Κυριακή, 26 Μαΐου 2024
Ανατ: 06:08
Δύση: 20:38
Σελ. 18 ημ.
147-219
16ος χρόνος, 5944η ημέρα
Έκδοση: 4η
Χριστὸς Ἀνέστη!

ΤΩΒΙΤ - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 (Η)


 
 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ


 
Μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα Ερμηνευτική απόδοση Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα Ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
1 ΟΤΕ δὲ συνετέλεσαν δειπνοῦντες, εἰσήγαγον Τωβίαν πρὸς αὐτήν. 1 Οταν ετελείωσαν το φαγητόν των, ωδήγησαν τον Τωβίαν προς την Σαρραν. 1 Όταν δὲ ἐτελείωσαν τὸ δεῖπνον, ὠδήγησαν τὸν Τωβίαν εἰς τὸ δωμάτιον τῆς Σάρρας.
2 ὁ δὲ πορευόμενος ἐμνήσθη τῶν λόγων Ραφαὴλ καὶ ἔλαβε τὴν τέφραν τῶν θυμιαμάτων καὶ ἐπέθηκε τὴν καρδίαν τοῦ ἰχθύος καὶ τὸ ἧπαρ καὶ ἐκάπνισεν. 2 Ο Τωβίας, όταν εισήλθεν στον κοιτώνα, ενεθυμήθη τα λόγια του Ραφαήλ. Επήρε το θυμιατήρι, επάνω στο οποίον υπήρχον ακόμη οι άνθρακες των θυμιαμάτων, έβαλεν επάνω εις αυτούς την καρδίαν και το συκώτι του ψαριού, από τα οποία και εξήλθε καπνός. 2 Καὶ καθὼς ἐπήγαινε πρὸς τὸ δωμάτιον ὁ Τωβίας, ἐνεθυμήθη αὐτά, ποὺ τοῦ εἶπεν ὁ ἄγγελος Ραφαήλ, καὶ ἐπῆρε τὸ θυμιατήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε στάχτη καὶ φωτιά, καὶ ἔβαλεν εἰς αὐτὸ τὴν καρδιὰν καὶ τὸ συκῶτι τοῦ ψαριοῦ καὶ ἐκάπνισε μὲ αὐτὰ τὸ δωμάτιον.
3 ὅτε δὲ ὠσφράνθη τὸ δαιμόνιον τῆς ὀσμῆς, ἔφυγεν εἰς τὰ ἀνώτατα Αἰγύπτου καὶ ἔδησεν αὐτὸ ὁ ἄγγελος. 3 Οταν δε το πονηρόν δαιμόνιον ωσφράνθη την οσμήν του καπνού αυτού, έφυγεν εις τα ανώτατα μέρη της Αιγύπτου, ο δε άγγελος Κυρίου το έδεσε. 3 Μόλις δὲ ὠσφρανθη τὴν ὀσμὴν αὐτὴν τὸ δαιμόνιον, ἔφυγεν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ ἀνώτατα μέρη τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐκεῖ, εἰς τὴν ἔρημον, τὸ ἔδεσεν ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου.
4 ὡς δὲ συνεκλείσθησαν ἀμφότεροι, ἀνέστη Τωβίας ἀπὸ τῆς κλίνης καὶ εἶπεν· ἀνάστηθι, ἀδελφή, καὶ προσευξώμεθα, ἵνα ἐλεήσῃ ἡμᾶς ὁ Κύριος. 4 Οταν οι νεόνυμφοι εκλείσθησαν στον νυμφικόν των κοιτώνα, εσηκώθη ο Τωβίας από την κλίνην και είπε· “οήκω επάνω, αδελφή, και ας προσευχηθώμεν να μας ελεήση ο Κυριος”. 4 Ὅταν δὲ ἐκλείσθηκαν οἱ δύο νεόνυμφοι εἰς τὸ δωμάτιόν των, ἐσηκώθη ἀπὸ τὸ κρεββάτι ὁ Τωβίας καὶ εἶπε: Σήκω, ἀδελφή μου, καὶ ἂς προσευχηθῶμεν διὰ να μᾶς εὐσπλαγχνισθῇ ὁ Κύριος.
