμένα, καὶ ἐνεβλέποντο αἱ κεφαλαὶ τῶν ἡγιασμένων ἐκ τῶν ἁγίων εἰς πρόσωπον τοῦ δαβὶρ καὶ οὐκ ὠπτάνοντο ἔξω. 8 Τα άκρα δε των ιερών ράβδων της Κιβωτού εξείχαν και εφαίνοντο αι κεφαλαί των και από τον άλλον χώρον του ναού. Από τον χώρον όμως τον εκτός του ναού δεν εφαίνοντο αι ράβδοι. 8 Ἀλλὰ ἐξεῖχαν ἀπὸ τὴν Κιβωτὸν τὰ ἄκρα τῶν ἱερῶν ράβδων της (τῶν μοχλῶν της) καὶ οἱ κεφαλές των (τὰ ἄκρα των) ἐφαίνοντο ἀπὸ τὸν χῶρον τοῦ κυρίως Ναοῦ. Ἀπὸ τὸν χῶρον ὅμως ἔξω ἀπὸ τὸν Ναὸν δὲν ἐφαίνοντο οἱ ἱερὲς ράβδοι.
9 οὐκ ἦν ἐν τῇ κιβωτῷ πλὴν δύο πλάκες λίθιναι, πλάκες τῆς διαθήκης, ἃς ἔθηκεν ἐκεῖ Μωυσῆς ἐν Χωρήβ, ἃς διέθετο Κύριος μετὰ τῶν υἱῶν ᾿Ισραὴλ ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου. 9 Μέσα εις την Κιβωτόν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, παρά μόνον αι δύο λίθιναι πλάκες της Διαθήκης, τας οποίας ο Μωυσής είχε τοποθετήσει μέσα εις αυτήν στο όρος Χωρήβ. Αυταί δε αι πλάκες περιείχον την Διαθήκην, που έκαμεν ο Θεός με τους Ισραηλίτας, όταν αυτοί είχαν εξέλθει από την χώραν της Αιγύπτου και είχαν φθάσει στο όρος Σινά. 9 Μέσα εἰς τὴν Κιβωτὸν δὲν εὑρίσκετο τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον οἱ δύο λίθινες πλάκες, οἱ θεοχάρακτες πλάκες τῆς Διαθήκης, τὶς ὁποῖες εἶχε τοποθετήσει ἐκεῖ ὁ Μωϋσῆς εἰς τὸ ὅρος Χωρήβ. Οἱ δύο αὐτὲς πλάκες περιεῖχαν τὴν διαθήκην, ποὺ ἔκαμεν ὁ Θεὸς μὲ τοὺς Ἰσραηλίτες, τότε ποὺ αὐτοὶ ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ ὄρος Σινᾶ.
10 καὶ ἐγένετο ὡς ἐξῆλθον οἱ ἱερεῖς ἐκ τοῦ ἁγίου, καὶ ἡ νεφέλη ἔπλησε τὸν οἶκον· 10 Οταν οι ιερείς, μετά την επίσημον αυτήν τελετήν, εξήλθον από τον ναόν, η νεφέλη εγέμισε τον ναόν. 10 Μόλις δὲ οἱ ἱερεῖς ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸν Ναόν, ἡ ὑπερφυσικὴ νεφέλη, ποὺ ἐδήλωνε τὴν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ, ἐγέμισεν ἔξαφνα τὸν Ναόν!
11 καὶ οὐκ ἠδύναντο οἱ ἱερεῖς στήκειν λειτουργεῖν ἀπὸ προσώπου τῆς νεφέλης, ὅτι ἔπλησε δόξα Κυρίου τὸν οἶκον. 11 Οι ιερείς δεν ημπορούσαν να παραμείνουν εκεί και να προσφέρουν τας υπηρεσίας των εξ αιτίας της νεφέλης, διότι το φως και η θεία λάμψις της εγέμισε τον ναόν τούτον του Κυρίου. 11 Τὸ ἐκθαμβωτικὸν φῶς τῆς ὑπερφυσικῆς νεφέλης ἦταν τόσον ἰσχυρόν, ὥστε οἰ ἱερεῖς δὲν ἠμποροῦσαν νὰ στέκωνται ἐκεῖ καὶ νὰ ἐπιτελοῦν τὰ ἱερά των καθήκοντα, ἕνεκα τῆς νεφέλης· διότι ἡ δόξα τοῦ Κυρίου, ἡ ὑπερφυσικὴ καὶ ἐκθαμβωτικὴ λάμψις, ἐγέμισε τὸν Ναὸν τοῦ Θεοῦ.
14 Καὶ ἀπέστρεψεν ὁ βασιλεὺς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ εὐλόγησεν ὁ βασιλεὺς πάντα ᾿Ισραήλ, καὶ πᾶσα ἐκκλησία ᾿Ισραὴλ εἱστήκει· 14 Επειτα ο βασιλεύς εγύρισε το πρόσωπόν του προς τον ισραηλιτικόν λαόν και ευλόγησεν όλον αυτόν τον λαόν. Ολοι δε οι Ισραηλίται εστέκοντο όρθιοι. 12 Κατόπιν ὁ βασιλιᾶς ἔστρεψε τὸ πρόσωπόν του πρὸς τὸν λαὸν καὶ εὐλόγησεν ὅλον τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν· ὅλος δὲ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός, ποὺ εἶχε συγκεντρωθῆ, ἐστέκετο ὄρθιος.
15 καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραὴλ σήμερον, ὃς ἐλάλησεν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ περὶ Δαυὶδ τοῦ πατρός μου καὶ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ ἐπλήρωσε λέγων· 15 Ο βασιλεύς ανέπεμψεν αυτήν την προσευχήν· “Ευλογημένος ας είναι σήμερον ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, ο οποίος εξεπλήρωσε την υπόσχεσιν, που με το ίδιο του το στόμα είχε δώσει προς τον πατέρα μου τον Δαυίδ, την ανοικοδόμησιν δηλαδή του ναού, λέγων· 13 Καὶ ὁ βασιλιᾶς Σολομὼν εἶπεν: «Ἂς εἶναι εὐλογημένος καὶ δοξασμένος ὁ Κύριος, τὸν ὁποῖον μόνοι ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη ἐγνώρισαν καὶ ἐλάτρευσαν οἱ Ἰσραηλῖται, καὶ δι’ αὐτὸ ὀνομάζεται ἰδικός των Θεός, Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ· ἂς εἶναι εὐλογημένος καὶ δοξασμένος σήμερα, διότι ἐμίλησε μὲ τὸ στόμα του εἰς τὸν Δαβίδ, τὸν πατέρα μου, διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ Ναοῦ καὶ μὲ τὰ χέρια του ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσίν του. Ὁ Θεὸς ὑπεσχέθη εἰς τὸν Δαβὶδ τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ Ναοῦ, ὅταν τοῦ εἶπεν:
16 ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐξήγαγον τὸν λαόν μου τὸν ᾿Ισραὴλ ἐξ Αἰγύπτου, οὐκ ἐξελεξάμην ἐν πόλει ἐν ἑνὶ σκήπτρῳ ᾿Ισραὴλ τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τοῦ εἶναι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ. καὶ ἐξελεξάμην ἐν ῾Ιερουσαλὴμ εἶναι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ· καὶ ἐξελεξάμην τὸν Δαυὶδ τοῦ εἶναι ἐπὶ τὸν λαόν μου τὸν ᾿Ισραήλ. 16 Από την ημέραν, που έβγαλα ελεύθερον τον λαόν μου τον Ισραηλιτικόν εκ της Αιγύπτου, δεν εξέλεξα άλλην πόλιν από την περιοχήν του Ισραηλιτικού λαού, δια να οικοδομήσω τον ναόν μου, δια να είναι και να δοξάζεται εκεί το όνομά μου. Εδιάλεξα την Ιερουσαλήμ ως τόπον, όπου θα αναφέρωνται αι δοξολογίαι και και προσευχαί στο όνομά μου. Ως βασιλέα δε εδιάλεξα τον Δαυίδ, δια να κυβερνήση αυτός τον ισραηλιτικόν λαόν μου. 14 «Ἀπὸ τὴν ἡμέραν, ποὺ ἐλευθέρωσα τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραηλιτικὸν καὶ τὸν ἔβγαλα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, δὲν ἐδιάλεξα καμμίαν ἄλλην πόλιν μεταξὺ τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ οἰκοδομήσω Ναόν, διὰ νὰ λατρεύουν καὶ νὰ ἐπικαλοῦνται ἐκεῖ τὸ ὄνομά μου. Ἀλλὰ ἐδιάλεξα τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ μὲ λατρεύουν καὶ θὰ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά μου. Καὶ ἐδιάλεξα (σέ) τὸν Δαβὶδ διὰ νὰ βασιλεύσῃς εἰς τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραηλιτικόν»).
17 καὶ ἐγένετο ἐπὶ τῆς καρδίας τοῦ πατρός μου οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ᾿Ισραήλ. 17 Ο πατήρ μου επεθύμησε με όλην του την καρδίαν να ανοικοδομήση τον ναόν προς δόξαν και τιμήν του ονόματος Κυρίου του Θεού του Ισραήλ. 15 Ὁ Σολομὼν συνέχισε: «Καὶ ἐγεννήθη εἰς τὴν καρδία τοῦ πατέρα μου ἡ δυνατὴ ἐπιθυμία νὰ ἀνοικοδομήσῃ Ναὸν εἰς τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ τῶν Ἰσραηλιτῶν.
