Δευτέρα, 20 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:12
Δύση: 20:33
Σελ. 12 ημ.
141-225
16ος χρόνος, 5938η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ' - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 (Θ)


 
 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΚΑΙ ἐγενήθη ὡς συνετέλεσε Σαλωμὼν οἰκοδομεῖν τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ πᾶσαν τὴν πραγματείαν Σαλωμών, ὅσα ἠθέλησε ποιῆσαι, 1 Οταν ο Σολομών έφερεν εις πέρας την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου και του βασιλικού του ανακτόρου και γενικώς όλα τα άλλα οικοδομήματα, που ηθέλησε να κάμη, 1 Όταν ὁ Σολομὼν ὠλοκλήρωσε τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ βασιλικοῦ ἀνακτόρου καὶ γενικῶς ὅλων τῶν οἰκοδομημάτων, ποὺ ἡθέλησε νὰ οἰκοδομήσῃ,
2 καὶ ὤφθη Κύριος τῷ Σαλωμὼν δεύτερον, καθὼς ὤφθη ἐν Γαβαών, 2 ο Κυριος παρουσιάσθη εις αυτόν δευτέραν φοράν, όπως είχε παρουσιασθή δια πρώτην φοράν εις την Γαβαών, 2 ὁ Κύριος παρουσιάσθη μὲ θεῖον καὶ ἱερὸν καὶ ὑπερφυσικὸν ὄνειρον εἰς τὸν Σολομῶντα (ἐνῷ ἐκοιμᾶτο) διὰ δευτέραν φοράν, ὅπως τοῦ παρουσιάσθη προηγουμένως (διὰ πρώτην φορὰν) εἰς τὴν Γαβαών,
3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Κύριος· ἤκουσα τῆς φωνῆς τῆς προσευχῆς σου καὶ τῆς δεήσεώς σου, ἧς ἐδεήθης ἐνώπιόν μου· πεποίηκά σοι κατὰ πᾶσαν τὴν προσευχήν σου, ἡγίακα τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ᾠκοδόμησας τοῦ θέσθαι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ἔσονται οἱ ὀφθαλμοί μου ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία μου πάσας τὰς ἡμέρας. 3 και είπε προς αυτόν· “ήκουσα τα λόγια της προσευχής και της δεήσεώς σου, την οποίαν απηύθυνες προς εμέ. Εξεπλήρωσα όσα μου είχες ζητήσει. Ηγίασα τον ναόν τούτον, τον οποίον οικοδόμησες, δια να δοξάζεται εκεί αιωνίως το όνομά μου και θα είναι εστραμμένοι οι οφθαλμοί μου και η καρδία μου προς τα εκεί πάντοτε. 3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἄκουσα τὴν φωνὴν τῆς προσευχῆς σου καὶ τῶν ἱκετευτικῶν παρακλήσεών σου, τὶς ὁποῖες ἀπηύθυνες πρὸς ἐμέ. Ἐπρόσεξα καὶ ἰκανοποίησα ὅλα τὰ αἰτήματα, ποὺ μοῦ ἐζήτησες εἰς τὴν προσευχήν σου: Ἁγίασα, ἐξεχώρισα τὸν Ναὸν αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἔκτισες καὶ ἀφιέρωσες εἰς ἐμέ, διὰ νὰ δοξάζεται καὶ νὰ λατρεύεται εἰς αὐτὸν αἰωνίως τὸ Ὄνομά μου· εἰς αὐτὸν τὸν Ναὸν θὰ εἶναι πάντοτε στραμμένοι οἱ ὀφθαλμοί μου καὶ ἡ καρδιά μου.