5 καὶ ἤρξατο Τωβίας λέγειν· εὐλογητὸς εἶ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ εὐλογητὸν τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον καὶ ἔνδοξον εἰς τοὺς αἰῶνας· εὐλογησάτωσάν σε οἱ οὐρανοὶ καὶ πᾶσαι αἱ κτίσεις σου. 5 Ο Τωβίας ήρχισε να λέγη την προσευχήν του. “Δοξασμένος είσαι συ, Κυριε, ο Θεός των πατέρων ημών, ευλογημένον και ένδοξον το άγιον όνομά σου στους αιώνας. Σε ας δοξάζουν πάντοτε οι ουρανοί και όλα τα κτίσματά σου. 5 Καὶ ἄρχισε τὴν προσευχὴν ὁ Τωβίας καὶ εἶπεν: Εἶσαι δοξασμένος, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, καὶ πρέπει νὰ εὐλογῆται τὸ ὄνομά Σου, τὸ ἅγιον καὶ ἔνδοξον, εἰς τοὺς αἰῶνας. Εἴθε νὰ Σὲ δοξάζουν οἱ οὐρανοὶ καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματά Σου.
6 σὺ ἐποίησας ᾿Αδὰμ καὶ ἔδωκας αὐτῷ βοηθὸν Εὔαν στήριγμα τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· ἐκ τούτων ἐγεννήθη τὸ ἀνθρώπων σπέρμα. σὺ εἶπας· οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον, ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν ὅμοιον αὐτῷ. 6 Συ, Κυριε, έπλασες τον Αδάμ και έδωκες εις αυτόν ως βοηθόν και στήριγμα την Εύαν, την σύζυγόν του. Από αυτούς εγεννήθη το γένος των ανθρώπων. Διότι, Κυριε, συ είπες· δεν είναι καλόν να είναι ο άνθρωπος μόνος, ας κάμωμεν δι' αυτόν βοηθόν άλλον όμοιον προς αυτόν. 6 Σύ, Κύριε, ἔπλασες τὸν Ἀδὰμ καὶ τοῦ ἔδωσες ὡς βοηθὸν καὶ στήριγμά του τὴν γυναῖκα του Εὔαν. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο ἐγεννήθη τὸ ἀνθρώπινον γένος. Σὺ ἐπίσης, Κύριε, εἶπες: Δὲν εἶναι καλὸν νὰ εἶναι μόνος του ὁ ἄνθρωπος. Ἂς κάμωμεν λοιπὸν βοηθόν του κάποιον ὅμοιόν του.
7 καὶ νῦν, Κύριε, οὐ διά πορνείαν ἐγὼ λαμβάνω τὴν ἀδελφήν μου ταύτην, ἀλλὰ ἐπ᾿ ἀληθείας ἐπίταξον ἐλεῆσαί με καὶ αὐτῇ συγκαταγηρᾶσαι. 7 Και τώρα, Κυριε, εγώ λαμβάνω την αδελφήν μου αυτήν, την ομοεθνή μου, ως σύζυγον όχι δια την ικανοποίησιν πορνικών διαθέσεων, αλλά δια την αλήθειάν σου, όπως συ την εκήρυξες. Ας έλθη, λοιπόν, το έλεός σου εις εμέ, Κυριε, και διάταξε συ, ώστε εγώ να γηράσω μαζή της”, 7 Καὶ τώρα, Κύριε, ὡς πρὸς τὴν ἰδικήν μας περίπτωσιν, γνωρίζεις Σὺ ὅτι δὲν παίρνω ὡς σύζυγός μου τὴν συγγενῆ μου αὐτὴν Σάρραν διὰ νὰ ἰκανοποιήσω ἁπλῶς καὶ μόνον τὰς σαρκικάς μου ὀρέξεις, ἀλλὰ μὲ εἰλικρινῆ διάθεσιν διὰ νὰ ἀποκτήσω ἀπογόνους. Δῶσε Σύ, Κύριε, ἐντολήν, ὥστε νὰ ἔλθῃ ἐπάνω μου τὸ ἔλεός Σου διὰ νὰ γηράσω καὶ νὰ τελειῶσω τὴν ζωήν μου εἰς τὴν γῆν μαζὶ μὲ αὐτὴν τὴν σύζυγόν μου.