18 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Δαυὶδ τὸν πατέρα μου· ἀνθ᾿ ὧν ἦλθεν ἐπὶ τὴν καρδίαν σου τοῦ οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματί μου, καλῶς ἐποίησας ὅτι ἐγενήθη ἐπὶ τὴν καρδίαν σου· 18 Ο Κυριος όμως απήντησε προς τον πατέρα μου τον Δαυίδ· Καλή είναι η επιθυμία της καρδίας σου να οικοδομήσης ναόν προς δόξαν του ονόματός μου. Καλώς έπραξες, που εγενήθη αυτή η επιθυμία μέσα εις την καρδίαν σου. 16 Ἀλλ’ ὁ Κύριος, ποὺ εἶδε τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν τοῦ πατέρα μου, τοῦ εἶπε: «Τὸ ὅτι ἐγεννήθη εἰς τὴν καρδία σου ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀνοικοδομήσῃς Ναὸν εἰς τὸ ὄνομά μου, ἦταν πολὺ καλό. Εἶχες ἀπόλυτον δίκαιον νὰ ἐπιθυμήσῃς καὶ νὰ σχεδιάσε ἕνα τέτοιο ἔργον.
19 πλὴν σὺ οὐκ οἰκοδομήσεις τὸν οἶκον, ἀλλ᾿ ἢ ὁ υἱός σου ὁ ἐξελθὼν ἐκ τῶν πλευρῶν σου, οὗτος οἰκοδομήσει τὸν οἶκον τῷ ὀνόματί μου. 19 Αλλά δεν θα οικοδομήσης συ τούτον τον ναόν, ει μη μόνον ο υιός σου, ο οποίος εβγήκεν από τα σπλάγχνα σου. Αυτός θα οικοδομήση τον ναόν προς δόξαν και τιμήν του ονόματός μου. 17 Παρ' ὅλα ὅμως αὐτὰ δὲν θὰ ἀνοικοδομήσῃς σὺ τὸν Ναόν, ἀλλ’ ὁ υἱός σου, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ἀπὸ σέ· αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ κτίσῃ τὸν Ναὸν αὐτὸν εἰς τὸ ὄνομά μου».
20 καὶ ἀνέστησε Κύριος τὸ ρῆμα αὐτοῦ, ὃ ἐλάλησε, καὶ ἀνέστην ἀντὶ Δαυὶδ τοῦ πατρός μου καὶ ἐκάθισα ἐπὶ τοῦ θρόνου ᾿Ισραήλ, καθὼς ἐλάλησε Κύριος, καὶ ᾠκοδόμησα τὸν οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ᾿Ισραήλ. 20 Ο Θεός εξεπλήρωσεν αυτήν την υπόσχεσιν, την οποίαν είπε προς τον πατέρα μου, διότι εγώ ήλθον εις την θέσιν του πατρός μου, εκάθησα στον θρόνον του Ισραηλιτικού λαού, όπως ακριβώς είχε προαναγγείλει ο Κυριος, και οικοδόμησα τον ναόν αυτόν προς δόξαν του ονόματος Κυρίου του Θεού του Ισραηλιτικού λαού. 18 Τώρα λοιπὸν ὁ Κύριος ἐπραγματοποίησε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε· διότι ἀνέβηκα ἐγὼ ἀντὶ τοῦ Δαβίδ, τοῦ πατέρα μου, καὶ ἐκάθησα εἰς τὸν βασιλικὸν θρόνον τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως ὑπεσχέθη ὁ Κύριος, καὶ ἀνοικοδόμησα τὸν Ναὸν εἰς τὸ ὄνομα Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ.
21 καὶ ἐθέμην ἐκεῖ τόπον τῇ κιβωτῷ, ἐν ᾗ ἐστιν ἐκεῖ διαθήκη Κυρίου, ἣν διέθετο Κύριος μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν ἐν τῷ ἐξαγαγεῖν αὐτὸν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου. 21 Εκεί καθώρισα τον τόπον δια την Κιβωτόν, εντός της οποίας υπάρχουν αι πλάκες της Διαθήκης, την οποίαν συνήψεν ο Κυριος με τους προπάτοράς μας, αφού τους έβγαλεν ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου”. 19 Ἐπίσης ἐκεῖ (εἰς τὸν Ναόν) καθώρισα τόπον διὰ τὴν Κιβωτόν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν οἱ θεοχάρακτες λίθινες πλάκες τῆς Διαθήκης, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κύριος μὲ τοὺς προπάτορές μας, ὅταν τοὺς ὠδήγησε καὶ τοὺς ἔβγαλε ἐλευθέρους ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου».
22 Καὶ ἀνέστη Σαλωμὼν κατὰ πρόσωπον τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου ἐνώπιον πάσης ἐκκλησίας ᾿Ισραὴλ καὶ διεπέτασε τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν, 22 Εστάθη ο Σολομών όρθιος εμπρός από το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων του Κυρίου ενώπιον όλης της συγκεντρώσεως του Ισραηλιτικού λαού, ήπλωσε τας χείρας του προς τον ουρανόν 20 Κατόπιν ὁ Σολομὼν ἐστάθη ὄρθιος ἐμπρὸς εἰς τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων, ἐνώπιον ὅλης τῆς συγκεντρώσεως τῶν Ἰσραηλιτῶν, καὶ ὕψωσε τὰ χέρια τοῦ πρὸς τὸν οὐρανὸν
23 καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, οὐκ ἔστιν ὡς σὺ Θεὸς ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, φυλάσσων διαθήκην καὶ ἔλεος τῷ δούλῳ σου τῷ πορευομένῳ ἐνώπιόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, 23 και είπε· “Κυριε, Θεέ του Ισραηλιτικού λαού, δεν υπάρχει άλλος Θεός, όπως συ, ούτε άνω στον ουρανόν ούτε κάτω εις την γην. Διότι συ εκπληρώνεις την υπόσχεσίν σου και παρέχστο έλεός σου εις εμέ τον δούλον σου, ο οποίος με όλην του την καρδίαν πορεύεται κατά το θέλημά σου ενώπιόν σου, 21 καὶ προσηυχήθη καὶ εἶπεν: «Ὦ Κύριε, Θεὲ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, δὲν ὑπάρχει κανένας ἄλλος θεὸς ὅπως σὺ εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ εἰς τὴν γῆν κάτω! Σὺ τηρεῖς τὴν ὑπόσχεσιν καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου πρὸς τὸν δοῦλον σου, ὁ ὁποῖος βαδίζει ἐνώπιόν σου μὲ ὅλην τὴν καρδιά του καὶ σὲ ὑπακούει προθύμως.
24 ἃ ἐφύλαξας τῷ δούλῳ σου Δαυὶδ τῷ πατρί μου· καὶ γὰρ ἐλάλησας ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν χερσί σου ἐπλήρωσας ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη. 24 όπως εξεπλήρωσες αυτά στον δούλον σου, τον πατέρα μου τον Δαυίδ· διότι όσα με το ίδιο σου το στόμα του υπεσχέθης, τα εξεπλήρωσες σήμερον, κατά την ημέραν αυτήν δια της δυνάμεώς σου. 22 Σὺ ἐτήρησες ὅσα ὑπεσχέθης εἰς τὸν δοῦλον σου τὸν Δαβίδ, τὸν πατέρα μου. Διότι ὅσα σὺ εἶπες μὲ τὸ ἰδικόν σου στόμα, τὰ ἐξεπλήρωσες μὲ τὰ χέριά σου, ὅπως τὸ φανερώνει καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα.
25 καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, φύλαξον τῷ δούλῳ σου Δαυὶδ τῷ πατρί μου ἃ ἐλάλησας αὐτῷ λέγων· οὐκ ἐξαρθήσεταί σου ἀνὴρ ἐκ προσώπου μου καθήμενος ἐπὶ θρόνου ᾿Ισραήλ, πλὴν ἐὰν φυλάξωνται τὰ τέκνα σου τὰς ὁδοὺς αὐτῶν τοῦ πορεύεσθαι ἐνώπιόν μου, καθὼς ἐπορεύθης ἐνώπιον ἐμοῦ. 25 Και τώρα, Κυριε ο Θεός του Ισραήλ, εκπλήρωσε στον δούλον σου τον Δαυίδ, τον πατέρα μου, όσα υπεσχέθης εις αυτόν λέγων· Δεν θα λείψη άνθρωπος ενώπιόν μου από τους απογόνους σου, ο οποίος θα κάθεται στον βασιλικόν θρόνον του ισραηλιτικού λαού, υπό τον όρον όμως ότι οι απόγονοί σου θα τηρούν τας εντολάς μου και θα πορεύωνται ενώπιόν μου, όπως επορεύθης και συμπεριεφέρθης συ ενώπιόν μου. 23 Τώρα λοιπόν, ὦ Κύριε, Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἐκπλήρωσε εἰς τὸν δοῦλον σου τὸν Δαβίδ, τὸν πατέρα μου, ὅσα τοῦ ὑπεσχέθης, ὅταν τοῦ εἶπες: «Οὐδέποτε θὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ ἐνώπιόν μου ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους σου, ὁ ὁποῖος θὰ βασιλεύσῃ εἰς τὸν θρόνον τοῦ Ἰσραήλ· αὐτὸ δὲ θὰ γίνῃ, ἐφ' ὅσον τὰ τέκνα σου θὰ προσέξουν, ὥστε νὰ βαδίζουν ἐνώπιόν μου μὲ ὁλόψυχον ἀφοσίωσιν καὶ ὁλοκάρδιον ὑπακοήν, ὅπως ἐφέρθης σὺ ἀπέναντί μου».