4 καὶ σὺ ἐὰν πορευθῇς ἐνώπιον ἐμοῦ, καθὼς ἐπορεύθη Δαυὶδ ὁ πατήρ σου, ἐν ὁσιότητι καρδίας καὶ ἐν εὐθύτητι καὶ τοῦ ποιεῖν κατὰ πάντα, ἃ ἐνετειλάμην αὐτῷ, καὶ τὰ προστάγματά μου καὶ τὰς ἐντολάς μου φυλάξῃς, 4 Εάν δε συ πορευθής ενώπιόν μου, όπως έζησε και επορεύθη ο πατήρ σου Δαυίδ, με οσιότητα καρδίας, με ειλικρίνειαν και ευθύτητα, δια να τηρής όλα όσα παρήγγειλα προς εκείνον και να εφαρμόζης τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου, 4 Σὺ δὲ ἐὰν συμπεριφερθῇς ἀπέναντί μου, ὅπως εἶχε συμπεριφερθῆ ὁ Δαβίδ, ὁ πατέρας σου, μὲ ἀφοσίωσιν καρδίας καὶ εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν, καὶ ἐὰν ἐφαρμόζῃς μὲ ἀκρίβειαν ὅλα ὅσα τὸν εἶχα διατάξει, καὶ φυλάττῃς ὅλα τὰ προστάγματα καὶ τοὺς νόμους μου καὶ ὑπακούῃς εἰς ὅλες τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς ἀποφάσεις μου,
5 καὶ ἀναστήσω τὸν θρόνον τῆς βασιλείας σου ἐν ᾿Ισραὴλ εἰς τὸν αἰῶνα, καθὼς ἐλάλησα Δαυὶδ πατρί σου λέγων· οὐκ ἐξαρθήσεταί σοι ἀνὴρ ἡγούμενος ἐν ᾿Ισραήλ. 5 εγώ θα δοξάσω και θα στερεώσω τον θρόνον της βασιλείας σου επί του ισραηλιτικού λαού αιωνίως, όπως υπεσχέθην στον πατέρα σου τον Δαυίδ λέγων, ότι δεν θα λείψη απόγονός σου άρχων επί του ισραηλιτικού λαού. 5 τότε καὶ ἐγὼ θὰ στερεώσω τὸν βασιλικόν σου θρόνον μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν αἰωνίως, ὅπως εἶχα ὑποσχεθῇ εἰς τὸν Δαβίδ, τὸν πατέρα σου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπα: «Δὲν θὰ λείψῃ ποτὲ ἀπόγονός σου (διάδοχός σου) ἀπὸ τὸν βασιλικὸν θρόνον σου (ἐπί) τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ».
6 ἐὰν δὲ ἀποστραφέντες ἀποστραφῆτε ὑμεῖς καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ μὴ φυλάξητε τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰ προστάγματά μου, ἃ ἔδωκε Μωυσῆς ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ πορευθῆτε καὶ δουλεύσητε θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσητε αὐτοῖς, 6 Εάν όμως αποστραφήτε και απομακρυνθήτε από εμέ σεις και τα παιδιά σας και δεν φυλάξετε τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου, τα οποία έδωκεν ο Μωϋσής ενώπιόν σας, και πορευθήτε να λατρεύσετε άλλους θεούς και προσκυνήσετε αυτούς, 6 Ἐὰν ὅμως ἀποστραφῆτε ἀπὸ ἐμὲ σεῖς καὶ οἱ ἀπόγονοί σας καὶ δὲν φυλάξετε τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς ἀποφάσεις μου, τὰ προστάγματα καὶ τοὺς νόμους μου, ποὺ ἔδωκεν εἰς σᾶς ὁ Μωϋσῆς (κατ ἐντολὴν ἰδικήν μου), καὶ προχωρήσετε καὶ λατρεύσετε ἄλλους θεοὺς καὶ προσκυνήσετε αὐτούς,
7 καὶ ἐξαρῶ τὸν ᾿Ισραὴλ ἀπὸ τῆς γῆς ἣν ἔδωκα αὐτοῖς, καὶ τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ἡγίασα τῷ ὀνόματί μου, ἀπορρίψω ἐκ προσώπου μου, καὶ ἔσται ᾿Ισραὴλ εἰς ἀφανισμὸν καὶ εἰς λάλημα εἰς πάντας τοὺς λαούς. 7 εγώ θα ξερριζώσω τον ισραηλιτικόν λαόν από την γην, την οποίαν έχω δώσει εις αυτούς· και τον ναόν, τον οποίον αφιέρωσα στο όνομά μου, θα τον απορρίψω από το πρόσωπόν μου. Ο ισραηλιτικός λαός θα εξαφανισθή από την πατρίδα του και θα γίνη περίγελως μεταξύ όλων των λαών της γης. 7 τότε καὶ ἐγὼ θὰ ξερριζώσω τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαὸν ἀπὸ τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἔδωκα· αὐτὸν δὲ τὸν Ναόν, τὸν ὁποῖον ἁγίασα καὶ ἀφιέρωσα εἰς τὸ Ὄνομά μου, θὰ τὸν ἀπορρίψω καὶ θὰ τὸν ἀποδιώξω ἀπὸ τὸ πρόσωπόν μου· καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς θὰ ἀφανισθῇ καὶ θὰ γίνῃ ἀντικείμενον εἰρωνείας, ἐμπαιγμοῦ καὶ χλεύης μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνῶν.