8 καὶ εἶπε μετ᾿ αὐτοῦ· ἀμήν. 8 Μαζή δε με αυτόν συμπροσηύχετο και η Σαρρα και είπεν· “Αμήν, γένοιτο”! 8 Καὶ ἡ Σάρρα εἶπε μαζί του: Ἀμήν.
9 καὶ ἐκοιμήθησαν ἀμφότεροι τὴν νύκτα. 9 Εκοιμήθησαν και οι δύο την νύκτα εκείνην. 9 Καὶ μετὰ τὴν προσευχὴν ἐκοιμήθηκαν μαζὶ τὴν νύκτα ἐκείνην.
10 καὶ ἀναστὰς Ραγουὴλ ἐπορεύθη καὶ ὤρυξε τάφον λέγων· μὴ καὶ οὗτος ἀποθάνῃ; 10 Ο Ραγουήλ εσηκώθη, επήγε και ήνοιξε τάφον λέγων· “μήπως αποθάνη και αυτός;” 10 Ἐνῷ δὲ οἱ νεόνυμφοι εὑρίσκοντο εἰς τὸ νυμφικὸν δωμάτιον των, ὁ πενθερὸς τοῦ Τωβίου Ραγουὴλ ἐσηκώθη καὶ ἐπῆγε καὶ ἔσκαψε καὶ ἐτοίμασε ἕνα τάφον, διότι εἶπε μέσα του: Ἂς εἶναι ἕτοιμος ὁ τάφος, μήπως πεθάνη καὶ αὐτὸς ὅπως οἱ ἄλλοι.
11 καὶ ἦλθε Ραγουὴλ εἰς τὴν οἰκίαν ἑαυτοῦ 11 Επανήλθεν ο Ραγουήλ εις την οικίαν του 11 Μετὰ ταῦτα ἐπέστρεψεν ὁ Ραγουὴλ εἰς τὸ σπίτι του.
12 καὶ εἶπεν ῎Εδνᾳ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ· ἀπόστειλον μίαν τῶν παιδισκῶν, καὶ ἰδέτωσαν εἰ ζῇ· εἰ δὲ μή, ἵνα θάψωμεν αὐτόν, καὶ μηδεὶς γνῷ. 12 και είπεν εις την Εδναν την γυναίκα του· Στειλε μίαν από τας δούλας να ίδη, εάν ο Τωδίας ζη. Και εάν δεν ζη, να τον θάψωμεν, χωρίς να μάθη κανείς τίποτε. 12 Καὶ εἶπεν εἰς τὴν γυναῖκα του Ἔδναν: Στεῖλε μίαν ἀπὸ τὰς ὑπηρετρίας μας νὰ ἰδῇ ἐὰν ζῇ ὁ γαμβρός μας. Ἐὰν δὲν ζῇ, νὰ τὸν θάψωμεν κρυφά, διὰ νὰ μὴ τὸ μάθη κανείς.
13 καὶ εἰσῆλθεν ἡ παιδίσκη ἀνοίξασα τὴν θύραν καὶ εὗρε τοὺς δύο καθεύδοντας. 13 Η δούλη ήνοιξε την θύραν και εύρε και τους δύο να κοιμώνται. 13 Καὶ ἐμβῆκε πράγματι εἰς τὸ νυμφικὸν δωμάτιον ἡ δούλη, ἀφοῦ ἄνοιξε προσεκτικὰ τὴν θύραν, καὶ εὑρῆκε καὶ τοὺς δύο νὰ κοιμῶνται εἰς τὴν κλίνην των.