26 καὶ νῦν, Κύριε ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, πιστωθήτω δὴ τὸ ρῆμά σου τῷ Δαυὶδ τῷ πατρί μου. 26 Και τώρα παρακαλώ, Κυριε, Θεέ του ισραηλιτικού λαού, ας αποδειχθή αληθινή και ας πραγματοποιηθή η υπόσχεσις, την οποίαν είπες προς τον πατέρα μου Δαυίδ· 24 Καὶ τώρα, ὦ Κύριε, Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ, ἂς ἐπαληθευθῇ, σὲ παρακαλῶ, ἡ ὑπόσχεσίς σου, τὴν ὁποίαν ἔδωκες εἰς τὸν Δαβίδ, τὸν πατέρα μου.
27 ὅτι εἰ ἀληθῶς κατοικήσει ὁ Θεὸς μετὰ ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς; εἰ ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ οὐκ ἀρκέσουσί σοι, πλὴν καὶ ὁ οἶκος οὗτος, ὃν ᾠκοδόμησα τῷ ὀνόματί σου; 27 ότι δηλαδή, συ ο Θεός θα κατοικήσης μαζή με τους ανθρώπους εις την γην. Εάν ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού δεν είναι ικανοί να σε χωρέσουν, πως θα γίνη κατοικητήριόν σου ο ναός αυτός, τον οποίον εγώ οικοδόμησα προς δόξαν του Ονόματός σου; 25 Πράγματι Σύ, ὁ ἄπειρος καὶ ἀνεξιχνίαστος Θεὸς θὰ κατοικήσῃς μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ φθαρτοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν μικρὰν αὐτὴν γῆν; Ἐὰν ὁλόκληρος αὐτὸς ὁ ἀπέραντος οὐρανός, τὸν ὁποῖον βλέπομεν, καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ ἀχανοῦς οὐρανοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν φθάνει τὸ ἀνθρώπινον βλέμμα, δὲν ἠμποροῦν νὰ χωρέσουν σέ, τὸν ἄπειρον Θεόν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σὲ χωρέσῃ ὁ μικρὸς αὐτὸς Ναός, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἔκτισα εἰς δόξαν τοῦ ἁγίου ὀνόματός σου;
28 καὶ ἐπιβλέψῃ ἐπὶ τὴν δέησίν μου, Κύριε ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, ἀκούειν τῆς προσευχῆς, ἧς ὁ δοῦλός σου προσεύχεται ἐνώπιόν σου πρός σε σήμερον, 28 Σε παρακαλώ όμως, Κυριε, ρίψε ευμενές βλέμα εις την δέησίν μου. Κυριε και Θεέ του ισραηλιτικού λαού, άκουσε την προσευχήν μου, την οποίαν ο δούλός σου απευθύνει προς σε σήμερον. 26 Παρ' ὅλα αὐτὰ ρίψε, σὲ παρακαλῶ, εὐσπλαγχνικὸν τὸ βλέμμα σου εἰς τὴν δέησίν μου, Κύριε, Θεὲ τοῦ Ἰσραήλ, διὰ νὰ ἀκούσῃς τὴν προσευχήν, τὴν ὁποίαν ἐγώ, ὁ δοῦλος σου, ἀπευθύνω σήμερα εἰς σέ, τὸν ἄπειρον Θεόν,
29 τοῦ εἶναι τοὺς ὀφθαλμούς σου ἠνεῳγμένους εἰς τὸν οἶκον τοῦτον ἡμέρας καὶ νυκτός, εἰς τὸν τόπον, ὃν εἶπας· ἔσται τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ, τοῦ εἰσακούειν τῆς προσευχῆς, ἧς προσεύχεται ὁ δοῦλός σου εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡμέρας καὶ νυκτός. 29 Ας είναι σε παρακαλώ οι οφθαλμοί σου ανοικτοί ημέραν και νύκτα προς τον ναόν τούτον, στον τόπον αυτόν, δια τον οποίον είπες· Θα είμαι εγώ εκεί, δια να ακούω την προσευχήν, την οποίαν θα απευθύνη ο δούλος μου στον τόπον τούτον, ημέραν και νύκτα. 27 καὶ ἂς εἶναι οἱ ὀφθαλμοί σου ἀνοικτοὶ καὶ στραμμένοι εἰς τὸν Ναὸν τοῦτον ἡμέραν καὶ νύκτα, εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν τόπον, διὰ τὸν ὁποῖον εἶπες· «τὸ ὄνομά μου θὰ εἶναι ἐκεῖ», διὰ νὰ ἀκούῃς τὴν προσευχήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπευθὺνῃ ὁ δοῦλος σου εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν τόπον ἡμέραν καὶ νύκτα.
30 καὶ εἰσακούσῃ τῆς δεήσεως τοῦ δούλου σου καὶ τοῦ λαοῦ σου ᾿Ισραήλ, ἃ ἂν προσεύξωνται εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐν τῷ τόπῳ τῆς κατοικήσεώς σου ἐν οὐρανῷ καὶ ποιήσεις καὶ ἵλεως ἔσῃ. 30 Ναι θα ακούης την προσευχήν εμού του δούλου σου και τας προσευχάς του ισραηλιτικού λαού, τας οποίας θα απευθύνουν προς σε από τον ιερόν τούτον τόπον. Θα ακούης τας προσευχάς μας από την ουράνιον κατοικίαν σου και θα κάμης ο,τι σε παρακαλέσουν, δεικνύων έλεος και ευσπλαγχνίαν προς όλους μας. 28 Εἰς τὸν ἱερὸν τοῦτον τόπον τῆς λατρείας θὰ εἰσακούῃς τὶς παρακλήσεις καὶ ἰκεσίες τοῦ δούλου σου καὶ τοῦ λαοῦ σου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ, ὅσες θὰ σοῦ ἀπευθύνουν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ σὺ θὰ εἰσακούῃς τὶς δεήσεις μας εἰς τὸ οὐράνιον κατοικητήριόν σου καὶ θὰ κάμῃς ὅλα, ὅσα θὰ σοῦ ζητήσουν, καὶ θὰ φανῇς συγχωρητικὸς καὶ εὐσπλαγχνικὸς ἀπέναντί μας.
31 ὅσα ἂν ἁμάρτῃ ἕκαστος τῷ πλησίον αὐτοῦ, καὶ ἐὰν λάβῃ ἐπ᾿ αὐτὸν ἀρὰν τοῦ ἀράσασθαι αὐτόν, καὶ ἔλθῃ καὶ ἐξαγορεύσῃ κατὰ πρόσωπον τοῦ θυσιαστηρίου σου ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ, 31 Εάν κανείς αδικήση τον πλησίον του και εκείνος αναγκάση τον αδικήσαντα να πάρη όρκον, θα έλθη ο αδικήσας στο θυσιαστήριον τούτο των ολοκαυτωμάτων του ναού και θα δώση μετά κατάρας ένορκον διαβεβαίωσιν. 29 Ἐὰν κανεὶς ἀδικήσῃ τὸν πλησίον του καὶ αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀδικηθῇ, ὑποχρεώσῃ ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἀδίκησε νὰ ὁρκισθῇ, τότε αὐτὸς ποὺ ἀδίκησε θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ δώσῃ ἔνορκον διαβεβαίωσιν μὲ κατάραν ἐμπρὸς εἰς τὸ θυσιαστήριόν σου τῶν ὁλοκαυτωμάτων, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὸν Ναὸν αὐτόν·
32 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποιήσεις καὶ κρινεῖς τὸν λαόν σου ᾿Ισραὴλ ἀνομηθῆναι ἄνομον, δοῦναι τὴν ὁδὸν αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ τοῦ δικαιῶσαι δίκαιον, δοῦναι αὐτῷ κατὰ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ. 32 Συ δε θα ακούσης από τον ουρανόν την ένορκον αυτήν διαβεβαίωσιν και θα δικάσης αυτόν, όπως και κάθε άλλον Ισραηλίτην, εκφέρων την δικαίαν απόφασίν σου, ώστε να πέση η δικαία τιμωρία σου επί την κεφαλήν του παρανομήσαντος και να δικαιωθή ο δίκαιος, σύμφωνα με το δίκαιόν του. 30 τότε Σὺ θὰ εἰσακούσῃς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὴν ἔνορκον διαβεβαίωσίν του, ὅπως καὶ κάθε Ἰσραηλίτου, καὶ θὰ ἐκφέρῃς τὴν δικαίαν ἀπόφασίν σου, ὥστε νὰ φανῇ ἡ ἐνοχὴ τοῦ ἀδίκου· ἔτσι θὰ τιμωρήσῃς τὸν ἔνοχον (τὸν ἄδικον), ὁ ὁποῖος δίδει ψευδῆ ὄρκον καὶ περιφρονεῖ τὴν θείαν δικαιοσύνην, ὅπως τοῦ ἀξίζει· θὰ ρίψῃς εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐνόχου τὴν τιμωρίαν σου, θὰ ἀθωώσῃς δὲ τὸν ἀθῶον μὲ τὸ νὰ ἀποδώσῃς εἰς αὐτὸν τὸ δίκαιόν του.