8 καὶ ὁ οἶκος οὗτος ἔσται ὁ ὑψηλός, πᾶς ὁ διαπορευόμενος δι᾿ αὐτοῦ ἐκστήσεται καὶ συριεῖ καὶ ἐροῦσιν· ἕνεκεν τίνος ἐποίησε Κύριος οὕτως τῇ γῇ ταύτῃ καὶ τῷ οἴκῳ τούτῳ; 8 Ο δε μεγαλοπρεπής και υψηλός αυτός ναός θα έλθη εις τέτοιο κατάντημα, ώστε καθένας, που θα διέρχεται από εμπρός του, θα εκπλήσσεται, θα συρίζη δε εις έκφρασιν απορίας και θα λέγη· Δια ποίαν αιτίαν ο Κυριος έστειλεν αυτό το κακόν εις την γην αυτήν και εις αυτόν τον ναόν; 8 Ὁ μεγαλοπρεπὴς αὐτὸς Ναός, ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι ὑψηλός (διότι εἶναι κτισμένος εἰς τὸν λόφον Μορία), ἐπίσημος καὶ φημισμένος, θὰ ἐρειπωθῇ τόσον πολύ, ὥστε ὅποιος θὰ περνᾷ ἀπὸ δίπλα του, θὰ ἐκπλήσσεται, θὰ σφυρίζῃ, θὰ διερωτᾶται γεμᾶτος ἀπορίαν καὶ θὰ λέγῃ: «Διὰ ποῖον λόγον ὁ Κύριος ἐτιμώρησε ἔτσι τὴν χώραν αὐτὴν καὶ ἐρήμωσεν ἔτσι τὸν Ναὸν αὐτόν;»
9 καὶ ἐροῦσιν· ἀνθ᾿ ὧν ἐγκατέλιπον Κύριον Θεὸν αὐτῶν, ὃς ἐξήγαγε τοὺς πατέρας αὐτῶν ἐξ Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας, καὶ ἀντελάβοντο θεῶν ἀλλοτρίων καὶ προσεκύνησαν αὐτοῖς καὶ ἐδούλευσαν αὐτοῖς, διὰ τοῦτο ἐπήγαγε Κύριος ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν κακίαν ταύτην. Τότε ἀνήγαγε Σαλωμὼν τὴν θυγατέρα Φαραὼ ἐκ πόλεως Δαυὶδ εἰς οἶκον αὐτοῦ, ὃν ᾠκοδόμησεν ἑαυτῷ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις. 9 Θα τους δίδεται δε η απάντησις· Επειδή εγκατέλιπαν Κυριον τον Θεόν των, ο οποίος τους έβγαλεν ελευθέρους από την Αίγυπτον, από την χώραν της δουλείας, και παρεδέχθησαν ξένους θεούς και προσεκύνησαν αυτούς και υπεδουλώθησαν εις αυτούς, δια τούτο έστειλεν ο Κυριος εναντίον των αυτήν την τιμωρίαν”. Τοτε ο Σολομών οδήγησε την θυγατέρα του Φαραώ από την πόλιν Δαυίδ στο ανάκτορόν του, το οποίον οικοδόμησε δια τον εαυτόν του κατά τας ημέρας εκείνας. 9 Εἰς αὐτὸ τὸ γεμᾶτον ἀπορίαν ἐρώτημα θὰ τοὺς ἀπαντοῦν: «Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν, διότι (οἱ Ἰσραηλῖται) ἐγκατέλειψαν Κύριον τὸν Θεόν των, ὁ ὁποῖος ἐλευθέρωσε καὶ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον τοὺς προπάτορές των ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς δουλείας, καὶ διότι ὑπετάγησαν καὶ ἀφωσιώθηκαν εἰς ξένους (εἰδωλολατρικούς) θεοὺς καὶ τοὺς ἐπροσκύνησαν καὶ τοὺς ἐλάτρευσαν· διὰ τοῦτο ὁ Κύριος ἐπροξένησε καὶ ἔσυρεν ἐπάνω τους ὅλην αὐτὴν τὴν μεγάλην συμφοράν», Τότε ὁ Σολομὼν ὠδήγησε τὴν θυγατέρα τοῦ Φαραώ (ποὺ εἶχε νυμφευθῆ) ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Δαβὶδ εἰς τὸ παλάτι του, τὸ ὁποῖον εἶχε κτίσει διὰ τὸν ἑαυτόν του κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
10 Εἴκοσιν ἔτη ἐν οἷς ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν τοὺς δύο οἴκους, τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως, 10 Εις διάστημα είκοσιν ετών οικοδόμησεν ο Σολομών τα δύο κτιριακά συγκροτήματα, τον ναόν του Κυρίου και το βασιλικόν του ανάκτορον. 10 Ὁ Σολομὼν ἐχρειάσθη εἴκοσι ἔτη διὰ νὰ ἀνοικοδομήσῃ τὰ δύο οἰκοδομήματα, τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου καὶ τὸ βασιλικὸν ἀνάκτορον.