14 καὶ ἐξελθοῦσα ἀπήγγειλεν αὐτοῖς, ὅτι ζῇ. 14 Εξήλθε και ανήγγειλεν στους κυρίους της ότι ο Τωβίας ζη. 14 Καὶ ἐβγῆκεν ἀμέσως καὶ ἀνήγγειλεν εἰς τὸν πενθερὸν καὶ τὴν πενθερὰν ὅτι ζῇ ὁ γαμβρός των!
15 καὶ εὐλόγησε Ραγουὴλ τὸν Θεὸν λέγων· εὐλογητὸς εἶ σύ, ὁ Θεός, ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ καθαρᾷ καὶ ἁγίᾳ, καὶ εὐλογείτωσάν σε οἱ ἅγιοί σου καὶ πᾶσαι αἱ κτίσεις σου, καὶ πάντες οἱ ἄγγελοί σου καὶ οἱ ἐκλεκτοί σου εὐλογείτωσάν σε εἰς τοὺς αἰῶνας. 15 Ο Ραγουήλ εδόξασε τον Θεόν λέγων· “δοξασμένος είσαι συ, ο Θεός, και προς σε ανήκει κάθε δοξολογία καθαρά και αγία. Ας σε δοξολογούν οι άγιοί σου και όλα τα δημιουργήματά σου και όλοι οι άγγελοί σου και όλοι οι εκλεκτοί σου. Ας σε ευλογούν και ας σε δοξολογούν εις όλους τους αιώνας. 15 Μόλις ἄκουσε τὴν εὐχάριστον αὐτὴν εἴδησιν ὁ Ραγουήλ, ἐδοξολόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπεν: Εἶναι πρέπον νὰ δοξάζεσαι Σύ, Κύριε ὁ Θεός, μὲ κάθε καθαρὰν καὶ ἁγίαν δοξολογίαν. Ἂς Σὲ δοξολογοῦν οἱ ἅγιοί Σου καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματά Σου καὶ ὅλοι οἱ ἄγγελοί Σου. Ἂς Σὲ δοξολογοῦν αἰωνίως οἱ ἐκλεκτοί Σου.
16 εὐλογητὸς εἶ ὅτι ηὔφρανάς με, καὶ οὐκ ἐγένετό μοι καθὼς ὑπενόουν, ἀλλὰ κατὰ τὸ πολὺ ἔλεός σου ἐποίησας μεθ᾿ ἡμῶν. 16 Ευλογημένος είσαι, Κυριε, διότι μου έδωσες αυτήν την χαράν και δεν έγινε εκείνο, το οποίον εφοβούμην. Αλλά έκαμες εις ημάς σύμφωνα με το μέγα σου έλεος. 16 Ἂς εἶσαι δοξασμένος, διότι μὲ ἐγέμισες χαρὰν καὶ δὲν συνέβη εἰς τὸ σπίτι μου αὐτὸ ποὺ ὑπέθετα, ἀλλ’ ἐφέρθης ἀπέναντί μας συμφώνως πρὸς τὴν μεγάλην εὐσπλαγχνίαν Σου.
17 εὐλογητὸς εἶ ὅτι ἠλέησας δύο μονογενεῖς· ποίησον αὐτοῖς, δέσποτα, ἔλεος, συντέλεσον τὴν ζωὴν αὐτῶν ἐν ὑγιείᾳ μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ ἐλέους. 17 Δοξασμένος είσαι, Κυριε, διότι έστειλες το έλεός σου εις δύο μονογενείς. Καμε, Δέσποτα, εις αυτούς σύμφωνα με το έλεός σου και ολοκλήρωσε την ζωήν των με υγείαν, με ευφροσύνην, με τον πλούτον του ελέους σου”. 17 Ἂς εἶσαι εὐλογημένος, διότι ἐλέησες δύο μονάκριβα παιδιά. Δεῖξε, Δέσποτα, τὸ ἔλεός Σου πρὸς αὐτοὺς καὶ ἀξίωσέ τους νὰ φθάσουν εἰς τὸ τέρμα τῆς ζωῆς των μὲ ὑγείαν καὶ εὐφροσύνην, μέσα εἰς τὴν εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀγάπην Σου.