33 ἐν τῷ πταῖσαι τὸν λαόν σου ᾿Ισραὴλ ἐνώπιον ἐχθρῶν, ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι, καὶ ἐπιστρέψουσι καὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου καὶ προσεύξονται καὶ δεηθήσονται ἐν τῷ οἴκῳ τούτω, 33 Οταν ο ισραηλιτικός λαός νικηθή από τους εχθρούς του, διότι ημάρτησεν εις σέ, και κατόπιν μετανοήσουν και επιστρέψουν και δοξάσουν το Ονομά σου και σου απευθύνουν προσευχάς και δεήσεις εστραμμένοι προς τον ναόν τούτον, 31 Ὅταν ὁ λαός σου ὁ Ἰσραηλιτικὸς νικηθῇ καὶ πέσῃ αἰχμάλωτος εἰς τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του, διότι ἁμάρτησε ἐνώπιόν σου, κατόπιν δὲ αὐτοὶ ἐπιστρέψουν καὶ πάλιν μὲ μετάνοιαν εἰς σὲ καὶ δοξολογήσουν τὸ ὄνομά σου καὶ προσευχηθοῦν ταπεινὰ καὶ σὲ παρακαλέσουν μὲ θερμὴν ἱκεσίαν μὲ τὸ πρόσωπον ἐστραμμένον πρὸς τὸν Ναὸν αὐτόν, διὰ νὰ τοὺς συγχωρήσῃς,
34 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἵλεως ἔσῃ ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ λαοῦ σου ᾿Ισραὴλ καὶ ἐπιστρέψεις αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν, ἣν ἔδωκας τοῖς πατράσιν αὐτῶν. 34 συ θα ακούσης τας δεήσεις των από τον ουρανόν, θα φανής ευσπλαγχνικός εις τας αμαρτίας του ισραηλιτικού λαού, θα απελευθερώσης αυτούς από την αιχμαλωσίαν και ελευθέρους θα τους επαναφέρης εις την χώραν αυτήν, την οποίαν συ έδωκες ως κληρονομίαν στους προπάτοράς των. 32 τότε Σὺ θὰ εἰσακούσῃς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὴν προσευχὴν καὶ τὴν ἱκεσίαν των καὶ θὰ φανῇς συγχωρητικὸς καὶ εὐσπλαγχνικὸς εἰς τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ σου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ· θὰ τοὺς ἐλευθερώσῃς ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ θὰ τοὺς φέρῃς πίσω εἰς τὴν χώραν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐδωκες ὡς κληρονομίαν εἰς τοὺς προπάτορές των.
35 ἐν τῷ συσχεθῆναι τὸν οὐρανὸν καὶ μὴ γενέσθαι ὑετόν, ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι, καὶ προσεύξονται εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου καὶ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν ἀποστρέψουσιν, ὅταν ταπεινώσῃς αὐτούς, 35 Οταν δε κλείση ο ουρανός και δεν θα πέση βροχή εις την γην, διότι ημάρτησαν απέναντί σου οι Ισροηλίται, προσευχηθούν δε στον τόπον αυτόν, δοξολογήσουν το Ονομά σου και ξεκόψουν από τας αμαρτίας των, όταν δια της ανομβρίας τιμωρής αυτούς, 33 Ὅταν κλείσῃ ὁ οὐρανὸς καὶ δὲν πίπτῃ βροχὴ εἰς τὴν γῆν, διότι οἱ Ἰσραηλῖται ἁμάρτησαν εἰς σέ, προσευχηθοῦν ὅμως εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν τόπον καὶ δοξολογήσουν τὸ ἅγιον ὄνομά σου καὶ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες των, ὅταν τοὺς τιμωρήσῃς καὶ τοὺς θλίψῃς μὲ τὴν ἀνομβρίαν,
36 καὶ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἵλεως ἔσῃ ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ δούλου σου καὶ τοῦ λαοῦ σου ᾿Ισραήλ· ὅτι δηλώσεις αὐτοῖς τὴν ὁδὸν τὴν ἀγαθὴν πορεύεσθαι ἐν αὐτῇ καὶ δώσεις ὑετὸν ἐπὶ τὴν γῆν, ἣν ἔδωκας τῷ λαῷ σου ἐν κληρονομίᾳ. 36 θα εισακούσης την προσευχήν των από τον ουρανόν, θα γίνης ίλεως εις τας αμαρτίας των δούλων σου των Ισραηλιτών. Θα διδάξης αυτούς και πάλιν την αγαθήν οδόν να βαδίζουν αυτήν, και τότε θα δώσης την βροχήν εις την γην, την οποίαν συ έδωκες ως κληρονομίαν στον λαόν σου τον ισραηλιτικόν. 34 τότε Σὺ θὰ εἰσακούσῃς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὴν προσευχὴν καὶ τὴν ἱκεσίαν των καὶ θὰ φανῇς συγχωρητικὸς καὶ εὐσπλαγχνικὸς εἰς τὶς ἁμαρτίες τοῦ δούλου σου καὶ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ σου· θὰ τὰ κάμῃς ὅλα αὐτά, ἀφοῦ τοὺς διδάξῃς καὶ τοὺς φανερώσῃς τὸν ἀγαθὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ βαδίζουν καὶ τότε θὰ τοὺς στείλῃς βροχὴν εἰς τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἔδωκες ὡς μόνιμον κληρονομίαν εἰς τὸν λαόν σου.
37 λιμὸς ἐὰν γένηται, θάνατος ἐὰν γένηται, ὅτι ἔσται ἐμπυρισμός, βροῦχος, ἐρυσίβη ἐὰν γένηται, καὶ ἐὰν θλίψῃ αὐτὸν ὁ ἐχθρὸς αὐτοῦ ἐν μιᾷ τῷν πόλεων αὐτοῦ, πᾶν συνάντημα, πάντα πόνον, 37 Εάν δε πέση λιμός εις την χώραν, εάν απλωθή επιδημία θανατικής νόσου, εάν πνεύση καυστικός άνεμος, εάν πέσουν σμήνη ακρίδων, εάν προσβάλη τα φυτά η ερυσίβη, εάν ο εχθρός πολιορκήση μίαν από τας πόλεις και την φέρη εις δύσκολον θέσιν, γενικώς εάν συμβή κάποιο κακό γεγονός η οδυνηρά νόσος, 35 Ἐὰν συμβῇ εἰς τὴν χώραν τοῦ Ἰσραὴλ πεῖνα· ἐὰν συμβῇ ἔξαφνα ἐπιδημία θανατικῆς ἀρρώστιας· ἐὰν φυσήξῃ ἔξαφνα εἰς τὴν χώραν ἄνεμος καυστικός· ἐὰν κτυπήσουν τὴν χώραν σμήνη βρούχου (ἀκρίδων, ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμη πτερὰ ἢ εἶναι χωρὶς πτερά)· ἐὰν προσβάλῃ τὰ φυτὰ ἡ ἀρρώστια ἐρυσίβη (ἡ κόκκινη σκόνη, ποὺ παρουσιάζεται ὅταν ὕστερα ἀπὸ βροχὴν ἡ πάχνην συμβῆ καύσων)· ἐὰν ὁ ἐχθρός των τοὺς πολιορκήσῃ εἰς κάποιαν ἀπὸ τὶς πόλεις των καὶ τοὺς στενοχωρήσῃ γενικῶς ἐὰν ἐνσκήψῃ ὁποιαδήποτε πληγή, ὁποιαδήποτε ἀσθένεια ὀδυνηρά·
38 πᾶσαν προσευχήν, πᾶσαν δέησιν, ἐὰν γένηται παντὶ ἀνθρώπῳ ὡς ἂν γνῶσιν ἕκαστος ἁφὴν καρδίας αὐτοῦ καὶ διαπετάσῃ τὰς χεῖρας αὐτοῦ εἰς τὸν οἶκον τοῦτον, 38 και κάθε Ισραηλίτης, στον οποίον θα πέση η θλίψις αυτή, σου απευθύνη ολόθερμον προσευχήν και δέησιν, υψώση δε τας χείρας του προς τον ναόν τούτον και προσευχηθή, 36 κάτω δὲ ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν λυπηρῶν αὐτῶν γεγονότων οἰοσδήποτε Ἰσραηλίτης ἀπευθύνῃ ὁποιανδήποτε προσευχὴν ἡ ὁποιανδήποτε ἱκεσίαν, μόλις αἰσθανθῆ τὰ ὀδυνηρὰ αὐτὰ κτυπήματα εἰς τὴν καρδιά του καὶ ὑψώσῃ τὰ χέρια του εἰς τὸν ἅγιον αὐτὸν Ναὸν καὶ προσευχηθῇ εἰς σέ,
39 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου καὶ ἵλεως ἔσῃ καὶ ποιήσεις καὶ δώσεις ἀνδρὶ κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ, καθὼς ἂν γνῷς τὴν καρδίαν αὐτοῦ, ὅτι σὺ μονώτατος οἶδας τὴν καρδίαν πάντων υἱῶν ἀνθρώπων, 39 συ θα εισακούσης την δέησίν του από τον ουρανόν, από το άριστον και πανυπερτέλειον κατοικητήριόν σου, και θα γίνης ίλεως προς αυτόν και θα δώσης στον άνθρωπον αυτόν ανάλογα με την διαγωγήν του, ανάλογα με τας διαθέσεις της καρδίας του, διότι συ μόνος, και κανείς άλλος, γνωρίζεις τας καρδίας των ανθρώπων. 37 τότε Σὺ θὰ εἰσακούσῃς τὴν προσευχήν του ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὴν μεγαλοπρεπῶς καὶ ἀσαλεύτως ἐτοιμασμένην εἰς τὸν οὐρανὸν ἁγιωτάτην κατοικίαν σου, καὶ θὰ φανῇς συγχωρητικὸς καὶ εὐσπλαγχνικὸς πρὸς αὐτὸν καὶ θὰ ἰκανοποίησῃς τὸ αἴτημά του καὶ θὰ δώσῃς εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἀναλόγως τῆς ὅλης διαγωγῆς του καὶ τῶν ἐλατηρίων τῆς καρδίας του, τὰ ὁποῖα γνωρίζεις· διότι Σύ, Σὺ μόνος, ὡς παντογνώστης καὶ καρδιογνώστης γνωρίζεις τὸ ἐσωτερικὸν τῆς καρδίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
40 ὅπως φοβῶνταί σε πάσας τὰς ἡμέρας, ὅσας αὐτοὶ ζῶσιν ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς ἔδωκας τοῖς πατράσιν ἡμῶν. 40 Αι πράξεις δε αυταί του ελέους και της τιμωρίας σου προς τους ανθρώπους θα έχουν αποτέλεσμα να σε φοβούνται και σε σέβωνται όλας τας ημέρας της ζωής των, όσας θα ζουν εις την γην, την οποίαν συ έδωκες κληρονομίαν στους προπάτοράς μας. 38 Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ Ἰσραηλῖται θὰ σὲ σέβωνται καὶ θὰ σὲ εὐλαβοῦνται βαθύτατα ὅλες τὶς ἡμέρες, ὅσες θὰ ζοῦν εἰς τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἔδωκες ὡς μόνιμον κληρονομίαν εἰς τοὺς προπάτορές μας.