11 Χιρὰμ ὁ βασιλεὺς Τύρου ἀντελάβετο τοῦ Σαλωμὼν ἐν ξύλοις κεδρίνοις καὶ ἐν ξύλοις πευκίνοις καὶ ἐν χρυσίῳ καὶ ἐν παντὶ θελήματι αὐτοῦ. τότε ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς τῷ Χιρὰμ εἴκοσι πόλεις ἐν τῇ γῇ τῇ Γαλιλαίᾳ. 11 Ο Χιράμ, ο βασιλεύς της Τυρου, εβοήθησε τον Σολομώντα με κέδρινα ξύλα και με ξύλα από πεύκην, με χρυσόν και με ο,τι άλλο ηθέλησεν ο Σολομών. Τοτε ο βασιλεύς Σολομών έδωσεν στον Χιράμ είκοσι πόλεις εις την Γαλιλαίαν. 11 Ὁ δὲ Χιράμ, ὁ βασιλιᾶς τῆς Τύρου, ἐβοήθησε τὸν Σολομῶντα μὲ ξυλείαν ἀπὸ κέδρους καὶ μὲ ξυλείαν ἀπὸ πεῦκα καὶ μὲ χρυσάφι καὶ μὲ ὅ,τι ἄλλο ἠθέλησεν ὁ Σολομών. Τότε ὁ βασιλιᾶς Σολομὼν ἔδωκεν εἰς τὸν Χιρὰμ εἴκοσι πόλεις εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Γαλιλαίας.
12 καὶ ἐξῆλθε Χιρὰμ ἐκ Τύρου καὶ ἐπορεύθη εἰς τὴν Γαλιλαίαν τοῦ ἰδεῖν τὰς πόλεις, ἃς ἔδωκεν αὐτῷ Σαλωμών, καὶ οὐκ ἤρεσαν αὐτῷ· 12 Ο δε Χιράμ εβγήκεν από την Τυρον και επορεύθη, προς την Γαλιλαίαν, δια να ίδη τας πόλεις, τας οποίας του έδωσεν ο Σολομών και αι οποίαι δεν του ήρεσαν. 12 Ὁ Χιρὰμ ἐβγῆκε ἀπὸ τὴν Τυρὸν καὶ ἐπῆγε εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Γαλιλαίας διὰ νὰ ἰδῇ τὶς πόλεις, τὶς ὁποῖες τοῦ ἔδωκεν ὁ Σολομών· οἱ πόλεις ὅμως αὐτὲς δὲν τοῦ ἄρεσαν.
13 καὶ εἶπε· τί αἱ πόλεις αὗται, ἃς ἔδωκάς μοι, ἀδελφέ; καὶ ἐκάλεσεν αὐτὰς ῞Οριον ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης. 13 Ο Χιράμ είπε τότε προς τον Σολομώντα· “τι πόλεις είναι αύται, τας οποίας μου έδωσες, αδελφέ μου; Ωνόμασε δε αυτάς “Οριον” και έτσι αυταί ονομάζονται μέχρι της ημέρας αυτής. 13 Δι’ αὐτὸ παραπονούμενος εἶπεν εἰς τὸν Σολομῶντα: «Τί εἴδους πόλεις εἶναι αὐτές, ποὺ μοῦ ἔδωκες, ἀδελφέ;» Ὠνόμασε δὲ τὶς πόλεις ἐκεῖνες «Ὅριον», ἔτσι δὲ ὀνομάζονται οἱ πόλεις αὐτὲς μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ γράφονται οἱ γραμμὲς αὐτές.