18 ἐκέλευσε δὲ τοῖς οἰκέταις χῶσαι τὸν τάφον. 18 Ο Ραγουήλ διέταξε τους δούλους να χώσουν τον τάφον. 18 Καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσε τὴν δοξολογίαν του ὁ Ραγουήλ, ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τούς, ὑπηρέτας του νὰ σκεπάσουν τὸν τάφον, ποὺ εἶχεν ἀνοίξει διὰ τὸν Τωβίαν.
19 καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς γάμον ἡμερῶν δεκατεσσάρων. 19 Ετέλεσε δε και εώρτασε τον γάμον αυτών επί δεκατέσσαρας ημέρας. 19 Ἔκαμε δὲ διὰ τοὺς νεονύμφους πανηγυρικὸν γάμον, τοῦ ὁποίου ἡ χαρὰ καὶ διασκέδασις διήρκεσε δεκατέσσερις ἡμέρας.
20 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ραγουὴλ πρὶν ἢ συντελεσθῆναι τὰς ἡμέρας τοῦ γάμου ἐνόρκως μὴ ἐξελθεῖν αὐτὸν ἐὰν μὴ πληρωθῶσιν αἱ δεκατέσσαρες ἡμέραι τοῦ γάμου. 20 Ο Ραγουήλ είπεν στον Τωβίαν και τον εξώρκισε να μη αναχωρήση από την οικίαν, μέχρις ότου συμπληρωθούν αι δεκαττέσσαρες ημέραι του γάμου. 20 Εἶπε δὲ ὁ Ραγουὴλ εἰς τὸν Τωβίαν, καὶ τὸν ἐδέσμευσε μάλιστα καὶ μὲ ὅρκον, νὰ μὴ βγῇ καὶ φύγῃ ἀπὸ τὸ σπίτι του, πρὶν συμπληρωθοῦν αἱ ἡμέραι τῆς ἑορτῆς τοῦ γάμου. Τοῦ εἶπε νὰ μείνῃ ἐκεῖ ἐπὶ δεκατέσσερις ἡμέρας καὶ νὰ εὐφραίνεται διὰ τὸν γάμον του.
21 καὶ τότε λαβόντα τὸ ἥμισυ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ πορεύεσθαι μεθ᾿ ὑγιείας πρὸς τὸν πατέρα· καὶ τὰ λοιπά, ὅταν ἀποθάνω καὶ ἡ γυνή μου. 21 “Μετά δε την συμπλήρωσιν των δεκατεσσάρων αυτών ημερών, είπεν στον Τωβίαν, αφού πάρης το ήμισυ από την περιουσίαν μου, να πορευθής εν υγεία προς τον πατέρα σου. Την υπόλοιπον περιουσίαν μου θα την λάβης, όταν αποθάνωμεν εγώ και η γυνή μου”. 21 Καὶ ὅταν συμπληρωθοῦν αἱ ἡμέραι τῆς χαρᾶς τοῦ γάμου, πάρε τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ πήγαινε μὲ τὸ καλὸν καὶ ὑγιὴς εἰς τὸν πατέρα σου. Τὰ ὑπόλοιπα ἀγαθά μου θὰ γίνουν ἰδικά σου, ὅταν πεθάνω καὶ ἐγὼ καὶ ἡ γυναῖκα μου, ἐπρόσθεσεν ὁ Ραγουήλ.