41 καὶ τῷ ἀλλοτρίῳ, ὃς οὐκ ἔστιν ἀπὸ λαοῦ σου οὗτος, 41 Ακόμη δε και την προσευχήν εκείνου του ξένου, ο οποίος δεν είναι Ισραηλίτης, 39 Ἐπὶ πλέον καὶ τὴν προσευχὴν τοῦ ξένου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνήκει εἰς τὸν περιούσιον λαόν σου,
42 καὶ ἥξουσι καὶ προσεύξονται εἰς τὸν τόπον τοῦτον, 42 θα έλθη όμως εις τον τόπον αυτόν να προσευχηθή, 40 ὁ ὁποῖος ὅμως θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν μακρινήν του χώραν διὰ νὰ προσευχηθῇ εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν Ναόν,
43 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου καὶ ποιήσεις κατὰ πάντα, ὅσα ἂν ἐπικαλέσηταί σε ὁ ἀλλότριος, ὅπως γνῶσι πάντες οἱ λαοὶ τὸ ὄνομά σου, καὶ φοβῶνταί σε, καθὼς ὁ λαός σου ᾿Ισραήλ, καὶ γνῶσιν ὅτι τὸ ὄνομά σου ἐπικέκληται ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ᾠκοδόμησα. 43 συ, Κυριε, θα την εισακούσης από τον ουρανόν, από το τέλειον κατοικητήριόν σου, και θα δώσης εις αυτόν όλα όσα σε παρακαλεί ο ξένος ούτος. Ετσι δε όλοι οι λαοί θα γνωρίσουν το Ονομά σου, θα σε σέβωνται και θα σε φοβούνται, όπως ο ισραηλιτικός λαός, και θα μάθουν ότι είναι αφιερωμένος στο ένδοξον Ονομά σου ο ναός αυτός, τον οποίον εγώ οικοδόμησα. 41 Σὺ θὰ εἰσακούσῃς ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὴν μεγαλοπρεποῦς καὶ ἀσαλεύτως ἐτοιμασμένην εἰς τὸν οὐρανὸν ἁγιωτάτην κατοικίαν σου, καὶ θὰ δώσῃς εἰς αὐτὸν ὅλα, ὅσα ὁ ξένος αὐτὸς σοῦ ζητήσῃ. Τοῦτο θὰ γίνῃ, διὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς τὸ ἅγιον ὄνομά σου καὶ διὰ να σὲ σέβωνται καὶ σὲ εὐλαβοῦνται βαθύτατα, ὅπως κάμνει καὶ ὁ λαός σου ὁ Ἰσραηλιτικός· καὶ ἀκόμη διὰ να μάθουν ὅτι τὸ ὄνομά σου λατρεύομεν καὶ αὐτὸ ἐπικαλούμεθα εἰς τὸν ἅγιον αὐτὸν Ναόν, τὸν ὁποῖον ἔκτισα.
44 ὅτι ἐξελεύσεται ὁ λαός σου εἰς πόλεμον ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ἐν ὁδῷ, ᾗ ἐπιστρέψεις αὐτούς, καὶ προσεύξονται ἐν ὀνόματι Κυρίου ὁδὸν τῆς πόλεως, ἧς ἐξελέξω ἐν αὐτῇ, καὶ τοῦ οἴκου, οὗ ᾠκοδόμησα τῷ ὀνόματί σου, 44 Οταν δε ο λαός σου εξέλθη εις πόλεμον εναντίον των εχθρών του στον δρόμον, τον οποίον συ υπέδειξες εις αυτούς, και προσευχηθή εν τω ονόματί σου του Κυρίου στρεφόμενος προς την πόλιν, την οποίον συ εξέλεξες και προς τον ναόν, τον οποίον εγώ οικοδόμησα εις δόξαν του Ονόματός σου, 42 Ὅταν ὁ λαός σου βγῇ διὰ νὰ πολεμήσῃ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν του, καὶ ἀκολουθήσῃ τὸν (ὁποιονδήποτε) δρόμον, τὸν ὁποῖον θὰ τοὺς ὑποδείξῃς, καὶ προσευχηθῇ εἰς τὸ ὄνομά σου τοῦ Κυρίου μὲ τὸ πρόσωπον στραμμένον πρὸς τὴν πόλιν αὐτήν (τὴν Ἱερουσαλήμ), τὴν ὁποίαν ἐδιάλεξες, καὶ πρὸς τὸν ἅγιον Ναόν, τὸν ὁποῖον ἔκτισα εἰς τὸ ὄνομά σου,
45 καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τῆς δεήσεως αὐτῶν καὶ τῆς προσευχῆς αὐτῶν καὶ ποιήσεις τὸ δικαίωμα αὐτοῖς. 45 συ από τον ουρανόν θα ακούσης την δέησιν αυτών και θα αποδώσης εις αυτούς το δίκαιόν των. 43 τότε Σὺ θὰ εἰσακούσῃς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τὴν δέησιν καὶ τὴν προσευχήν των καὶ θὰ ὑποστηρίξῃς τὴν δικαίαν ὑπόθεσίν των μὲ τὸ νὰ τοὺς δώσῃς τὴν νίκην.
46 ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς οὐχ ἁμαρτήσεται καὶ ἐπάξεις αὐτοὺς καὶ παραδώσεις αὐτοὺς ἐνώπιον ἐχθρῶν καὶ αἰχμαλωτιοῦσιν οἱ αἰχμαλωτίζοντες εἰς γῆν μακρὰν καὶ ἐγγύς, 46 Εάν δε αμαρτήσουν απέναντί σου, διότι δεν υπάρχει άνθρωπος, ο οποίος να μη αμαρτήση, και τιμωρήσης αυτούς και παραδώσης αυτούς στους εχθρούς των, οι οποίοι θα τους αιχμαλωτίσουν και θα τους μεταφέρουν εις χώραν ευρισκομένην μακράν η πλησίον, 44 Ὅταν οἱ Ἰσραηλῖται ἁμαρτήσουν εἰς σέ (διότι ὅλοι ἁμαρτάνομεν δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ποὺ νὰ μὴ ἁμαρτήσῃ εἰς σέ), θὰ ὀργισθῇς ἐναντίον των καὶ θὰ τοὺς τιμωρήσῃς καὶ θὰ τοὺς παραδώσῃς εἰς τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν, αὐτοὶ δὲ θὰ τοὺς σύρουν αἰχμαλώτους εἰς μακρινὴν ἢ κοντινὴν χώραν.