14 καὶ ἤνεγκε Χιρὰμ τῷ Σαλωμὼν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι τάλαντα χρυσίου 14 Ο Χιράμ έφερε και προσέφερε προς τον Σολομώντα εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου. 14 Ὁ Χιρὰμ προσέφερεν εἰς τὸν Σολομῶντα ἑκατὸν εἴκοσι (120) τάλαντα χρυσοῦ.
26 καὶ ναῦν ὑπὲρ οὗ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἐν Γασιὼν Γαβὲρ τὴν οὖσαν ἐχομένην Αἰλὰθ ἐπὶ τοῦ χείλους τῆς ἐσχάτης θαλάσσης ἐν γῇ ᾿Εδώμ. 26 Εδωσεν επίσης στον Σολομώντα ναυτικόν, δια το οποίον ο βασιλεύς κατεσκεύασε ναύσταθμον εις Γασιών Γαβέρ, που ευρίσκεται πλησίον της Αιλάθ, εις την παραλίαν της Ερυθράς Θαλάσσης παρά την περιοχήν της Ιδουμαίας. 26 Ὁ Χιρὰμ προσέφερεν ἐπίσης εἰς τὸν Σολομῶντα καὶ ναυτικόν, χάριν τοῦ ὁποίου ὁ βασιλιᾶς Σολομὼν κατεσκεύασε ναύσταθμον εἰς τὴν Γασιὼν Γαβέρ, ἡ ὁποία εἶναι κοντὰ εἰς τὴν Αἰλάθ (εἰς τὸν κόλπον τῆς Ἄκαμπα), εἰς τὰ παράλια τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ἡ ὁποία εὐρίσκεται εἰς τὸ κάτω μέρος (τὰ νότια) τῆς Ἰδουμαίας.
27 καὶ ἀπέστειλε Χιρὰμ ἐν τῇ νειὶ τῶν παίδων αὐτοῦ ἄνδρας ναυτικοὺς ἐλαύνειν εἰδότας θάλασσαν μετὰ τῶν παίδων Σαλωμών. 27 Δια την επάνδρωσιν δε του ναυτικού τούτου έστειλεν ο Χιράμ από το ιδικόν του ναυτικόν πλήρωμα, ανθρώπους, οι οποίοι εγνώριζαν την θάλασσαν και την τέχνην της ναυσιπλοΐας. Αυτοί ήσαν μαζή με το πλήρωμα των ανδρών του Σολομώντος. 27 Ὁ Χιρὰμ ἔστειλεν ἐπίσης διὰ τὸ ναυτικὸν αὐτὸ ὡς πλήρωμα ἄνδρες ἀπὸ τοὺς ἰδικούς του πεπειραμένους· ναυτικούς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐξοικειωμένοι μὲ τὴν θάλασσαν καὶ εἶχαν ναυτικὲς γνώσεις· αὐτοὶ εἶχαν ἐπανδρώσει τὰ πλοῖα μαζὶ μὲ τοὺς ἄνδρες τοῦ Σολομῶντος.
28 καὶ ἦλθον εἰς Σωφηρὰ καὶ ἔλαβον ἐκεῖθεν χρυσίου ἑκατὸν εἴκοσι τάλαντα καὶ ἤνεγκαν τῷ βασιλεῖ Σαλωμών. 28 Το ναυτικόν τούτο έπλευσεν εις Σωφηρά και έλαβεν από εκεί εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσού, τα οποία έφεραν στον Σολομώντα. 28 Τὸ ναυτικὸν τοῦτο ἔπλευσεν εἰς Σωφηρὰ καὶ παρέλαβεν ἀπὸ ἐκεῖ ἑκατὸν εἴκοσι (120) τάλαντα χρυσάφι καὶ τὸ ἔφεραν εἰς τὸν βασιλιᾶ Σολομῶντα.