47 καὶ ἐπιστρέψουσι καρδίας αὐτῶν ἐν τῇ γῇ, οὗ μετήχθησαν ἐκεῖ, καὶ ἐπιστρέψουσιν ἐν γῇ μετοικίας αὐτῶν καὶ δεηθῶσί σου λέγοντες· ἡμάρτομεν, ἠδικήσαμεν, ἠνομήσαμεν, 47 τότε, εάν μετανοήσουν με όλην των την καρδίαν εις την χώραν όπου ωδηγήθησαν αιχμάλωτοι, εάν εις την χώραν της αιχμαλωσίας επιστρέψουν προς σε και προσευχηθούν και είπουν· Ημαρτήσαμεν, ηδικήσαμεν, ηνομήσαμεν· 45 Ἐὰν ὅμως συνέλθουν καὶ μετανοήσουν εἰς τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν μετεφέρθησαν αἰχμάλωτοι· ἐὰν μετανοήσουν ἀληθινὰ καὶ εἰλικρινὰ εἰς τὴν χώραν τῆς αἰχμαλωσίας των καὶ σὲ ἰκετεύσουν μὲ λόγια συντριβῆς, ἀναγνωρίσεως τῆς ἁμαρτίας των καὶ μετανοίας καὶ εἰποῦν· «ἁμαρτήσαμε, διεπράξαμεν ἀδικήματα πολλά, παρεβήκαμε τὸν νόμον σου»·
48 καὶ ἐπιστρέψωσι πρός σε ἐν ὅλῃ καρδίᾳ αὐτῶν καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ αὐτῶν ἐν τῇ γῇ ἐχθρῶν αὐτῶν, οὗ μετήγαγες αὐτούς, καὶ προσεύξονται πρός σε, ὁδὸν γῆς αὐτῶν, ἧς ἔδωκας τοῖς πατράσιν αὐτῶν, καὶ τῆς πόλεως, ἧς ἐξελέξω, καὶ τοῦ οἴκου, οὗ ᾠκοδόμηκα τῷ ὀνόματί σου, 48 εάν μετανοήσουν και επιστρέψουν προς σε με όλην των την καρδίαν και με όλην των την ψυχήν εις την χώραν των εχθρών των, όπου ωδήγησες αυτούς και εκεί προσευχηθούν προς σε με το πρόσωπον και την καρδίαν των προς την γην, την οποίαν συ εξέλεξες δι' αυτούς, και προς τον ναόν, τον οποίον εγώ οικοδόμησα προς δόξαν του Ονόματός σου, 46 ἔτσι δὲ ἐπιστρέψουν μὲ μετάνοιαν εἰς σὲ μὲ ὅλην τὴν καρδίαν των καὶ μὲ ὅλην τὴν ψυχήν των εἰς τὴν χώραν τῶν ἐχθρῶν των, ὅπου ἐπέτρεψες νὰ μεταφερθοῦν ὡς αἰχμάλωτοι, καὶ ἐκεῖ προσευχηθοῦν εἰς σὲ μὲ τὸ πρόσωπον στραμμένον πρὸς τὴν χώραν των, τὴν ὁποίαν ἔδωκες εἰς τοὺς προπάτορές των, καὶ πρὸς τὴν πόλιν (τὴν Ἱερουσαλήμ), τὴν ὁποίαν ἐδιάλεξες, καὶ πρὸς τὸν ἅγιον Ναόν, τὸν ὁποῖον ἔκτισα εἰς τὸ ὄνομά σου·
49 καὶ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου 49 συ θα εισακούσης την προσευχήν των από τον ουρανόν από το πανυπερτέλειον κατοικητήριόν σου 47 τότε Σὺ Θὰ εἰσακούσῃς τὴν προσευχήν των ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὴν μεγαλοπρεπῶς καὶ ἀσαλεύτως ἐτοιμασμένην εἰς τὸν οὐρανὸν ἁγιωτάτην κατοικίαν σου,
50 καὶ ἵλεως ἔσῃ ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, αἷς ἥμαρτόν σοι, καὶ κατὰ πάντα τὰ ἀθετήματα αὐτῶν, ἃ ἠθέτησάν σοι, καὶ δώσεις αὐτοὺς εἰς οἰκτιρμοὺς ἐνώπιον αἰχμαλωτευόντων αὐτούς, καὶ οἰκτειρήσουσιν αὐτούς· 50 και θα γίνης ίλεως δια τας αδικίας, τας οποίας διέπραξαν ενώπιόν σου και γενικώς δι' όλας τας παραβάσεις και τας ανομίας, τας οποίας διέπραξαν ενώπιόν σου. Θα εμβάλης εις τας καρδίας αυτών, που τους αιχμαλώτισαν, συναισθήματα καλωσύνης και ελέους δι' αυτούς και θα τους ευσπλαγχνισθούν. 48 καὶ θὰ φανῇς συγχωρητικὸς καὶ εὐσπλαγχνικὸς εἰς τὶς ἀδικίες των, τὶς ὅποιες ἔπραξαν ἐνώπιόν σου, καὶ εἰς ὅλες γενικῶς τὶς παραβάσεις των (τοῦ νόμου σου), τὶς ὁποῖες παρέβησαν ἐνώπιόν σου, καὶ θὰ ἐμπνεύσῃς συμπάθειαν εἰς τὶς ψυχὲς ἐκείνων, ποὺ τοὺς αἰχμαλώτισαν, ὥστε νὰ τοὺς εὐσπλαγχνισθοῦν καὶ νὰ τοὺς συμπεριφερθοῦν μὲ καλωσύνην.
51 ὅτι λαός σου καὶ κληρονομία σου, οὓς ἐξήγαγες ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐκ μέσου χωνευτηρίου σιδήρου. 51 Τούτο δέ, διότι αυτός ο λαός σου είναι ιδικός σου, είναι κληρονομία σου, αυτοί τους οποίους συ ελευθέρους έβγαλες από την Αίγυπτον, από την σιδηράν κάμινον, εις την οποίαν έλυωναν. 49 Τοῦτο δὲ θὰ συμβῇ, διότι αὐτοί (οἱ Ἰσραηλῖται) εἶναι λαὸς ἰδικός σου καὶ ὑπήκοοι ἰδικοί σου, τοὺς ὁποίους ἐλευθέρωσες καὶ ἔβγαλες ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου, ἀπὸ τὸ χωνευτήριον (τὸ καμίνι) ἐκεῖνο τοῦ σιδήρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλειωναν ἀπὸ τὴν καταπίεσιν καὶ τὰ βάσανα.
52 καὶ ἔστρωσαν οἱ ὀφθαλμοί σου καὶ τὰ ὦτά σου ᾐνεῳγμένα εἰς τὴν δέησιν τοῦ δούλου σου καὶ εἰς τὴν δέησιν τοῦ λαοῦ σου ᾿Ισραὴλ εἰσακούειν αὐτῶν ἐν πᾶσιν, οἷς ἂν ἐπικαλέσωνταί σε, 52 Ας είναι λοιπόν οι οφθαλμοί σου, Κυριε, και τα ώτα σου ανοικτά εις την δέησιν του κάθε Ισραηλίτου και εις την δέησιν όλου του Ισραηλιτικού λαού, δια να εισακούης αυτούς εις όλα, όσα θα σε παρακαλέσουν. 50 Ἂς εἶναι λοιπόν, Κύριε, τὰ μάτιά σου καὶ τὰ αὐτιά σου πάντοτε ἀνοικτὰ καὶ πρόθυμα (νὰ βλέπουν) καὶ νὰ ἀκούουν τὴν θερμὴν ἱκεσίαν τοῦ δούλου σου καὶ τὴν θερμὴν ἱκεσίαν τοῦ λαοῦ σου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ, ὥστε νὰ εἰσακούῃς αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς βοηθῇς εἰς ὅλα, ὅσα σοῦ ζητήσουν μὲ τὴν προσευχήν των·
53 ὅτι σὺ διέστειλας αὐτοὺς σεαυτῷ εἰς κληρονομίαν ἐκ πάντων τῶν λαῶν τῆς γῆς, καθὼς ἐλάλησας ἐν χειρὶ δούλου σου Μωυσῆ ἐν τῷ ἐξαγαγεῖν σε τοὺς πατέρας ἡμῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου, Κύριε Κύριε. 53α Τότε ἐλάλησε Σαλωμὼν ὑπὲρ τοῦ οἴκου, ὡς συνετέλεσε τοῦ οἰκοδομῆσαι αὐτόν, ῞Ηλιον ἐγνώρισεν ἐν οὐρανῷ Κύριος, εἶπε τοῦ κατοικεῖν ἐν γνόφῳ· οἰκοδόμησον οἶκόν μου, οἶκον εὐπρεπῆ σεαυτῷ, τοῦ κατοικεῖν ἐπὶ καινότητος. οὐκ ἰδοὺ αὕτη γέγραπται ἐν βιβλίῳ τῆς ᾠδῆς; 53 Διότι συ εξεχώρισες αυτούς από όλους τους άλλους λαούς της γης, δια να γίνουν ιδική σου κληρονομία, όπως εδήλωσες δια του δούλου σου του Μωϋσέως, όταν, Κυριε, Κυριε, έβγαλες τους προγόνους ημών ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου”. 53α Εις την περίστασιν αυτήν, όταν δηλαδή ο Σολομών απεπεράτωσε την ανοικοδόμησιν του ναού, ωμίλησε δια τον ναόν και είπεν· “Ο Κυριος εν τη σοφία του έθεσε τον ήλιον στον ουρανόν, δια να φωτίζη τους ανθρώπους, ενώ αυτός ο ίδιος κατοικεί στον γνόφον και μένει αόρατος. Αυτός με διέταξε και μου είπε· Οικοδόμησε τον ναόν μου, σεμνόν και ωραίον στους οφθαλμούς μου, δια να κατοικώ στον καινούργιον αυτόν οίκον”. Αυτά δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον εκείνο που ονομάζεται ωδή; 51 διότι Σὺ ὁ ἴδιος τοὺς ἐξεχώρισες ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους λαοὺς τῆς γῆς, ὥστε νὰ εἶναι κληρονομία καὶ ὑπήκοοι ἰδικοί σου, ὅπως τοὺς ἐδήλωσες διὰ τοῦ δούλου σου Μωϋσῆ, ὅταν Σύ, Κύριε Θεέ, ἐλευθέρωνες καὶ ἔβγαζες τοὺς προπάτορές μας ἀπὸ τὴν χώραν τῆς Αἰγύπτου». 53α Ὅταν ὁ Σολομὼν ὠλοκλήρωσε τὸ κτίσιμον τοῦ Ναοῦ, ἐμίλησε δι’ αὐτὸν (τὸν Ναόν) καὶ εἶπεν: «Ὁ Κύριος ἐδημιούργησεν, ἐφανέρωσε καὶ ὥρισε τὸν ἥλιον εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ νὰ φωτίζῃ τοὺς ἀνθρώπους· Αὐτὸς ὅμως ὡς ἀόρατος κατοικεῖ εἰς βαθὺν γνόφον (σκοτεινὸν καὶ ἀνεμῶδες σύννεφον). Μὲ διέταξε δὲ καὶ μοῦ εἶπεν: «Οἰκοδόμησε τὸν ναόν μου, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ὡραιότατος εἰς τὰ μάτια σου, διὰ νὰ κατοικῶ εἰς τὸν καινούργιον αὐτὸν οἶκον. Αὐτὰ (μήπως) δὲν ἔχουν γραφῆ εἰς τὸ βιβλίον, ποὺ ὀνομάζεται ὠδή;».
54 Καὶ ἐγένετο ὡς συνετέλεσε Σαλωμὼν προσευχόμενος πρὸς Κύριον ὅλην τὴν προσευχὴν καὶ τὴν δέησιν ταύτην, καὶ ἀνέστη ἀπὸ προσώπου τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου ὀκλακὼς ἐπὶ τὰ γόνατα αὐτοῦ καὶ αἱ χεῖρες αὐτοῦ διαπεπετασμέναι εἰς τὸν οὐρανόν. 54 Οταν ο Σολομών γονατιστός εμπρός στο θυσιαστήριον του Κυρίου και με τας χείρας υψωμένας προς τον ουρανόν ετελείωσεν όλην την προσευχήν του, την δέησιν αυτήν, ηγέρθη από έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, 52 Ὅταν ὁ Σολομὼν ἐτελείωσε νὰ προσεύχεται ὅλην αὐτὴν τὴν προσευχὴν καὶ τὴν δέησιν πρὸς τὸν Κύριον, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν θέσιν ποὺ εὐρίσκετο ἐμπρὸς εἰς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Κυρίου, ὅπου ἦταν γονατιστὸς καὶ μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα εἰς τὸν οὐρανόν.
55 καὶ ἔστη καὶ εὐλόγησε πᾶσαν ἐκκλησίαν ᾿Ισραὴλ φωνῇ μεγάλῃ λέγων· 55 εστάθη και ευλόγησεν όλην την συγκέντρωσιν των Ισραηλιτών με μεγάλην φωνήν και είπεν· 53 Ἐσηκώθη καὶ ἐστάθη ὄρθιος καὶ εὐλόγησε ὅλην τὴν συγκέντρωσιν τῶν Ἰσραηλιτῶν μὲ ἰσχυρὰν φωνὴν καὶ εἶπε:
56 εὐλογητὸς Κύριος σήμερον, ὃς ἔδωκε κατάπαυσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ ᾿Ισραὴλ κατὰ πάντα, ὅσα ἐλάλησεν· οὐ διεφώνησε λόγος εἷς ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτοῦ τοῖς ἀγαθοῖς, οἷς ἐλάλησεν ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ Μωυσῆ. 56 “ας είναι δοξασμένος ο Κυριος σήμερον, ο οποίος ανέπαυσε τον ισραηλιτικόν του λαόν και επραγματοποίησεν όλα, όσα υπεσχέθη ότι θα κάμη. Καμμία από τας αγαθάς υποσχέσεις, τας οποίας έδωσε δια του Μωϋσέως στον ισραηλιτικόν λαόν, δεν έμεινεν ανεκπλήρωτος. 54 «Δοξασμένος ἂς εἶναι ὁ Κύριος σήμερα, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰρήνην καὶ ἀνάπαυσιν εἰς τὸν λαὸν τοῦ τὸν Ἰσραηλιτικὸν σύμφωνα μὲ ὅλα, ὅσα εἶχεν ὑποσχεθῆ. Οὔτε μία λέξις δὲν ἔμεινεν ἀνεκπλήρωτη, ἀπὸ ὅλες τὶς ἀγαθὲς καὶ γενναῖες ὑποσχέσεις, τὶς ὁποῖες ὑπεσχέθη εἰς τοὺς Ἰσραηλῖτες διὰ τοῦ δούλου του Μωϋσῆ.
57 γένοιτο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν μεθ᾿ ἡμῶν, καθὼς ἦν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν· μὴ ἐγκαταλίποιτο ἡμᾶς μηδὲ ἀποστρέψοιτο ἡμᾶς, 57 Είθε Κυριος ο Θεός ημών να είναι μαζή μας, όπως ήτο μαζή με τους προπάτοράς μας. Είθε να μη αποστρέψη ποτέ το πρόσωπόν του από ημάς και να μη μας εγκαταλείψη. 55 Εἴθε νὰ εἶναι μαζί μας ὁ Κύριος, ὁ Θεός μας, ὅπως ἦταν μαζὶ μὲ τοὺς προπάτορές μας· εἴθε νὰ μὴ μᾶς ἐγκαταλείψῃ ποτὲ καὶ νὰ μὴ μᾶς ἀπαρνηθῇ καὶ ἀποστραφῇ!
58 ἐπικλῖναι καρδίας ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτὸν τοῦ πορεύεσθαι ἐν πάσαις ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ φυλάσσειν πάσας ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ τὰ προστάγματα αὐτοῦ, ἃ ἐνετείλατο τοῖς πατράσιν ἡμῶν. 58 Ας ελκύση τας καρδίας μας προς αυτόν, δια να πορευώμεθα συμφώνως προς τας οδούς αυτού, να τηρούμεν όλας τας εντολάς του και τα προστάγματα του, τα οποία διέταξεν στους προπάτοράς μας. 56 Εἴθε νὰ προσελκύσῃ τὶς καρδιές μας, νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτὲς κλίσιν καὶ θεῖον ἔρωτα πρὸς αὐτόν, ὥστε νὰ βαδίζωμεν εἰς τὸν ἰδικόν του δρόμον μὲ ὑπακοὴν καὶ νὰ τηρῶμεν πάντοτε ὅλες τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς προσταγές (τοὺς νόμους) του, τὶς ὁποῖες ὥρισε καὶ ἔδωκεν εἰς τοὺς προπάτορές μας.
59 καὶ ἔστρωσαν οἱ λόγοι οὗτοι, ὡς δεδέημαι ἐνώπιον Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν, ἐγγίζοντες πρὸς Κύριον Θεὸν ἡμῶν ἡμέρας καὶ νυκτός, τοῦ ποιεῖν τὸ δικαίωμα τοῦ δούλου σου καὶ τὸ δικαίωμα λαοῦ ᾿Ισραὴλ ρῆμα ἡμέρας ἐν ἡμέρᾳ ἐνιαυτοῦ, 59 Οι ικευτικοί αυτοί λόγοι, τους οποίους ως δέησιν απηύθυνα προς τον Κυριον και Θεόν μας, ας είναι ενώπιον Κυρίου του Θεού μας ημέραν και νύκτα ως δίκαιον αίτημα εμού του δούλου σου, αλλά και όλου του Ισραηλιτικού λαού καθ' όλας τας ημέρας του έτους, 57 Εἴθε τὰ λόγια αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνα τὴν δέησιν ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας, νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ φθάνουν εἰς τὸν Κύριον, τὸν Θεόν μας, ἡμέραν καὶ νύκτα, ὥστε Ἐκεῖνος νὰ ἐκπληρώνῃ τὸ δίκαιον αἴτημα τοῦ δούλου του καὶ τὰ δίκαια αἰτήματα ὅλου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ πάντοτε, καθ' ὅλον τὸ ἔτος, ἀνάλογα μὲ τὶς καθημερινές των ἀνάγκες.
60 ὅπως γνῶσιν πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεός, αὐτὸς Θεὸς καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι. 60 δια να μάθουν όλοι οι λαοί της γης ότι Κυριος ο Θεός ημών αυτός είναι ο αληθινός Θεός, και δεν υπάρχει άλλος πλην αυτού. 58 Εἴθε νὰ γίνουν ὅλα αὐτά, ὥστε νὰ γνωρίσουν ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς, ὅτι ὁ Κύριος καὶ Θεὸς εἶναι ὁ μόνος πραγματικὸς καὶ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον ἄλλος θεὸς ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν.
61 καὶ ἔστρωσαν οἱ καρδίαι ἡμῶν τέλειαι πρὸς Κύριον Θεὸν ἡμῶν καὶ ὁσίως πορεύεσθαι ἐν τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ καὶ φυλάσσειν ἐντολὰς αὐτοῦ ὡς ἡ ἡμέρα αὕτη. 61 Αι καρδίαι μας ας είναι αγνοί και καθαραί προς Κυριον τον Θεόν μας, ώστε να πορευώμεθα με οσιότητα σύμφωνα με τα προστάγματά του και να φυλάσσωμεν τας εντολάς του, όπως γίνεται κατά την ημέραν αυτήν”. 59 Εἴθε νὰ εἶναι οἱ καρδιές μας ἐξολοκλήρου καθαρές, ἀληθινὲς καὶ εἰλικρινεῖς ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας, ὥστε νὰ βαδίζωμεν μὲ ὁσιότητα σύμφωνα μὲ τὶς προσταγές (τοὺς νόμους) του καὶ νὰ τηρῶμεν μὲ ἀκρίβειαν καὶ ὑπακοὴν τὶς ἐντολές του, ὅπως γίνεται καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτήν».
62 Καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἔθυσαν θυσίαν ἐνώπιον Κυρίου. 62 Ο βασιλεύς και όλοι οι Ισραηλίται προσέφεραν κατά την ημέραν εκείνην θυσίας ενώπιον του Κυρίου. 60 Ὁ βασιλιᾶς καὶ μαζί του ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς προσέφεραν θυσίες ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
63 καὶ ἔθυσεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν τὰς θυσίας τῶν εἰρηνικῶν, ἃς ἔθυσε τῷ Κυρίῳ, βοῶν δύο καὶ εἴκοσι χιλιάδας καὶ προβάτων ἑκατὸν καὶ εἴκοσι χιλιάδας· καὶ ἐνεκαίνισε τὸν οἶκον Κυρίου ὁ βασιλεὺς καὶ πάντες οἱ υἱοὶ ᾿Ισραήλ. 63 Ο Σολομών προσέφερεν ειρηνικάς θυσίας προς τον Κυριον εικοσιδύο χιλιάδες βόδια, εκατόν είκοσι χιλιάδες πρόβατα και εγκαινίασε ναόν του Κυρίου ο βασιλεύς και όλοι οι Ισραηλίται μαζή με αυτόν. 61 Ὁ βασιλιᾶς Σολομὼν ἐθυσίασε θυσίες εἰρηνικές, τὶς ὁποῖες προσέφερεν εἰς τὸν Κύριον. Ἐθυσίασεν εἴκοσι δύο χιλιάδες (22.000) βόδια καὶ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδες (120.000) πρόβατα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγκαινίασε τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου ὁ βασιλιᾶς καὶ μαζί του ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖται.
64 τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἡγίασεν ὁ βασιλεὺς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς τὸ κατὰ πρόσωπον τοῦ οἴκου Κυρίου· ὅτι ἐποίησεν ἐκεῖ τὴν ὁλοκαύτωσιν καὶ τὰς θυσίας καὶ τὰ στέατα τῶν εἰρηνικῶν, ὅτι τὸ θυσιαστήριον τὸ χαλκοῦν τὸ ἐνώπιον Κυρίου μικρόν· τοῦ μὴ δύνασθαι τὴν ὁλοκαύτωσιν καὶ τὰς θυσίας τῶν εἰρηνικῶν ὑπενεγκεῖν. 64 Κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν ηγίασεν ο βασιλεύς την εσωτερικήν αυλήν, η οποία ευρίσκεται εμπρός στον ναόν του Κυρίου. Διότι εκεί προσέφερε τας θυσίας των ολοκαυτωμάτων, τας αναιμάκτους θυσίας και τα επί των ειρηνικών θυσιών, επειδή το χαλκούν θυσιαστήριον, που ευρίσκετο ενώπιον του ναού του Κυρίου, ήτο μικρόν και δεν επαρκούσε δια την προσφοράν των ολοκαυτωμάτων και των ειρηνικών θυσιών. 62 Ἐπίσης τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν ὁ βασιλιᾶς ἐκαθάγιασε τὸ κέντρον τῆς αὐλῆς, ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου. Διότι ἐκεῖ προσέφερε τὶς θυσίες τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ τὶς ἀναίμακτες θυσίες καὶ τὰ λίπη (τὰ λιπαρὰ κομμάτια) τῶν εἰρηνικῶν θυσιῶν, ἐπειδὴ τὸ χάλκινον θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων, ποὺ εὑρίσκετο ἐμπρὸς εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου, ἦταν πολὺ μικρὸν καὶ δὲν ἐπαρκοῦσε, ὥστε νὰ χωρέσῃ καὶ ὅλες αὐτὲς τὶς θυσίες τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ τὶς ἀναίμακτες θυσίες καὶ τὶς εἰρηνικές.
65 καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν τὴν ἑορτὴν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ μετ᾿ αὐτοῦ, ἐκκλησία μεγάλη ἀπὸ τῆς εἰσόδου ῾Ημὰθ ἕως ποταμοῦ Αἰγύπτου, ἐνώπιον Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν ἐν τῷ οἴκῳ, ᾧ ᾠκοδόμησεν, ἐσθίων καὶ πίνων καὶ εὐφραινόμενος ἐνώπιον Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν ἑπτὰ ἡμέρας. 65 Ο Σολομών κατά την ημέραν εκείνην των εγκαινίων ετέλεσε και την εορτήν της Σκηνοπηγίας και μαζή με αυτόν όλος ο ισραηλιτικός λαός. Ητο μεγάλη συγκέντρωσις ανθρώπων, οι οποίοι ήλθον από βορρά μεν από την είσοδον της Ημάθ, από δε νότου μέχρι και από τον ποταμόν, που υπάρχει εις τα όρια της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Αυτοί συνεκεντρώθησαν ενώπιον Κυρίου του Θεού μας στον ναόν, τον οποίον οικοδόμησαν. Ολοι δε έτρωγαν και έπιναν και ευφραίνοντο ενώπιον Κυρίου του Θεού μας επί επτά κατά συνέχειαν ημέρας. 63 Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῶν ἐγκαινίων ὁ Σολομὼν ἑώρτασε καὶ τὴν ἑορτὴν τῆς Σκηνοπηγίας, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὸν καὶ ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός. Ὁ λαὸς ἀποτελοῦσε μίαν μεγάλην συγκέντρωσιν πλήθους, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἀπὸ τὴν περιοχὴν ποὺ εὑρίσκετο εἰς τὴν εἴσοδον Ἡμάθ (εἰς τὸ βορειότερον ἄκρον τῆς Παλαιστίνης) μέχρι τὸν ποταμὸν τῆς Αἰγύπτου (εἰς τὸ νοτιώτερον ἄκρον τῆς Παλαιστίνης). Ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος συνεκεντρώθη ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας εἰς τὸν Ναόν, τὸν ὁποῖον ἔκτισαν. Τὰ δὲ πλήθη, ποὺ εἶχαν συγκεντρωθῆ, ἔτρωγαν καὶ ἔπιναν καὶ ἐχαίροντο ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ μας ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες.
66 καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἐξαπέστειλε τὸν λαὸν καὶ εὐλόγησαν τὸν βασιλέα, καὶ ἀπῆλθεν ἕκαστος εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ χαίροντες καὶ ἀγαθῇ καρδίᾳ ἐπὶ τοῖς ἀγαθοῖς, οἷς ἐποίησε Κύριος τῷ Δαυὶδ δούλῳ αὐτοῦ καὶ τῷ ᾿Ισραὴλ λαῷ αὐτοῦ. 66 Κατά την ογδόην ημέραν ο βασιλεύς απέλυσε τον λαόν, δια να αναχωρήσουν, και ο λαός εδόξασε τον βασιλέα. Καθένας από τους Ισραηλίτας επανήλθεν εις την κατοικίαν του χαίρων και με ευφραινομένην την καρδίαν δια τα αγαθά, που ο Κυριος έδωσεν στον δούλον του Δαυίδ και στον λαόν του τον ισραηλιτικόν. 64 Κατὰ δὲ τὴν ὀγδόην ἡμέραν ὁ Σολομὼν ἀπέλυσε τὸν λαὸν διὰ νὰ ἀναχωρήσῃ, ὁ δὲ λαὸς ἐδόξασε τὸν βασιλιᾶ, ἐζητωκραύγασεν ὑπὲρ τῆς εὐτυχίας του καὶ τὸν εὐχαρίστησε. Καὶ κάθε Ἰσραηλίτης ἀνεχώρησε διὰ τὸ σπίτι του εὐτυχισμένος καὶ χαρούμενος καὶ μὲ καρδιὰ γεμᾶτην ἀγαλλίασιν διὰ ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ τὶς εὐλογίες, ποὺ ὁ Κύριος ἐχάρισεν εἰς τὸν Δαβίδ, τὸν δοῦλον του, καὶ εἰς τοὺς Ἰσραηλῖτες, τὸν περιούσιον λαόν του.